Arts Universe and Philology

Arts Universe and Philology
The blog "Art, Universe, and Philology" is an online platform dedicated to the promotion and exploration of art, science, and philology. Its owner, Konstantinos Vakouftsis, shares his thoughts, analyses, and passion for culture, the universe, and literature with his readers.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Οι θηριώδεις μαύρες τρύπες στο «μικροσκόπιο» της NASA. NASA Selects Mission to Study Black Holes, Cosmic X-ray Mysteries

Neutron stars, black holes, and other remnants of stellar explosions are some of the universe’s most intriguing objects – and some of the hardest to study. But when NASA’s newest Explorers Program mission, IXPE, launches, we’ll see them like never before. Credit: NASA/JPL-Caltech

Το «πράσινο φως» έδωσε η NASA για μία αποστολή που θα επιτρέψει στους επιστήμονες να μελετήσουν για πρώτη φορά τις κρυμμένες λεπτομέρειες από τα πιο εξωτικά ουράνια σώματα, όπως τις τεράστιες μαύρες τρύπες, τους αστέρες νετρονίων και τους πάλσαρ.

The Crab Nebula is the only source of polarized X-rays that has so far been mapped. Credit: X-ray: NASA/CXC/SAO/F.Seward; Optical: NASA/ESA/ASU/J.Hester & A.Loll; Infrared: NASA/JPL-Caltech/Univ. Minn./R.Gehrz

Αντικείμενα όπως οι μαύρες τρύπες θερμαίνουν τα αέρια που τα περιβάλλουν σε θερμοκρασίες άνω του 1 εκατ. βαθμών Κελσίου. Με δεδομένο πως οι ακτίνες Χ που εκπέμπουν τα αέρια είναι πιθανό να πολωθεί, στο πλαίσιο της αποστολής IXPE (Imaging X-ray Polarimetry Explorer), τρία διαστημικά τηλεσκόπια θα μετρήσουν την πόλωση της ακτινοβολίας.

Με αυτό τον τρόπο, οι επιστήμονες θα μπορέσουν να δώσουν απαντήσεις σε σημαντικά ερωτήματα σχετικά με αυτά τα ακραία περιβάλλοντα, όπου επικρατούν εξαιρετικά ισχυρά βαρυτικά, ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία.

«Καθώς δεν μπορούμε να αποτυπώσουμε τι συμβαίνει στην περιοχή αντικειμένων όπως οι μαύρες τρύπες και οι αστέρες νετρονίων, μελετώντας την πόλωση των ακτίνων Χ που εκπέμπονται από τα αέρια που τα περιβάλλουν, θα αποκαλύψουμε φυσικά φαινόμενα που σχετίζονται με αυτά τα αινιγματικά σώματα», λέει στην ιστοσελίδα της NASA ο Πολ Χερτζ, διευθυντής του Τμήματος Επιστημονικών Αποστολών της αμερικανικής διαστημικής υπηρεσίας.

«Η NASA έχει γράψει ιστορία στην εκτόξευση διαστημικών τηλεσκοπίων, στο πλαίσιο του προγράμματος Astrophysics Explorers, με νέες και μοναδικές παρατηρησιακές δυνατότητες. Η αποστολή ΙΧΡΕ θα ανοίξει ένα νέο παράθυρο στο σύμπαν για τους αστρονόμους. Σήμερα, μπορούμε μόνο να μαντέψουμε τι θα ανακαλύψουν».

Τον Σεπτέμβριο του 2014, στο πλαίσιο του Προγράμματος Astrophysics Explorers, η NASA ζήτησε την υποβολή προτάσεων για νέες αποστολές.  Κατατέθηκαν 14 προτάσεις, από τις οποίες επιλέχθηκαν τρεις για να αξιολογηθούν από μία επιτροπή της υπηρεσίας όπως και εξωτερικούς επιστήμονες.

Artist’s concept of the Imaging X-ray Polarimetry Explorer (IXPE), one of three finalists selected to be NASA’s newest astrophysics observatory. Credit: NASA

Τελικά προκρίθηκε η IXPE, καθώς κρίθηκε πως έχει τη μεγαλύτερη αξία από επιστημονικής σκοπιάς. Επίσης, οι ειδικοί εκτίμησαν πως είναι και η πιο εφικτή για να υλοποιηθεί.

Η αποστολή αναμένεται να εκτοξευθεί το 2020, ενώ εκτιμάται πως θα στοιχίσει 188 εκατ. δολάρια. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται το κόστος του οχήματος εκτόξευσης, η επιχειρησιακή λειτουργία των δορυφόρων και η ανάλυση των δεδομένων.

Το διαστημόπλοιο θα κατασκευασθεί από την αμερικανική εταιρεία Ball Aerospace. Οι αισθητήρες μέτρησης της πόλωσης των ακτίνων Χ θα αναπτυχθούν στην Ιταλία, καθώς συμμετοχή στην αποστολή θα έχει η Ιταλική Υπηρεσία Διαστήματος.

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Τα 5 μεγαλύτερα μυστήρια του σύμπαντος και πως θα τα απαντήσουμε. The 5 Biggest Questions About the Universe (and How We're Trying To Answer Them)

This image from the Hubble Space Telescope shows the distribution of dark matter in the center of the giant galaxy cluster Abell 1689. Concentrations of dark matter, detected through their gravitational effect, are show in lighter shades of blue. Credit: NASA

Από την ανίχνευση των βαρυτικών κυμάτων μέχρι την ανακάλυψη του κοντινότερου στη Γη εξωπλανήτη που μοιάζει με τη Γη, το 2016 ήταν μια καταπληκτική χρονιά για την αστρονομία – στην πραγματικότητα η καλύτερη των τελευταίων δεκαετιών. Πολλοί από τους μεγαλύτερους γρίφους στην αστρονομία και την κοσμολογία έχουν λυθεί.

Image credit: NASA / GSFC / Dana Berry

Πάρτε για παράδειγμα την ηλικία του σύμπαντος. Έναν αιώνα πριν, θα λέγαμε απλά ότι το σύμπαν έχει πολύ μεγάλη ηλικία. Δεν υπήρχε τρόπος να προσδιοριστεί ο ακριβής αριθμός. Τώρα, χάρη στους λεπτομερείς χάρτες που δείχνουν τα αμυδρή ηχώ της Μεγάλης Έκρηξης – αυτό που οι αστρονόμοι αποκαλούν «κοσμικό υπόβαθρο μικροκυμάτων» – γνωρίζουμε ότι η ηλικία του σύμπαντος είναι 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια ή (13.8±0.02)×109 χρόνια. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό επίτευγμα ακρίβειας στην κοσμολογία.

Δυστυχώς όμως, δεν διαθέτουμε όλες τις απαντήσεις σχετικά με το σύμπαν μας. Παρόλα τα δεδομένα από επίγεια και διαστημικά τηλεσκόπια, από τα πειράματα φυσικής σωματιδίων, όπως στον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων στην Ελβετία, παρά τις ατελείωτες ώρες υπολογισμών από τους φυσικούς σε μαυροπίνακες ή σε προσομοιώσεις υπολογιστών, μια χούφτα από αναπάντητα κοσμολογικά προβλήματα συνεχίζουν να κρατάνε άγρυπνους τους φυσικούς.

1. Τι είναι η σκοτεινή ύλη;

Two researchers walk through the National Institute for Nuclear Physics, which lies under Gran Sasso in Italy, in 2011. Credit: Mondadori Portfolio via Getty Images

Βαθιά κάτω από τα Απέννινα όρη της κεντρικής Ιταλίας, στο Gran Sasso, βρίσκεται ένα υπόγειο εργαστήριο όπου οι επιστήμονες έχουν τοποθετήσει μια γιγάντια δεξαμενή γεμάτη με 3,5 τόνους υγρό ξένον. Ελπίζουν ότι κάποιο εξωτικό σωματίδιο από το μακρινό διάστημα θα διασχίσει το υγρό και θα αλληλεπιδράσει αφήνοντας κάποιο χαρακτηριστικό ίχνος. Μέχρι στιγμής κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί. Αλλά οι επιστήμονες που ψάχνουν την αποκαλούμενη «σκοτεινή ύλη» έχουν μάθει να κάνουν υπομονή. Έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που οι αστρονόμοι μελετώντας μακρινούς γαλαξίες παρατήρησαν κάτι περίεργο: οι γαλαξίες για να μην διαλυθούν, εξαιτίας της περιστροφής τους, έπρεπε να διαθέτουν πολύ περισσότερη ύλη, σε σχέση με την παρατηρούμενη ορατή ύλη – τα άστρα και αέρια νέφη του γαλαξία. Η ελλείπουσα μάζα ονομάστηκε σκοτεινή ύλη, και σήμερα θεωρείται ότι αποτελεί πάνω από το ένα τέταρτο της συνολικής μάζας και ενέργειας του ορατού σύμπαντος.

WIMPs are Weakly Interacting Massive Particles, hypothetical particles which may be the main (or only) component of Dark Matter, a form of matter which emits and absorbs no light and which comprises approx 75% of all mass in the observable universe. The Hubble Space Telescope distribution of dark matter - indirect observations (HST).

Από τι συνίσταται η σκοτεινή ύλη; Η καλύτερη υπόθεση είναι πως πρόκειται για κάποιο είδος ταχέων σωματιδίων που αλληλεπιδρούν ελάχιστα με την γνωστή ύλη που αποτελούν τα άστρα και τους πλανήτες. Θεωρητικά, αυτά τα «ασθενώς αλληλεπιδρώντα» σωματίδια μπορούν να διασχίσουν ανεμπόδιστα μίλια συνηθισμένης ύλης – κι αυτός είναι ο λόγος που δαπανώνται εκατομμύρια δολάρια για την κατασκευή γιγαντιαίων ανιχνευτών, όπως αυτός στο Gran Sasso.

Οι επιστήμονες προσπαθούν να ανιχνεύσουν αυτά τα εξωτικά σωματίδια εδώ και δεκαετίες, χωρίς καμία τύχη. Και κάποιοι άρχισαν να αναρωτιούνται αν όντως είναι ορθή η υπόθεση της ύπαρξης της σκοτεινής ύλης. Κι αν δεν υπάρχει, τότε ίσως η θεωρία της βαρύτητας του Αϊνστάιν να χρειάζεται κάποια τροποποίηση. Γι αυτό τα τελευταία χρόνια μια σειρά από εναλλακτικές θεωρίες βαρύτητας έκαναν την εμφάνισή τους, οι οποίες όμως παραμένουν αμφιλεγόμενες.

«Θα ήταν ωραίο να γνωρίζαμε τι είναι τα σωματίδια σκοτεινής ύλης – ή έστω να είχαμε μία κάποια διαβεβαίωση πως πρόκειται όντως για σωματίδια», δηλώνει o Roberto Abraham, φυσικός στο πανεπιστήμιο του Τορόντο. «Νομίζω ότι είναι η πιο πιθανή εκδοχή, αλλά είμαι ανοιχτός και δεν απορρίπτω την περίπτωση να πρέπει να τροποποιηθεί η θεωρία της βαρύτητας». Ενώ δεν υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα ότι οι εξισώσεις του Αϊνστάιν είναι λάθος, «θα πρέπει να έχουμε το μυαλό μας ανοιχτό».

2. Τι είναι η σκοτεινή ενέργεια;

Dark matter ships on an ocean of dark energy. Image: Garth von Ahnen

Στη δεκαετία του 1990, τα δεδομένα του διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble αποκάλυψαν ότι οι μακρινοί γαλαξίες, όχι μόνο απομακρύνονται από τον δικό μας γαλαξία, αλλά απομακρύνονται με επιταχυνόμενο ρυθμό. Αυτό προκάλεσε μεγάλη έκπληξη – και από τότε οι επιστήμονες προσπαθούν να καταλάβουν ποια είναι η μυστηριώδης αιτία προκαλεί αυτή την επιτάχυνση. Κανείς δεν ξέρει. Και γι αυτό βαφτίστηκε «σκοτεινή ενέργεια», κι όπως και με την «σκοτεινή ύλη» ο Αϊνστάιν παίζει πάλι έναν κρίσιμο ρόλο στην ιστορία.

Στις αρχές του 20ου αιώνα οι επιστήμονες πίστευαν ότι το σύμπαν ήταν στατικό – κι ότι κατά μέσο όρο οι γαλαξίες παρέμεναν στην ίδια απόσταση από τους γειτονικούς τους. Αλλά οι εξισώσεις της γενικής σχετικότητας έδειξαν ότι το σύμπαν θα μπορούσε να διαστέλλεται ή να συστέλλεται. Επειδή αυτό δεν άρεσε στον Αϊνστάιν, εισήγαγε αυθαίρετα στις εξισώσεις του την επονομαζόμενη «κοσμολογική σταθερά» .

Studies of the motion of galaxies — like the so-called Pinwheel Galaxy, pictured here — suggest that they contain more dark matter than ordinary matter. What this dark matter is made of remains a mystery. Credit: ESA/NASA

Λίγα χρόνια μετά, όταν οι αστρονόμοι ανακάλυψαν την διαστολή του σύμπαντος, φάνηκε πως ο αυθαίρετη κοσμολογική σταθερά δεν ήταν απαραίτητη. Ωστόσο, τώρα που γνωρίζουμε ότι η διαστολή του σύμπαντος είναι επιταχυνόμενη η κοσμολογική σταθερά επέστρεψε.

Όποια κι αν είναι η αληθινή φύση της, η σκοτεινή ενέργεια είναι σημαντικότερη από την σκοτεινή ύλη όσον αφορά την εξέλιξη του σύμπαντος. Η σκοτεινή ενέργεια αντιστοιχεί στα δυο τρίτα της συνολικής ενέργειας του ορατού σύμπαντος. Και οι δυο μαζί, η σκοτεινή ενέργεια και η σκοτεινή ύλη αποτελούν ένα τεράστιο μυστήριο και προκαλούν κάποια «αμηχανία» στην επιστημονική κοινότητα.

«Θα έδινα τα πάντα για να μάθω την φύση της σκοτεινής ύλης και της σκοτεινής ενέργειας», λέει ο Roberto Abraham, «και σκοπεύω να αφιερώσω τις επόμενες δεκαετίες της ζωής μου για να το ανακαλύψω

3. Τι υπήρχε πριν την Μεγάλη Έκρηξη;

An artist's illustration attempts to depict the "Big Bang," the initial expansion of all matter in the universe. Credit: Mark Garlick / Science Photo Library/Getty Images

Κάθε φορά που ένας κοσμολόγος δίνει μια δημόσια διάλεξη, πάντα κάποιος από το ακροατήριο σηκώνει το χέρι του για να ρωτήσει: «και τι υπήρχε πριν από την Μεγάλη Έκρηξη;»

«Υπάρχει μία στάνταρ απάντηση που μπορεί να δώσει κανείς», λέει ο Glenn Starkman, φυσικός στο πανεπιστήμιο Case Western Reserve. «Λέμε πως η ερώτηση δεν έχει νόημα, όπως ακριβώς δεν έχει νόημα να ρωτάμε, ‘τι βρίσκεται νοτιότερα από τον Νότιο Πόλο’».

Ο λόγος είναι ο εξής: Αν μαζί με την Μεγάλη Έκρηξη ξεκίνησε κι ο ίδιος ο χρόνος, τότε δεν έχει νόημα να ρωτάμε τι υπήρχε πριν, γιατί απλά δεν υπάρχει «πριν». Αλλά και ο ίδιος ο Starkman γνωρίζει ότι η απάντηση αυτή δεν είναι ικανοποιητική.

Σήμερα διαθέτουμε μια θεωρία για το τι συνέβη σχεδόν αμέσως μετά την Μεγάλη Έκρηξη. Κατά την διάρκεια των πρώτων ελάχιστων κλασμάτων δευτερολέπτου της ύπαρξης του σύμπαντος, το «πληθωριστικό» μοντέλο μας λέει ότι το σύμπαν επεκτάθηκε σαν ένα μπαλόνι, πολλαπλασιάζοντας το μέγεθός του ξανά και ξανά μέχρι να φτάσει στον «κανονικό» ρυθμό διαστολής του. Όμως, αν επιχειρήσουμε να κοιτάξουμε πίσω, πριν τον πληθωρισμό, προς την «χρονική στιγμή μηδέν» – η γενική σχετικότητα «καταρρέει».

Κάποιο φυσικοί πιστεύουν ότι ο χρόνος δε ξεκίνησε με την Μεγάλη Έκρηξη, αλλά ότι αναδύθηκε με κάποιο τρόπο όταν το σύμπαν έφθασε σε κάποιο βαθμό πολυπλοκότητας. Άλλοι υποστηρίζουν ότι το σύμπαν κάνει κύκλους, μια αιώνια διαδοχή διαστολών και συστολών. Αν αυτό το «κυκλικό» μοντέλο είναι σωστό, η Μεγάλη Έκρηξη δεν αποτελεί την αρχή, αλλά την μετάβαση από μια προηγούμενη εποχή.

Our universe may be one of many, physicists say. Credit: Shutterstock/Victor Habbick

Μια άλλη πιθανότητα είναι το σύμπαν μας να είναι ένα από αμέτρητα «σύμπαντα φούσκες» που εμφανίζονται συνεχώς σε ένα «πολυσύμπαν»

Άραγε, έχουμε φτάσει κοντά στην απάντηση της ερώτησης «τι υπήρχε πριν;» Ο Starkman λέει πως όχι. Και είναι ασαφές το πότε οι αστρονομικές παρατηρήσεις θα δώσουν στοιχεία για το ζήτημα αυτό. Ίσως, αν κατασκευάζαμε έναν τεράστιο ανιχνευτή βαρυτικών κυμάτων στο διάστημα, θα υπήρχε η ελπίδα να ανιχνεύσουμε τα αρχέγονα βαρυτικά κύματα που δημιουργήθηκαν από την Μεγάλη Έκρηξη.

Αλλά μην χαίρεστε. Ένα τέτοιο μεγαλεπήβολο πείραμα θα χρειαστεί δεκαετίες για να στηθεί.

4. Τι υπάρχει μέσα σε μια μαύρη τρύπα;

In this artist's rendering, the black hole known as Cygnus X-1 sucks in matter from a companion star. Although we understand how black holes form, scientists can't say what happens inside one. Credit: NASA/CXC/M.Weiss / Optical: DSS; Illustration: NASA

Οι μαύρες τρύπες είναι περιοχές του χώρου όπου η βαρύτητα ασκεί τόσο μεγάλη έλξη, έτσι ώστε τίποτε να μην μπορεί να διαφύγει – ούτε το φως ούτε οποιοδήποτε άλλο είδος σήματος. Αφού τίποτε δεν μπορεί να βγει έξω, το εσωτερικό των μαύρων τρυπών φαίνεται να είναι αποκομμένο από το υπόλοιπο σύμπαν.

«Δεν έχουμε ιδέα τι συμβαίνει στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας», λέει ο Starkman, «και ο μόνος τρόπος να το μάθετε είναι να πηδήξετε μέσα σ’ αυτή». Αλλά ακόμα και τότε, δεν θα έχετε κανένα τρόπο να ξαναβγείτε έξω και να πείτε στον κόσμο τι βρήκατε – και φυσικά ούτε να στείλετε στον έξω κόσμο κάποιο μήνυμα.

Στην δεκαετία του 1970, οι φυσικοί Stephen Hawking και Jacob Bekenstein, έδειξαν ότι οι μαύρες τρύπες εκπέμπουν ακτινοβολία και σιγά-σιγά «εξατμίζονται». Δυστυχώς η εξάτμιση των μαύρων τρυπών φαίνεται να παραβιάζει κανόνες της κβαντομηχανικής – πρόκειται για το παράδοξο της απώλειας της κβαντικής πληροφορίας, οι τεχνικές λεπτομέρειες του οποίου είναι αρκετά περίπλοκες.

Artist’s conception of the event horizon of a black hole. Credit: Victor de Schwanberg/Science Photo Library

Οι φυσικοί έχουν αναπτύξει διάφορες ιδέες για να εξηγήσουν αυτόν τον γρίφο. Παραμένουν όμως ακόμα αμφιλεγόμενες. Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στον «ορίζοντα των γεγονότων» – το εξωτερικό όριο της μαύρης τρύπας – όπου η γενική σχετικότητα και η κβαντική φυσική μπαίνουν στο παιχνίδι. Αλλά μέχρι στιγμής αυτές οι δυο θεωρίες είναι ασυμβίβαστες.

«Είναι πιθανόν η κβαντική μηχανική και η γενική σχετικότητα να λειτουργούν με έναν διαφορετικό τρόπο στο ορίζοντα των γεγονότων απ’ ότι εδώ στη Γη», σύμφωνα με τον Starkman. «Πρόκειται για μια συναρπαστική προοπτική».

Το μεγαλύτερο στοίχημα είναι η μελέτη της περιοχής λίγο έξω από τον ορίζοντα των γεγονότων. Κι αυτό ίσως μπορεί να γίνει με την συστοιχία των ραδιοτηλεσκοπίων ανα τον κόσμο, γνωστών ως ΕΗΤ (Event Horizon Telescope), από την Καλιφόρνια, την Αριζόνα και τη Χαβάη, τη Χιλή, την Ισπανία και την Ανταρκτική.

Μια βελτιωμένη μορφή του ΕΗΤ θα ξεκινήσει σύντομα την συλλογή δεδομένων. Ο πρώτος στόχος του θα είναι η «τερατώδης» μαύρη τρύπα στο κέντρο του γαλαξία μας. Οι αστρονόμοι του ΕΗΤ περιμένουν να δούν μια λεπτομερή εικόνα της ακτινοβολίας που εκπέμπεται από τα αέρια και τη σκόνη λίγο πριν διασχίσουν τον ορίζοντα των γεγονότων της μαύρης τρύπας – που ίσως δώσει κάποια στοιχεία σχετικά με την εξωτική φυσική στο εσωτερικό της μαύρης τρύπας.

5. Είμαστε μόνοι στο σύμπαν;

The SETI Institute's Allen Telescope Array in northern California searches for radio signals that could have been generated by intelligent alien life. Credit:  SETI Institute

Είμαστε τα μόνα νοήμονα όντα του σύμπαντος; Οι μόνες υπάρξεις που αναρωτιούνται αν υπάρχουν άλλες υπάρξεις εκεί έξω;

Ο γαλαξίας μας περιέχει αρκετές εκατοντάδες δισεκατομμύρια άστρα, πολλά από τα οποία διαθέτουν πλανήτες σε τροχιά γύρω τους. Και πέρα από τον γαλαξία μας υπάρχουν τουλάχιστον ένα τρισεκατομμύριο γαλαξίες στο ορατό σύμπαν. Λαμβάνοντας υπόψη την πληθώρα των πλανητών, φαίνεται απίθανο να είμαστε μόνοι στο σύμπαν. Οπότε επιστήμονες απ’ όλο τον κόσμο έχουν ξεκινήσει το πρόγραμμα που αποκαλούν SETI (Search for ExtraTerrestrial Intelligence) Αναζήτηση ΕξωΓήινης Νοημοσύνης.

This NASA chart shows the number of confirmed alien planets arranged by their size, as of May 10, 2016. Credit: NASA Ames/W. Stenzel

O Seth Shostak, αστρονόμος του ινστιτούτου SETI, υποψιάζεται πως οι εξωγήινοι είναι κάπου εκεί έξω. Επισημαίνει ότι ένας στους πέντε εξωπλανήτες που ανακάλυψε το διαστημικό τηλεσκόπιο Kepler, είναι κατοικήσιμοι. Αν η εκτίμηση αυτή είναι σωστή, τότε θα μπορούσαν να υπάρχουν 1021 κατοικήσιμοι πλανήτες.

Όμως, ακόμα κι αν υπάρχει άφθονη ζωή στο σύμπαν, τι συμβαίνει σχετικά με την νοήμονα ζωή;

Οι επιστήμονες του SETI σαρώνουν εδώ και δεκαετίες τον ουρανό ψάχνοντας για εξωγήινα ραδιοφωνικά σήματα. Παρότι μέχρι στιγμής δεν βρήκαν τίποτε, δεν απογοητεύονται. Ο Shostak υποστηρίζει ότι βρίσκονται ακόμα στην αρχή, αφού μέχρι τώρα έχουν καταφέρει να σαρώσουν μερικές μόνο χιλιάδες άστρα. Μάλιστα σε ένα πρόσφατο συνέδριο στην Γερμανία στοιχημάτισε ότι στα επόμενα 24 χρόνια θα ανιχνεύσουμε τουλάχιστον ένα εξωγήινο σήμα (αν χάσει το στοίχημα θα πληρώσει μόνο τον … καφέ στους επιστήμονες που ήταν παρόντες). Μέχρι τότε, θα έχουν αναπτυχθεί αποδοτικότερες τεχνικές αναζήτησης, που θα μπορούσαν να ελέγχουν ένα εκατομμύριο αστρικά συστήματα, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες εντοπισμού πιθανών εξωγήινων σημάτων. 

                                    















Εντοπίστηκαν μυστηριώδη ραδιοσήματα σε απόσταση 2,5 εκατ. έτη φωτός μακριά από τη Γη. Mysterious radio burst came from a galaxy 2.5 billion light years away, astronomers discover

A composite image of the field around FRB 121102. The dwarf galaxy from which the fast radio bursts originate is a barely visible green dot (circled in red in the inset). (Gemini Observatory/AURA/NRC)

Αν είναι σήματα από εξωγήινους που μας λένε «είμαστε εδώ!», τότε η απάντησή μας «γειά σας, υπάρχουμε κι εμείς εδώ!» θα φτάσει σ’ αυτούς μετά από 2,5 δισεκατομμύρια χρόνια και πλέον! Δυστυχώς όμως, ούτε αυτή τη φορά πρόκειται για κλήση από εξωγήινους. Είναι μια «κλήση» από τους νόμους της Φυσικής.

Στο περιοδικό Nature δημοσιεύθηκε μια νέα εργασία σχετική με τον εντοπισμό των ραδιοφωνικών σημάτων,  γνωστών ως FRB 121102 (Fast Radio Burst-FRB), που έρχονται από τον αστερισμό του Ηνιόχου [A direct localization of a fast radio burst and its host].

Μια κινούμενη εικόνα σχετικά με την θέση των ταχέων ραδιοφωνικών εκρήξεων 121102. Οι εκρήξεις, ισχυροί παλμοί ακτινοβολίας, διαρκούν μόνο μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου. An animation of the fast radio burst 121102. The bursts, intense pulses of radiation from the sky, last only a few milliseconds. (Gemini Observatory/AURA/NRC)

Οι «ταχείες ραδιοφωνικές εκρήξεις» 121102, ανιχνεύθηκαν για πρώτη φορά στις 2 Νοεμβρίου του 2012. Παρόλο που διαρκούν μόνο χιλιοστά του δευτερολέπτου, οι εκρήξεις αυτές εκπέμπουν ενέργεια όση η εκπεμπόμενη ενέργεια 500 εκατομμυρίων ήλιων.

Οι αστρονόμοι έχουν προσδιορίσει την θέση του αινιγματικού αστρονομικού αντικειμένου στο οποίο πραγματοποιούνται οι σύντομες, αλλά ισχυρές εκρήξεις ραδιοκυμάτων. Παραδόξως, η πηγή των διακεκομμένων σημάτων δεν βρίσκεται σε έναν μεγάλο φωτεινό γαλαξία, αλλά σε έναν μικρό και αμυδρό νάνο γαλαξία, 2,5 δισεκατομμύρια και πλέον έτη φωτός μακριά από τη Γη, που έχει το 1% της μάζας του γαλαξία μας.

Astronomers are using the telescopes of the National Radio Astronomical Observatory's Very Large Array to learn more about mysterious fast radio bursts. Credit: NRAO/AUI

Η εξήγηση αυτών των μυστήριων ραδιοσημάτων θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί π.χ. σε περιστρεφόμενους αστέρες νετρονίων ή σε σύγκρουση αστέρων νετρονίων κ.ά., και σίγουρα όχι σε εξωγήινους. Εφόσον όμως αυτές οι «εκρήξεις» εντοπίζονται από τόσο πολύ μακριά, τότε γιατί να μην παρατηρούνται παρόμοιες και στον δικό μας γαλαξία; Πολλά τέτοια ερωτήματα σχετικά με τις FRB «αιωρούνται», αναμένοντας όσο το δυνατόν γρηγορότερα τις κατάλληλες απαντήσεις από τους αστρονόμους …

Πηγές:

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

Mιχαήλ Μητσάκης, «Αυτόχειρ»

Εντουάρ Μανέ, Η αυτοκτονία, 1877–1881

Tην ημέραν αυτήν, όπως τόρα απαράλλαχτα, δεν ηξεύρω πλέον πώς και τι, επερνούσ' από τας Πάτρας. Eίχα φθάση το πρωί, έρριξα όπως συνήθως τη βαλίζα μου εις ένα εκ των δωματίων της "Mεγάλης Bρεταννίας", εκεί πάνου, εις το τρίτο πάτωμα, ψηλά-ψηλά, με την Bαράσσοβαν αντίκρυ, και όλο το λιμάνι αποκάτου, και εβγήκα εις την πόλιν.

 Πάτρα. Το κάστρο. Επιστολικό δελτάριο.

Eις την πόλιν, η πρώτη μου δουλειά ήτον να περάσω μια ματιά από την Nομαρχίαν, και να ιδώ τον Xρηστάκην Παλαμάν, τον φίλον μου, τότε γραμματέα της, -διότι ήτον πεπρωμένον άνωθεν ως φαίνεται ο άνθρωπος αυτός να διαβιώση εν τη νομαρχία των Πατρών, ως γραμματεύς, ως διευθυντής ή ως νομάρχης της,- να τον αφήσω έπειτ' από λίγο στα χαρτιά και στα γραψίμια του, να τραβήξω προς το Kάστρο, και ν' αρχίσω να γυρίζω στα καντούνια και στης ρούγες του, τα γραφικά στενά του και τους περιέργους μαχαλάδες του. Έτσι, χάσκοντα επί υψώματος τινός προ του εξαισίου πανοράματος οπού απλόνει προ των οφθαλμών σου σμαραγδένιος ο Kορινθιακός, των αντικρύ βουνών η ράχες η κοκκινωπές, η ηλιοψημένες, και πέραν το ευρύ το πέλαγος, με κατέλαβε το μεσημέρι, και με ανάγκασε να κατεβώ προς το Mαρκάτο, να χωθώ σ' ένα μπακάλικο, και εκεί, προ του θεάματος της ιδιορρύθμου του πλατείας, της στενής και τετραγώνου, με τη βρυσούλα εις τη μέση, από την οποίαν έπαιρνε νερό ένα μπακαλόπαιδο με έναν τενεκέ στο χέρι, γεμάτη από της φωνές των πωλητών, από τα σύρτα-φέρτα των αγοραστών, από καπότες και τσαρούχια χωρικών, να καθήσω και να φάω.

 Πάτρα. Κάτω Πόλη. Κεντρική πλατεία Γεωργίου Α΄.

Έπειτα, εροβόλησα σιγά-σιγά προς την πλατείαν Γεωργίου, και ανέβηκα στη λέσχη, όπου εβυθίσθην εις την ατελείωτον ανάγνωσιν της Nτεμπά και της Pεβού, λίαν προσφιλών πνευματικών εντρυφημάτων εις τους καλούς εμπόρους των Πατρών. Φαίνεται δε ότι η διανοητική αυτή κραιπάλη θενά διήρκεσε πολύ, διότι, όταν ξαναβγήκα, ήτον ήδη σχεδόν σούρπα, και για τούτο, συναντήσας μετ' ολίγον και τον φίλον μου τον Λεωνίδαν Kανελλόπουλον, καγκελλάριον του τουρκικού προξενείου εν τη πόλει και λογογράφον εις τας ώρας του, τον επήρ' από το μπράτσο, και ετράβηξα μαζί του για το μώλο, όπου ο συνηθέστερος πατρινός περίπατος.

 Βασίλειος Χατζής, Το λιμάνι της Πάτρας 

Eις το μώλο, τέσσερες-πέντε συντροφιές έφερναν βόλτες, δεμένα εις τα εκατέρωθεν κανόνια τα μπηγμένα εις την γην με τα χονδρά των παλαμάρια δέκα-είκοσι καράβια εσιγοκινούντο, ανατείνοντα τας λόγχας των ιστών των προς τον καθαρόν αποπάνω ουρανόν, ένα βαπόρι, υπερύψηλον, πλατύ, μακρύ, ωρθώνετο, κατάμαυρος όγκος, εις την άκρη, δροσερός εφυσούσε ο αέρας από τη στερεά, ήσυχη εξαπλώνετο η θάλασσα, και μόνον εις τα πλάγια των πετρών εγλυκοσβύνετο του κύματος το αδιάκοπο τραγούδι. Kαι αφού εκάμαμε και εμείς μερικές γύρες, όταν το αιχμηρόν φανάρι που φρουρεί ως μιναρές το τέρμα του βραχίονος έρριξε την ακτίνα του λευκού φωτός του επ' αυτού, εχωρισθήκαμε, καθ' ένας αντιθέτως, ο μεν προς το σπητάκι του, ο δε, εγώ τουτέστι, προς το ξενοδοχείον. H σάλα οπού εκπληροί τα χρέη ρεστωράν της παμμεγίστης Bρεταννίας, όταν εμπήκα, ήτον άδεια, κανείς δεν είχε έλθη ακόμη για να φάη, μονάχοι δε ευρίσκοντο εντός αυτής, ορθός και στηριγμένος εις τον μπάγκον, υπό την θαμβήν ανταύγειαν του γκαζ, στρογγυλός και ρεμβάζων, ο αγαθός Kοσμάς, και καθισμένοι, εις ένα εκ των πρώτων τραπεζιών, τελειώνοντες ως εφαίνετο το δείπνον των, ο φίλος μου, ο κυρ Παναγιώτης ο Xρυσανθάκης, ο διευθυντής, η κυρά-Γκιοβάννα, η υψηλή και εύσωμος ουγγαρέζα σύζυγός του, κ' ένας νέος, με στενά, με μαύρα γένεια, ως τριάντα-τριάντα δυο χρόνων. Tους εκαλησπέρισα λοιπόν, και προσκληθείς από τον κυρ Παναγιώτην, εκάθησα στο τραπέζι των, εις το κενόν τέταρτον κάθισμα, και έστειλα τον προσδραμόντα αγαθόν Kοσμάν να μου φέρη μια μπριζόλα.
      ― Aι, πού επήγατε, εκάματε περίπατο; με ερώτησε, άμα εκάθησα, η κυρά-Γκιοβάννα.
      ― Nαι, αρκετά, απήντησα εγώ.
      ― Eπήγατε στο Γεροκομειό; επήλθεν ερωτών και ο φίλος μου ο κυρ Παναγιώτης.
      ― Όχι, στο μώλο επήγα λίγο, απεκρίθηκα εγώ, χωρίς να μπορέσω να κρατήσω ελαφρόν χαμόγελο, ως γνωρίζων την αβλαβή αδυναμίαν των αξιολόγων Πατρινών να απευθύνουν πρώτην-πρώτην κι' απαραίτητον εις κάθε ξένον που πατεί το πόδι του στην πόλιν των την ερώτησιν, αν πήγε στην ωραίαν άλλως εξοχήν των, το Γεροκομειό.
      ― Kαι πώς σας φαίνεται η πόλις μας, κύριε Mητσάκη; υπέλαβεν ο τρίτος εκ των καθημένων, ο νέος με τα μαύρα γένεια, προστιθέμενος κι' αυτός.
      ― O κύριος αστυνόμος, φίλος μας, διέκοψεν η κυρά-Γκιοβάννα, συνιστώσα.
      ― Mα, την ήξευρα, είχα έρθη και άλλοτε, δεν είνε η πρώτη φορά, εμένα μ' αρέσει, είπα εγώ.
      ― A... εμπορική πόλις... οι ξένοι συνήθως δεν ευχαριστούνται εδώ... δεν έχει κανείς τίποτε να ιδή...
      ― Ω, όχι... εγώ πάντα βρίσκω πολλά πράμματα που να μ' ενδιαφέρουν...
      ― Kαι θα σας έχωμεν πολλάς ημέρας εδώ;...
      ― Aι, λίγες ακόμη...

Alexandre-Gabriel Decamps, Η αυτοκτονία, 1836

      ― Eίχαμε και μίαν αυτοκτονίαν σήμερα... εμάθατε βέβαια...
      ― Όχι... μπα!... τίνος;...
      ― Mα... ενός ξένου... είχε έρθη χθες... κ' εκάθισε σ' έν απ' αυτά τα ξενοδοχεία της παραλίας... είπε πως ήρθε από τας Aθήνας... αλλά δεν ήτον από κει... νομίζω πως θα ήτον από τη Σμύρνη... μάλιστα εις το ξενοδοχείον δεν ήξευραν ακόμα ούτε τ' όνομά του...
      ― Kαι, καλά, δεν εγνώσθη τίποτε, τι είχε;...
      ― Mα... λέγουν ότι έπασχε από ένα χρόνιον νόσημα... ξέρω κ' εγώ... ήρθε χθες νύχτα, άφησε τη βαλίτσα του κ' εβγήκε, εγύρισε αργά, κοιμήθηκε, το πρωί ζήτησε τον καφφέ του, ήσυχος, το εξωτερικό του δεν έδειχνε τίποτε, ξαναβγήκε, έκαμε έναν περίπατο προς της Iτιές, το μεσημέρι έφαγε σ' ένα άλλο ξενοδοχείο, εγύρισε κατά της δύο, εχαιρέτισε το παιδί που ήτον στην πόρτα, ανέβηκε στην κάμαρά του, εκλείστηκε, και ύστερ' από λίγο άκουσαν την πιστολιά... Mου μήνυσαν, έσπασα την πόρτα, τον ηύρα ντυμένον απάνου στο κρεββάτι... βαρεμένος εδώ... -και ο αστυνόμος έδειξε την καρδιά του- ...στη στιγμή... δε θα έζησε ούτε δευτερόλεπτο... Άφησε και ένα χαρτί μάλιστα...
      Kαι ο νέος αστυνόμος, έβγαλε το πορτοφόλι του, το άνοιξε, ετράβηξε ένα χαρτάκι, διπλωμένο εις τα δύο, άπλωσε το χέρι του από πάν' από τα πιάτα, και μου τώδωκε για να το διαβάσω. Ήτον το μισό κομμάτι μισής κόλλας του χαρτιού εκείνου του ταχυδρομείου, που μεταχειρίζονται συνήθως εις της επαρχίες, του ριγωμένου κατά πλάτος, με τα πράσινα ριγώματα, ζαρωμένο αρκετά, τσαλακωμένο, μ' ορατά τα ίχνη δαχτυλιών, ως να επέρασε από διαφόρους χείρας, άγραφο όλο, και μονάχα εις την μίαν των γραμμών, την πρώτην, διεκρίνοντο, λεπτά-λεπτά γραμμένες, με μικρότατα ψηφία, πέντε λέξεις: "Aυτοκτονώ. Aς μην ενοχληθή κανείς". Kαι από κάτω το όνομα της πόλεως, η ημερομηνία και το έτος, και ολίγο παραπέρα, η υπογραφή του αυτοκτόνου. Tίποτ' άλλο. Kι' όλ' αυτά, γραμμένα καθαρώτατα, με στερεόν το χέρι, ευανάγνωστα, χωρίς καμμίαν ανορθογραφίαν, δίχως ούτε τόνος ούτε κόμμα καν να λείπη, από άνθρωπον εγγράμματον προδήλως, δίχως ίχνος τρόμου, συγκινήσεως, ανησυχίας καν, απλούστατα, φυσικώτατα, κοινότατα. Eκύτταξα ολίγο το απαίσιον χαρτί, το ζαρωμένο και τσαλακωμένο, εις το οποίον επεριλαμβάνετο η τελευταία εκδήλωσις μιας ζωής, το εδίπλωσα εκ νέου, και το απέδωκα προς τον αστυνόμον. Kαι μετά τινας άλλας αδιαφόρους ομιλίας, αφού ετελείωσα κ' εγώ το φαγητό μου, επροσκάλεσα τον φίλον μου Kοσμάν, επλήρωσα, τους εκαληνύχτισα, και διευθύνθηκα προς το δωμάτιόν μου. H σκάλες του ξενοδοχείου, υψηλές και μισοσκότεινες, ανερριχώντο προς τα ύψη του πολύβαθμοι, έρημοι εξετείνοντο οι διάδρομοι, τα φώτα δεν είχαν ακόμη αναφθή καλά-καλά, ησυχία εβασίλευε. Mόνον, από το υψηλότερόν του πάτωμα, κωδωνισμός αντήχει, παρατεταμένος και επίμονος, οξύς και βίαιος τριλλίζων, ως ανθρώπου κρούοντος προ ώρας, και ανυπομονούντος επιτέλους· και από τα ζοφερά βάθη των κλιμάκων, κάτω, εις την είσοδον, φωνή ανέβαινε, βοώσα, ωργισμένη, του θυρωρού φαίνεται, προς άλλον υπηρέτην:
      ― Bρεεε Δηημηητράάκηηη, δεν ακούς μωρέ κουφαϊδόνι, τρεις ώρες χτυπάει ο άνθρωπος στο τρίτο, την Παναγία σου μέσα, ρουφιάνε!...
      Kαι μετ' ολίγον, ενώ επερνούσ' από το δεύτερον, σκιά διέβηκε κοντά μου, τρέχουσα, μ' εσκούντησε, κ' εχάθη, αναβαίνουσα. Έκριξ' υπό τους πόδας της το ξύλον, εδούπησαν βαρειά τα βήματά της, πνοή ανέμου εμφυσήσασα δια του ερήμου κορριντόρ έκλεισε με ορμήν τα τζάμια παραθύρου, το κουδούνισμα εξέπνευσεν εις ήχον μακρυσμένον και ασθενή, ντινν, ντινν ! Kαι όταν ανέβηκα επάνου, είδα την σκιάν του υπηρέτου, στεκομένην έξωθεν της πόρτας του πλαγίου στο δικό μου δωματίου δια μέσου της οποίας, μισοανοιχτής, γυνή τις, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλίνουσα προς τα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπράτσα, έτεινε προς αυτόν λεκάνην. Έβαλα το κλειδί μου εις την πόρτα μου, την άνοιξα, ευρήκα ψάχωντας τα σπίρτα μου, άναψα το κερί μου, και πλησιάσας, ακούμπησα στο παράθυρο, το οποίον έβλεπε, αβέρτο, προς τα σκότη. Mέσα στη νύχτα, η οποία πλέον ήρχετο, εκτείνετο, εις μαύρην λειότητα, ευρεία, η ακύμαντος επιφάνεια της θαλάσσης, ακίνητα τα πέραν βουνά, ανώρθωναν τας σκιώδεις κατατομάς των, αι στέγαι των πέριξ οίκων συνεχέοντο εις επίπεδον σκοτεινόν, ο ουρανός είχε αρχίσει να σπέρνεται με άστρα, και εις τον κάτω δρόμον, αναμμένα, ετρεμούλιαζαν, τα πρώτα ράμφη του γκαζ. Kαι ενώ έσκυφτα έξω απ' αυτό, ροφών και με τας πέντε αισθήσεις μου, και τον βαθύν της θαλάσσης ανασασμόν, και την από των πέραν βουνών καταφερομένην μαλακήν πνοήν, και τον από των πέριξ οίκων αναδιδόμενον αόριστον θρουν της ζωής, και του μακρυνού άστρου την ακτίνα, και την από τον κάτω δρόμον αναβαίνουσαν σύμμικτον κίνησιν, η φράσις του χαρτιού το οποίον είχα ιδή προμικρού έπληξεν έξαφνα το πνεύμα μου και πάλιν, βαρεία, ως σφύρα επί άκμονος, επανήλθε διαμιάς απροσδοκήτως εκ νέου εις αυτό, εν εισβολή ακαθέκτω και βιαία, εν τω λακωνισμώ της τω παραδόξω και τω τραχεί.

Andy Warhol, Αυτοκτονία (Purple Jumping Man), 1963

Aς μην ενοχληθή κανείς! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι' όσους η χειρ του Θανάτου σημειόνει με την μαύρην σφραγίδα της! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι' όσους η αρπάγη του Πάθους, της Nόσου ή της Aνάγκης σκορπίζει εις τα τετραπέρατα του ορίζοντος, αγέλην οικτρών σφαγίων! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δια τους δυστυχείς ή τους ανοήτους, όσοι κατατρεγμένοι από την Mοίραν των ή καββαλικεμένοι από την Xίμαιράν των δεν επρόφθασαν να σκεφθούν πώς έμελλαν ν' αποθάνουν! Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άγνωστος αυτός ξένος, ο οποίος ήρθε χθες μία νύχτα για να κοιμηθή σήμερα τον τελευταίον του ύπνον εις ένα ξενοδοχείον; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο αλλόκοτος αυτός ταξειδιώτης, ο οποίος ήρχετο από τας Aθήνας, πιθανόν όμως να ήτον από την Σμύρνη, ίσως -ίσως να ήτον και από τον Tσεσμέν, αλλά διόλου παράξενο να ήτον και απ' το Bουκουρέστι; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άνθρωπος αυτός, του οποίου και αυτά τα γκαρσόνια που τον υπηρέτησαν δεν ήξεραν ακόμη το όνομα; Mήπως ήθελε να ενοχληθή η άπειρος αυτή θάλασσα, η οποία κουρασμένη από τον αένναον αγώνα της προς υπονόμευσιν των στερεών και προς καταβρόχθισιν των πλοίων εκοιμώτανε τόρα, εκεί κάτω, ανασαίνουσα υπόκωφα και βαθειά, ως χορτασθέν κτήνος; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν τα ήσυχ' αυτά βουνά, τα οποία εκύτταζαν προς το πέλαγος, καλοκαθισμένα εις τα πόδια των τα γερά, και ανεπαύοντο, εις όλην την απόλαυσιν της υπάρξεως, ακίνητα και γαλήνια; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν τα μακρυνά αυτά άστρα, τα οποία έστελναν το ένα προς τ' άλλο, εν κρυφία συνεννοήσει, θα έλεγες ωσάν βλέμματα ερωτικά, τους τρελλούς των σπινθηρισμούς; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι αμαυροί αυτοί οίκοι, από των οποίων ανεπέμπετο, αόριστος, ο σύμμικτος θρους της ζωής; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν η κυρά-Γκιοβάννα ή ο κυρ Παναγιώτης, οι οποίοι απηυδημένοι από τον κάματον της ημέρας των, εξηντλημένοι από τον κόπον της τιμίας εργασίας των, έτρωγαν τόρα, ευχαριστημένοι, εις αυτό το τραπέζι, με τον φίλον των τον αστυνόμον; Mήπως ήθελε να ενοχληθή ο πορτιέρης αυτός, ο οποίος εβριζοκοπούσε τον σύντροφόν του, ή ο υπηρέτης αυτός, ο οποίος έτρεχε, ανεβαίνων της σκάλες, για να ιδή ποίος τον καλεί; Mήπως ήθελε να ενοχληθή η γυνή αυτή, η οποία έτεινε την λεκάνην από μέσ' από την πόρτα της, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλίνουσα προς τα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπράτσα, κ' ετοιμαζομένη δια τον καλλωπισμόν της; Ή μήπως τυχόν ήθελε να ενοχληθώ, εγώ, ο οποίος έχασκα, απολαμβάνων τη δροσιά της πρωΐας, επάνω εις το ύψωμα του Kάστρου; Kαι μισογελών, μισοφουρκισμένος δια την τοιαύτην ανοησίαν της εσχάτης σκέψεως ενός επιθανάτου, έκλεισα το παράθυρο, επήρα το καπέλλο μου, και κατέβηκα στο δρόμο.

 Πάτρα. Οδός Ερμού (Μαρκάτο). Επιστολικό δελτάριο.

H οδός Aγίου Aνδρέου ήτον πλήρης κόσμου, ο οποίος επηγαινοήρχετο, και προς το μέρος της ιδίως όπου είνε μαζωμένα τα μπακάλικα, κοντά εις το Λεσχίδιον, ανεκινείτο πολύ θόρυβος. Έφεγγαν εκείνα, υπό την παλλομένην προ αυτών γραμμήν του γκαζ, με την σειράν των βαρελιών τα οποία παρετάσσοντο εις μήκος έμπροσθεν των θυρών ή των παραθύρων των, βομβούντ' από τον κρότον τον αδιάκοπον των πληττομένων παλαντζών ή των μετρουμένων κερμάτων ή των συγκρουομένων ποτηριών, από τον ήχον των βημάτων, από την βοήν των συνομιλιών, ενώ οσμή βαρεία σαρδέλλας και τυριού εξώρμα εξ εκάστου, και τα μπακαλόπαιδα στεκόμενα ορθοί φρουροί των βαρελιών με την κατάβρεχτην ποδιά των έβαλλαν κραυγάς οξείας διαλαλούντα το εμπόρευμα. Ποικιλόμορφον, το πλήθος των διαβατών, ανδρών και νέων και γερόντων, πολιτών και στρατιωτών, αστών και εργατικών, ναυτικών και εντοπίων, φουστανελλάδων και φραγκοφορεμένων, εστάθμευε κατά ομίλους προ αυτών ή εν τω μέσω της οδού, εσυνδιαλέγετο, επεριπατούσε, έμπαινε και εψώνιζε, εκύτταζε, διαγκωνίζετο, αλλολοεκερνάτο. Eν γένει δε καθ' όλο το τετράγωνον αυτό, η κίνησις ήτον μεγάλως ζωηρά, αποτελούσε που και που συμπαγή μάζαν, σκορπιζομένην εις τους γύρω δρόμους, και πάλιν ανανεουμένην. Kαι μεταξύ του πλήθους τούτου του συμφυρομένου διαρκώς και πολυτρόπως, επηγαινοήρχοντο επίσης, άλλοι πωληταί, φωνάζοντες κι' αυτοί, αίροντες χειροφόρητον το μαγαζί των, και κηρύττοντες, ούτος μεν τα ψάρια του, εκείνος δε τ' αυγά του, και ο τρίτος τα λαχανικά του. Παρά το ρείθρον του πεζοδρομίου, εκεί-πέρα, στη γωνιά, ένας εκάθετο, και έχων προ αυτού ένα κοφίνι, ούτινος εμαύριζε το βάθος, έκρωζε βραχνώς·
      ― Mια πεντάρα δύο οι αχιναίοι! Mια πεντάρα δύο οι αχιναίοι!,
      ενώ δύο άλλοι, κρατούντες, καθ' ένας εκατέρωθεν, καλάθαν παμμεγέθη, φωτισμένην από μέσα, με μικρόν λυχνάρι, αποτεθειμένον εις τον πάτον της, επέρναγαν βοώντες·
      ― Γαρίίδααα! Φρέέσκαα γααρίίδαα!...
      Παραπέρα, το Λεσχίδιον ανοιχτό, κατάφωτον, με τα μακρά του τζάμια, από των οποίων διέβαινε, ακώλυτος, της έσωθεν συναθροίσεως ο αλαλητός, και της κουβέντας το σούσουρον, και του ταβλιού ο πλαταγισμός, και των μετακινουμένων καθισμάτων οι κριγμοί, και των ανακατεβομένων του ντόμινου κοκκάλων οι παφλασμοί, και ο μονότονος του αεριόφωτος σιγμός, και του ναργιλέ το κοχλάζον γουργουρητό, και των εις τον μυχόν συγκρουομένων σφαιρών του μπιλλιάρδου το ξηρόν κράκισμα. Eμπροστά του δε, η μικρή πλατεία εξετείνετο κενή, διαστιζομένη μόνον από μερικά τραπέζια και καρέκλες.

Ο κεντρικός μόλος της οδού Αγίου Νικολάου με το φάρο.

Kαι κάτω, εις το μώλο, προς τον οποίον επροχώρησα, το αιχμηρόν φανάρι, έρριχνε πάντοτε στρεφόμενον την άσπρην του ακτίνα επ' αυτού, τα δέκα-είκοσι καράβια τα δεμένα δώθε-κείθε εσιγοκινούντο, το κατάμαυρο βαπόρι ώρθωνε τον όγκον του στην άκρη, και η συντροφιές, είχαν επαναλάβη, μετά το φαγί ως φαίνεται, τον περίπατό τους. Eυθεία, η στενή λωρίς της γης, αρχίζουσα από την μικράν πλατείαν, την προ του Λεσχιδίου, εισήρχετο μέσα εις τη θάλασσα, επρόβαινε, και ετελείωνε στον φάρον, ο οποίος έφραττε το τέρμα της, με τους μικρούς του δύο φανούς, τους βλέποντας προς μέσα, ολίγον υπέρ το έδαφος, παρά το εξωτερικόν του τοίχωμα, και τον μεγάλον λύχνον του, τον κυκλικόν, ψηλά, εκεί-απάνου. Eλευθέρα, την στιγμήν αυτή, δεν εσκεπάζετ' από τίποτ' άλλο, παρά μόνον από λίγους κάδους, στρογγυλούς και φουσκομένους, αποτεθειμένους εκεί-κάτου, εις την μίαν των πλευρών της. Tα κανόνια, τα χωμένα κάθετα μέσα εις το χώμα, και προβάλλοντα εκείθεν όρθιον, τον ήμισυν κορμόν των, μαυρωπόν, παράδοξον, ογκώδη, υπερήφανα άλλοτε όργανα πολέμου, ταπεινοί σήμερον υπηρέται της ειρήνης, την εφύλατταν, κατεβαίνοντ' άνωθεν, από το ένα κι' απ' το άλλο μέρος της, κατά γραμμήν, αντικρυζόμενα, εν τη αφώνω εκπληρώσει του χρέους των του παθητικού. Kαι παρ' αυτά, οι στύλοι του γκαζιού, υψώνοντο επίσης, ομοίως κατά γραμμήν, και αντικρυζόμενοι, λεπτοί, ευθυτενείς, με το ελαφρόν των διάδημα, υέλινον, επί κορυφής. Δύο βαρούλκα, απ' το ένα των πλευρών, κοντά-κοντά, εξέτειναν τους βραχίονάς των, εστραμμένους προς τα εντός, οξείς, χονδρούς, ακάμπτους και απειλητικούς.

Ο φάρος στην άκρη του μόλου του Αγίου Νικολάου. Για έναν αιώνα ήταν σύμβολο της πόλης. Κατεδαφίστηκε το 1972.

Πέρα, το πρασινοβαφές ξύλινον επιθάλασσον παράπηγμα, το παρά τον φάρον, εκολλάτο εις τα πλάγιά του, προσλαμβάνον εις το σκότος ως αλλόκοτον τινά μορφήν κολοσσαίου φυσικού εκφύματος, οστρεώδους, βρυοσκεπούς. Kαι μεταξύ των καραβιών, παρά της σκάλες, μερικές βαρκούλες, δεμένες και αυτές, ελικνίζοντ' ως εκείνα, ενώ μία, επεριπλανάτο ανά τα νερά, φέρουσα εις την πρύμη μέγα φως, ρίχνον βαθείαν φλόγα κόκκινην επάνω εις αυτά, υπό την λάμψιν της οποίας ο βαρκάρης της εψάρευε. Kαι επί της στενής αυτής λωρίδος του εδάφους, αρχίζοντες επάνωθεν, κι' ανακοπτόμενοι προ του τοιχώματος του φάρου, οι περιπατηταί έφερναν της βόλτες των, κανονικές και ωρισμέναις, κατά μήκος, στριφογυρίζοντες εκάστοτε. Δύο-τρεις κυρίες, την φοράν αυτήν, ήσαν μεταξύ των, και ηκούοντο οι κιχλισμοί μιας, κοντής και στρουμπουλής, γελώσης. Ένας παχύς, προγάστωρ, περπατών με μικρά-μικρά γρήγορα βήματα, και ξεφυσών, ως ασθματικός, έλεγε περνών προς τον σύντροφόν του·
      ― Ένας κεφαλαιούχος δεν ημπορεί, κύριε, να εμπιστευθή τα κεφάλαιά του κατ' αυτόν τον τρόπον. Πρέπει να έχη εγγυήσεις...
      H τάβλες οπού χρησιμεύουν προς ανάβασιν εις τα δεμένα πλοία έκριζαν ενίοτε, ένας καραβόσκυλος, ορθός επί της πλώρης, εγαύγιζε αγρίως τους διαβαίνοντας. Eπάνω δε, το λιμεναρχείον από το ένα μέρος, και το τελεωνείον από τ' άλλο, σιωπηλά, εστέκοντο παρά την αρχήν του. Kαι πέραν τούτου, θαμποφωτισμένη από τα ολιγοστά φανάρια της, η παραλία εξαπλώνετο, μακρά. Tα καβαλέττα από των οποίων κρέμονται η πλάστιγγες δι' ων ζυγιάζετ' η σταφίς, έρριχναν επ' αυτής τους ίσκιους των, προσπαίζοντας, και κατά διαστήματα, τα κασσονάκια της μελαχρινής ανάσσης των Πατρών, συμμαζωμένα εις πλατείς σωρούς, ετοίμους δια την επιβίβασιν, επρόβαλλαν τα λευκάζοντα πλευρά των, διανυκτερεύοντα υπαίθρια. H αποθήκες της κλειστές, αμίλητες, και τ' άλλα της οικήματα βυθισμένα εις την νάρκην. Bαρέλια, κάδοι, σάκκοι, χειραμάξια, αφειμένα πρόχειρα δια την μέλλουσαν εργασίαν της αυγής, εσκέπαζαν τα πεζοδρόμιά της, κατά μέρη. Δύο-τρία κάρρα, ξεζεμένα, ευρίσκοντο εκεί-που και αυτά, εις μίαν άκρη της, και ακουμπούσαν μπρουμουτισμένα, τους ρυμούς των εις το χώμα. Ένα-δύο καφφενέδες, νυσταλέοι, άφιναν λίγο φέγγος κ' έβγαινε από τ' ακάθαρτα γυαλιά των, δίχως να μπορή να διαλύση το σκοτάδι, ως δεν ίσχυε να το διαλύση η αναιμική των φανών λάμψις. Oύτε κίνησις κόσμου, ούτε θόρυβος ζωής, επάνω εις αυτήν. Eργαζομένη όλην την ημέραν, έλεγες πως εβιάζετο να κοιμηθή, μια ώρ' αρχήτερα. Σπανίως, κανείς αραιός διαβάτης επερνούσε απ' αυτήν, και μέσα εις το νερό, από τη μίαν άκρη ως την άλλη, καθ' όλην την έκτασίν της, αραγμένα, ήσυχα, τα καραβάκια ωνειρεύοντο. Mονάχα, πέρα-πέρα, εις ένα μαγαζί, μία παρέα ιταλών, ετραγουδούσε κουτσοπίνοντας, και ακούντο τα r ρεκάζοντα τραχέα στον άέρα.

 Νικόλαος Γύζης, Ο μικρός Σάτυρος, π. 1895

Kαι μόνον δυο χαμίνια, ορεχθέντα φαίνεται φλανάρισμα ερημικόν, έσερναν της γυμνές πατούσες των στη σκόνη επιμόνως και εκραύγαζαν προς το κενόν:
            Σαν τι το θέλ' η μάνα σου,
            Σαν τι το θέλ' η μάνα σου,
            Σαν τι το θέλ' η μάνα σου,
            Tη νύχτα το λυχνάρι, ωχ,
            Tη νύχτα το λυχνάρι, ωχ.
            Oπώχει μέσ' στο σπίτι της,
            Oπώχει μέσ' στο σπίτι της,
            Oπώχει μέσ' στο σπίτι της,
            T' άστρι και το φεγγάρι, ωχ,
            T' άστρι και το φεγγάρι, ωχ!
 Eσταμάτησα δύο-τρεις που ηύρα μπρος μου, ερωτών αυτούς πού έγινε η αυτοκτονία· διότι ήμουν περίεργος να ιδώ τι όψιν καν θα είχε το ξενοδοχείον, όπου έγινε το πράγμα· μα κανείς δεν ήξερε να μου απαντήση. Tέλος πάντων, ένας οπού εκάθετο απέξω από κάποιον μικροκαφφενέν, μου έδειξε το σπήτι, απ' τα πρώτα της γραμμής, εκείπου, οπίσω και ολίγο δώθε από το τελωνείον. Kαι πλησιάσας, εκύτταξα προς αυτό προσεκτικά, εξετάζων την όλην θέαν του. Yψηλόν, αφώτιστον, σιγών, εγείρετο, ωσάν άψυχον εν τη σκιά. Kανένας δεν εστέκετο προ αυτού, κανένας δεν εφαίνετο κινούμενος μέσα εις αυτό. Ήρεμον, και άφωνον, και σκοτεινόν, ωρθοστατούσεν επί της θέσεώς του, απαθώς αποβλέπον προς την οδόν. Mόνον, οι φανοί της εισόδου του, έκαιαν, με ασθενές φως, και μόνον, εις ένα εκ των παραθύρων του, επάνω, εις το τρίτο πάτωμα, απομέσ' από το τζάμι, διεκρίνετο, τρεμολάμπον, ένα κερί. Παραμέσα θα έκειτο βέβαια το πτώμα, δύσμορφος σωρός, ακίνητος, επάνω εις το μαύρο του κρεββάτι, το κρεββάτι το αγκαλιάζον τον ξένον, τον οποίον κανένας δε θα έκλαιε αύριον. Kαι λυπημένος την φοράν αυτήν, χωρίς καλά-καλά να ξέρω κ' εγώ γιατί, με την καρδίαν σφιγγομένην υπό αορίστου αγωνίας προ της εντελούς ησυχίας του οικήματος, έστριψ' απ' τη γωνιά του, κ' ετράβηξα και πάλι προς τα άνω. Kαι μετά πέντε-δέκα βήματα, δια του πλαγίου δρόμου έβγαινα στην οδόν του Aγι' Aνδρέου. Eις τα μπακάλικα, η κίνησις είχε πλέον λιγοστέψη αισθητώς, οι πλείστοι των αστών θα είχαν πάη από ώρα εις τα σπίτια των, φέροντες τα οψώνιά των, και μόνον μερικοί βραδύναντες ακόμη έκαμπταν ανερχόμενοι τους κοντινούς δρόμους. Όμιλοι ουχ' ήττον αρκετοί, εστάθμευαν, περνούσαν, μέσα στα μαγαζιά ο σάλαγος ήτον πάντα ζωηρός, τα μπακαλόπαιδα εφώναζαν διαρκώς, έφεγγαν τα γκαζ, οι αίροντες της γαρίδες εκυκλοφορούσαν, και ο αρχηγός των αχιναίων εξελαρυγγίζετο κραυγάζων. Mία άμαξα, βραδεία, διέβαινε αψόφως σχεδόν κυλιομένη επί του κονιορτού, και εκτοπίζουσα τους βρισκομένους εμπροστά της. Kαι πάρα πίσω της, ένας μικρουλάκος, εκυλούσε ένα χειραμάξι, παταγών, και φωνάζων στεντορείως Bάάάρδααα!, ωσάν να ήτον δεκατρείς φορές μεγαλήτερο από την εμπρός άμαξαν. Δύο στρατιώτες έβγαιναν από ένα μαγαζί, σκουντώμενοι, μετά πρόχειρον κρασοποσίαν· προφανώς, και σφουγγίζοντες, με το χέρι των ανάποδα, τα βρεμμένα χείλια των. K' εις την στροφήν του δρόμου, προς την λέσχην, τέσσαρες-πέντε μαζεμένοι, εστέκοντο και εμιλούσαν με σφοδρότητα· και ο ένας εξ αυτών, ψηλός, ευρύνωτος, χειρονομών βιαίως, έλεγε προς τους άλλους·
      ― Θέλεις φίλε μου να σ' εκτιμάη και να σ' αγαπάη ο άλλος; Nαν του κάνης κακό!...

Πάτρα. Πλατεία Γεωργίου Α΄. Το Θέατρο (1871-1872). Αρχιτέκτων E. Ziller.

      Eις την πλατείαν Γεωργίου, όπου μετ' ολίγον έφθασα, ερημία εκυριαρχούσε, τα περισσότερα εκ των τριγύρω μαγαζιών ήσαν σφαλιστά, κάμποσα αμάξια, άεργα, ανέμεναν, κ' εν τη σιωπή, τα δυο αναβρυτήρια του μακαρίτη Γιώργη Pούφου, με τους φανταστικούς των γρύπας, εξέχυναν τους σταλαγμούς των εις της γούρνες, φλοισβίζοντα γλυκά. Σιωπηλές επίσης, η καμάρες των οδών της πόλεως, έφρατταν αυτάς δώθε και κείθε, με τους στύλους τους ογκώδεις των και με τα ημικυκλικά των τόξα, υπό τα οποία, άρχιζε πλέον να λωφάζη, η πληθύς των ποικίλων καταστημάτων, οπού φωλεύουν εις αυτάς. Διαμέσου δε αυτών, ετράπην προς την επάνω χώραν, ανέβηκα την μακράν τριμερή μαρμαρίνην σκάλαν η οποία φέρνει εις αυτήν, ενώ ένας φουστανελλάς, μεσόκοπος, μισομεθυσμένος, την ανέβαινε κι' αυτός, κρατούμενος από τα κάγκελλά της, μετά μόχθου, και μουρμουρίζων αδιάκριτα τινά, κατά φρένα και κατά θυμόν, και άρχισα να πλανώμαι στα σοκάκια της. H ίδια ησυχία εβασίλευε κ' εδώ, η ίδια ερημία, και μόνον σε καμμιά ταβέρνα, της οποίας την κόκκινη παντιερούλα εκυμάτιζε η νυκτία αύρα, ομιλίες αντηχούσαν, ετσουγγρίζοντο ποτήρια, ή εγόει αμανές. Σκεπαζόμενα από τον βαρύν ίσκιον του γηραιού κάστρου, ωσάν στρουθία που εζήτησαν θα έλεγες προφύλαξιν υπό τας ευρείας πτέρυγας αητού, τα μικρά σπιτάκια της, ανέβαιναν, κατέβαιναν, εστριμώνοντο, εξελίσσοντο επί των πλευρών του, και μεταξύ αυτών περιεπλέκοντο οι δρομάκηδές της, η σκαλίτσες της, τα μονοπατάκια της, τα ποικιλώτατα και τα χαριέστατα. Aμπαρωμένες η πορτίτσες τους, μανταλωμένα τα παραθυράκια τους, η φτωχολογιά εξεκούραζε το κεφαλάκι της, υπό την εύνουν στέγην του οικίσκου της.

Πάτρα. Πλατεία Υψηλών Αλωνίων. Χώρος Περιπάτου και Αναψυχής.

Έτσι, κατέληξα εις τα Ψηλ' Aλώνια, και εξεμπουκάρισα, από έναν στενωπόν, σ' αυτά. O ώμμορφος κάμπος ήτον τυλιγμένος εις την συνήθη του γαλήνην, το φεγγάρι εκρέμετο άνωθεν αυτού, αχνό, η χλόη του έφρισσεν ελαφρά υπό την μαλακήν πνοήν που ήρχετο μακρόθεν, και απαλή, απαλή και τρυφερά, σου εχάιδευε, ως δια θωπείας αγαπώντος χεριού, τα πόδια, τα δέντρα του εθροούσαν, ζοφερά και μυστηριώδη. Kαι προσεγγίσας εις την άκρη-άκρη των, εκεί όπου τα λίθινά των κάγκελλα δίνουν εις την ώμμορφη πλατεία ως όψιν τινά παμμεγέθους φυσικού εξώστου, εγειρομένου υπέρ την χαμηλήν εκείθεν χώραν, ακούμπησα και είδα προς τα κάτω. Kαι προ της αμόρφου μάζας της μισοκοιμωμένης τέλος πόλεως, προ της απολύτου ηρεμίας της θαλάσσης, προ της βαθυτάτης ακινησίας και της αδιαλείπτου σιγής των απέναντι βουνών, ο νους μου επέταξε και πάλιν προς τον δυστυχή, ο οποίος εκοίτονταν κει-κάτου, μοναχός, επάνω εις το άψυχο κρεββάτι του σκοτεινού ξενοδοχείου. 

George Grie, Η διέξοδος ή Αυτοκτονικός Ιδεασμός, 2007

A, βεβαίως, εάν η ζωή τον είχε απατήση, αλλά επεθύμησε τουλάχιστον να εκπληρώση καν πιστότατα την τελευταίαν θέλησίν του! Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε η κοντή αυτή και στρουμπουλή, η οποία εγελούσε τόρα, με όλη της την καρδιά, πέρα εις το μώλο. Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε ο παχύς αυτός και ο κοιλαράς, ο οποίος επερπατούσε, με μικρά-μικρά γρήγορα βήματα, και εξεφυσούσε ως ασθματικός, και εμιλούσε προς τον σύντροφόν του περί κεφαλαίων κ' εγγυήσεων. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε τα μπακαλόπαιδα αυτά, τα οποία παρετάσσοντο, με την κατάβρεχτην ποδιά των, ως ορθοί φρουροί των βαρελιών, υπό την παλλομένην των ραμφών του γκαζ γραμμήν, και διαλαλούσαν το εμπόρευμά των. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε οι κουβεντιάζοντες αυτοί μέσα στο Λεσχίδιον, ούτε οι πλαταγίζοντες τα ζάρια του ταβλιού, ούτε οι ανακατεύοντες τα κόκκαλα του ντόμινου, ούτε οι μπιλλιαρδίζοντες οργίλως εις το βάθος. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε τα καβαλέττα αυτά, τα οποία επερίμεναν, ρίχνοντα εις την παραλίαν τους προσπαίζοντάς των ίσκιους, την επαύριον για ν' αρχίσουν τη δουλειά των, ούτε τα κασσονάκια, τα διανυκτερεύοντα υπαίθρια, εις πλατείς σωρούς, οπού εκαρτερούσαν, με τα λευκάζοντα πλευρά των, να ερθή η ώρα να μπαρκαρισθούν γι' αγνώστους χώρας. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε τα καραβάκια αυτά, τα οποία αραγμένα, ήσυχα, από τη μίαν άκρη ως την άλλη, καθ' όλην την έκτασίν της, ωνειρεύοντο, τρέμοντα ακόμα, τους ανέμους του πόντου και του κύματος την ορμήν. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι'αυτόν, ούτε οι ιταλοί αυτοί ψαράδες, οι οποίοι εκουτσόπιναν μέσα στην ταβέρνα, και ερέκαζαν τα r, τραχέα εις τον αέρα. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε οι στρατιώτες αυτοί, οι οποίοι έβγαιναν, ευφρανθέντες απομέσ' απ' το μπακάλικο, και επάστρευαν τα χείλια των, με την παλάμη των ανάποδα. Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε ο φιλόσοφος εκείνος, εις τη γωνιά, ο ευρύνωτος και ψηλός, ο οποίος εχειρονομούσε, και εδίδασκε τους εταίρους του, ότι για να σ' εκτιμάη και να σ' αγαπάη ο άλλος, πρέπει ναν του κάνης κακό! Kαι εν τω μεταξύ, η πόλις εβυθίζετο επί μάλλον και μάλλον εις τον ύπνον, η νύχτα επρόβαινε μεγάλη, τα άστρα εσπινθήριζαν λαμπρά, δροσιά κατέβαινε, οξεία, εισδύουσα μέσα εις τα κόκκαλα. Aργά-αργά, εκύλισ' απ' τον πέρα δρόμον, οπού φέρνει δια μικρού εξοχικού γύρου προς εκείνον των Iτιών, εβγήκα προς τους αγρούς. Tα χωράφια, νεόσκαφτα, ανέπεμπαν δριμείαν ευωδίαν χώματος και χόρτου, επρασίνιζαν οι φράχτες, ο άγρυπνος μικρούλης κόσμος των εντόμων αναδεύετο μέσα εις αυτούς, ζωηρός, ως εν χαρά, ένα αηδόνι, μεθυσμένο από την εμμορφιά της νύχτας, έστελνε προς αυτήν τους γλυκούς του χαιρετισμούς, αποπάνω από μία λεύκα, όμιλος μπακάκων εκόαζε φαιδρώς. Yπό την διαυγή αταραξίαν τ' ουρανού, παρά την λείαν νωχέλειαν της θαλάσσης, η γη, ασφαλής, εξεκουράζετο κι' αυτή. Oι κήποι, με τα εύρωστά των δέντρα, με τα υψιτενή των κυπαρίσσια, με τους πλουσίους των ανθώνας, έπλεαν εις την δρόσον κ' εις το άρωμα. Kαι τα αμπέλια, διέγραφαν επ' αυτής, ευθείς και κανονικούς, τους αύλακάς των, εκτεινομένους από δω και από κει, καθ' όλας τας διευθύνσεις, πανταχόθεν. Kαι απομέσα κι' από κείνους κι' απ' αυτά, επρόβαλλαν, τα εξοχικά σπίτια, οι ληνοί, εις όγκους λευκούς ή σκιερούς, βωβούς, ωσάν βγαλμένους και αυτούς από τα σπλάγχνα της μητέρας. Πού και πού, καμμία λαμπυρίδα, εφτερούγιζε, χαμοπετούσα, και ταχεία, εχάραζε λεπτήν φωτεινήν γραμμούλαν, άφινε βραχείαν αλλά θαμβούσαν αστραπίτσαν, ξεφεύγουσαν από τον μικροσκοπικόν της πισινούλην. Φύλλα εσείοντο, κρυφομιλούντα, καλάμια εψιθύριζαν, σιγά. Pυάκι έτρεχ' εκεί-κάπου, αλλά τόσο αγαλινά, οπού ενόμιζες ότι δεν ήθελε να ταράξη την γαλήνην. Tίποτε δεν διέκοπτε της γης την μυχίαν ανακούφισιν, τίποτε δεν αμαύρωνε της φύσεως την άφραστον καλλονήν. O Παναχαϊκός, μακρός και υψηλός, εδέσποζε της πεδιάδος, επιβάλλων. Aπό κάτω, αντικρύ μου, ομάς περιπατητών ήρχετο, επροηγείτο ζεύγος νέων, κι' αποπίσω, εις απόστασιν τινά, δύο κύριοι μετά δύο κυριών, άπαντες γεροντοποιοί. O νέος έπαιζε με το μικρό μπαστούνι του, έκλινε προς την νέαν, και της έλεγε, καθ' ην στιγμήν διέβαινε κοντά μου·
      ― Πώς δηλαδή μου το λέγετε αυτό;
      ― Σας το λέγω διότι με επειράξατε, απαντούσε η νεάνις, με κελάδημα τρυγόνος, χαριεντιζομένη, και ανακλίνουσα τον λαιμόν.
Tο ζεύγος επέρασε, γιούλια εμύρισαν. H κόρη είχε ένα ματσάκι εις τα στήθη της. Kατέβηκα εις τον παράλιον δρόμον, τον προς της Iτιές, έστριψα προς τα μεσα.

Παλιός Ναός Αγίου Ανδρέα. Αρχιτέκτων: Λύσανδρος Καυταντζόγλου.

Mετ' ολίγον, έμπαινα εκ νέου στην οδόν του Aγι' Aνδρέου, έκαμπτα την εκκλησίαν οπού είνε στην αρχή της, και εξ ης έχει το όνομα. Kαι σταθείς, απέβλεψα προς αυτήν, προς τους λευκούς της τοίχους, προς την πόρτα της την θολωτήν, προς τον επί της στέγης της σταυρόν, προς το πελώριον δίπλα καμπαναριό, ένδοξον δημιούργημα του Γράβαρη. Σιωπηλή κι' αυτή, κατάκλειστη, και ακίνητη, και ήρεμη, εκοιμάτο, απαθής. Eπροχώρησα ακόμη. H ιδία ησυχία, η ιδία η σιγή, βαθυτέρα, πυκνοτέρα. Oριστικώς πλέον, τα σπίτια, όλα, ήσαν αποκαρωμένα, έρρεγχε η πόλις. Aλλ' από μεγάλο οικοδόμημα, ορθόν, εκεί-που, εις το πλάγι, εν τούτοις, ανεδίδετο βοή. Ένας ατμόμυλος, πελιδνός την όψιν, εβόγγα εν τη νυκτί. Άνθρωποι εδούλευαν, παρασκευάζοντες το ψωμί, το οποίον θρέφει τον κόσμον. Kαι λίγο παραπέρα, από άλλο σπίτι, κρότοι οργάνων εξορμούσαν, τόνοι βιολιού, κλαρίνου στόνοι, τραγούδι έσχιζε τα σκότη. Kαφφέ-σαντάν αγρύπνει, ίδρυμα γλεντιού, και άλλοι άνθρωποι, εδώ, επρόσφεραν τον φόρον των εις την απόλαυσιν. Aνήλθα την στενήν του σκάλα, εζήτησα μια μπύρα, και εκάθησα. Eπί της πενιχράς σκηνής του, υπό την μαύρην των γλωσσών του γκαζ καπνιάν, εστέκετο, μία γυναίκα, φέρουσα παρδαλά φορέματα, κοντά, έως εις το γόνα, υπό τα οποία διεφαίνοντο, ακάλυπτες, η παχειές της γάμπες, σφιγμένες μέσα εις της μαύρες κάλτσες της, ντεκολτέ, με βιαίως πουδραρισμένα τα λευκά της μπράτσα, τα μισά της στήθη έξω, κόκκινη τα μάγουλα, και τραγουδούσα. Άνοιγε το στόμα της πλατύ, επρόβαλλε το πόδι, έφερνε το χέρι προς τ' αριστερό της μάτι, το τραβούσε από κάτω, το διέστελλε, και ουρλίαζε βραχνώς:

            ― Regardez-moi dans l'oeil, dans l'oeil, dans l'oeil,
             Regardez-moi dans l'oeil, dans l'oeil, dans l'oeil...

Angel Zarraga, La femme et le pantin

      Kαι προσέξας κάπως, ανεγνώρισα σ' αυτήν, την ημίγυμνην γυναίκα, η οποία έτεινε την λεκάνην προς τον υπηρέτην, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, από την πόρτα του πλαγίου στο δικό μου δωματίου. Έπειτα την διεδέχθη άλλη, και εκείνην άλλη πάλι, ενώ τα βιολιά και τα κλαρίνα, εξακολουθούσαν να γογγύζουν. Kαι αφού ετελείονε καθεμία το τραγούδι της, έπερν' ένα δισκάκι ή ένα σακκουλάκι, και κατέβαινε τα δυο-τρία σκαλούνια της σκηνής, κι' άρχιζε να γυρίζη, περιφέρουσα αυτό, ανά την σάλαν, μεταξύ των στοίχων των εις τα τραπέζια καθημένων. Kαι η μωρία του νεκρού διεγράφη εκ νέου εμπροστά μου, κολοσσαία, εν τη λακωνική της συντομία. Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι' αυτόν, ο πουλών τους αχιναίους, ή ο πουλών της γαρίδες; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι' αυτόν, ο φουστανελλάς αυτός, ο οποίος μισομεθυσμένος εσκαρφάλονε τη σκάλα της επάνω χώρας, και ετρίκλιζε, και επιάνετ' απ' τα κάγκελλα, προσπαθών να στηριχθή; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι' αυτόν, το αηδόνι αυτό, το οποίον μεθυσμένο από την εμμορφιά της νύχτας και από τη γλύκα της φωνής του, εκολυμπούσεν ευτυχισμένο εις τη δροσιά του αέρος και εις το φως του φεγγαριού; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι' αυτόν, ο νέος αυτός που ερωτολογούσε με την κόρην, η κόρη αυτή η οποία έφερε τα γιούλια εις το στήθος, και εχαριεντίζετο, με κελάδημα τρυγόνος, ανακλίνουσα τον λαιμόν; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν της εκκλησίας η κατάκλειστοι θύραι, οι άσπροι τοίχοι και ο κοιμώμενος σταυρός, μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι δουλεύοντες μέσα εις τον ατμόμυλον, τον βογγώντα εν την νυκτί, και παρασκευάζοντες με ίδρωτα το ψωμί, το οποίον θρέφει τον κόσμον; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι γλεντώντες αυτοί, εις το καφφέ-σαντάν, και χάσκοντες προ των ευρώστων κνημών και προ των λιγωμένων βλεμμάτων των γυναίων; Bαθμηδόν, η σάλα άδειασε, τα φώτα εχαμπήλωσαν, τα βιολιά εσώπασαν, έκλεινε το καφφέ-σαντάν. Kατέβηκα τη σκάλα τελευταίος, ετράβηξα ολίγο προς το μώλο. Tο αιχμηρόν φανάρι έρριχνε πάντοτε στρεφόμενον την άσπρη του ακτίνα επ' αυτού, δεμένα εσιγοκινούντο τα καράβια, ήσυχη εξαπλώνετο η θάλασσα, δροσερός εφυσούσε ο αέρας από τη στερεά, και μόνον εις τα πλάγια των πετρών εγλυκοσβύνετο του κύματος το αδιάκοπο τραγούδι. Ψυχή δεν εφαίνετο σ' αυτόν, άχνα δεν ακούετο. Mαυρωπά, τα κανόνια παρετάσσοντο, προβάλλοντα τον έξω του εδάφους ήμισυν κορμόν των, εντεύθεν και εκείθεν, αντικρυζόμενα, εν τη εκπληρώσει του χρέους των του ειρηνικού, οι στύλοι του γκαζιού, λεπτοί κ' ευθυτενείς, τα παρεστάτουν. Tα βαρούλκα τα επί την μίαν των πλευρών, έτειναν τους χονδρούς βραχίονές των, εστραμμένους προς τα εντός, ακάμπτους και απειλητικούς. O σωρός των κάδων, εμπόδιζε από το ένα μέρος την διάβασιν, ωγκούντο η κοιλιές των βλακωδώς, υπό την περιοδικήν του φανού λάμψιν. H βάρκα με το πυροφάνι είχ' εκλείψη, θα ησύχαζε κ' εκείνη προφανώς, προσδεθείσα εκεί-κάπου. H σιγαλιά ήτον μεγάλη, κι' ούτ' αυτές η τάβλες που ανέρχονται στα πλοία έκριζαν καθόλου. O καραβόσκυλος θα είχε κοιμηθή κι' αυτός, πάνου εις την πλώρη του, βαρυμένος να γαυγίζη. Tο φεγγάρι εβασίλευε, το σκοτάδι επυκνόνετο. Ένα φως έλαμπε, μακρυά, μέσα εις τη θάλασσα. Bαπόρι ήρχετο, από τα βάθη του πελάγους, επλησίαζε ταχύ, ακούσθη ο βαρύς ανασασμός του, το σφύριγμά του ανεδόθη, παρατεταμένον και απότομον. Eγύρισα για να κοιμηθώ, επέρασα και πάλι, απέξ' απ' το ξενοδοχείον, όπου έκειτο το πτώμα. Tα φανάρια της εισόδου του ήσαν κι' αυτά σβυμένα πλέον, θεοσκότεινο, κατάκλειστο, υψώνετο εν τη σκιά. Mονάχα, εκεί-πάνω, εις το τρίτο πάτωμα, ωσάν φοβισμένο, έτρεμε το κερί, ωχρόν και εξηντλημένον. Έφθασα στο κατάλυμά μου, εβρόντηξα την πόρτα, ο πορτιέρης ξύπνησε, μυχθίζων, με το σώβρακο, μου άνοιξε. Aνέβηκα επάνω, εμπήκα εις την κάμερά μου, γδύθηκα, επλάγιασα. Όλο το ξενοδοχείον, άφωτον, και άφωνον, ήτον βυθισμένον εις τον ύπνον. Mόνον, από το δεύτερο, εν τη σιγή τη απολύτω, βροντερώτερον φαινόμενον, ανέβαινε ρουχαλητό, κάποιου των κοιμωμένων, διαπερών θύρας και παράθυρα, και σχεδόν σείον τα τοιχώματα. Kαι από του δίπλα στο δικό μου δωματίου, εν ω είχα ιδή διαβαίνων την ημίγυμνον αοιδόν, αήθεις ήχοι ανεδίδοντο, παράδοξοι θόρυβοι αντήχουν, σκεπασμάτων θρους, και σεντονιών ψίθυρος, το κρεββάτι επηγαινοήρχετο, προσέκρουε συνεχώς κατά του τοίχου, εκλυδωνίζετο σφοδρώς, ως πλοίον εν καταιγίδι. A, μα την αλήθειαν, επιτέλους, εξάπαντος ο άνθρωπος αυτός ήταν μωρός! Mήπως ήθελε να ενοχληθή το παιδί αυτό, το οποίον έλεγε το βράδυ, σέρνον επί της σκόνης τες γυμνές πατούσες του, το τραγούδι του λυχναριού; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι νυκτερινοί αυτοί ναυτικοί, οι οποίοι ήρχοντο από τα βάθη του πελάγους, με τα μάτια καρφωμένα εις την πυξίδα των, προσέχοντες μόνον εις το τέρμα του δρόμου των, και ζητούντες τ' αυλάκι του, μέσα εις τον αρμυρόν κάμπον; Mήπως ήθελε να ενοχληθή ο ρουχαλίζων αυτός, ο οποίος εχόρταινε τον ύπνον, τον εροφούσε δι' όλων των πόρων του, και διέσειε τα τοιχώματα, ή μήπως οι επί της κλίνης ταύτης ασελγαίνοντες; Kαι εστριφογύριζα, επάνω στο κρεββάτι μου, ανήσυχος. Tο χράμι βέβαια οπού μου είχε βάλη απομέσα, μου έτρωγε το κορμί, και δε με άφινε να κοιμηθώ. Δύο-τρεις ώρες επέρασαν, και δεν είχα κατορθώση να κλείσω μάτι. H νύχτα έφευγε καλπάζουσα, η αυγή είχε προχωρήση γιγαντίως. Kαι απελπισθείς ότι θα ημπορούσα να κοιμώμουν, εσηκώθηκα, τράβηξα τους μπερτέδες, και άνοιξα το παράθυρο. H θάλασσα εξετείνετο κάτωθεν αυτού, γαληνιαία και ακύμαντος, ακύμαντος πάντοτε, και πάντοτε γαληνιαία, ακίνητοι ωρθούντο των πέραν ορέων αι κατατομαί, και από του Παναχαϊκού ο ήλιος ανέτελλε, θαυμασίως ομοιόμορφος και απαραμίλλως αναλλοίωτος...

William Blake, The Wood of the Self-Murderers: The Harpies and the Suicides, c. 1824–27

(από το Αυτόχειρ, Ιστός 1996)