Μας λείπουν τα... καύσιμα!
Το ιστολόγιο "Τέχνης Σύμπαν και Φιλολογία" είναι ένας διαδικτυακός τόπος που αφιερώνεται στην προώθηση και ανάδειξη της τέχνης, της επιστήμης και της φιλολογίας. Ο συντάκτης του ιστολογίου, Κωνσταντίνος Βακουφτσής, μοιράζεται με τους αναγνώστες του τις σκέψεις του, τις αναλύσεις του και την αγάπη του για τον πολιτισμό, το σύμπαν και τη λογοτεχνία.
Arts Universe and Philology
Ετικέτες
Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012
Ορυχεία πάνω απ’ τη Γη! Mining asteroids could boost space exploration
Μας λείπουν τα... καύσιμα!
Μπιλ Όουενς | Φωτογραφίες. Bill Owens | Photographs
Λειτουργεί
ως «οπτικός ανθρωπολόγος», δημιουργώντας ένα «φρέσκο» της αμερικανικής
κοινωνίας μέσα από τα σλόγκαν, τις διαδηλώσεις και τις καθημερινές
τελετουργίες.
Το
στυλ του χαρακτηρίζεται από μια εσκεμμένη ηρεμία και διακριτική ομορφιά,
αποφεύγοντας τις τότε κυρίαρχες τάσεις της δραματικής φωτογραφίας.
Owens' first book Suburbia (Straight Arrow Books, 1972) was a fascinating catalog of many of the individuals that the artist met while his camera was trained on the various yard sales, PTA meetings, church socials, and other social phenomena of his neighborhood. In Suburbia, the artist paired photographs of these plain folks with short, descriptive statements in their own words or paraphrased from interviews. The photographs have a compelling presence by themselves, but the combination of word and image runs the gamut from amusing humor to touching pathos.
Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, «Όλες οι παραμονές Χριστουγέννων ένα αμύγδαλο πικρό». Maria Kendrou-Agathopoulou, "Every Christmas Eve Is a Bitter Almond"
Ευτυχώς
σκοτεινιάζει κι απόψε
Το μωσαϊκό της
κουζίνας μου
Δείχνει κιόλας
μεσάνυχτα
Μ' εκείνο το
ένδοξο άσπρο-μαύρο
Μου πέφτει ένα
αμύγδαλο
Το ψάχνω πάνω στο
άσπρο-μαύρο
(Πάντα προς το
μαύρο κλείνει η αφή των πραγμάτων)
Τα πόδια μου στο
δόκανο
Να σε δω να
υποφέρεις αληθινά
Ακόμα έχεις απάνω
σου ένα κλάμα ψυχρό
Ένα χαμόγελο
ψεύτικο
Κάθισε κοντά μου
και πες μου τι βλέπεις
Μες στον παλιό
καθρέφτη
Όλες οι καμπάνες
σημαίνουν Χριστούγεννα
Κι εγώ δεν έχω
τίποτε άλλο να ζήσω
Πάρεξ τη γεύση
ενός αίματος που αρνούμαι να πιω
Αν μη τι άλλο εγώ
πέταξα το σώμα μου
Μες στην αγάπη
όπου σαπίζει τώρα
Με λογική και
σύνεση με θεία παραδοχή
Την τρέλα τη
μαθαίνει κανείς μέσα σε μια στιγμή
Από τη συλλογή
"Σαλκίμ", εκδ. Νεφέλη, 2001.
Γεννήθηκε
το 1930 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει, από γονείς Μικρασιάτες. Στην ίδια πόλη
έκανε τις εγκύκλιες σπουδές της. Ως ποιήτρια εμφανίστηκε στα γράμματα το 1961
με την ποιητική συλλογή "Ψυχή και τέχνη". Ακολουθούν από τότε άλλες
δώδεκα, με τελευταία την ποιητική συλλογή "Σαλκίμ". Είναι μέλος της
Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Εταιρείας Συγγραφέων. Συνεργάστηκε με
πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. Εκτός από ποίηση, δημοσιεύει σε περιοδικά κριτικά
δοκίμια, για ποιητικά κατ' εξοχήν βιβλία. Παράλληλα με την ποίηση γράφει και
διηγήματα. Ποιήματά της έχουν περιληφθεί σε πολλές ελληνικές και ξένες
ανθολογίες κι έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά,
πολωνικά, ρουμανικά, ισπανικά και σερβικά. Διηγήματά της βρίσκονται σε
γερμανικές ανθολογίες.
Η
κριτική διακρίνει δύο φάσεις στη δημιουργική πορεία της Μαρίας
Κέντρου-Αγαθοπούλου, μία πρώτη, στην οποία ανιχνεύει τις υπαρξιακές δομές της
ανθρώπινης φύσης (1965-1975), και μία δεύτερη, ξεκινώντας με τη μεταιχμιακή
συλλογή Τα επακόλουθα , στην οποία οι τόνοι χαμηλώνουν και
εμφανίζονται στα ποιήματά της εικόνες και στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής.
Την
ποίηση της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου κεντρίζουν τόσο ζητήματα υπαρξιακά, όσο
και ερωτικά∙ το γήρας, οικείων και δικό της, και ο παρεπόμενος θάνατος, η
βραχύτητα του βίου, ακραίες καταστάσεις της ανθρώπινης ζωής, όπως η απόλυτη
μοναξιά, συμπλέκονται με τις σχέσεις των δύο φύλων, τις αρχέτυπες μετωνυμίες
τους, το αλγεινό υπόβαθρο της ερωτικής μνήμης, με τη γραφή της να πραγματοποιεί
μία κίνηση εκκρεμούς με τα δύο της άκρα στον έρωτα και τον θάνατο. Σταθερά
μοτίβα θα επανέρχονται στα ποιήματά της, οριοθετώντας την περιοχή εκείνη που
την απασχόλησε περισσότερο, με συχνότερα μοτίβα: το σπίτι, το δέντρο, την πέτρα
και το νερό.
Πηγές:
Βικιπαίδεια, Ε.ΚΕ.ΒΙ.
Σκύλοι και Λογοτεχνία. Dogs and Literature
James
Ward (1769–1859), Portrait of Dash, a
Favourite Spaniel, the Property of Lady Frances Vane-Tempest (1819), oil on
canvas, 88.9 x 104.1 cm, Art Gallery of South Australia, Adelaide, Australia. Wikimedia
Commons.
CHARLES BAUDELAIRE, «Ο ΣΚΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ
ΜΠΟΥΚΑΛΙ»
-Ωραίε
μου σκύλε, καλέ μου σκύλε, αγαπημένο μου σκυλάκι, πλησίασε και έλα ν’
αναπνεύσεις ένα έξοχο άρωμα αγορασμένο στον καλύτερο αρωματοποιό της πόλης.
Και
ο σκύλος, κουνώντας την ουρά του, αυτό που είναι, νομίζω, σ’ αυτά τα φτωχά
πλάσματα, το σημάδι που αναλογεί στο γέλιο και στο χαμόγελο, πλησιάζει και
χώνει με περιέργεια την υγρή μύτη του στο ξεβουλωμένο μπουκάλι ΄ έπειτα,
οπισθοχωρώντας ξαφνικά με φρίκη, γαβγίζει εναντίον μου σαν να με κατηγορεί.
-Ά!
άθλιο σκυλί, αν σου είχα δώσει ένα πακέτο βρωμιές, θα το είχες μυρίσει με
απόλαυση και ίσως καταβροχθίσει. Έτσι, εσύ, ανάξιε σύντροφε της θλιβερής ζωής
μου, μοιάζεις στο κοινό, που δεν πρέπει ποτέ να του παρουσιάζεις εκλεπτυσμένα
αρώματα που το απελπίζουν, με προσεχτικά διαλεγμένες βρωμιές.
Vittore Carpaccio
(1465–1526), Two Venetian Ladies (c 1490), oil on panel, 94 x 64 cm, Museo
Correr, Venice, Italy. Wikimedia
Commons.
Από
«ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ 20 ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΥΑΣ ΜΥΛΩΝΑ. ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΝΤΩΝΗ ΚΕΠΕΤΖΗ»,
εκδ. «ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» σελ. 45.
Ορέστης
Αλεξάκης, «Όσα δεν μάθαμε ποτέ για τα σκυλιά»
Briton
Rivière (1840-1920), The Long Sleep
(1868), further details not known. Wikimedia Commons.
Έχουν δική τους
μοίρα τα σκυλιά
δικό τους πρόσωπο θεού λατρεύουν
δικό τους αγναντεύουν ουρανό
δίνουν δικό τους ορισμό για τους ανθρώπους
Κρατούν τη μνήμη του
κατακλυσμού
το ρίγος για μια άγνωστη πατρίδα
ψάχνουν το δάσος κάτω από την πόλη
θέλουν να ξεψυχήσουν σ’ άλλους τόπους
Κάποτε μες στον ύπνο των σκυλιών
θρηνούν οι λύκοι
σαλεύει ο φόβος τα βαριά κλαδιά του
φίδι σφυρίζει η πείνα την οργή της
Ακούν στα βάθη την παλιά οιμωγή
της ερημιάς τον προσκλητήριο θρήνο
δαγκώνουν την αόρατη αλυσίδα
κόκκινο φως τα μάτια τους τυφλώνει
Θυμούνται φλόγες
και
ξεριζωμό
Ξυπνά το αγρίμι
μέσα τους
και κλαίει
Briton
Rivière (1840–1920), Requiescat
(1888), oil on canvas, 191.5 x 250.8 cm, Art Gallery of New South Wales,
Sydney, Australia. Wikimedia Commons.
Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989).
Γιώργος Χρονάς «Η πλατεία των σκύλων»
Gustave
Courbet (1819–1877), Nude Woman with a
Dog (1861-62), oil on canvas, 65 x 81 cm, Musée d’Orsay, Paris. Wikimedia
Commons.
Κανείς δεν ξέρει
πού βρέθηκαν τόσα σκυλιά χαμένα
τόσοι πιστοί φίλοι
χωρίς φίλους.
Ψάχνουνε τ’
αφεντικά τους
κάτω από τις
φυλλωσιές
δίπλα στα σκαλιά
του ναού
σαν να
προσεύχονται
σε άγνωστη
θρησκεία
με μαύρους ιερείς
που υπακούουν στην
ιατρική από έλεος.
Τα ονόματά τους
ποτέ δεν θ’ ακούσουνε
ξανά να τα φωνάζουν
οι αγαπημένοι.
Γι’ αυτό σωπαίνουν
με τη μουσούδα
τους υγρή στο
χώμα.
Rembrandt
Harmenszoon van Rijn (1606-1669), Self-portrait
in Oriental Attire with Poodle (1631-33), oil on oak panel, 55.5 x 52 cm, Petit
Palais, Paris. Wikimedia Commons.
Από τη συλλογή «Κατάστημα νεωτερισμών», εκδ. Οδός Πανός, 1997 –συγκεντρωτική έκδοση «Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008)», εκδ. Οδός Πανός, 2008.
Μιχάλης Γκανάς, «Το σκυλί»
Briton
Rivière (1840-1920), Tick-Tick
(1881), oil on canvas, 36.5 x 48 cm, Russell-Cotes Art Gallery and Museum,
Bournemouth, England. Wikimedia Commons.
Το
'να σκυλί το σκότωσαν
τ'
άλλο το πήραν οι γειτόνοι.
Βγαίνει
τις νύχτες
και
κοιτάει το φεγγάρι,
μυρίζει
στις μολόχες
που
του 'ριχνες ψωμί.
Ύστερα
βρίσκει τον τορό
κ'
έρχεται με μουσούδα
όλο
δροσιές στο μνήμα σου.
Κάθεται
στα πισινά κι ακούει
τ'
άλλο σκυλί που αλυχτάει κάποιο διαβάτη.
Briton
Rivière (1840-1920), Pallas Athena and
the Herdsman’s Dogs (1876), oil on canvas, 112.1 x 178.1 cm, Metropolitan
Museum of Art, New York, NY. Wikimedia Commons.
Από τη συλλογή «Μαύρα Λιθάρια», 1980 –συγκεντρωτική έκδοση «Μιχάλης Γκανάς, Ποιήματα 1978-2012», εκδ. Μελάνι, 2013.



































