Arts Universe and Philology

Arts Universe and Philology
The blog "Art, Universe, and Philology" is an online platform dedicated to the promotion and exploration of art, science, and philology. Its owner, Konstantinos Vakouftsis, shares his thoughts, analyses, and passion for culture, the universe, and literature with his readers.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Ανδρέας Καρκαβίτσας, «Κρυφός καημός»

Σουλιώτισσες, ελαιογραφία του Γεώργιου Μηνιάτη (1823-1895), β’ ήμισυ του 19ου αι. Οι θαρραλέες γυναίκες, που πρωταγωνίστησαν στους αγώνες των Σουλιωτών, απεικονίζονται να βαστούν ντουφέκια και να μάχονται. Ο δημιουργός τονίζει το ηρωικό πνεύμα της εποχής με χαρακτηριστικό το υψηλό ήθος των προσώπων. Η σύνθεση και οι χρωματικές επιλογές του καλλιτέχνη παραπέμπουν στην περίοδο του Ρομαντισμού, με μακρινά παράλληλά του έργα, όπως η «Σφαγή της Χίου» του Ντελακρουά.

Η μάνα μου ήταν καλή και αγαθή, όπως όλες οι γυναίκες του καιρού της. Γλυκιά ημέρα ωστόσο δεν είδε με τον πατέρα μου γιατί ― λες κι έφταιγε η δόλια! ― έκανε όλο κορίτσια. Ξέρεις τι θα ειπεί φτω­χός και κορίτσια! Έξω απ’ αυτό ακόμη όριζαν Τούρ­κοι στα Μοριά κι ήταν καλύτερο να μην απόχταε κανείς παιδί παρά ν’ αποχτήσει θηλυκό. Κάθε νοικο­κύρης που έβλεπε να πηγαίνει το σπίτι του μπροστά θλιβότανε περισσότερο από κείνον που δεν είχε τίποτα. Για τούτο κι ο πατέρας μου δεν έπαυε κάθε τόσο να της χτυπάει, κάπως στα χωρατά, μα πάντα πικραμένα:
― Μωρέ γυναίκα· δεν κάνεις και συ ένα σερνικό!
Μια βραδιά μπήκε στο σπίτι ολόχαρος.
― Τέλειωσε, Καλομοίρα· είπε μόλις πάτησε στην πόρτα. Ό,τι παιδί κάνεις ― ήταν ετοιμόγεννη η μάνα μου ― θέλω να είναι σερνικό.
Σε λίγο γεννήθηκα εγώ. Όταν πήγαν να του πά­ρουν τα συχαρίκια, στέναξε βαθιά. ― Ο γέρο Βαρσάμης, σκέφτηκε, οχτώ ντουφέκια· ο Βασίλης πέντε· ο κουμπάρος μου ο Ανέστης τέσσερα ― και τι; ― ένα κι ένα! Εγώ τίποτα για το Γένος! Εμείς θέλουμε ανθρώπους για σπαθί κι η γυναίκα μου γεννάει για τη ρόκα!… Και με το γρόθο του έδωκε μια κι έσπασε το τραπέζι.
― Μα δεν πειράζει· είπε σε λίγο. Εγώ θα το κάμω σερνικό. Θα γένει καλύτερο από σερνικό.
Το είπε κι έγινε. Μόλις μεγάλωσα λίγο, μου φόρεσε αντρίκια και μ’ έλεγε Χρύσαντο από Χρυσή που ήταν τ’ όνομά μου. Στη μάνα μου, σε όλους έτσι έλεγε να με φωνάζουν. Από μικρή με έμαθε στ’ άρματα. Μέρα νύχτα με δασκάλευε να παίζω το σπαθί, να λυγίζω το κορμί, να ρίχνω στο σημάδι. Την καθεμερνή μ’ έπαιρνε στο χωράφι· τη γιορτή στο κυνήγι να κυνηγούμε τους λύκους και τ’ αγριογούρουνα στη Δροσελή.
― Θέλω… να περνάς το βόλι απ’ το δαχτυλίδι· μου έλεγε.

Πιθανή απεικόνιση της Ασημίνας Γκούρα από το έργο του Nicolas Louis Francois Gosse Η μάχη της Ακρόπολης (1827). Ελαιογραφία σε μουσαμά Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Πέρασαν έτσι κάμποσα χρόνια. Οι ραγιάδες άρχισαν κάπως ν’ ανακατώνονται. Στις εκκλησιές διαβάζανε κάτι παράξενα τροπάρια για τους Αγαρηνούς. Οι χαλ­κιάδες κι οι τουφεξήδες νύχτα δούλευαν τα σύνεργα του πολέμου. Τα παλικάρια γυμνάζονταν στ’ άρματα, έχυναν βόλια, τραγουδούσαν τα κλέφτικα. Α! πως έγινε και κείνο το αγουροξύπνημα! Την παραμονή του Βαγγελισμού ― Πέφτη θυμούμαι ήταν ― βλέπουμε κατά το κοντόβραδο το Σισίνη από τη Γαστούνη, το Σταματόπουλο από τα Λεχαινά και τον καπετάν Αντω­νάκη από τη Μανωλάδα με καμιά τρακοσαριά παλικάρια. Ο πατέρας μου είχε ρεματισμούς και δε μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Με φώναζε να πάω κοντά, μου έζωσε το σπαθί, μου έδωκε το καρυοφύλλι στο χέρι και·
― Σύρε με την ευκή μου· λέει. Ξέρεις, δεν είσαι γυναίκα, είσαι άντρας· πρέπει να είσαι άντρας! Πέφτε άφοβα στη φωτιά· σκότωνε όσους άπιστους μπορείς. Ο παπα-Δημήτρης λέει, όσο περσότερους σκοτώνεις τόσα κρίματα συχωριώνται.

«Νεαρή Ελληνίδα με Βεντάλια», έργο Γαλλικής σχολής, μέσα 19 ου αιώνα.

Η μάνα μου και τα κορίτσια παράμερα κρυφόκλαιαν. Εγώ ήθελα να κρατηθώ, μα τα έρμα μάτια μου ψιχάλιζαν. Η ώρα του μισεμού ανάστησε στην καρδιά μου κάτι που δεν το ένιωθα πριν. Το σπίτι με τράβαε. Έβλεπα τα στρωσίδια του κρεβατιού, τον αργαλειό, την ανέμη, τ’ άλλα του σωθέματα και πίστευα πως ήταν δικά μου εργόχειρα. Έβλεπα τις γυναίκες και κάτι μέσα μου μ’ έσπρωχνε να τρέξω, να τυλιχτώ στα φουστάνια τους, φυλαχτό να τα βάλω στην τρέλα του πατέρα μου. Α! το σπιτικό πουλί κι αν το φερε η μοίρα να κρεμάσει αϊτού φτερά, πάντα τρο­μάζει να πετάξει στα κορφοβούνια! Κρύος ίδρωτας με τσάκισε και το κορμί λάγκευε κάτω από τ’ άρματά μου. Σαν να το μάντεψε ο γέροντας, πήδησε από το στρώμα του, μ’ έσπρωξε στην πόρτα και με φίλησε.
― Σύρε στο καλό, λέει με τρεμουλιαστή φωνή! Σα φύγουν οι Τούρκοι από το Μοριά, τότε να γυρίσεις και συ.

Ευγένιος Ντελακρουά, Μάχη Έλληνα και πασά, 1835.

Η Γαστούνη εκείνον τον καιρό ήταν κεφαλοχώρι. Εκεί καθότανε ο βόϊβοντας, ο κατής, άλλοι μεγάλοι Τούρκοι κι ο Σισίνης που ήταν Μορογιάνης του Σουλ­τάνου. Ανήμερα του Βαγγελισμού την πατήσαμε. Οι Τούρκοι υποψιάστηκαν και δεν ήβραμε ψυχή από δαύ­τους. Εκεί να έβλεπες το ρωμαίικο τ’ ασκέρι! Ρίχτη­καν στα τούρκικα κονάκια, άρπαξαν ασημικά, άρπα­ξαν ρούχα, τα φόρτωσαν στ’ άλογα και δρόμο για τα χωριά τους.
― Σταθείτε, μωρέ παιδιά· εμείς ήρθαμε να πολε­μήσουμε! τους φώναζαν οι καπετανέοι.
Πού εκείνοι! Σε λίγη ώρα μαθαίνουμε πως οι Τούρ­κοι γύριζαν πίσω. Πήγαν να περάσουν στου Λάλα, μα στο Στενό τούς χτύπησε ο καπετάν Βιλαέτης με τους Πυργιώτες και τους ανάγκασε να πισωπατήσουν.
― Τι θα κάνουμε τώρα: ρωτάει ο Σισίνης,
― Τι θα κάνουμε! Θα τους βαρέσουμε· λέει ο κα­πετάν Αντωνάκης.
Όσοι μείναμε κινήσαμε να βαρέσουμε τους Τούρ­κους. Τους απαντήσαμε ανάμεσα Ροβιάτα και Σαβάλια. Καθώς μας είδαν έβαλαν τα χαρέμια στη μέση, και με φωνές χύθηκαν απάνω μας. Σκορποχώρι εμείς. Ούτε του πατέρα μου τα λόγια συλλογίστηκα ούτε ντροπή. Άκουα το άλα! άλα! των Τούρκων πίσω μου, τ’ άγρια ποδοβολητά τους κι έλεγα τώρα το βόλι θα χωθεί στην πλάτη μου. Πήδαγα τράφους, χαντά­κια, αγριάγκαθα, χωρίς να σκέφτομαι άλλο παρά πώς να ξεφύγω τη λύσσα τους. Άξαφνα βλέπω μπροστά μου το Σταματόπουλο. Ήταν γέρος και παχύς· μόλις μπορούσε να κουνηθεί. Το κοπέλι του με το πρώτο τσάκισμα καβάληκε τ’ άλογο του κι έφυγε.
― Σώσε με, παλικάρι, ν’ αγιάσουν τα πεθαμένα, σου· φωνάζει αγκομαχώντας. Ντροπή στα νιάτα ν’ αφήνουν πίσω τα γεράματα…
Σταμάτησα. Χωρίς να ειπώ λέξη, γονάτισα, τον πήρα στον ώμο και τραβώ για τη Γαστούνη. Μα οι Τούρκοι σε λίγο μας έφτασαν.
― Τώρα, γέρο μου, του λέω, κάμε το σταυρό σου. Η Παναγιά ας βάλει το χέρι της.
Τον απίθωσα χάμω και στάθηκα μπροστά του με το καρυοφύλλι. Σε λίγο έριξα, μα δεν ξέρω αν σκότωσα κανένα. Ένιωσα μια κοπανιά στο κεφάλι· τα μάτια, μου θαμπώσανε και σωριάστηκα χάμω.
Τι έγινε ύστερα δεν ξέρω· για το γέρο Σταματόπουλο δεν άκουσα τίποτα. Όταν συνήρθα, ήμουν ξα­πλωμένη στο κρεβάτι κι ένα όμορφο παλικάρι έστεκε απάνω από το κεφάλι μου.
Ήταν καλή καρδιά ο Δήμος ο Βαρόσης· εκείνος μ’ έσωσε από τα χέρια των Τούρκων. Από τότε γινή­καμε φίλοι· νύχτα ημέρα μαζί. Θα πήγαινε κείνος στη βάρδια; Κοντά και γω. Θα μ’ έστελναν με τον καπετάν Λάππα να στρατολογήσω στα χωριά; Κοντά εκείνος. Ο πικρός σίφουνας που άρχισε την ημέρα του Βαγγελισμού όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Πόλεμος στου Λάλα, στην Πάτρα, στο Σανταμέρι, στο Χλιμούτσι! Αίματα, φωτιά, δάκρυα, εκδίκησες! Ο ρα­γιάς άλλαζε· σήκωσε κεφάλι και κοίταζε άφοβα τον αγά, τον προεστό και το θάνατο.
Έτσι λίγο λίγο άλλαξα και γω. Ό,τι δεν έκαμαν τα λόγια του πατέρα μου, έκαμε ο κίντυνος κι η κακοπάθεια. Δε με τρόμαζαν πια οι σκοτωμένοι και τα αίματα ούτε με συγκινούσαν τα δάκρυα, ο χωρισμός, η ορφάνια. Σ’ ένα μονάχα δε μπόρεσα ν’ αλλάξω, στη ματιά του Δήμου μου. Αχ, το κακοθήλυκο! Το κακοθήλυκο! Τι να κάμουν τ’ άρματα και τα φορέ­ματα: Τι να κάμει το θέλημα του γονιού; «Θέλω να είσαι άντρας!» Ε καλά! Και γω το ήθελα· μα πώς; Πού θα βρεθεί η ασημόβεργα της μάγισσας ν’ αλλάξει τη γυναίκια φύση, όπως αλλάζει σε κάρβουνα τους θησαυρούς στα παραμύθια; Ωχ! τι αγρύπνιες μέσα στον κάματο και τι φαρμάκια στη χαρά της νίκης! Πόσες φορές την αγάπη μου την έπνιξα σε θυμούς και πικρά λόγια εναντίον του! Ήρθαν στιγμές που σήκωσα ν’ αδειάσω την πιστόλα στα στήθη του, να σβήσω στο αίμα του τη λαύρα που με δαιμόνιζε. Δο­κίμασα να φύγω από κοντά του, να πάω με άλλον καπετάνιο. Μα τα πόδια μου μ’ έφερναν πάλι πίσω, όπως το τυφλάλογο στο πράσινο λιβάδι.

Θεόδωρος Βρυζάκης, Η μάχη στα στενά των Δερβενακίων, 1860.

Μια ημέρα λίγο έλειψε να προδοθώ μοναχή μου. Όσο τη θυμούμαι κείνη τη μέρα, ανατριχιάζω. Ο Σι­σίνης μας έστειλε μ’ εκατόν πενήντα παλικάρια στον Κολοκοτρώνη. Είμαστε στα Δερβενάκια κι είχαμε καρτέρι του Δράμαλη, που γύριζε για την Κόρθο. Εμείς με το Νικηταρά είχαμε τον Αϊ-Σώστη. Οι Αλωνιστιώτες το Αγριλόβουνο, ο Αντωνάκης Κολοκοτρώ­νης το Ζυγό. Εγώ κι ο Δήμος είμαστε γονατιστοί πίσω απόνα πουρνάρι και καρτεράγαμε να μπούνε οι Τούρκοι στη ρεματιά. Εκείνος με κοίταζ’ έτσι γονα­τιστή και θάμαζε. Εγώ – ξέρεις ― μη με τηράς τώρα· τότε ήμουν όμορφη, πολύ όμορφη! Έχωνα στην τρα­χηλιά το λαιμό μου, έκρυβα τα χέρια, έσφιγγα τα στήθη μου, άλλαζα τη φωνή μου, μα πού! Τα κατα­καημένα νιάτα φαίνονται, βλέπεις!
― Ορέ αδερφέ Χρύσαντε, τι χεράκια είναι φτούνα; μου λέει άξαφνα. Δεν κάνουν για σπαθί παρά για βελόνι.
Αλαφιάστηκα· έριξα τα μάτια χάμω και με έπι­ασε σύγκρυο.
― Μα το σταυρό, λέει πάλι· αν δε σε γνώριζ’ από καιρό, θα λίγα πως είσαι γυναίκα. Και πώς σ’ αγάπησα! όχι· άλλον άνθρωπο δεν αγάπησα έτσι!…
Ξύπνησε μέσα μου το φίδι! Τα λόγια του ανάδε­ψαν στα φυλλοκάρδια μου τον αμαρτωλό σπόρο της Εύας. Γύρισα τα μάτια ψηλά· κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος. Τ’ απόσκια πέφτανε στη ρεματιά! Εκείνο το σιγαλό μουρμούρισμα του νερού, το παθητικό τσιτσίρισμα των πουλιών κι η μοσκοβολάδα. που έβγαινε από τα θυμάρια, όχι, δεν ήθελαν πόλεμο· έκραζαν την αγάπη. Άναψαν τα μάγουλά μου και τα μάτια μου μισόκλεισαν. Έτρεμα ολόκορμη· τα μέλη μου έγιναν βαριά και μαλακά σαν προζύμι. Ένιωθα κατιτί στυφό στο λάρυγγά μου, που δε με άφηνε να πάρω ανάσα. Σήκωσα τα μάτια να τον ιδώ, και τα χείλη του, τα κόκκινα χείλη του, με τραβούσαν στην Κόλαση.
― Μπαμ! βρόντηξε μια ντουφεκιά.
Πήδησα ορθή. Έπεσε το πρώτο ντουφέκι κι ακού­στηκε η φωνάρα του Κολοκοτρώνη. Οι Τούρκοι μπή­κανε στη ρεματιά· οι καπεταναίοι τους χτύπησαν και τους έστειλαν απάνω μας. Τους χτυπήσαμε και μεις· τα έχασαν, θέλουν να πισωπατήσουν, μα δεν έχουν πούθε να κάνουν κι άλλοι γκρεμίζονται και τους συνε­παίρνει το ρέμα, άλλοι σκοτώνονται συνατοί τους. Τι φονικό που γίνηκε! Ακόμη σωροί κείτονται τα κόκαλά τους εκεί.
Ο Δήμος ήταν μαζί μου στην αρχή· μα τον έχασα. Τον γύρεψ’ αποδώ, αποκεί, φώναξα. Πού ν’ ακουστείς μέσα στην ανακατωσούρα και την αντάρα! Έβλεπες το σπαθί και χτύπαε στο κόκαλο και πέταε σπίθες. Δυο ώρες βάσταξε το πελέκι. Όσοι γλύτω­σαν, έφτασαν κακοί κακώς στην Κουρτέσα. Τα παλικάρια τότες ρίχτηκαν για λάφυρα.
Εγώ είχα μια σπαθιά στο κεφάλι και το αίμα μου θάμπωνε τα μάτια. Έκατσα σ’ ένα κοτρόνι να ξεκου­ραστώ. Το φεγγάρι ξετύλιγε χλωμά σάβανα στο μα­κελειό. Άλογα έτρεχαν χλιμιντρίζοντας και φτερνοκοπώντας τα χαλίκια· άλλα έσερναν ακόμη στη σέλλα νεκρά τ’ αφεντικά τους. Ίσκιοι φάνταζαν στα πλά­για πελώριοι· κάπου άστραφτε μια πιστολιά. Αναστενάγματ’ αποδώ, κλάματ’ αποκεί, που ήταν να φρίξει κανείς.
Άξαφνα θυμήθηκα το Δήμο κι ανατρίχιασα. Τάχα τι να γίνηκε; Τινάχτηκ’ απάνω κι έτρεξα πέρα δώθε πατώντας τους σκοτωμένους και φωνάζοντας. Φώναζα, ούρλιαζα και γω δεν ξέρω τι έκανα. Σε λίγο απόστασα και στάθηκα. Φωνάζω πάλι· μάτα φωνάζω. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Το αίμα έτρεχε από την πληγή μου. Κατάλαβα πως θα λιγοθυμούσα κι έπεσα σ’ ένα θυμάρι. Εκεί ακούω σαν σιγαλό βογκητό πίσω μου. Γυρίζω, βάζω φωνή·
― Δήμο! Δήμο μου!
― Χρύσαντε αδερφέ μου!…
Πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου, κόλλησαν τα χείλη μου στα δικά του. Αχ! τον έφαε το βόλι το πικρό. Τι δε θα ’δινα για να του δώκω ζωή! Τι δε θα ’κανα για να γνωρίσει τι λογής ήταν η αγάπη μου!
― Άκου, Δήμο μ’! άκου, καλέ μου! έκραζα με­γαλόφωνα στ’ αφτί του.

Ήθελα με το μυστικό μου να του σταματήσω το θάνατο. Του κάκου! Παίξανε τα ματόφυλλα μια στι­γμή κι οι κόρες του στυλώθηκαν απάνω μου. Κι είχαν κάτι σαν ξάφνισμα και σαν παράπονο. Το άκουσε τάχα; Τάχα λυπήθηκε, όπως εγώ, που δεν το έμαθε πρωτύτερα; Ποιος ξέρει. Μα τι φταίω και γω; Άλ­λοι τότε ήταν οι καιροί και κείνο που έχτιζε η αγάπη γρήγορα το χάλαε η καταδρομή. Για τούτο και γω δεν πάτησα το θέλημα του πατέρα μου. Έγινα κι έμεινα άντρας.

Τι κακομοιριές κι οι δικές μας!

Μετά την πτώση του Γαλαξιδίου η Αλεφάντω, σύζυγος του Ζάνα,  που φονεύθηκε πολεμώντας στην Κυλλήνη μερικούς μήνες πριν, κατέφυγε στον Κάλαμο της Λευκάδας μαζί με την κόρη της και, κάποια χρονική στιγμή άγνωστο πότε, φθάνει στο Μεσολόγγι. Είναι παρούσα στη Δεύτερη Πολιορκία και παραμένει εκεί μέχρι την Έξοδο (10 Απριλίου 1826). Κατά την Έξοδο η Αλεφάντω με την κόρη της συλλαμβάνονται και οδηγούνται στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου. Η Αλεφάντω ζει ως δούλη για πολλά χρόνια και η κόρη της αλλαξοπιστεί. Καταφέρνει να επιστρέψει  στη πατρίδα της το Γαλαξίδι γύρω στα 1870. 

Από τη συλλογή «Παλιές αγάπες» (1900).

O Aνδρέας Kαρκαβίτσας (1865-1922), γεννήθηκε στα Λεχαινά της Ηλείας και πέθανε στο Μαρούσι της Αττικής. Σπούδασε ιατρική και υπηρέτησε ως γιατρός στο εμπορικό ναυτικό και στον στρατό. Ταξίδεψε σε διάφορα σημεία της χώρας και γνώρισε από κοντά τη ζωή των ναυτικών και στεριανών ανθρώπων που περιγράφει στο έργο του. Το 1889 στρατεύτηκε και κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Μεσολόγγι γνώρισε τις άθλιες συνθήκες ζωής της ελληνικής υπαίθρου. Τις εντυπώσεις του κατέγραψε σε μια σειρά οδοιπορικών σημειώσεων, που αξιοποίησε στη νουβέλα του Ο ζητιάνος το 1897.

Ανήκει στη γενιά της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Η πεζογραφία του κινήθηκε αρχικά στα πλαίσια της ειδυλλιακής ηθογραφίας με αρκετά λαογραφικά στοιχεία και πέρασε σταδιακά προς τον ρεαλισμό με στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού, με σχηματικό ορόσημο τη Λυγερή (1890) και κορυφαία έκφραση τον Ζητιάνο (1897). Στο τελευταίο έργο του Ο αρχαιολόγος (1904) προσπάθησε να λειτουργήσει διδακτικά, προβάλλοντας τις ιδέες του για μια γόνιμη σχέση των νεοελλήνων με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Έγραψε στην αρχή στην καθαρεύουσα και στη συνέχεια στη δημοτική γλώσσα, της οποίας υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Επιστήμονες επανέφεραν για πρώτη φορά δραστηριότητα σε κατεψυγμένους εγκεφάλους ποντικών. Scientists revive activity in frozen mouse brains for the first time

Μπορεί ο «κρυο-ύπνος» να κινείται στην σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, αλλά οι ερευνητές πλησιάζουν όλο και περισσότερο στην αποκατάσταση της εγκεφαλικής λειτουργίας μετά από βαθιά κατάψυξη. Tο διαστημόπλοιο «Avalon» στην ταινία επιστημονικής φαντασίας Passengers (2016) μεταφέρει 5.000 επιβάτες σε έναν εξωπλανήτη με το διαστρικό ταξίδι να διαρκεί 120 χρόνια. Οι επιβάτες του διαστημοπλοίου βρίσκονται σε κάψουλες κρυονικής ύπνωσης. ‘Cryosleep’ remains the preserve of science fiction, but researchers are getting closer to restoring brain function after deep freezing.  The spaceship "Avalon" in the science fiction film Passengers (2016) transports 5,000 passengers to an exoplanet, with the interstellar journey lasting 120 years. The passengers of the spaceship are in cryonic hypnosis capsules. Image of the cryosleep pods in the movie “Passengers”.

Ένα οικείο μοτίβο της επιστημονικής φαντασίας είναι η βαθιά κατάψυξη του αστροναύτη: το σώμα του βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες (έως -196 οC) και σε αναστολή ζωτικών λειτουργιών, για να αποψυχθεί και να αφυπνιστεί δεκαετίες ή αιώνες αργότερα, έχοντας όλες τις νοητικές και σωματικές του ικανότητες άθικτες.

Οι ερευνητές που επιχειρούν την κρυονική κατάψυξη και απόψυξη εγκεφαλικού ιστού από ανθρώπους και άλλα ζώα – κυρίως νεαρά σπονδυλωτά – έχουν ήδη δείξει ότι ο νευρωνικός ιστός μπορεί να επιβιώσει από την κατάψυξη σε κυτταρικό επίπεδο και, μετά την απόψυξη, να λειτουργήσει σε κάποιο βαθμό. Ωστόσο, δεν έχει καταστεί δυνατό να αποκατασταθούν πλήρως οι διαδικασίες που είναι απαραίτητες για την ορθή λειτουργία του εγκεφάλου – όπως η πυροδότηση των νευρώνων, ο κυτταρικός μεταβολισμός και η πλαστικότητα του εγκεφάλου.

Μια ερευνητική ομάδα στη Γερμανία έχει πλέον επιδείξει μια μέθοδο κρυοσυντήρησης και απόψυξης εγκεφάλων ποντικού, η οποία αφήνει άθικτο ένα μέρος αυτής της λειτουργικότητας. Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στις 3 Μαρτίου στο περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS), περιγράφει λεπτομερώς τη χρήση μιας μεθόδου που ονομάζεται υαλοποίηση (vitrification), η οποία διατηρεί τον ιστό σε μια υαλώδη κατάσταση, σε συνδυασμό με μια διαδικασία απόψυξης που διατηρεί τον ιστό ζωντανό.

«Αν η λειτουργία του εγκεφάλου είναι μια αναδυόμενη ιδιότητα της φυσικής του δομής, πώς μπορούμε να την ανακτήσουμε μετά από μια πλήρη διακοπή λειτουργίας;» αναρωτιέται ο Alexander German, νευρολόγος στο Πανεπιστήμιο Έρλανγκεν-Νυρεμβέργης στη Γερμανία και κύριος συγγραφέας της μελέτης. Τα ευρήματα, σημειώνει, δείχνουν την πιθανότητα να μπορέσουμε μια μέρα να προστατεύσουμε τον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια ασθενειών ή μετά από σοβαρούς τραυματισμούς, να δημιουργήσουμε τράπεζες οργάνων ή ακόμη και να επιτύχουμε κρυοσυντήρηση ολόκληρου του σώματος σε θηλαστικά.

Some researchers believe cryosleep will be available to us as we begin traveling to the red planet in the 2030’s. Image by NASA.

Ο Mrityunjay Kothari, ερευνητής μηχανολογίας στο Πανεπιστήμιο του Νιου Χάμσαϊρ στο Ντάραμ, συμφωνεί ότι η μελέτη προάγει την τρέχουσα τεχνογνωσία στην κρυοσυντήρηση εγκεφαλικού ιστού. «Αυτό το είδος προόδου είναι που μετατρέπει σταδιακά την επιστημονική φαντασία σε επιστημονική δυνατότητα», αναφέρει. Ωστόσο, προσθέτει ότι εφαρμογές όπως η μακροπρόθεσμη αποθήκευση μεγάλων οργάνων ή θηλαστικών παραμένουν πολύ πέρα από τις τρέχουσες δυνατότητες της μελέτης.

Συντήρηση για το μέλλον

A ‘cryosleep pod’ in the 1979 science-fiction film Alien. Credit: 20TH CENTURY FOX via AJ Pics/Alamy

Ο German και οι συνεργάτες του στράφηκαν σε μια μέθοδο κρυοσυντήρησης χωρίς πάγο που ονομάζεται υαλοποίηση, σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν τη λειτουργία του εγκεφάλου. Η υαλοποίηση ψύχει τα υγρά αρκετά γρήγορα ώστε να παγιδεύει τα μόρια σε μια ανοργάνωτη, υαλώδη κατάσταση, προτού προλάβουν να σχηματίσουν κρυστάλλους πάγου. «Θέλαμε να δούμε αν η λειτουργικότητα θα μπορούσε να επανεκκινήσει μετά την πλήρη παύση της μοριακής κινητικότητας στην υαλώδη κατάσταση», εξηγεί ο German.

Αρχικά δοκίμασαν τη μέθοδό τους σε τομές εγκεφάλου ποντικού πάχους 350 μικρομέτρων, οι οποίες περιλάμβαναν τον ιππόκαμπο – ένα βασικό κέντρο του εγκεφάλου για την μνήμη και την χωρική πλοήγηση. Οι τομές του εγκεφάλου υποβλήθηκαν σε προεπεξεργασία σε ένα διάλυμα που περιείχε χημικές ουσίες κρυοσυντήρησης, πριν ψυχθούν ταχύτατα με υγρό άζωτο στους -196 °C. Στη συνέχεια, διατηρήθηκαν σε καταψύκτη στους -150 °C σε υαλώδη κατάσταση για χρονικό διάστημα από δέκα λεπτά έως επτά ημέρες.

Μετά την απόψυξη των τομών σε θερμά διαλύματα, η ομάδα ανέλυσε τον ιστό για να διαπιστώσει αν είχε διατηρήσει κάποια λειτουργική δραστηριότητα. Η μικροσκοπία έδειξε ότι οι μεμβράνες των νευρώνων και των συνάψεων ήταν άθικτες, και οι έλεγχοι για τη μιτοχονδριακή δραστηριότητα δεν αποκάλυψαν καμία μεταβολική βλάβη. Οι ηλεκτρικές καταγραφές των νευρώνων έδειξαν ότι, παρά τις μέτριες αποκλίσεις σε σύγκριση με τα κύτταρα ελέγχου, οι αντιδράσεις των νευρώνων στα ηλεκτρικά ερεθίσματα ήταν σχεδόν φυσιολογικές.

Οι νευρωνικές οδοί του ιππόκαμπου εξακολουθούσαν να εμφανίζουν τη συναπτική ενίσχυση ή «μακρόχρονη ενδυνάμωση» που αποτελεί τη βάση της μάθησης και της μνήμης. Ωστόσο, επειδή τέτοιες φέτες αποικοδομούνται φυσικά, οι παρατηρήσεις περιορίστηκαν σε λίγες ώρες.

Η ομάδα κλιμάκωσε την μέθοδο εφαρμόζοντάς την σε ολόκληρο τον εγκέφαλο ποντικού, διατηρώντας τον σε υαλώδη κατάσταση στους -140 °C για έως και οκτώ ημέρες. Ωστόσο, το πρωτόκολλο χρειάστηκε επανειλημμένες τροποποιήσεις για να ελαχιστοποιηθεί η συρρίκνωση του εγκεφάλου και η τοξικότητα από τα κρυοπροστατευτικά.

An image collage containing 2 images, Image 1 shows Three neurologists analyze brain scans on multiple computer monitors, Image 2 shows A hand holding a frozen white mouse, with several other frozen mice in the background. Andrey Popov – stock.adobe.com

Όταν οι εγκέφαλοι αποψύχθηκαν, προετοιμάστηκαν τομές και οι καταγραφές από τον ιππόκαμπο επιβεβαίωσαν ότι οι νευρωνικές οδοί – συμπεριλαμβανομένων αυτών του ιππόκαμπου που εμπλέκονται στη μνήμη – είχαν επιβιώσει και μπορούσαν ακόμη να υποστούν μακρόχρονη ενδυνάμωση. Ωστόσο, επειδή οι καταγραφές έγιναν χρησιμοποιώντας τομές εγκεφαλικού ιστού, οι ερευνητές δεν ήταν σε θέση να μετρήσουν εάν οι αναμνήσεις των ζώων είχαν επιβιώσει από την κρυοσυντήρηση.

Παραμένει επιστημονική φαντασία

Concept for the stasis chambers by SpaceWorks.

Ο German και η ομάδα του επεκτείνουν τη μέθοδό τους από τα ποντίκια σε ανθρώπινο εγκεφαλικό ιστό. «Έχουμε ήδη προκαταρκτικά δεδομένα που δείχνουν βιωσιμότητα σε ιστό από ανθρώπινο φλοιό», αναφέρει. Η ομάδα διερευνά επίσης πώς η μέθοδος της υαλοποίησης θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κρυοσυντήρηση ολόκληρων οργάνων, ιδιαίτερα της καρδιάς.

Ωστόσο, ο Kothari επισημαίνει ότι το ποσοστό επιτυχίας ήταν χαμηλό για ολόκληρο τον εγκέφαλο και ότι τα αποτελέσματα ενδέχεται να μην μεταφράζονται άμεσα σε μεγαλύτερα ανθρώπινα όργανα, τα οποία παρουσιάζουν άλλου είδους προκλήσεις. «Ορισμένες από αυτές τις προκλήσεις σχετίζονται με τους περιορισμούς στην μεταφορά θερμότητας και τις υψηλότερες θερμομηχανικές καταπονήσεις που μπορεί να προκαλέσουν ρωγμές», σημειώνει ο Kothari.

Ο German προσθέτει ότι «θα χρειαστούν καλύτερα διαλύματα υαλοποίησης, καθώς και τεχνολογίες ψύξης και επαναθέρμανσης, προτού αυτές οι αρχές μπορέσουν να εφαρμοστούν σε μεγάλα ανθρώπινα όργανα».

Πηγές: https://www.pnas.org/doi/10.1073/pnas.2516848123 - https://www.nature.com/articles/d41586-026-00756-w - https://physicsgg.me/2026/03/18/ - https://medium.com/predict/the-truth-about-cryosleep-7d114ec22eb5

 


 




 





 

Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Αλεξάνδρα Χρήστου, Η Βαρύτητα της Επιθυμίας. Alexandra Christou, The Gravity of Desire

Αλεξάνδρα Χρήστου, «Γυναίκες», «Τρεις γυναίκες μαζί», 1993-94. Το έργο της Αλεξάνδρας Χρήστου (1950-2009) επιμένει στην παρουσία: την παρουσία γυναικών που επιθυμούν, που περιμένουν, που εργάζονται, που καταλαμβάνουν χώρο. Παρουσιάζοντας δύο σειρές έργων από τα τέλη της δεκαετίας του 80’ και του 90’, η έκθεση The Gravity of Desire στην γκαλερί The Breeder αποκαλύπτει μια εικαστικό αφοσιωμένη στο να κάνει ορατό αυτό που τόσο συχνά περιθωριοποιείται- τη γυναικεία σεξουαλικότητα και τα αληθινά βιώματα των γυναικών. Alexandra Christou, “Geinaikes”, “Three women together”, 1993-1994. Alexandra Christou’s paintings insist on presence: the presence of women who desire, women who wait, women who work, women who take up space. Bringing together two bodies of work from the late 1980s and 1990s, this exhibition at The Breeder reveals an artist committed to making visible what is so often marginalised — female sexuality and the lived realities of women.

Αλεξάνδρα Χρήστου, «Γυναίκες», «Γυναίκες που στέκονται μπροστά σε ξενοδοχείο», 1988-89. Alexandra Christou, “Geinaikes”, “Women standing in front of hotel, 1988-1989.

Η έκθεση ξεδιπλώνεται σε δύο αλληλένδετα κεφάλαια. Στο ένα επίπεδο βρίσκονται ερωτικά έργα σε καμβά και σχέδια της Χρήστου από τα μέσα της δεκαετίας του 90’. Στο άλλο βρίσκονται πορτρέτα σεξεργατριών και γυναικών που συναντούσε στη γειτονιά της, στο κέντρο της Αθήνας — φιγούρες που στέκονται έξω από ξενοδοχεία, κάθονται κάτω από  τα φώτα του δρόμου, γέρνουν πάνω σε αυτοκίνητα, μιλάνε, καπνίζουν, περιμένουν.

Alexandra Christou, In love under shower, 1996, oil on canvas, 190 x 100 cm.

Τα ερωτικά έργα ξεχωρίζουν για την αμεσότητά τους. Σε πίνακες όπως Untitled (In Love under shower) (1996) και Untitled (In Love Holding on) (1996), τα σώματα ακουμπάνε το ένα πάνω στο άλλο με ένταση και πάθος. Οι συνθέσεις είναι λιτές, προκαλώντας μία αντίθεση με το ακατέργαστο λινό ύφασμα των καμβάδων. Οι γραμμές είναι συγκρατημένες αλλά αποφασιστικές. Η Χρήστου δεν αισθητικοποιεί την επιθυμία, ούτε την συνδέει με τη φαντασίωση. Αντιθέτως, την αποδίδει με ρεαλισμό — βαριά άκρα, χέρια που σφίγγουν, αναψοκοκκινισμένο δέρμα. Σε ένα από τα σχέδιά της μία χειρόγραφη υποσημείωση αναφέρει: «Ήθελα να θυμηθώ, αλλά το σώμα ήρθε πρώτο». Το σώμα, στα έργα της, δεν αποτελεί σύμβολο αλλά γεγονός — το σημείο όπου η μνήμη, το ένστικτο και η επαφή συναντιούνται.

Αλεξάνδρα Χρήστου, «Γυναίκες», «Μοσχονάς», 1992-93. Alexandra Christou, “Geinaikes “, “Mosxonas”, 1992-1993.

Σε όλη την ιστορία της τέχνης, η απεικόνιση του ερωτισμού έχει διαμορφωθεί κατά κύριο λόγο μέσα από το ανδρικό βλέμμα. Εδώ όμως, οι εραστές της Χρήστου δεν ποζάρουν για το κοινό, μοιάζουν απορροφημένοι ο ένας στον άλλο. Η γυναίκα δεν είναι θέαμα, αλλά ενεργή συμμετέχουσα, υποκείμενο που επιθυμεί και όχι αντικείμενο. Σε μια εποχή που λίγες γυναίκες απεικόνισαν τη γυναικεία σεξουαλικότητα χωρίς αλληγορίες, η Χρήστου την απέδωσε με ειλικρίνεια και ενσυναίσθηση.

Αλεξάνδρα Χρήστου, «Μυθολογία», «Η Λήδα και ο κύκνος», 1992. Alexandra Christou, “Mythology”, “Leda with the swan”, 1992.

Ακόμη και σε έργα επηρεασμένα από την μυθολογία, όπως στο Untitled (Mythology Leda with the swan) (1992), η έμφαση δεν δίνεται στο θεατρικό δράμα, αλλά στο ίδιο το σώμα. Ο μύθος ανακτάται ως μια οικεία συνάντηση, απογυμνωμένος από το ηρωικό μεγαλείο. 

Αλεξάνδρα Χρήστου, «Γυναίκες», «Δυο γυναίκες που στέκονται σε πόρτα», 1988-89. Alexandra Christou, “Geinaikes”, “Two women standing in door”, 1988-1989.

Αν τα ερωτικά έργα αναδεικνύουν τη γυναικεία επιθυμία, τα πορτρέτα γυναικών στους δρόμους διεκδικούν χώρο για τη γυναικεία ύπαρξη στη δημόσια σφαίρα. Απεικονίζουν φιγούρες — πολλές από τις οποίες σεξεργάτριες — που συνάντησε η Χρήστου στο κέντρο της Αθήνας: μπροστά από ξενοδοχεία, περιπλανώμενες στους δρόμους, περιμένοντας κοντά σε τηλέφωνα και εξώπορτες.

Αλεξάνδρα Χρήστου, «Γυναίκες», «Γυναίκες μπροστά σε αυτοκίνητο», 1988-89. Alexandra Christou, “Geinaikes”, “Scene women in front of car”, 1988-1989.

Η Χρήστου δεν κηρύττει ηθική. Δεν δραματοποιεί την ευαλωτότητα ούτε ρομαντικοποιεί τις δυσκολίες των γυναικών. Αντίθετα, τις τοποθετεί στο κέντρο του καμβά και τους επιτρέπει να τον κατακτήσουν πλήρως. Ένα χέρι στο γοφό, ένα τσιγάρο αναμμένο, μια λοξή ματιά — όλα γίνονται χειρονομίες αυτονομίας. Η κλίμακα των καμβάδων προσφέρει στις πρωταγωνίστριές της μια ορατότητα που σπάνια τους παρέχεται στη ζωή. Η απεικόνιση τους σημαίνει αναγνώριση της εργασίας τους, της αντοχής τους και της παρουσίας τους στον ιστό της πόλης.

Σε μια σημείωση από το 1995 αναφέρει: «Δεν θέλω απλώς να δω τι υπάρχει. Θέλω να δω τι συμβαίνει όταν κανείς δεν κοιτάζει πια». Αυτή η επιθυμία να δει πέρα από την επιφάνεια— να γίνει μάρτυρας όσων εκτυλίσσονται — αποτελεί τη βάση των έργων στο σύνολο τους. Είτε πρόκειται για εραστές που αγκαλιάζονται είτε για γυναίκες που περιμένουν κάτω από έναν φανοστάτη, η Χρήστου ζωγραφίζει στιγμές που συμβαίνουν πέρα από το θέαμα.

Alexandra Christou, Kreatagora Kafeneia, Couple at Dinner, 1992.

Ο συγγραφέας Hartmut Wickert έχει περιγράψει την προσέγγιση της Χρήστου ως μια μορφή «δευτερεύουσας δημιουργίας» — η ζωγράφος δεν κυριαρχεί στο έργο αλλά του επιτρέπει να αναδυθεί μέσα από αυτήν, προσδίδοντας ένταση στους πρωταγωνιστές της που μοιάζουν άμεσοι και αληθινοί, ωστόσο αντιστέκονται σε μια μονοσήμαντη ερμηνεία. Τα έργα δεν δίνουν την αίσθηση του σκηνοθετημένου αλλά βιώνονται ως μια τυχαία συνάντηση.

Αλεξάνδρα Χρήστου, «Όνειρα», «Πορτρέτο Γυναίκας», 1992. Alexandra-Christou, “Dreams”, “Portrait of a Woman”, 1992.

Τα δυο σώματα δουλειάς συμβιώνουν στο χώρο και αλληλοσυμπληρώνονται. Η επιθυμία και η επιβίωση, η οικειότητα και η συναλλαγή, η ιδιωτική αγκαλιά και η δημόσια αναμονή είναι συνεχόμενες και αλληλένδετες καταστάσεις. Οι ίδιες πινελιές διαμορφώνουν τόσο την ερωμένη όσο και τη γυναίκα στο δρόμο. Η γυναικεία οπτική της Χρήστου έγκειται ακριβώς σε αυτή την άρνηση να χωρίσει τις γυναίκες σε κατηγορίες — αξιοσέβαστες και «έκπτωτες», μυθικές και συνηθισμένες, γυναίκες του σπιτιού και γυναίκες του δρόμου.

Τα έργα της Χρήστου δεν προκαλούν ούτε ηθικολογούν, αλλά επιμένουν. Επιμένουν στην επιθυμία των γυναικών και στην αντοχή τους. Επιμένουν ότι οι γυναίκες, σε όλη τους την πολυπλοκότητα, αξίζουν να τις βλέπουμε — και να τις θυμόμαστε.

Το καλοκαίρι του 2025 ο Milovan Farronato επιμελήθηκε την ομαδική έκθεση Public Secrets στην γκαλερί The Breeder, θέλοντας να δείξει όσα προτιμούμε να παραβλέπουμε, διερευνώντας παράλληλα την περίπλοκη αλληλεπίδραση ορατότητας και απόκρυψης, εσωτερικού και εξωτερικού, ιδιωτικού και δημόσιου.

Alexandra Christou, Untitled (Kafeneia, Women's Table A. with Friends), 1991. Oil on canvas. 150 x 120 cm.

Στην έκθεση αυτή παρουσίασε μια εντελώς άγνωστη ζωγράφο, την Αλεξάνδρα Χρήστου, που χάθηκε το 2009, πολύ νέα, χωρίς κανένας να έχει δει τα μεγάλων διαστάσεων έργα της που απεικόνιζαν συναθροίσεις προσώπων και γυναίκες σε καφενεία, όπου η χρήση του σώματος ήταν εντυπωσιακή και στα πρόσωπα διαγραφόταν μια απροσδόκητη ένταση. Ήταν άμεσα αντιληπτό ότι τα πρόσωπα αυτά βρίσκονταν εκτός του κοινωνικού κανόνα, σε ένα περιθώριο που προσπερνάμε.

Alexandra Christou, Untitled (Portrait A. with Aris circus), 1998 oil on canvas 150 x 120 cm.

Την ανακάλυψη της Αλεξάνδρας Χρήστου την οφείλουμε σε μια τυχαία συνάντηση της εικαστικού Paulina Olowska –που στην ίδια έκθεση δημιούργησε μια τοιχογραφία στην οδό Ιάσονος με τις σεξεργάτριες με τις οποίες καλημερίζεται καθημερινά– με μια παλιά γειτόνισσα της Χρήστου, τη Χαρά Αγαλιώτου. Σε έναν τοίχο του σπιτιού της είδε ένα έργο που της είχε χαρίσει η ζωγράφος, οποία κατοικούσε εκεί κοντά, σε ένα υπέροχο νεοκλασικό. Έτσι άρχισε να ξετυλίγεται η ιστορία μιας καλλιτέχνιδας άγνωστης, αόρατης, όπως τα πρόσωπα που ζωγράφιζε.

Alexandra Christou, The end of the relationship, Kafeneia, 1992.

Η κόρη της Χρήστου ήρθε για την έκθεση στην Αθήνα από την Ελβετία όπου ζει μόνιμα και οι άνθρωποι της Breeder έμειναν κατάπληκτοι όταν τους είπε ότι τα έργα της μητέρας της βρίσκονται εδώ και δεκάξι χρόνια, άθικτα, σε μια αποθήκη. Μεταφέρθηκαν όλα στην γκαλερί, φωτογραφήθηκαν, καταγράφηκαν και παρουσιάστηκαν στη Frieze και στο Παρίσι. Η Sadie Coles, βλέποντάς τα, ενθουσιάστηκε και αποφάσισε να τα δείξει σε μια έκθεση με τίτλο «Τaverna» που άνοιξε στην γκαλερί της στο Λονδίνο τον Ιανουάριο και θα διαρκέσει μέχρι τις 11 Απριλίου. Πόσο παράδοξο για μια γυναίκα που γκαλερί απέρριψαν το έργο της σε μια εποχή που το ανείπωτο, το κρυφό έμοιαζε να μην ενδιαφέρει κανέναν, να θριαμβεύσει στην πρώτη μετά θάνατον ατομική έκθεσή της, και μάλιστα στο Λονδίνο.

Η εποχή μας είναι ανοιχτή και αναζητά να γίνουν αυτές οι διορθώσεις, ουσιαστικά ξαναγράφοντας ένα νέο κανόνα και αναζητώντας περιπτώσεις παραγνωρισμένων καλλιτεχνών, κυρίως γυναικών που έμοιαζαν να μην έχουν θέση όχι μόνο στο ανδροκρατούμενο κλαμπ της τέχνης που κοίταζε με μεγαλύτερη αδιαφορία και κάποια περιφρόνηση και όσες ήταν αυτοδίδακτοι και έξω από το σύστημα της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης και αντίληψης. Μάλιστα στην τελευταία διοργάνωση Paris Internationale ένα μεγάλο μέρος όσων έδειχναν γκαλερί από όλο τον κόσμο αφορούσε τέτοιες περιπτώσεις δείχνοντας την τάση να γνωρίσουμε και να συζητήσουμε γύρω από το έργο μη αποδεκτών στην εποχή τους καλλιτεχνών.

Alexandra Christou, Untitled (Portrait Sofia with Felo), 1993 oil on canvas 125 x 80 cm.

Η πρώτη ατομική έκθεση της Χρήστου στην Ελλάδα με τίτλο «The gravity of desire» θα ανοίξει στην γκαλερί Breeder στις 12 Μαρτίου και θα διαρκέσει μέχρι τις 9 Μαΐου 2026. Σε αυτήν θα ξεδιπλώνονται δυο αλληλένδετα κεφάλαια. Το πρώτο αφορά ερωτικά έργα σε καμβά και σχέδια της καλλιτέχνιδας από τα μέσα της δεκαετίας του '90. Στο άλλο προβάλλονται πορτρέτα σεξεργατριών και γυναικών που συναντούσε στη γειτονιά της, στο κέντρο της Αθήνας – φιγούρες που στέκονται έξω από ξενοδοχεία, κάθονται κάτω από  τα φώτα του δρόμου, γέρνουν πάνω σε αυτοκίνητα, μιλάνε, καπνίζουν, περιμένουν.

Αυτό που είναι εντυπωσιακό στο σώμα αυτών των έργων είναι η αφοσίωση της ζωγράφου στο να κάνει ορατό αυτό που τόσο συχνά περιθωριοποιείται: τη γυναικεία σεξουαλικότητα και τα αληθινά βιώματα των γυναικών. Μάλιστα, σε μια εποχή που λίγες γυναίκες απεικόνισαν τη γυναικεία σεξουαλικότητα χωρίς αλληγορίες, εκείνη την απέδωσε με ειλικρίνεια και ενσυναίσθηση.

Alexandra Christou, Untitled (Portrait Mairy K.), 1995 oil on canvas 135 x 90 cm.

Οι γυναίκες της και η εξπρεσιονιστική γραφή της δεν έχουν τίποτα ρομαντικό ή ωραιοποιημένο. Η απεικόνισή τους σημαίνει αναγνώριση της εργασίας τους, της αντοχής τους και της παρουσίας τους στον ιστό της πόλης.

Σε μια σημείωση από το 1995 αναφέρει: «Δεν θέλω απλώς να δω τι υπάρχει. Θέλω να δω τι συμβαίνει όταν κανείς δεν κοιτάζει πια».

Η ίδια, όταν της είχαν ζητήσει να μιλήσει για τη δουλειά της, παρέθεσε τους τελευταίους στίχους από την «Όπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ. «Κι αυτοί στέκονται στη σκιά, κι άλλοι στέκονται στο φως, κι αυτούς που στέκονται στο φως τους βλέπουμε μα τους άλλους στη σκιά δε τους βλέπει κανείς».

Κόρη αστικής οικογένειας, η Αλεξάνδρα Χρήστου, γεννημένη το 1950, έκανε πολύ νωρίς την επανάστασή της, αφήνοντας πίσω της μια κοινωνία στην οποία έβρισκε πολύ λιγότερη αλήθεια από αυτή που συναντούσε στους ανθρώπους της σκιάς, σε Ρομά, πλανόδιους, μουσικούς, μικροπωλητές και σεξεργάτριες, σε φτωχούς και κοινωνικά ασήμαντους. Ταύτιζε αυτό το περιθώριο με μια ελευθερία που την αναζητούσε στη συνέχεια σε κοινωνίες και κουλτούρες που συνάντησε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, όπου κι αν ταξίδεψε. Έψαχνε την ελευθερία που της έδινε η άμεση έκφραση, τον αυθορμητισμό και τον ίδιο τον άνθρωπο με τα πάθη του, στοιχεία που βρίσκονται στο επίκεντρο των έργων της.

Η αυτοδίδακτη καλλιτέχνιδα έφυγε από την Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του '60 για να ταξιδέψει και να ακολουθήσει το καλλιτεχνικό της όνειρο στις Ηνωμένες Πολιτείες, σπουδάζοντας κεραμική στο East Tennessee State University (ETSU), προτού μετακομίσει στην Αυστραλία και τη Γερμανία. Μετά από χρόνια στο εξωτερικό, επέστρεψε στην Ελλάδα με την κόρη της, όπου ανέπτυξε την ανεξάρτητη ζωγραφική πρακτική της, ενώ ζούσε μεταξύ Αθήνας και Αστυπάλαιας.

Alexandra Christou, Kafeneia, Astypalaia Waiter Serving Ouzo, 1991.

Η κόρη της Χρήστου, Σοφία Χάρισον, μόνιμα εγκατεστημένη στο εξωτερικό, που τα τελευταία χρόνια περνούσε τα καλοκαίρια μαζί με τη μητέρα της στην Αστυπάλαια, μίλησε για το έργο της. «Η μητέρα μου ήταν ένας πολύ ειλικρινής άνθρωπος που έλεγε πάντα αυτό που νόμιζε και πίστευε. Ήταν μια γυναίκα που επαναστατούσε με την αδικία, αγαπούσε τη ζωή και παρατηρούσε με μεγάλη προσοχή ό,τι βρισκόταν γύρω της, έδινε σημασία στη λεπτομέρεια. Ήθελε όπου και αν μέναμε να δημιουργεί σχέσεις, να υπάρχει η αίσθηση της οικειότητας και να ζει τη στιγμή. Αυτό που μου έμαθε ήταν να ζω με ελευθερία, χωρίς φόβο. Ειδικά όταν ήρθαμε από το εξωτερικό και μείναμε στην Αστυπάλαια, παρόλο που δεν είχαμε χρήματα, αισθανόμασταν σαν πριγκίπισσες. Δεν είχα καινούργια ρούχα, αλλά ως παιδί που ήμουν δεν με ενδιέφερε καθόλου, ήταν θησαυρός τα χρόνια μας εκεί.

Ζούσαμε σαν νομάδες μέχρι να έρθουμε στην Αθήνα το 1987 – εγώ ήμουν έφηβη πια. Σκεφθείτε, είχαμε ζήσει σε Αμερική, Γερμανία και Αυστραλία.

Μείναμε στου Φιλοπάππου, σε ένα πολύ ωραίο σπίτι που το φτιάχναμε σιγά-σιγά, γιατί όταν το πήρε η μητέρα μου ήταν ερείπιο. Της άρεσε να περιδιαβαίνει στο κέντρο, να βλέπει τους εργάτες, τις σεξεργάτριες στα ξενοδοχεία της Αθηνάς, τους μικροπωλητές, βλέπαμε κάθε Κυριακή τον Σαμψών – αυτός ήταν ο κόσμος που ζωγράφιζε διαρκώς, παθιασμένα. Όταν επέστρεφε το βράδυ μού αφηγούνταν όλες τις ιστορίες της. Θυμάμαι ότι επέστρεφα από το σχολείο, ανέβαινα στο ατελιέ της και συζητούσαμε για ώρες. Είχαμε μια στενή σχέση, μάλιστα πολλοί νόμιζαν ότι ήμασταν αδερφές, κάτι που τη χαροποιούσε πολύ γιατί αυτήν τη στενή σχέση την είχε μόνο με τη γιαγιά της που είχε καταγωγή από το Αϊβαλί – ήταν πρόσφυγες η οικογένεια, από τη Μικρά Ασία. Νομίζω η γιαγιά της ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο αισθάνθηκε τη πιο μεγάλη σιγουριά και αγάπη σε όλη της τη ζωή».

Alexandra Christou, Josef, 1993 oil on canvas 125 x 80 cm.

Η αδικία ήταν κάτι που απασχολούσε την Αλεξάνδρα Χρήστου σε όλη της ζωή, γι’ αυτό έψαχνε να ρίξει ένα βλέμμα συμπόνιας στους αδικημένους με τους οποίους ένιωθε πολύ κοντά. Επιδίωκε μέσα από το έργο της να τους δώσει φωνή και χώρο. Άρχισε να ζωγραφίζει όταν ζούσε στη Γερμανία, αφού είχε ήδη εγκαταλείψει τις σπουδές που έκανε στην Αμερική πάνω στη διοίκηση επιχειρήσεων. Είχε καταλάβει ότι δεν την ενδιέφερε το αντικείμενο και είχε κάνει ήδη κάποια μαθήματα κεραμικής, ενώ πόζαρε κάποιες φορές και ως μοντέλο. Εκεί, προφανώς, τις ώρες της ακινησίας άκουγε όσα έλεγαν οι καθηγητές στο εργαστήριο και στο Μάρμπουργκ άρχισε να πειραματίζεται με τα δικά της έργα».

«Στην Αθήνα», συνεχίζει η Σοφία, «με τις γυναίκες που συνάντησε άρχισε να αναπτύσσει τη δική της γλώσσα. Την άγγιζαν όσα συναντούσε στους δρόμους και στα στενά της πόλης. Αργότερα, επέστρεψε στα κεραμικά, μετά το 1990, αλλά δεν σταμάτησε ποτέ να σχεδιάζει».

Alexandra Christou, Kafeneia, Asty Waitress brings tray, 1991-1992, oil on canvas, 165.5 x 80.2 x 3.6 cm.

Η Χρήστου είχε πει στην κόρη της κάτι που αποδείχτηκε προφητικό: «Ό,τι και να γίνει κράτησέ τα έργα γιατί, να το θυμηθείς, μια μέρα θα τα δουν». Ένιωθε πικραμένη που κανένας δεν ενδιαφερόταν για τα έργα της, οι πόρτες των γκαλερί ήταν κλειστές. Εκείνη όμως ήταν πολύ υπερήφανος άνθρωπος και όταν την απέρριψαν πληγώθηκε, έλεγε «δείχνω τη δουλειά μου, δείχνω ποια είμαι, τι βλέπω, τι ζω, τις ιστορίες μου με τους ανθρώπους, και δεν τα κοιτάζουν καν».

«Όταν πέθανε η μητέρα μου, δεν το σκέφτηκα καθόλου, τα φύλαξα όλα σε μια αποθήκη. Και τώρα είναι σαν να έχει συμβεί ένα θαύμα», περιγράφει η Σοφία. «Σκέφτομαι ότι θα ήταν πολύ περήφανη γι’ αυτό που έχει κάνει και ότι αυτά τα έργα ξεκινούν μια καινούργια ζωή. Στην αρχή ήταν δύσκολο να τα αποχωριστώ, αλλά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου σε κάποια να πω “αντίο”». Κοιτάζοντας αυτά τα έργα ξανά, είναι σαν να ακούω όλες τις ιστορίες που μου έλεγε, σαν να ξεπροβάλλουν από τους δρόμους του Ψυρρή, την κρεαταγορά και τα καταγώγια οι γυναίκες που στέκονταν έξω από τις πόρτες των ξενοδοχείων στη Σωκράτους και την Αθηνάς, σαν οι ιστορίες τους να βγαίνουν ξανά στο φως, αποκτώντας ταυτότητα, πρόσωπο, όνομα. Έχουν πια τη δική τους ζωή, τη δική τους φωνή και μια καθηλωτική παρουσία».

Πηγές: https://www.lifo.gr/culture/eikastika/oso-zoyse-i-zografiki-tis-den-ektimithike-tora-thriambeyei - https://www.culturenow.gr/alexandra-xristoy-the-gravity-of-desire-ekthesi-stin-gkaleri-the-breeder/ - https://parisinternationale.com/artfairs/2025/exhibitors/the-breeder - https://designsociety.gr/post/the-gravity-of-desire_1471