Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ. NATURE AND THE GREEKS

Raphael,The School of Athens (1509 - 1510, Fresco, 500 cm x 770 cm, Vatican City).

Η φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη στη Δύση, εκπηγάζουν από την ίδια παρόρμηση. Αρχικά, τα δύο είδη σκέψης ταυτίζονταν. Η ώρα και των δύο έφτασε γύρω στην αλλαγή του έβδομου προς τον έκτο προχριστιανικό αιώνα, όταν το πνεύμα των αρχαίων Ελλήνων, «εκείνων των αληθινά υγιών» κατά τον Νίτσε, άρχισε να υπερβαίνει τις ως τότε πεποιθήσεις και να κοιτά γύρω του τόσο με κατάπληξη όσο και με διάθεση για έρευνα.

Τα πρώτα ερωτήματα που έθεσε δεν αφορούσαν το νόημα του ανθρώπινου μοναχικού ή κοινωνικού βίου. Αφορούσαν τις ιδιότητες και τις απαρχές του εξωτερικού Κόσμου, αφορούσαν τη Φύση ως το σύνολο όσων αντιλαμβάνονται οι ανθρώπινες αισθήσεις.

Όμως, το Ελληνικό πνεύμα συνέλαβε ή, πολύ περισσότερο, διείδε τη Φύση, οργανική ή ανόργανη, ως έμβιον Όλον, ως κινούμενο αρθρωτό Όλον, ως Σύμπαν. Και τούτο το συμπαντικό Όλον, με τη σειρά του, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε την προηγούμενη περίοδο, θεωρήθηκε ως "φυσική" ενότητα, δηλαδή δεν ήταν πια αντιληπτό ως κάτι το "υπερφυσικό", μόλο που η εξέλιξη του ερμηνευόταν ακόμη ως "κοσμικός κύκλος" υπό τη μυθική έννοια και η νομοτέλεια του ως "ειμαρμένη" υπό τη θεολογική έννοια. Εν πάση περιπτώσει, ο σκεπτόμενος λόγος δεν είχε ακόμη ελευθερωθεί από τη δύναμη της φαντασίας και επί δύο σχεδόν αιώνες, δηλαδή μέχρι την εμφάνιση του Σωκράτη, εικόνα και ιδέα, αριθμός και πράγμα, αντίληψη και προαίσθηση παρέμεναν σχεδόν αδιαχώριστα, όπως αντιστοίχως η εικοτολογία και η παρατήρηση βρίσκονταν συχνά εγγύτατα, χωρίς τη διαμεσολάβηση τρίτου.

Γι' αυτό και η γλώσσα της προσωκρατικής Φιλοσοφίας δεν είναι πια εύκολα προσιτή από τη διανόηση των νεοτέρων χρόνων. Απλώς και μόνο στους "Ρομαντικούς" στοχαστές, για παράδειγμα, στους φυσικούς φιλοσόφους του ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, ή ακόμη σε φαινόμενα όπως του Hamann ή του Novalis, εμφανίζεται για μια ακόμη φορά κάτι από την πολυσημαντότητα της προσωκρατικής Φιλοσοφίας (την οποία ο Martin Heidegger υπέβαλε τελευταία σε μια, θα μπορούσαμε να πούμε, υπερορθολογική ανάλυση). Η πρώιμη αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, η οποία μας παραδόθηκε μόνο μέσω περικοπών και αποσπασμάτων, ήταν επομένως ουσιαστικά μια εικοτολογική θεώρηση της Φύσης, ένα ιδιόμορφο μόρφωμα, προϊόν ανάμιξης αποφθεγμάτων και λυρικής ποίησης (καθώς η τελευταία συχνά επέλεγε την εξωτερική μορφή του "διδακτικού ποιήματος").

Δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμπτωση το γεγονός ότι η θεώρηση αυτή δεν αναπτύχθηκε στο εσωτερικό της Ελληνικής χώρας, αλλά σε αποικιακό έδαφος: στις πλούσιες, εμπορικές πόλεις της Μικράς Ασίας και της Ελληνικής Κάτω Ιταλίας. Αυτά τα εμπορικά κέντρα αποτελούσαν συγχρόνως σημεία ανταλλαγής και διάδοσης ιδεών κατά την "κορύφωση του Πολιτισμού". Ακόμη πρόσφεραν στους ελεύθερους πολίτες τους τον ελεύθερο χρόνο που είναι απαραίτητος για την ανάπτυξη κάθε γνήσιας φιλοσοφικής σκέψης.

Παρότι στις μικρασιατικές ακτές, η γνωριμία με τη βαβυλωνιακή Αστρολογία και την αιγυπτιακή Τοπογραφία μπορεί να γονιμοποίησε τόσο τη γνώση όσο και την αντίληψη των πρώιμων θεωρητικών της Φύσης, ωστόσο οι βαθύτερες απόψεις τους δεν επηρεάστηκαν τόσο πολύ από τις ανατολικές διαδρομές του πνεύματος —χαραγμένες ad hoc κατά την αποκρυφιστική ή την πραγματιστική έννοια— όσο αντιπαρατέθηκαν σε αυτές. Μετά βίας υπάρχει ένας από αυτούς τους Έλληνες φιλοσόφους που να έμεινε στη σκιά. Αναφορικά με την προσωπική ζωή του ζήτημα αν υπήρχε κάποιος που να μην ήταν ειδικός σε κάποιον "πρακτικό" τομέα —Πολιτική, Εμπόριο ή Τεχνολογία— και συγχρόνως ερασιτέχνης στοχαστής, με τη γονιμότερη έννοια του όρου. Η φιλοσοφία δεν είχε γίνει ακόμη, όπως αργότερα στους Σοφιστές, σχολική σοφία ή ακόμη επάγγελμα προς βιοπορισμό.

Ως πατέρας της Ελληνικής αλλά και ολόκληρης της ύστερης Δυτικής Φιλοσοφίας θεωρείται ο Θαλής, ο οποίος άκμασε περί το 600 π.Χ. στη Μίλητο. Ένας από τους "Επτά Σοφούς", υπήρξε ο πρώτος που έθεσε το ερώτημα περί των απαρχών ή του πρώτου αιτίου κάθε ύπαρξης.

Πρώτη αρχή όλων των πραγμάτων ήταν γι' αυτόν το νερό, κατανοούμενο όχι βέβαια υπό τη σημερινή έννοια ως χημική ένωση, αλλά ως κοσμικό στοιχείο που παράγει, γονιμοποιεί, τρέφει, συντηρεί και φέρει. Αντίθετα, για τον κάπως νεότερο Αναξίμανδρο, πρώτο αίτιο ήταν το απροσδιόριστο, το μη προσδιορίσιμο, το απεριόριστο από το οποίο ξεχώρισαν για πρώτη φορά αργότερα, "αδίκως" χειραφετήθηκαν, οι ποιότητες της ύλης, δηλαδή η —σε πολωμένες αντιθέσεις— διαρθρούμενη ύπαρξη.

Ο Αναξιμένης, (που πέθανε το 586 π.Χ.), έδωσε στην πρωταρχική ύλη και πάλι το όνομα ενός στοιχείου, αυτό του αέρα σε αιθέρια μορφή, ο οποίος για τον Αναξιμένη σήμαινε συγχρόνως "πνοή ζωής" και ως παράσταση παρέμενε, κατά κάποιον τρόπο, αιωρούμενος μεταξύ έννοιας και συμβόλου.

Έτσι, η μυθική θεογονία είχε πια αποσυνδεθεί από μια "συμπαντική" κοσμογονία, η σκέψη μιας δημιουργίας ή πολύ περισσότερο ενός σχηματισμού του σύμπαντος, είχε αποχωριστεί από εκείνην μιας γέννησης και εξέλιξης του.

Όμως, ενώ η Ιωνική Φιλοσοφία κατάφερνε να αντιπαρατάξει στην πρώιμη Ελληνική θρησκεία μια τελείως δική της ερμηνεία του Παντός, χωρίς να έρχεται άμεσα σε σύγκρουση μαζί της (αντιθέτως, o Werner Jäger την χαρακτηρίζει ως "Ενότητα της πνευματικής θεώρησης του Θεού και της σκεπτόμενης αποκάλυψης του Όντος"), οι Ιταλοί φιλόσοφοι του 5ου αιώνα έπρεπε να αντιμετωπίσουν ένα νέο θρησκευτικό κίνημα, τον Ορφισμό. Ο τελευταίος είχε συντεθεί κατά έναν ασυνήθιστο τρόπο από πρωτόγονα-οργιαστικά και ανατολικά-πνευματικά στοιχεία (αντιλήψεις περί μετεμψύχωσης και απολύτρωσης). Η Φιλοσοφία, αφομοιώνοντας ή απορρίπτοντας εκείνο το κίνημα, διαιρέθηκε σε δύο ακραίες κατηγορίες, οι οποίες πάλι συνήψαν μεταξύ τους τις πιο παράδοξες ενώσεις: ενώθηκαν σε ένα είδος κάποιου μυστηριακά προετοιμαζόμενου πνευματισμού και σε έναν υλισμό πραγματιστικής κατεύθυνσης.

Εκπρόσωπος της πρώτης τάσης υπήρξε η αινιγματική μορφή του Πυθαγόρα (περί το 500 π.Χ.), που είχε γεννηθεί στη Σάμο, είχε γίνει ο ιδρυτής μιας αποκρυφιστικής αίρεσης στην Ιταλία, και είχε προσπαθήσει να συζεύξει την πιο ασύλληπτη από όλες τις πνευματικές εμπειρίες, δηλαδή τη θρησκευτική, με την πιο αυστηρή από όλες τις επιστήμες, δηλαδή τα Μαθηματικά: υπό το σύμβολο του τόσο μονοσήμαντου όσο και μυστηριώδους αριθμού, ο Πυθαγόρας αντικατέστησε την πρωταρχική ουσία με την πρωταρχική σχέση μεταξύ πραγμάτων και σφαιρών ύπαρξης.

Φανταστική απεικόνιση του Ηράκλειτου σε πίνακα του Γιοχάνες Μορέιλσε.

Εντούτοις, για τον κάπως νεότερο Ηράκλειτο από τη μικρασιατική Έφεσο, ίσως τον πλέον οξυδερκή όλων των Προσωκρατικών, εκείνη η πρωταρχική σχέση παρουσιαζόταν ως πρωταρχική ένταση, ως "πόλεμος", και η εικόνα με την οποία αναζητούσε να αντί καθρεφτίσει μια πραγματικότητα που είχε συλλάβει σε ακατάπαυστη μεταβολή, ήταν εκείνη της διαρκώς αυτοαναλισκόμενης και πάλι αναζωπυρούμενης φωτιάς. Συγχρόνως, όμως, πίσω από τον λαμπρό παροδικό κόσμο των φαινομένων ο Ηράκλειτος αντιλαμβανόταν και το Αμετάβλητο, το Διαρκές, το Διαφεύγον κάθε Γήινης έντασης, στο οποίο έδωσε το όνομα "Λόγος".

Απέναντι σ' αυτά, ο σύγχρονος του και πνευματικός του αντίπαλος, ο Παρμενίδης, που δρούσε στην ιταλική πόλη Ελέα, δεχόταν μία και μοναδική, σταθερή, δίχως αρχή, διαρκή πραγματικότητα του Είναι, της οποίας το σύμβολο ήταν γι' αυτόν η τέλεια σφαίρα. Όμως, αυτή ακριβώς η αμετάβλητη πραγματικότητα αποκαλύφθηκε και εκπληρώθηκε στον Παρμενίδη μέσα από το παιχνίδι των εναλλαγών των εφήμερων στοιχείων, παιχνίδι που περιέγραψε αργότερα ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (περί το 450 π.Χ.), μια ιδιόμορφη παρουσία όμοια του Παράκελσου, ως διεργασία "μίξης" και "διάλλαξης", "σύνθεσης" και "αποσύνθεσης", αλλά παράλληλα αποδιδόταν στην επίδραση ανωτέρων συμπαντικών δυνάμεων, δυνάμεων έλξης και άπωσης, αγάπης και μίσους.

Όμως, μπορούσε άραγε μια τέτοια διεργασία, κατά την οποία το χάος μετατρεπόταν τελικά στο σύμπαν, να είναι μια διεργασία, τυφλή, διεπόμενη από την τύχη;

Ο Αναξαγόρας, σύγχρονος του Εμπεδοκλή, θεωρούσε τη διεργασία αυτή σχεδιασμένη και κατευθυνόμενη από μια ανώτερη πνευματική δύναμη, που την ονόμαζε Νου, παγκόσμιο νου, και η οποία γι' αυτόν, αντίθετα προς τον οιονεί αιωρούμενο Λόγο του Ηράκλειτου, παρενέβαινε στην πραγματικότητα και μάλιστα ήταν μέρος αυτής ως η πλέον ανώτερη και πλέον ευκίνητη από κάθε ύλη, χωρίς ωστόσο να "αφομοιώνεται" από αυτήν την πραγματικότητα.

Democritus

Στον Δημόκριτο τον Αβδηρίτη —ο οποίος γεννήθηκε περί το 450 π.Χ.— αποσυνδέθηκε τελικά αυτή η αντίληψη περί ενός "ad hoc δρώντος Νου" από εκείνη μιας τυφλής-μηχανικής "νομοτέλειας της Φύσης", της κινητήριας δύναμης οιονεί αναρίθμητων, διαφορετικών κατά μέγεθος, θέση και σχήμα, περιφερόμενων στον κενό χώρο ατόμων, τα οποία αποτελούσαν γι' αυτόν τα τελευταία άφθαρτα και αναλλοίωτα βασικά συστατικά κάθε ύπαρξης.

Έτσι, όμως, η θεώρηση της Φύσης από τους Έλληνες της προσωκρατικής εποχής, είχε φτάσει στο σταυροδρόμι δύο κατευθύνσεων, από τις οποίες η μία φαινόταν να οδηγεί προς μια νέα αυλή θρησκευτικότητα, ενώ η άλλη προς τον κοσμοθεωρητικό υλισμό. Παράλληλα, ξεχώρισε βεβαίως η Φιλοσοφία από την Επιστήμη υπό την αυστηρότερη έννοια, και κατά τα τέλη του 5ου αιώνα στράφηκε με τους Σοφιστές, τους "διαφωτιστές" εκείνης της εποχής, στα προβλήματα της ύπαρξης των πολιτών της Γης, ενώ η πολυσήμαντα εναλλασσόμενη γλώσσα έκφρασης των Προσωκρατικών ξεδιαλύνθηκε ή ακόμη ισοπεδώθηκε προς μια γλώσσα λογικών εννοιών. Όπως είπε ο ορθολογιστής Bertrand Russell, "το σημείο στο οποίο ίσως προβάλει κάποιος αντιρρήσεις ακόμη και στους καλύτερους των φιλοσόφων μετά από τον Δημόκριτο, είναι η μονόπλευρη θεώρηση της εμφάνισης του ανθρώπου σε βάρος του σύμπαντος".

Αναμφίβολα, τα μεγάλα ζητήματα της προσωκρατικής Φιλοσοφίας βρέθηκαν αργότερα στο επίκεντρο της Δυτικής σκέψης. Το ίδιο αναμφίβολα, οι επιστημονικοί σπόροι της προσωκρατικής Φιλοσοφίας άνθησαν αργότερα οδηγώντας σε αδιαφιλονίκητα πορίσματα και γνώσεις.

Είναι, όμως, η προσωκρατική Φιλοσοφία, γι' αυτούς τους λόγους, Φιλοσοφία ή Επιστήμη, με τη σημερινή σημασία του όρου; Μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διχογνωμίας αν η προσωκρατική Φιλοσοφία ακολούθησε μετά από μια μυθική φάση ή, αντιθέτως προηγήθηκε μιας ορθολογικής φάσης στην ιστορία της ανθρώπινης ερμηνείας του σύμπαντος. Ακόμη, ίσως τεθεί το ερώτημα: το χάσμα που χωρίζει την προσωκρατική Φιλοσοφία από τη Σωκρατική Διαλεκτική είναι ευρύτερο από εκείνο μεταξύ του Σωκράτη και των στοχαστών των νεοτέρων χρόνων; Εν πάση περιπτώσει, είναι γεγονός ότι η προσωκρατική Φιλοσοφία αγνοήθηκε επί αιώνες από τους αρμόδιους φιλοσόφους.

Από τον Χέγκελ κατά πρώτον —και στη σκιά του από τον Ε. Zeller— η προσωκρατική Φιλοσοφία ενσωματώθηκε σε εκείνη την κίνηση των τριών ρυθμών, στην οποία ολοκληρώθηκε η αυτοανάπτυξη του πνεύματος. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η προσωκρατική Φιλοσοφία έγινε, κατά το παράδειγμα του Αριστοτέλη παλαιότερα, συναινετική ή κριτική. Η αποτίμηση αυτή επιτεύχθηκε στη βάση ενός αυστηρά εννοιολογικού μέτρου και η προσωκρατική Φιλοσοφία χαρακτηρίστηκε είτε από τους Gomperz και Burnet ως προθάλαμος της επιστημονικής σκέψης είτε, αντιστρόφως από τον Joel λίγο αργότερα, ως μυστηριακή απόκλιση από αυτήν. Μόλις τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας αναγνωρίστηκε στην προσωκρατική Φιλοσοφία —κάτω από την ακόμη επενεργούσα επιρροή του Νίτσε και την αίσθηση μιας ολοένα διευρυνόμενης και εμβαθύνουσας ιστορικής έρευνας— ένα είδος ιδιαίτερου χαρακτήρα και μιας ιστορικής "αυτοτέλειας". Η προσωκρατική Φιλοσοφία τοποθετήθηκε σ' ένα γόνιμο κεντρικό σημείο μεταξύ των προεννοιολογικών —θρησκευτικών και μεταμυθικών— ορθολογικών αντιλήψεων.

Erwin Schrödinger



29 Σεπτεμβρίου 2012: To CERN συμπληρώνει 58 χρόνια ζωής

To CERN (Organisation Européenne pour la Recherche Nucléaire "Ευρωπαϊκός Οργανισμός Πυρηνικών Ερευνών") είναι το μεγαλύτερο πειραματικό κέντρο ερευνών σωματιδιακής φυσικής στον κόσμο. Βρίσκεται δυτικά της Γενεύης, στα σύνορα Ελβετίας και Γαλλίας. Το CERN - γεννήθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας το 1954 από 12 ευρωπαϊκές χώρες μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα - ήταν ένας από τους πρώτους οργανισμούς προς την κατεύθυνση της διευρωπαϊκής ένωσης και συνεργασίας. Σήμερα, απαρτίζεται όχι μόνο από τα κράτη-μέλη της ΕΕ (βασικά μέλη), αλλά ταυτόχρονα συμμετέχουν ενεργά οι ΗΠΑ, Ινδία, Ισραήλ, Ρωσία, Ιαπωνία, Τουρκία και η UNESCO. Πρόκειται για ένα πανανθρώπινο εγχείρημα, που ως βασικό αντικείμενο ερευνών του ήταν και είναι τα στοιχειώδη σωματίδια, οι δομικοί λίθοι που απαρτίζουν την ύλη, όπως και οι δυνάμεις που τα διέπουν. Δηλαδή έργο του CERN είναι η καθαρή επιστήμη, η διερεύνηση των πλέον θεμελιωδών ερωτημάτων για τη Φύση: Τι είναι η ύλη; Από πού προέρχεται; Πως συγκρατείται για να σχηματίσει άστρα, πλανήτες και ανθρώπινα όντα; Η κύρια λειτουργία του αφορά την παροχή επιταχυντών σωματιδίων και άλλων υλικοτεχνικών υποδομών που χρειάζονται για την πειραματική έρευνα στο πεδίο της φυσικής υψηλών ενεργειών.

Στο CERN λειτουργούν επομένως πολλοί επιταχυντές, ένας εκ των οποίων είναι ο πελώριος Super Proton Synchroton (SPS), ο οποίος διαθέτει υπόγεια σήραγγα 7 χιλιομέτρων που επιτρέπει στα πρωτόνια να επιταχύνονται στα 400 GeV, δηλαδή σε πολύ υψηλές ενέργειες. Το CERN απασχολεί σήμερα περίπου 3.000 μόνιμους εργαζόμενους, ενώ περίπου 6.500 επιστήμονες και μηχανικοί (που αντιπροσωπεύουν 500 πανεπιστήμια και 80 διαφορετικές εθνικότητες), περίπου το μισό της κοινότητας της σωματιδιακής φυσικής στον κόσμο, δουλεύουν σε πειράματα που οργανώνονται από το CERN. Τα επιστημονικά όργανα που χρησιμοποιούνται στο CERN είναι οι επιταχυντές σωματιδίων και οι ανιχνευτές. Οι επιταχυντές δίνουν στα σωματίδια πολύ μεγάλες ταχύτητες που πλησιάζουν την ταχύτητα του φωτός, και τα ωθούν να συγκρουστούν, είτε με σταθερούς στόχους, είτε μεταξύ τους. Οι ανιχνευτές παρατηρούν και καταγράφουν τα προϊόντα αυτών των συγκρούσεων.

Ο παλαιότερος επιταχυντής, ο οποίος λειτουργεί ακόμη στο CERN, είναι το συγχροτρόνιο πρωτονίων (PS), το οποίο μπήκε σε λειτουργία το 1959. Το υπέρ σύγχροτρον πρωτονίων (SPS), το οποίο τροφοδοτείται με δέσμες σωματιδίων από το PS, λειτούργησε για πρώτη φορά το 1976. Στην αρχή της δεκαετίας του 1980, το SPS έδινε δέσμες σωματιδίων για πειράματα, τα οποία οδήγησαν στην απονομή του βραβείου Νόμπελ Φυσικής στο CERN, για πρώτη φορά το 1984.

Ο μεγάλος επιταχυντής συγκρουόμενων δεσμών ηλεκτρονίων ποζιτρονίων (LEP) κατασκευάστηκε σε ένα κυκλικό υπόγειο τούνελ, περιφέρειας 27 χιλιομέτρων, και αποτέλεσε το σύμβολο έρευνας του CERN για την περίοδο 1989- 2000. Όταν ολοκληρώθηκε η αποστολή του, ο επιταχυντής LEP αποσυναρμολογήθηκε για να δώσει χώρο σε μία πολύ πιο ισχυρή μηχανή, το μεγάλο επιταχυντή συγκρουόμενων δεσμών αδρονίων (LHC), ο οποίος εγκαταστάθηκε στο ίδιο τούνελ, το καλοκαίρι του 2007. Όπως το LEP έτσι και το LHC τροφοδοτείται με δέσμες σωματιδίων από το PS και το SPS. Τα πειράματα στον επιταχυντή LHC γίνονται με γιγαντιαίους ανιχνευτές όπως οι ATLAS, CMS, ALICE, LHCb, οι οποίοι κατασκευάστηκαν από 500 ινστιτούτα 80 χωρών με τη βοήθεια της βιομηχανίας. Τα 12 ιδρυτικά κράτη μέλη: Βέλγιο, Δανία,  Γαλλία,  Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ελλάδα, Ιταλία, Ολλανδία, Νορβηγία, Σουηδία, Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο και Γιουγκοσλαβία.

today's art: Έρικ Χέκελ, "Γυάλινη μέρα", Erich Heckel, "Glass Day" (1913)

Σε μια πρώτη θεώρηση, ο εξπρεσιονισμός είναι το καλλιτεχνικό κίνημα που συνδέεται με τη διάθεση απόδοσης των αισθημάτων και του τρόπου με τον οποίο αυτά καθορίζουν το πώς αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα· και σε αυτή τη διαδικασία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο το χρώμα. Η παραμόρφωση, η απόρριψη των ωραιοποιημένων αποδόσεων, η διεισδυτική αποτύπωση της πραγματικότητας ως έχει και η έμφαση στην αποτύπωση των ταξικών διαφοροποιήσεων, προσδιορίζουν κατ' επέκταση το στίγμα της εικαστικής του πρότασης.

Franz Marc, Blaues Pferd, 1911

Οι πρώτες εξπρεσιονιστικές ομάδες σχηματίστηκαν στη Γερμανία· πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για την ομάδα Γέφυρα στη Δρέσδη, το 1905, και για τον Γαλάζιο Καβαλάρη στο Μόναχο, το 1911. Ο δυναμικός σχολιασμός των ιστορικών φαινομένων, μια τέχνη που δεν προτείνει την απόδραση από τις δυσκολίες του σήμερα, αλλά -αντιθέτως- προάγει την κριτική σκέψη και υποκινεί την εξέγερση, αφορά περισσότερο στην περίπτωση της Γέφυρας, αφού για τους δημιουργούς του Γαλάζιου Καβαλάρη φαίνεται πως προέχει η μορφοπλαστική καινοτομία και η υπόδειξη της τέχνης ως αυτόνομης περιοχής που θα αντλούσε ερεθίσματα από τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου.

Ο Αύγουστος Μάκε

Με την καλλιτεχνική «εταιρεία» της Γέφυρας συνδέθηκαν ονόματα, όπως οι Ernst Ludwig Kirchner (1880-1938), Erich Heckel (1883-1970) και Emil Nolde (1867- 1956) μεταξύ άλλων, ενώ με την ομάδα του Γαλάζιου Καβαλάρη δραστηριοποιήθηκαν καλλιτέχνες, όπως οι Wassily Kandinsky (1866-1940), August Macke (1887-1914) και Franz Marc (1880-1916).

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Προτάσεις για τη διδασκαλία της αρχαιοελληνικής γλώσσας και γραμματείας: Η διατροφή στην Οδύσσεια, στην καθημερινή ζωή και στο διάστημα

Woman kneading bread, c. 500–475 BC, National Archaeological Museum of Athens. Femme pétrissant de la pâte à pain, v. 500-475 av. J.-C., Musée national archéologique d'Athènes.

Τερακότα της Βοιωτίας, τέσσαρες γυναίκες ζυμώνουν, ενώ μουσικός με φλογέρα κρατάει τον ρυθμό, 525 - 500 π.Χ.


ΟΦΙΣ KΑΙ ΚΡΙΝΟ

Couple d'amants, Fresque murale  Pompéi, Casa del Cantenario.          

2 Σεπτεμβρίου

Πηγαίνομε μαζί, γέρνει μ’ εμπιστοσύνη απάνω μου, γυρίζομε στο σπίτι μαζί, κλειούμε τα παράθυρα και τις πόρτες και σβύνομε το φώς κα κατεβάζομε τις κουρτίνες και μένομε μόνοι ολομόναχοι στα βάθη του κρεββατιού και την κυττάζω μέσα στα μάτια και την αρπώ από τη μέση και την κυττάζω. Και μου φαίνεται περίεργο πώς δεν φωνάζει και δεν καλεί βοήθεια και πώς δεν πεθαίνει από τον τρόμο της απάνω στα σεντόνια.

Ω Δύστυχη, δεν ένοιωσες λοιπόν ακόμα ποιος είμαι κι όταν μένομε μόνοι, αγκαλιασμένοι, δεν αισθάνεσαι αποπάνω μας το μεγάλο προαίσθημα του Θανάτου ; Και πώς μπορείς νάσαι ήρεμη και ν’ αγαπάς ; Όταν Σε σφίγγω και Σου ζητώ το μυστήριο της σάρκας Σου και ζητώ να κορέσω τη δίψα - τη δίψα της ψυχής μου πλειότερο παρά του κορμιού - απάνω στα χείλη Σου κι απάνω στις ανατριχίλες των σαρκών Σου νοιώθω απομέσα Σου ν’ αναβαίνει μέσα μου και να κλαίει ο απέραντος πόθος του Θανάτου.

Κάτι κλαίει στα φιλιά μας και κάποιο τρίξιμο πεθαμένων κοκκάλων γροικιέται στ’ αγκαλιάσματα μας κι ένα νεκρώσιμο συντροφιάζει τα χτυποκάρδια της αγάπης μας. Κάτι κλαίει μέσα μου, ω Πολυαγαπημένη, και Σε παρακαλεί όταν είναι ακίνητη και χλωμή πάνω στο κρεββάτύ και κλείνεις τα μάτια Σου για ν’ απολαύσεις πλειότερο, κάτι κλαίει μέσα μου και Σε παρακαλεί να κλείσεις τα μάτια Σου και να Μην ξυπνήσεις πλειά.

 Auguste Rodin, Nude female

5 Σεπτεμβρίου
Στα βάθη των σκέψεων μου τα πλειό μυστικά κι απόκρυφα φεγγοβολεϊ το άγιο Βήμα της ψυχής μου. Εκεί πάνω έστησα το είδωλο Σου, ω Πολυαγαπημένη. Τα όνειρα μου εκστατικά γονατίζουν μπροστά Σου και λειτουργούν. Και οι σκέψεις μου σαν λαμπάδες ανάβουνε και λυώνουνε στα πόδια Σου. Η αγάπη μου Σου πλέκει τον ακάνθινο στέφανο στο κεφάλι και η οδύνη μου απέραντη κι ασάλευτη Σου είνε στηλοβάτης. Ξεψυχούν οι πόθοι μου στα πόδια Σου κι ανεβαίνει η λαχτάρα όλου μου του κορμιού σαν θυμίαμα γύρω στις λευκότητες Σου. Αφότου Σ’εγνώρισα μια μυστική λειτουργία τελείται ολημερίς κι οληνυχτής μεσ’ στην καρδιά μου. Όλα μου τα νεύρα και όλοι μου οι στοχασμοί αφότου Σ’ εγνώρισα έμαθαν να προσεύχονται. Και γονατίζω όλος μπροστά στο άγαλμα Σου πού στέκεται και φεγγοβολεί στα άγια των αγίων της ψυχής μου και γονατίζω όλος και προσεύχομαι στους μεγάλους Θεούς, ω Γαλάτεια ! Να γυρίσεις πάλι στη νεκρήν ακινησία των μαρμάρων, Στην αιώνια γαλήνη και την αιώνια ωμορφιά - γιατί φοβούμαι. Κάποιο κύμα οδύνης φουσκώνει κι ανεβαίνει στην καρδιά μου και μουγγρίζει κι απειλεί τριγύρω Σου. Κάποιος κόρος πελώριος Σε περικυκλώνει. Ω γύρισε, Γαλάτεια, στη μαρμαρωμένην ομορφιά του θανάτου πριν το κύμα Σε σκεπάσει όλη, πριν οι ρυτίδες βεβηλώσουν το μέτωπο Σου το αχάραχτο. Ξέρω ένα γιατρικό που γιαίνει κάθε πόνο, ξέρω ένα αθάνατο νερό - που όποιος το πιει δεν διψά πλειά ποτέ του. Ω αγάπη μου, γύρε από τον στηλοβάτη Σου κι έλα να Σε δηλητηριάσω όλη με τα χείλη μου και να Σου στάξω μέσα σταλαγματιά, σταλαγματιά, τον Πόθο τον Μεγάλο. Το πένθος το Μεγάλο και τη Μεγάλη Νοσταλγία του Νιρβάνα όπου τα κάλλη είνε αιώνια και ο ύπνος γλυκύς κι ασάλευτος κι η ηδονή της Νύχτας δεν φαρμακιόνεται από τη πίκρα της αυγής.

Ω Γαλάτεια! Γονατίζουν όλες μου οίσκέψεις κι όλα μου τα όνειρα κι όλες οι ανατριχίλες του κορμιού μου μπροστά στο Είδωλο σου - στα βάθη της ψυχής μου, κι επικαλούνται τον Θάνατο. -

6 Σεπτεμβρίου
Πες της ψυχής Σου να γονατίσει κοντά μου και πές της ν’ ανοίξει μ’ ευλάβεια τα χείλη της και να περιμένει : Το άγιο Δισκοπότηρο της αγάπης κρατεί στα χέρια του ο Άγγελος της Οδύνης και διατρέχει τους κόσμους και μεταλαβαίνει τις ψυχές.

10 Σεπτεμβρίου
Πηγαίνω κι έρχομαι κάποιον περιμένω. Τρέχω έξω από την πόλη κι ανεβαίνω στον Λόφο και κυττάζω μπροστά μου και συλλογούμαι. Ο ήλιος σιγά, σιγά, γλυστρά πίσω από το βουνό και γύρω του σύννεφα χρυσά και κόκκινα πλέκουν την εσπερινή γαλήνη απάνω στα νερά. Και η ηρεμία του δειλινού χύνεται απάνω στα δένδρα και φιλεί τους βράχους και γλυκοκοιμάται απάνω στη θάλασσα και στις κορφές των βουνών. Αγάλια, αγάλια, απλώνουν τα φτερά των τα πουλιά κι αργοπετούνε στις φωληές. Τάστρα προβαίνουν στον ουρανό και χαμογελούν και οι απλοϊκές ψυχές τα κυττάζουν και με τη παντοδυναμία της προσευχής ανοίγουν τα φτερά των κι εκείνες και βρίσκουν έκεί απάνω στις αχτίδες των φωληές,

Όλα κοιμούνται κι ονειρεύονται απάνω στη γη. Δεν κινιέμαι για να μη ξυπνήσω τους κόσμους των εντόμων που κοιμούνται κάτω από τα πόδια μου. Όλα σωπαίνουν. Πάνω από το βουνό θα προβάλει τώρα το φεγγάρι χλωμό και ήρεμο και σαν μάτι φιλόστοργο κάποιας άγνωστης Μητέρας θ’ αγρυπνεί στον ύπνο των παιδιών της.

Όλα σωπαίνουν. Κάθομαι στον λόφο και κυττάζω μπροστά μου και συλλογούμαι. Η νύχτα μπαίνει μέσα στην καρδιά μου. Και συλλογούμαι. Και η γαλήνη της θάλασσας και των δένδρων η σιγαλιά και τ’ άστρο μπαίνουν μέσα στην καρδιά μου. Και νοιώθω σιγά, σιγά, μέσα μου να μπαίνει και ν’ απλώνεται η απελπισμένη ευτυχία των πεθαμένων πραμάτων.

15 Σεπτεμβρίου
Έλα να κλάψομε μαζί. Ένα κύμα ανεβαίνει μέσα μου - σαν πλημμύρα - και μουγγρίζει γύρω Σου και Σε παρακαλεί. Ένα δάκρυο της ψυχής μου ανεβαίνει γύρω Σου και Σε παρακαλεί.

Έλα να κλάψομε για κείνους που δεν μπορούν να κλάψουν, πούχουν στεγνά τα μάτια και γεμάτα δάκρυα την καρδιά. Για τα λουλούδια που ανοίγουν και μαραίνονται, για τα βουνά πούναι αιώνια για τους Θεούς που έρχονται και πεθαίνουνε στην γη, για τα μεγάλα μέτωπα και τα μεγάλα φτερά με τις μικρές φωληές, για τάστρα που κάτι αγωνίζονται να πουν και δεν μπορούνε. Έλα να μη φιληθούμε απόψε ολόνυχτα - να κλάψομε μόνο... Τα δάκρυα σωρειάστηκαν απάνω Στην ψυχή μου χρόνια και χρόνια τώρα. Και πνίγομαι. Πνίγομαι ω Δύστυχη και ω Αγαπημένη ! Έλα κάμεμε να κλάψω απόψε απάνω στο κρεββάτι. αλάφρωσε την ψυχή μου από τη πλημμύρα κι από τον πόνο.

16 Σεπτεμβρίου
Λυγίζει το λουλούδι όταν πολλή δροσούλα του δώσει ο ουρανός. Λυγίζει από την αγάπη η ψυχή μου.

20 Σεπτεμβρίου
Μια φλόγα καίει μέσα μου. Σαν ακοίμητο καντύλι μπροστά στην εικόνα του Θεού. Και παράξενα φτερά, μεγάλα, απλώνονται μπροστά μου, σαν άγριου πουλιού φτερούγες. Κάποιο νύχι ξεσκίζει την καρδιά μου. Και κάποιες σταλαγματιές, μεγάλες, βουβές, σαν δάκρυα και σαν αίμα στάσσουν η μια απάνω στην αλλη και λακκουδώνουν την ψυχή μου.

Μην κλαις και μη φοβάσαι ω Πολυαγαπημένη. Είνε ο μεγάλος Αετός της Οδύνης και είνε η ακοίμητη φλόγα της Αγάπης. Μην κλαις - εγώ χαμογελώ στον Πόνο μου και στα χτυπήματα του. Ραγίζει η καρδιά μου και το αίμα τρέχει μέσα μου. Κι έρχεται η νύχτα και περνάς ανάλαφρα, ανάλαφρα, το χέρι Σου απάνω στο μέτωπο μου και φεύγουν τα φτερά και στέκεται το αίμα - όλες οι πληγές γιατρεύονται και κλείνουνε τη νύχτα. Φθονεί εκεί απάνω ο Θεός και εκδικείται. Όχι, να Μην κλάψομε - να μην καταδεχτούμε ! Κάτι αθάνατο νοιώθω μέσα μου να καίει και να χαμογελά. Έχω μέσα μου την ίδια φλόγα που έχει κι Εκείνος και την ίδια ουσία πού έχουνε τα άστρα. Φρενηάζει η αθανασία μέσα μου και η ηδονή της Παντοδυναμίας και το μεγάλο Φιλί που έχουν στις λαγόνες των οι Δημιουργοί των κόσμων. Άσπαστες αλυσίδες με δένουνε στην γη - μα Κάποιον νοιώθω μέσα μου, που δεν καταδέχεται να σκύψεστον Θεό !

Antonio Canova, Le Baiser d'Amour et Psyché, détail visages

25 Σεπτεμβρίου

Χθες τη νύχτα όταν την κύτταζα γυμνή στο απαλό φώς του καντυλιού ένας πόθος άγριος αιμάτωσε τα στήθη μου. Μου φάνηκε πως την απόλαυσα όλη και δεν έμεινε κανένα πλειά μυστήριο απάνω της να μην το βεβηλώσω. Παντού σε όλες της τις γυμνότητες οι δαγκαματιές των φιλημάτων μου και τα βέβηλα χάδια των χεριών μου και η όφιοειδής γραμμή που τυλίχτηκε λάγνο το σώμα μου.

Στράτες αιώνιες που διάβηκεν ο πόθος μου. Μου φάνηκε πώς την απόλαυσα όλη. Όλη, - μόνον ένα κόκκινο μυστήριο μου έμεινεν ακόμα.ήταν ρκεί μέσα κρυμένο, πίσω από το δέρμα της απάνω στα βλέφαρα της, Στην εξόγκωση τη πάλλευκη των στηθιών της - ήταν εκεί μέσα κρυμένο και τόνοιωθα να κυκλοφορεί και ν’ ακολασταίνει όλο κόκκινο μέσα στης φλέβες.

Κι ένοιωσα πώς δεν την απόλαυσα όλη.

Ω ! να πηδά το αίμα και να χύνεται απάνω στα σεντόνια και να σπαρταρά το σώμα της απάνω στο κρεββάτι και ν’ ανοιχτούν περίτρομα τα μάτια και να ριχτούν τα μπράτσα της μ’ ελπίδα και με φόβο γύρω στον λαιμό μου !...

Ω η γοητεία των αιμάτων !

Κι έχαμογέλασα χθες τη νύχτα. Ω Αγαπημένη μου, δεν θα πεθάνω πριν να Σ’ απολαύσω όλη.


26 Σεπτεμβρίου
Θέλω να σπεύσω να Σ’ απολαύσω όλη. Όλα τα λευκά μυστήρια των γυμνοτήτων Σου που κοιμούνται και προσμένουν. Θέλω να σπεύσω, ίσως και προφθάσω να στραγγίσω τα χείλη Σου και τη σάρκα Σου όλη κι όλες τις ανατριχίλες που παραμονεύουν στα βάθη των λαγόνων Σου. Κανένα φιλί να Μην Σου πάρει ο Χάρος. Όλα να Σου τα πάρω εγώ. Θέλω να σπεύσω γιατί νοιώθω πώς πεθαίνομεν ολόενα κάτι γλυστρά κάτω από τα πόδια μας, κάποιος δείχτης ρωλογιού εκεί πάνω προχωρεί, προχωρεί και πλησιάζει η νύχτα. Ένας μαγνήτης από τα βάθη των χωμάτων μας σέρνει, δεν αισθάνεσαι Αγάπη μου; μας σέρνει ανίκητος – του κάκου πιανόμαστε από τα λουλούδια της στράτας για να σταθούμε. Τα λουλούδια ξεριζιόνονται κι απομένουν νεκρά στα χέρια μας κι εμείς σερνόμαστε. Ω αγάπη μου, πλέξε γύρω μου σφιχτά την θριαμβευτική λευκότητα του κορμιού Σου, σφίξε με ακόμα πλειότερο, έλα,- δύστυχοι εμείς που αγαπούμε - έλα να σμίξομε τα χείλη μας και τις ψυχές και τα κορμιά μας με το μεγάλο δίχτυ των επιθυμιών μας, έλα πλέξου γύρω μου, ίσως - να σταματήσομε λίγο, ίσως περάσουνε στιγμές χωρίς να συρθούμαι εκεί κάτω ! Εκεί κάτω στο χώμα που παντοδύναμος μας σέρνει μαγνήτης. Έλα να σπεύσομε. Μη μου κρατείς κανένα μυστήριο της σάρκας Σου κρυμένο. Νοιώθω μια ψυχή - Βακχίδα μέσα μου ! Μη φοβάσαι. Κλείσε τα μάτια Σου και δώσε μου το χέρι Σου κι έλα να Σου δείξω όλα τα μονοπάτια τ’ απάτητα της ηδονής που ξέρω. Άγρια θα περνά αποπάνω μας η γύρις των νυχτών. Και θ’ ανεβαίνουν από τους νεφρούς μας τα φιλιά. Έλα να σπεύσομε. Κάποιος ενεδρεύει Στην κώχη του κρεββατιού. Κάποιο προαίσθημα σκορπάται στα σεντόνια που μοιάζουν σάββανα.

Ω πού να φύγω και σε ποιά καμπυλότητα του κορμιού Σου να χωθώ και πώς να Σε σφίξω για να μην πεθάνω – για να μην πεθάνω πριν να Σε απολαύσω όλη.

27 Σεπτεμβρίου
Σε κυττάζω. Και μου φαίνεται - μου φαίνεται ώ Ακόρεστη και ω Γυναίκα πως αν σκορπίσω την αγάπη μου απάνω στην γη θα γονιμοποιηθή το στείρο χώμα - και θα συλλάβει και θα γεννοβολήσει ρόδα κόκκινα και παπαρούνες και περιπλοκάδες και κισσούς.

29 Σεπτεμβρίου
Ω, πώς να Σε κυττάξω και πώς να λυγίσω το κορμί Σου και πώς να σκορπίσω τον πόθο μου απάνω στη λαχτάρα Σου για να συλλάβω την ηδονή τη μεγάλη που πλέει στα μάτια Σου και γλυστρά κάτω από τις λαγόνες Σου και χύνεται αμίλητη κι ανέγγιχτη κάτω από τα μεριά Σου !

Λαχταρώ το κορμί Σου κι όταν το σφίγγω μέσα στην αγκαλιά μου και σπαρταρά και φωνάζει από τον πόνο του άγριου εναγκαλισμού κάποια φωνή ανεβαίνει μέσα μου σαν λυγμός, και σπαράσσει τα στήθη μου η απογοήτευση και η πεποίθηση πώς κάτι άλλο ζητώ. Και Σ’ αφίνω τότε να χωρίσεις από το σώμα μου και είμαι χλωμός κι αγέλαστος και λυπημένος. Σκύφτω κι ακούω ενα δρεπάνι μέσα μου να θερίζει χάμαι παράξενα πράματα πού κλαίνε. Εμάλαξα κι έλυωσα το κορμί Σου όλο στη φλόγα των επιθυμιών μου και του έδωκα όλες τις καμπυλότητες των ακόλαστων εμπνεύσεων κι όλα τα χάδια των νυχτερινών ορμών και Σ’ έσφιξα, και Σ’ εκύτταξα μέσα στα μάτια – και Σε κύτταξα μέσα στα μάτια και είπα : το όνειρο μου είσαι Συ. Και η φωνή ανέβηκε μέσα μου κι ένας λυγμός ετίναξε την καρδιά μου.

Ω Πολυαγαπημένη ! Όχι, όχι, δεν θα προφθάσω να Σ’ απολαύσω όλη !

30 Σεπτεμβρίου
Κι αν όλο το σώμα μου παραδοθή κι αν ανατριχιάσει όλο από τα χάδια Σου, ω Πολυαγαπημένη, κι αν όλο το σώμα μου βαφτιστή στον ίδρο της ηδονής και των οργίων - το μέτωπο μου θάναι στεγνό, μακρυά από την γιορτή του κορμιού, χωρίς ηδονή και χωρίς έκπληξη, αγέλαστο και λυπημένο, λυπημένο....

ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ (ΚΑΡΜΑ ΝΙΡΒΑΜΗ)



Εντοπίστηκαν σπείρες στον ελλειπτικό Κένταυρο Α, ως αποτέλεσμα συγχώνευσης με άλλον γαλαξία

Ένα σπάνιο κοσμικό φαινόμενο εντόπισε διεθνής ομάδας επιστημόνων. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι ο ελλειπτικός γαλαξίας Κένταυρος Α ανέπτυξε σπείρες ύστερα από τη συγχώνευσή του με νεαρότερο και μικρότερο γαλαξία, κάτι που εντοπίζεται για πρώτη φορά. Η ανακάλυψη προσφέρει στους ειδικούς νέα στοιχεία για τη ζωή και την εξέλιξη των γαλαξιών. One of the most luminous and massive galaxies known, Centaurus A is a strong source of both radio and X-ray radiation. The supermassive black hole at its center is highly active, ejecting 13,000-light-year-long jets of superheated gas (blue) and cooler matter (orange) from the disk of the galaxy. The material in the jets travels about 9 million km (5.59 million miles) per minute—half the speed of light. Photo: NASA/CXC/CfA/R. Kraft et al.; Submillimeter: MPIfR/ESO/APEX/A. Weiss et al.; Optical: ESO/WFI

Ο NGC 5128, ευρύτερα γνωστός ως Κένταυρος Α, είναι ένας γιγάντιος ελλειπτικός γαλαξίας (αν και ορισμένοι υποστηρίζουν ότι κατατάσσεται στους φακοειδείς γαλαξίες) που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 12 εκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη, στον αστερισμό του Κενταύρου. Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο Κένταυρος Α αντιμετώπιζε μια κρίση... μέσης ηλικίας. Τα λαμπρότερα άστρα του είχαν πλέον γεράσει και έχαναν τη «σπιρτάδα» τους. Επιπλέον ο γαλαξίας είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος των αερίων που είναι απαραίτητα για τη δημιουργία νέων άστρων. 

Ο Κένταυρος Α ήταν σύμφωνα με τους ειδικούς ένας «βαρετός γέρος». Όμως κάποια στιγμή ένας μικρότερος και νεότερος γαλαξίας πλησίασε τον Κένταυρο Α. Η συγχώνευση των δύο γαλαξιών «ανανέωσε» τον γερο-γαλαξία αφού προκάλεσε τη δημιουργία όχι μόνο νέων άστρων, αλλά και δύο σπειροειδών βραχιόνων. Στις παρατηρήσεις οι δύο αυτοί βραχίονες έμοιαζαν με κοσμικά πλοκάμια που περιελίσσονταν γύρω από το κέντρο του ελλειπτικού γαλαξία, με διαστάσεις και προσανατολισμούς που θυμίζουν τους σπειροειδείς γαλαξίες, όπως είναι για παράδειγμα ο δικός μας. «Μείναμε έκπληκτοι όταν ανακαλύψαμε ότι επρόκειτο ξεκάθαρα για σπείρες. Μάλιστα κινούνται και συμπεριφέρονται όπως και οι σπείρες στους σπειροειδείς γαλαξίες» αναφέρει η Αλισον Πεκ του Αστεροσκοπείου ALMA στη Χιλή που ήταν μέλος της ερευνητικής ομάδας. Η έρευνα δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «The Astrophysical Journal Letters».

today's art: Niccolò dell'Abbate, Η αρπαγή της Περσεφόνης, Παρίσι, Λούβρο. The Rape of Proserpine, circa 1570, Musée du Louvre , Paris, France

Niccolò dell'Abbate: Γεννήθηκε στη Μόντενα, γιος ενός γλύπτη. Είχε εκπαιδευτεί στο στούντιο της τοπικής Modenese. Ειδικεύτηκε στα κοσμικά και μυθολογικά θέματα, καθώς εργάστηκε και για το Palazzo dei Beccherie (1537) σε διάφορα δωμάτια του Rocca dei Scandiano (αρχές 1540), καθώς και  στο δωμάτιο του Ηρακλή (Hercules) στο Rocca dei Meli Lupi de Soragna(c. 1540-1543), και, ενδεχομένως, στο Palazzo Casotti στο Ρέτζιο Εμίλια. Το ύφος του  τροποποιήθηκε, όταν μετακόμισε στην Μπολόνια το 1547.


Orpheus and Eurydice

Στη ζωγραφική του απεικονίζονται περίτεχνα τοπία και με αριστοκρατικό ύφος σκηνές κυνηγιού και ευγενών, ενώ συχνά υπάρχουν παραλληλισμοί με αφηγήσεις μυθολογικές. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου όταν διακόσμησε το Palazzo Poggi καθώς και τοιχογραφίες που απεικονίζουν τον Orlando Furioso στο δουκικό ανάκτορο της Sassuolo, κοντά στη Μοντένα. Το 1552, ο Nicolò μετακόμισε στη Γαλλία, όπου εργάστηκε στο Βασιλικό Château de Fontainebleau, ως μέλος της ομάδας διακόσμησης  υπό την διεύθυνση του Francesco Primaticcio. Στο Παρίσι, έφτιαξε τις νωπογραφίες στην οροφή του παρεκκλησίου στο Hôtel de Guise (καταστροφή), ακολουθώντας  τα σχέδια του Primaticcio. Εκτέλεσε επίσης ιδιωτικές παραγγελίες για  καμβάδες με μυθολογικά θέματα  σε τοπία. Ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής του, αντανακλούσε την εποχή του: για παράδειγμα,  διακοσμήσεις για την θριαμβευτική είσοδο στο Παρίσι, του Charles IX και της νύφη του Ελισάβετ της Αυστρίας το 1571. Εκείνο το έτος, ο Nicolò πέθανε στη Γαλλία.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Προτάσεις για τη διδασκαλία της αρχαιοελληνικής γλώσσας και γραμματείας: Το λουτρό και η χρήση του νερού στην Οδύσσεια και στο διάστημα

Στρατιώτες πίνουν σε ένα πηγάδι. Πλευρά Α αττικού ερυθρόμορφου κρατήρα, 450 - 430 π.Χ. Soldiers drinking at a well. Side A of an Attic red-figure column-krater, 450–430 BC. Naples Painter. Soldats buvant à un puits. Face A d'un cratère à colonnettes attique à figures rouges, 450-430 av. J.-C. Peintre de Naples.


today's art: Pablo Picasso, Oικογένεια σαλτιμπάγκων, La Famille de saltimbanques, 1905

«Στην έναρξη ακριβώς του 20ου αιώνα, τον Οκτώβριο του 1900, ο Picasso φτάνει στο Παρίσι. Τις επόμενες δεκαετίες θα γνωρίσει μια θριαμβευτική πορεία που θα τον καθιερώσει ως το αρχέτυπο του καλλιτέχνη τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική. Το έργο του και η ζωή του θα συμπυκνώσουν όλα τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν έναν «πλήρη» καλλιτεχνικό μύθο όχι μόνο για το ευρύ κοινό αλλά και για όσους ασχολούνται ως ειδικοί με το φαινόμενο της τέχνης: καινοτόμο ιδίωμα, κοινωνική στράτευση αλλά και πολυτάραχη ζωή, χρήματα, αναγνώριση. Ωστόσο, αυτή την πρώιμη περίοδο, ο ίδιος ο Πικάσσο αυτοπροσωπογραφείται ως σαλτιμπάγκος.

Πράγματι, στα έργα της προκυβιστικής περιόδου, στα οποία ο καλλιτέχνης συχνά εντάσσει τον εαυτό του στο πλαίσιο ομάδων που δρουν κατά κάποιο τρόπο στις παρυφές της κοινωνίας, συνεχίζει ουσιαστικά την αυτοπροσωπογραφική καλλιτεχνική παράδοση των μποέμ του προηγούμενου αιώνα. Το λιτό ύφος της γραφής, η μονοχρωμία, η ελαχιστοποίηση των παραπληρωματικών θεμάτων, η έκκεντρη τοποθέτηση των μορφών δεν αποτελούν απλώς στοιχεία που ορίζουν την έναρξη μιας πολυδιάστατης πορείας κατά την οποία η παλινδρόμηση προς τη δυτική παράδοση θα αποτελέσει μόνιμη συνισταμένη.

Pablo Picasso, Famille de bateleurs, 1905, 24.1 x 30.5 cm. watercolor.

Εδώ, μορφοποιείται επίσης συμβολικά, μέσω της ισχνής παρουσίας του ίδιου του Πικάσσο, στα αριστερά του πίνακα, και η συνείδηση του καλλιτέχνη στον πρώιμο 20ό αιώνα: ο καλλιτέχνης εμφανίζεται ως μέλος μιας ομάδας (εδώ, το μπουλούκι) που μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο περιθωριοποιημένη και της οποίας η δραστηριότητα (εδώ, το τσίρκο) αποτελεί έσχατο καταφύγιο αλλά, συγχρόνως, και μοναδικό μέσο κοινωνικοποίησης. Η μεταφορά δεν είναι τυχαία. Μια τέτοια εικόνα ορίζει παραδειγματικά την υπόσταση του καλλιτέχνη της πρωτοπορίας στις αρχές του 20ού αιώνα, του καλλιτέχνη που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μέλος μιας καλλιτεχνικής ομάδας, η οποία συντηρεί μια ιδιότυπη σχέση με το κοινωνικό σύνολο.»

Ν. Δασκαλοθανάσης, Ο καλλιτέχνης ως ιστορικό υποκείμενο από τον 19ο στον 21ο αιώνα, Αθήνα, Άγρα, 2005, σ. 103-104.


Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Προτάσεις για τη διδασκαλία της Ιστορίας Γ’ Λυκείου: Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 - Ένα μήνυμα ελευθερίας για την Ευρώπη

Ευγένιος Ντελακρουά, «Μελέτη για τους Σουλιώτες», 1824-1825.



Προτάσεις για τη διδασκαλία της Ιστορίας Γ’ Λυκείου: Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 - Ένα μήνυμα ελευθερίας για την Ευρώπη from Kostas VakouftsisΠαρουσίαση με διαφάνειες για τη διδασκαλία της τρίτης ενότητας του σχολικού βιβλίου, «Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου».

Πώς να ζήσουμε;

Η σοβαρή και αναπόφευκτη ερώτηση πώς να ζήσουμε; απευθύνεται σε μας και μας αφορά ζωτικά, την ίδια στιγμή που μας διαφεύγει, όπως διαφεύγει κι από τον ίδιο τον εαυτό της. Οι διάφορες απαντήσεις που της δίνονται δεν μοιάζουν εύστοχες. Ήδη το να την θέσει κανείς είναι σημάδι μιας ορισμένης κόπωσης, μιας κάμψης των ζωτικών δυνάμεων. Εν τούτοις η καίρια αυτή ερώτηση είναι ακόμη ικανή να κλονίσει τα συνήθη και θανατηφόρα προφανή. Δεν αφήνεται να την τραβήξουμε ως την άκρη της, ενώ και οι αινιγματικές απαντήσεις ακόμη τις οποίες προκαλεί παραμένουν ευρύτατα και βαθύτατα ανεπαρκείς. Ωστόσο η ερώτηση επανέρχεται αδιάκοπα. Ακόμη κι αν έχουμε υπερβεί τις εντάσεις μιας αναμονής, τις διερευνητικές μορφές μια ελπίδας, αυτή η διερώτηση στην καρδιά της ύπαρξης, που δεν είναι ποτέ απομονωμένη αλλά εμψυχώνει μαζί με τους άλλους αυτό το οποίο υποδεικνύεται με το όνομα της ζωής, έναν όρο τόσο προβληματικό, ανοίγει το δρόμο της. Οι απαντήσεις και οι λύσεις χωλαίνουν αναπόφευκτα και αποσύρονται. Αυτή η απόσυρση, όμως, δεν είναι ένα τίποτα.

Hugo Simberg, Le jardin de la mort, The garden of death, 1896

Ο θάνατος δεν παύει να προσεγγίζει, να είναι εδώ. Υπάρχουν εκείνοι που είναι αναγκασμένοι να πεθάνουν τυφλά και σιωπηλά, εξόδοις τους, κι εκείνοι που πεθαίνουν έχοντας, αν μπορεί να πει κανείς, εκπληρώσει τη ζωή τους. Ο θάνατος επίσης παίρνει αυτό που πνέοντας τα λοίσθια, πρέπει να πεθάνει. Οι μάχες των οπισθοφυλακών είναι περιττές. Όταν «le mort saisit le vif!» (Ο νεκρός συλλαμβάνει τον ζωντανό!), όπως γράφει ο Μαρξ γαλλικά στο Κεφάλαιο, αυτό που ζει προσπαθεί με τη σειρά του να συλλάβει τον θάνατο. Μια εξ ίσου ισχυρή ορμή εκδηλώνεται σε σχέση με τον θάνατο. Η ζωή μπορεί ν’ αντισταθεί σ’ αυτό που είναι νεκρό. Συνεχίζει ασταμάτητα το δικό της έργο –που φέρει πάντοτε το στίγμα του θανάτου-, μπορεί ν’ αναλάβει τον θάνατο (τον δικό της θάνατο, τον θάνατο κάθε υπάρχοντος και τον θάνατο αυτόν καθαυτόν). Διότι μια παραγωγική σχέση με αυτό που είναι νεκρό καθώς και με τον ατομικό και τον οικουμενικό θάνατο είναι δυνατή. Δεν υπάρχει αιώνια επιβίωση. Όλα συμβαίνουν μέσα στη διάσταση της δοκιμασμένης παγχρονικότητας, που δεν είναι μια διάσταση μεταξύ άλλων, λεπτό προς λεπτό, ώρα με την ώρα, εποχή με την εποχή, κάνοντας την εμπειρία τόσο του μη ξεπερασμένου παρελθόντος, του εξασθενημένου παρόντος, όσο και του μέλλοντος που είναι ήδη εδώ. Φθάνει να είμαστε προσεκτικοί στη σύμπλεξη των μεταβλητών και του αμετάβλητου. Οπωσδήποτε, η ύπαρξη δεν είναι φτιαγμένη γι’ αυτούς που τολμούν να ζουν αυτό –αυτό- από πολύ κοντά κι από πολύ μακριά συγχρόνως, κατάματα, περαστικοί πάνω σ’ έναν πλανήτη που δεν είναι αιώνιος, διαβάτες ταπεινοί ή σημαντικοί.

Η μη ανασχέσιμη προέλαση της σύγχρονης τεχνικής η οποία καταλαμβάνει τα πάντα συμβαδίζει με την απουσία των Θεών, με την ερήμωση της φύσης, με τη διάλυση των κοινοτήτων, με το βασίλειο του εμπορεύματος, με την αποθέωση της αναπαράστασης και των θεαματικών της οργάνων, με την αποχαλίνωση της θέλησης. Ο άνθρωπος –που υποτίθεται ότι θριαμβεύει- έχει περιοριστεί στα στοιχειώδη. Καθρεφτίζεται χωρίς τελειωμό στον «δικό» του καθρέφτη, στον οποίο είναι επίσης καταδικασμένη να καθρεφτίζεται ολόκληρη η ανθρωπότητα και κάθε πράγμα. Ενάντια στην κατάσταση αυτή υψώθηκαν, από τις αρχές του 19ου αιώνα, ζωηρές διαμαρτυρίες, κι όχι απλώς διαμαρτυρίες, απέναντι στη γενικευμένη βιομηχανοποίηση. Ζωηρά λόγια και κινήσεις εξέφρασαν όλη τη δυσανεξία, τη δυσφορία, τη δυστυχία, οι οποίες μπορεί μεν να ήσαν οικουμενικές αλλά ήσαν επίσης σημαδεμένες απ’ την καινούργια απόγνωση, απ’ το ξερίζωμα, από τη δύναμη της πεζότητας, του υπολογισμού. Ορισμένες από τις μορφές αυτές που, ρητώς ή όχι, αρνήθηκαν τους νέους καιρούς πλήρωσαν πολύ οδυνηρά τα οράματά τους, υπακούοντας στην τάξη του χρόνου. Στοχαστές, ποιητές, ζωγράφοι, μυθιστοριογράφοι –ας σκεφθούμε τον Ντοστογιέφσκι- δεν μπορούσαν να υποφέρουν αυτό που άρχιζε να κυριαρχεί και του οποίου η κυριαρχία επρόκειτο να επισπευσθεί. Η άρνηση όμως αυτή δεν ήταν άμοιρη και ενός ισχυρού αισθήματος απώλειας, μιας ορισμένης νοσταλγίας.

Έτσι, ο Χαίλντερλιν κάνει ποίηση την απόσυρση των θεών και τείνει προς την αναμονή ενός νέου θεού.

A portrait of Karl Marx before 24th August 1875.

Ο Μαρξ στιγματίζει σκληρά τη βασιλεία της αποξένωσης και εύχεται να ξαναβρεί ο άνθρωπος (οι άνθρωποι στο σύνολό τους) την ανθρώπινη φύση του.


Ο Νίτσε καταγγέλλει τον μηδενισμό που σφραγίζει τα πάντα με ασημαντότητα και προοιωνίζεται μιαν άλλη κατάφαση αυτού που είναι και γίνεται.

Ο Χάιντεγκερ προσκολλάται στη λήθη του Είναι και περιμένει έναν τελευταίο σωτήρα θεό.
Η απόρριψη του παρόντος, που είναι αβάσταχτο και πολύ βαρύ, συμβαδίζει με «προφητικά» λόγια και με χειρονομίες που μυρίζουν νοσταλγία. Η νοσταλγία σκιαγραφεί, απέναντι και μέσα σ’ ένα ανεπανόρθωτο και πνιγηρό παρόν, μιαν «επιστροφή» σ’ έναν τόπο και σ’ ένα χρόνο τον οποίο ουδέποτε κατοικήσαμε πραγματικά και ο οποίος θα ήταν το ενδιαίτημά μας. Πράγμα που δεν αποκλείει τη δυνατότητα να υπάρχουν νοσταλγίες που πηγαίνουν μπροστά, που είναι προδρομικές…"


Απόσπασμα από το βιβλίο του Κώστα Αξελού, Αυτό που επέρχεται  (Eνότητα: Αυτό Που Προσεγγίζει), Μετάφραση: Κατερίνα Δασκαλάκη , Βιβλιοπωλείον της Εστίας , 2011.

Θ. Σ. Έλιοτ, «Το κήρυγμα της φωτιάς». T.S.Eliot, The Waste Land Section III: “The Fire Sermon”

Jérôme Bosch, Le Jardin des Délices, l'Enfer, Détail Incendies en arrière plan.


Του ποταμού η σκεπή σωριάστηκε· τα στερνά δάχτυλα των φύλλων

Γαντζώνουν και βουλιάζουνε στην όχθη την υγρή. Ο αγέρας
Στην καστανόχρωμη τη γης διαβαίνει, ανάκουστος. Φύγανε οι νύμφες.
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου για να πω.
Ο ποταμός δεν κατεβάζει άδειες μποτίλιες, χαρτιά από σάντουιτς,
Μεταξωτά μαντίλια, χαρτονένια κουτιά, αποτσίγαρα
Κι άλλα τεκμήρια θερινών νυχτών. Φύγανε οι νύμφες.
Κι οι φίλοι τους, οι χασομέρηδες κληρονόμοι των διευθυντών του Σίτυ·
Φύγανε, δεν άφησαν διεύθυνση.
Επί των υδάτων Λεμάν κάθισα κι έκλαψα
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου για να πω,
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, ’τι δε φωνάζω ούτε φλυαρώ.
Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου ακούω σε μια παγωμένη ριπή
Το κροτάλισμα των κοκάλων, και το πνιγμένο γέλιο ν’ απλώνεται. στην ακοή.
Ένα ποντίκι γλίστρησε απαλά μέσα στη βλάστηση
Τη λασπερή του σέρνοντας κοιλιά στην όχθη
Εκεί που ψάρευα στο μουντό κανάλι
Ένα χειμωνιάτικο δειλινό πίσω απ’ το Γκάζι
Ρεμβάζοντας πάνω στου βασιλιά αδελφού μου το ναυάγιο,
Πάνω στου βασιλιά πατέρα μου το θάνατο, πριν από εκείνον.
Λευκά κορμιά γυμνά στο έδαφος το χαμηλό το νοτισμένο
Ριγμένα κόκαλα σε χαμηλή μικρή ξερή σοφίτα,
Κροταλισμένα από του ποντικού το πόδι μόνο, χρόνο με χρόνο.
Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου φορές-φορές ακούω 
Ήχους σαλπίγγων κι αυτοκινήτων, που θα φέρουν
Τον Σουήνη στην Κυρία Πόρτερ την άνοιξη.
Ω φεγγαράκι μου λαμπρό φέξε της Κυρα-Πόρτερ
Φέξε της κόρης της
Νίβουν τα πόδια τους σε νερό με σόδα
Et O ces voix d’ enfants, chantant dans la coupole !

Tιοτ τιοτ τιοτ
Γιακ γιακ γιακ γιακ γιακ γιακ
Τόσο βάναυσα χαλασμένη.
Τηρεό

Edvard Munch, The Storm, 1893.


Ανύπαρχτη Πολιτεία
Μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού
Ο Σμυρνιός έμπορας, κύριος Ευγενίδης
Αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες
Τσιφ Λόντρα: φορτωτικές εν όψει,
Με κάλεσε με τα πρόστυχά του γαλλικά
Για πρόγευμα στο Κάννον Στρήτ Ότέλ
Κι έπειτα το Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ.

Την ώρα τη μενεξεδιά, που τα μάτια κι η ράχη 
Ανασηκώνουνται απ’ το γραφείο, που η μηχανή
του ανθρώπου περιμένειΣαν το ταξί που σφύζει περιμένοντας,
Εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, σφύζοντας ανάμεσα σε δυο ζωές,
Γέροντας με γυναίκειο στήθος ρυτιδωμένο, μπορώ να ιδώ,
Την ώρα τη μενεξεδιά, την ώρα τη δειλινή που μάχεται
Κατά το γυρισμό, και φέρνει το ναύτη στο λιμάνι από το πέλαγο,
Σπίτι της τη δακτυλογράφο την ώρα του τσαγιού· μαζεύει τ’ απομεινάρια του πρωινού της
Ανάβει τη θερμάστρα, κι αραδιάζει τρόφιμα από κονσέρβες.
Έξω από το παράθυρο απλωμένα ριψοκίνδυνα 
Στεγνώνουνε τα σώρουχά της στου ήλιου τις τελευταίες αχτίνες,
Στοιβαγμένα στο ντιβάνι (τη νύχτα κρεβάτι της)
Κάλτσες, παντούφλες, μεσοφόρια, κορσέδες.
Εγώ ο Τειρεσίας, γέροντας με ρυτιδωμένα βυζιά
Διάκρινα τη σκηνή, και προφήτεψα τα επίλοιπα – 
Κι εγώ  περίμενα τον αναμενόμενο ξένο.
Εκείνος, νέος όλο σπυριά, καταφτάνει,
Υπάλληλος πρακτορείου μικροεταιρίας,
Με βλέμμα θαρραλέο, κάποιος απ’ τους μικρούς
Όπου η αυτοπεποίθηση είναι καθισμένη
Σαν το ψηλό μπραντφορδιανού ’κατομμυριούχου.
Τώρα η στιγμή είναι πρόσφορη, καθώς εικάζει,
Απόφαγε, βαριέται κι είναι κουρασμένη,
Κάνει μια απόπειρα να την μπλέξει σε χάδια
Που εκείνη δεν ποθεί, μήτε αποδοκιμάζει.
Πυρός κι αποφασιστικός, ρίχνεται αμέσως·
Χέρια ερευνητικά δε συναντούν αντίσταση·
Η ματαιοδοξία του δεν απαιτεί ανταπόκριση,
Και παίρνει για παραδοχή την αδιαφορία.
(Κι εγώ ο Τειρεσίας υπόφερα απ’ τα πριν όλα
Που εγίναν στο ίδιο τούτο ντιβάνι είτε κρεβάτι·
Εγώ που κάθισα στη Θήβα κάτω απ’ τα τείχη
Και περπάτησα ανάμεσα στους χαμηλότερους νεκρούς.)
Δίνει ένα στερνό προστατευτικό φιλί,
Και βγαίνει ψάχνοντας τη σκάλα τη σβηστή...
Eκείνη ρίχνει στον καθρέφτη μια ματιά, 
Πως o εραστής της έφυγε το νιώθει μόλις· 
Από το νου της μια άμορφη σκέψη περνά:
«Λοιπόν έγινε ό,τι έγινε: καλά που έχει τελειώσει» 
Όταν στην τρέλα αφήνεται η ομορφονιά 
Και πάλι, μόνη, βηματίζει απάνω-κάτω, 
Μ’ αυτόματο χέρι διορθώνει τα μαλλιά 
Κι έπειτα βάζει μια πλάκα στο φωνογράφο.

«Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η μουσική»
Και στο μάκρος του Στραν ως το Κουήν Βικτώρια Στρητ.
Ω Πολιτεία Πολιτεία, μπορώ κάποτε κι ακούω
Πίσω από ένα μπαρ στο Λόουερ Ταίμς Στρητ,
Το απαλό γκρίνιασμα ενός μαντολίνου
Και τη βουή και τους θορύβους εκεί μέσα
Που τεμπελεύουν οι ψαράδες το μεσημέρι:
Εκεί που οι τοίχοι του Μάγνου του Μάρτυρα κρατούν
Μια ανεξήγητη λαμπράδα Ιωνικού λευκού και χρυσαφιού.

Ο ποταμός ιδρώνει
Πετρέλαιο και κατράμι
Τις μαούνες τις παίρνει
Το ρέμα που αλλάζει
Κόκκινα πανιά
Σταβέντο ανοιγμένα
Παίζουνε στη βαριά τους αντένα.
Οι μαούνες σπρώχνουν Ξύλα στον αφρό
Στου Γκρήνιδζ τον κάβο
Πέρα απ’ το Σκυλονήσι.
Βεγιαλαλά λεγιά
Βάλλαλα λεγιαλαλά

Ο Λέστερ κι η Ελισάβετ
Χτυπώντας τα κουπιά
Η πρύμη σμιλεμένη
Κοχύλι χρυσωμένο
Κόκκινο και χρυσό
Το ρέμα φουσκωμένο
Κυμάτιζε στις άκρες
Φυσώντας ο γαρμπής
Έφερνε με το ρέμα
Ήχους από καμπάνες
Άσπροι πύργοι
Βεγιαλαλά λεγιά
Βάλλαλα λεγιαλαλά

«Τραμ και δέντρα σκονισμένα.
Το Χάιμπουρυ μ’ έθρεψε. Το Ρίτσμονδ και το Κιου 
Με ξέκαναν. Στο Ρίτσμονδ σήκωσα τα γόνατά μου 
Ανάσκελα σ’ ένα στενό βαρκάκι».

«Τα πόδια μου είναι στο Μουργκαίητ, κι καρδιά μου
Kατω απ’ τα πόδια μου. Σαν έγινε
Δάκρυσε. Μου ’ταξε “μια καινούργια ζωή”.
Δεν είπα τίποτε. Τι θες να με πειράξει;»

Στο Μαργκαίητ στους Άμμους.
Μπορώ να σχετίσω
Το τίποτε με τίποτε.
Τα σπασμένα νύχια στα βρώμικα χέρια.
Ανθρώποι μου φτωχοί μου ανθρώποι που δεν περιμένετε
Τίποτε».
λα λα


Στην Καρχηδόνα τότες ήρθα


Edvard Munch, Red Creeper, 1900.

Καίγοντας καίγοντας καίγοντας καίγοντας
Κύριε εξέσπασάς με
Κύριε εξέσπασας

Καίγοντας

Θ. Σ. Έλιοτ, Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εισαγωγή, σχόλια, μετάφραση: Γ. Σεφέρη, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1997.