Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

«Ηπειρώτικο μοιρολόι». “Lament from Epirus”

Η πιο παλιά παραδοσιακή μουσική που έχει επιβιώσει απαράλλαχτη και η οδύσσεια για τη μελέτη της σε ένα συναρπαστικό χρονικό στα χωριά της Ηπείρου. In a dark record shop in Istanbul, renowned collector Christopher King uncovered some of the strangest—and most hypnotic—sounds he had ever heard. The 78s were immensely moving, seeming to tap into a primal well of emotion inaccessible to contemporary music. The songs, King learned, were from Epirus, an area straddling southern Albania and northwestern Greece and boasting a folk tradition extending back to the pre-Homeric era. Lament from Epirus is an unforgettable journey into a musical obsession, which follows a unique genre back to the roots of song itself. As King hunts for traces of two long-lost virtuosos—one of whom may have committed a murder—he tells the story of the Roma people who pioneered Epirotic folk music and whose descendants continue the tradition today. His journey becomes an investigation into song and dance’s role as a means of spiritual healing—and what this may reveal about music’s original purpose.

H ιστορία ξεκινάει κάπως έτσι: τo 2009 ο Αμερικανός συλλέκτης δίσκων και μηχανικός ήχου Christopher King ήταν διακοπές στην Κωνσταντινούπολη, όπου αγόρασε «τυφλά» μια στοίβα δίσκους 78 στροφών. Δεν ήξερε τίποτα γι' αυτούς, μόνο ότι οι ετικέτες ήταν γραμμένες στα ελληνικά. Όταν γύρισε σπίτι του δέκα μέρες αργότερα κι έβαλε να παίξει ο πρώτος δίσκος έζησε μια μοναδική μουσική εμπειρία που δεν είχε ξαναβιώσει.

«Δεκαετίες ακρόασης αλουστράριστης προπολεμικής μουσικής –"Delta blues" του Charlie Patton και δίσκοι με βιολί των Carter Brothers and Son δεν με είχαν προετοιμάσει γι' αυτό που άκουσα όταν ακούμπησα τη βελόνα στον δίσκο.  Επίμονα μονότονες φωνές και όργανα ξεπετάχτηκαν, το ένα κόντρα στο άλλο. Μια φωνή προσπαθούσε να ξεχωρίσει ανάμεσα στα όργανα, ενώ μια άλλη τραγουδούσε ακριβώς τα ίδια με τον βασικό τραγουδιστή, αλλά μία οκτάβα κάτω. Η μουσική έφτασε σε μια κορύφωση, κατέρρευσε και μετά άρχισαν ξανά τα ίδια... Ακουγόταν λες και κάποιος κουνούσε ένα τεράστιο μεταλλικό δοχείο με μέλισσες και το είχε ανοίξει μπροστά μου». 

Η πόλη της Άρτας και τα περίχωρά της σε γκραβούρα του Edward Lear από το βιβλίο του Journals of a Landscape Painter in Albania, &c., 1851. Yale University

Η μουσική που περιείχαν οι συγκεκριμένοι δίσκοι, φτιαγμένοι από shellac, ήταν τραγούδια της Ηπείρου και της νότιας Αλβανίας, ηχογραφημένα τις δεκαετίες του '20 και του '30.

«Η μουσική με άγγιξε βαθιά» λέει. «Αισθάνθηκα λες και κάποιος με αποσυναρμολόγησε και με έφτιαξε ξανά, αλλά η αίσθηση ήταν ευχάριστη, μια απαραίτητη κάθαρση. Ήταν έρωτας με την πρώτη ακρόαση». Το τραγούδι που είχε ακούσει ήταν «Μοιρολόι Αρβανίτικο» από τον δίσκο του Κίτσου Χαρισιάδη, ένα 78άρι του 1928, το οποίο χαρακτηρίζει «πνευματική εμπειρία».

Γοητευμένος από τη μουσική της Ηπείρου, επικοινώνησε με τον Ηλία και τον Βασίλη Μπαρούνη, δύο αδέρφια από την Αθήνα που είχαν στην κατοχή τους μια εντυπωσιακή συλλογή δίσκων 78 στροφών ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Με αρκετό δισταγμό τού πούλησαν κάποιους για εκατοντάδες δολάρια τον καθένα.

Όταν ο Βασίλης πέθανε, το 2011, ο Ηλίας πούλησε ολόκληρο το αρχείο της ηπειρώτικης μουσικής στον King, ο οποίος είχε στο μεταξύ καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και να γίνει στενός φίλος του. Είδε ότι δεν θα μπορούσε να βρει πιο παθιασμένο άνθρωπο γι' αυτό το πολύτιμο αρχείο που ήταν ολόκληρη πολιτιστική κληρονομιά. 

Ο King γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βιρτζίνια και, εκτός από συλλέκτης, είναι παραγωγός που έχει βραβευτεί με Grammy για τη δουλειά του. Έχει κάνει remaster κι έχει διασώσει χιλιάδες τραγούδια από αυθεντικούς δίσκους 78 στροφών, μεταξύ αυτών και κομμάτια από blues του Μισισιπή, cajun, gospel και sacred harp μουσικής (την ιερή χορωδιακή μουσική της Νέας Αγγλίας).

Το πρώτο του βιβλίο του Christopher King, «Lament from Epirus», περιγράφει την οδύσσεια, όπως την ονομάζει, που έζησε αναζητώντας τη μουσική της περιοχής, την ιστορία της και τα μυστικά που θεωρεί ότι περιέχει.

Οι ανορθόδοξες μέθοδοί του για να «περάσει» τους δίσκους από το shellac στο ψηφιακό αρχείο του περιγράφονται από τη μουσικοκριτικό Amanda Petrusich ως εκπληκτικές: «Το πικάπ στο στούντιο που είχε ο Κινγκ στο σπίτι του ήταν φορτωμένο με ένα σωρό περίεργα κομματάκια σπιρτόξυλα, ξυλάκια με τα οποία πιέζουν τη γλώσσα οι γιατροί, πλαστικά κουταλάκια για παγωτό τα οποία χρησιμοποιούσε για να δώσει βάρος στον βραχίονα, βασισμένος στις υποθέσεις που είχε κάνει ή σε πράγματα που είχε μάθει και αφορούσαν συγκεκριμένα στούντιο και session ηχογραφήσεων. Λάμβανε υπόψη παράγοντες όπως η υγρασία της ατμόσφαιρας ή η κλίση στη σανίδα του πατώματος ή κάτι που απέσπασε την προσοχή του τεχνικού την ώρα που ηχογραφούσε». 

Η συλλογή με τα ηπειρώτικα που κυκλοφόρησε το 2015 «Why the mountains are black» στη Third Man Records (ανήκει στον frontman των White Stripes, Jack White) προκάλεσε διεθνές ενδιαφέρον και μέχρι τώρα έχει κυκλοφορήσει έξι άλμπουμ –σχεδόν δέκα ώρες με επιλογές κομματιών από τη συλλογή του από δίσκους 78 στροφών της Βόρειας Ελλάδας και της "νότιας Αλβανίας" (εννοεί την Βόρεια Ήπειρο).

Ο Christopher King στους Καλαρρύτες. Φωτο: Steva Stowell Hardcastle

Ο King πιστεύει ότι έχει βρει στην ηπειρώτικη μουσική την πιο παλιά λαϊκή μουσική της Ευρώπης, μουσική που ξεκινάει από τις προ-ομηρικές κουλτούρες και μέχρι πρόσφατα δεν είχε αλλάξει καθόλου. Στο βιβλίο του αποκαλύπτει τις ρίζες της και περιγράφει με συναρπαστικό τρόπο το χρονικό της αναζήτησης και, πέρα από φιλοσοφικός στοχασμός πάνω στο νόημα της μουσικής, είναι κι ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο όπου αναφέρει με αστείο τρόπο πώς έγινε «ντόπιος». 

Μπορεί το παρελθόν να μείνει ζωντανό μέσα στο παρόν; Μπορούμε να διαφυλάξουμε ένα κομμάτι παρελθόντος χωρίς αυτό να γίνει μουσειακό έκθεμα χάνοντας την ψυχή του; Μπορούμε να ξαναβρούμε την ψυχή ενός κοινοτισμού που ανήκει οριστικά και αμετάκλητα στο παρελθόν χωρίς να το θεωρήσουμε ένα απρόσμενο δώρο, μια λάμψη από ένα αστέρι που έσβησε πριν από πολλά χρόνια; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει ο φιλόσοφος, κριτικός και μουσικός παραγωγός Κρίστοφερ Κινγκ στο βιβλίο του «Ηπειρώτικο μοιρολόι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Δώμα». Πρόκειται για ένα πολυσύνθετο και φιλόδοξο τόλμημα: λαογραφία, εθνογραφία, μουσικολογία, φιλοσοφία, ταξιδιωτική περιγραφή. Πάνω απ’ όλα όμως ένας ύμνος στη μουσική της κοινότητας, στη συλλογική ζωή και στις κοινές εμπειρίες: δύσκολος βιοπορισμός, απώλεια, θλίψη, χαρά, μνήμη, προφορικότητα, δημιουργία, έμπνευση, κάθαρση.

«Το πρώτο πράγμα που προσέχει κανείς στην ηπειρώτικη μουσική από το '20 και το '30», γράφει, «είναι ότι είναι ωμή. Κι αυτό δεν οφείλεται στην κακή ποιότητα των ηχογραφήσεων. Το τραγούδι είναι στεντόρειο και παθιασμένο, τα όργανα θρηνούν σαν λύκοι ή φτερουγίζουν και ορμούν σαν κολιμπρί.

Το επίμονο γρατζούνισμα και το ρυθμικό χτύπημα, οι τόνοι από τα πετάλ, το βουητό από τα έγχορδα και οι φωνές που τα συνοδεύουν ταρακουνιούνται με μια αρχέγονη ενέργεια. Κάποια σημεία της μουσικής μοιάζουν με bluegrass ή free jazz, με Velvet Underground ή τη μουσική carnatic της νότιας Ινδίας. Αλλά και πάλι, κάτι ακούγεται λάθος, τα όργανα δεν είναι αρκετά συντονισμένα και δεν παίζουν ακριβώς την ίδια μελωδία, είναι άναρχα, και ο σκοπός ή το μέτρο σε ένα τραγούδι που είναι φτιαγμένο για χορό είναι τόσο γρήγορα που πιθανόν να μην μπορεί να συμβαδίσει κάποιος με αυτό. 

Μετά από αυτή την πρώτη εντύπωση, ωστόσο, οι διαστάσεις της μουσικής γίνονται ξεκάθαρες. Πολλά ηπειρώτικα τραγούδια έχουν απλές μελωδίες, οι οποίες επιτρέπουν «στόλισμα» και αυτοσχεδιασμό. Τα βασικά μέρη παίζονται με βιολί και κλαρίνο, με τη συνοδεία λαούτου και ντεφιού. Οι παίκτες του κλαρίνου και του βιολιού ειδικά κάνουν επίδειξη δεξιοτεχνίας με γρήγορες αλλαγές της κλίμακας, λαρυγγισμούς και μεγάλα μεσοδιαστήματα που δίνουν στο στυλ ένα από τα πιο ξεχωριστά χαρακτηριστικά του.

Ακόμα και όταν διπλασιάζεται μια μελωδία με το βιολί, το κλαρίνο περίτεχνα προσθέτει φιοριτούρες και περίπλοκα γυρίσματα. Οι λέξεις και το ηχόχρωμα της μουσικής μιμούνται το βραχώδες τοπίο της περιοχής και την πανίδα του: οι φράσεις μιμούνται ήχους που βρίσκεις στη φύση: το τραγούδι του αηδονιού, το κελάρισμα του ρυακιού, τα βελάσματα και τα γαβγίσματα των ζώων, την οργή της θύελλας». 

Η συλλογή με τα ηπειρώτικα που κυκλοφόρησε το 2015 «Why the mountains are black» στη Third Man Records (ανήκει στον frontman των White Stripes, Jack White) προκάλεσε διεθνές ενδιαφέρον. 

Ο King δίνει έμφαση σε δύο είδη ηπειρώτικων τραγουδιών, τον σκάρο και το μοιρολόι. Και τα δύο παίζονται σε ελεύθερο ρυθμό και έχουν αυτοσχεδιασμούς από το κλαρίνο και το βιολί. Ο σκάρος παίρνει το όνομά του από τη λέξη που περιγράφει τη βοσκή των προβάτων τη νύχτα, οπότε λέγεται ότι έχουν μεγαλύτερη όρεξη.

Πιστεύεται ότι ο σκάρος, παραλλαγές του οποίου υπάρχουν σε όλα τα Βαλκάνια, ξεκίνησε από τη μουσική που έπαιζαν οι βοσκοί στο φλάουτο, για να μεταφέρουν συγκεκριμένες οδηγίες στα κοπάδια τους. Κάποιοι ακόμα χρησιμοποιούν μουσική για να επικοινωνήσουν μαζί τους. «Οι ακροατές που είναι επικεντρωμένοι στον σκάρο πέφτουν σε έκσταση, σε μια κατάσταση χαλαρότητας» γράφει ο King

Η λέξη «μοιρολόι» αναφέρεται τυπικά σε φωνητικούς θρήνους. Υπάρχουν εκδοχές τους στον Όμηρο και σε αρχαίες επιτάφιες επιγραφές. Σε ορισμένα μέρη της επαρχιακής Ελλάδας οι γυναίκες τραγουδούν μοιρολόγια δίπλα στους τάφους των μελών της οικογένειάς τους κάθε μέρα για χρόνια, μέχρι που τα κόκαλα των νεκρών ξεθάβονται και μπαίνουν στα οστεοφυλάκια του χωριού. Η Ήπειρος είναι το μόνο μέρος όπου τα μοιρολόγια παίζονται με όργανα και οι μουσικοί διατηρούν το πένθιμο κλίμα των τραγουδισμένων εκδοχών των άλλων περιοχών της Ελλάδας.

Γυναικείος χορός στην Ήπειρο, αρχές του περασμένου αιώνα. Φωτογραφία του Κώστα Ζήσση. Courtesy of Christopher C. King.

Ο King περιγράφει την Ήπειρο ως μια δύσκολη περιοχή με άγριο καιρό και λίγη καλλιεργήσιμη γη. «Η ζωή ήταν πάντα σκληρή στα βουνά. Όλα ήταν πάντα αβέβαια» του λέει ένας Ηπειρώτης και στη συνέχεια αναφέρει ότι οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως εδώ, στον ποταμό Αχέροντα, ήταν η είσοδος για τον Άδη, τον κόσμο των νεκρών. «Προσκυνητές που ήλπιζαν να συναντήσουν τα φαντάσματα των νεκρών αγαπημένων τους επισκέπτονταν το Νεκρομαντείο, έναν ναό που βρισκόταν στη σπηλιά κοντά στον Αχέροντα».

«Παρόλο που ο πληθυσμός της Ηπείρου έχει μειωθεί δραστικά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο επειδή οι κάτοικοι μετακόμισαν στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας ή πήγαν στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στην Αυστραλία ή στη Γερμανία, οι Ηπειρώτες έχουν στενούς δεσμούς με την περιοχή τους» γράφει ο King

«Πολλοί επιστρέφουν κάθε χρόνο για να δουν την οικογένειά τους και να συμμετέχουν σε καλοκαιρινά φεστιβάλ που ονομάζονται "πανηγύρια". Ο αριθμός των κατοίκων κατά τη διάρκεια αυτών των φεστιβάλ μπορεί να αυξηθεί από λίγες δεκάδες σε χιλιάδες».  

Τα ηπειρώτικα είναι η μόνη παλιά μουσική απ' όσες έχει ασχοληθεί που εξακολουθεί να μένει απαράλλαχτη μέσα στον χρόνο. Όλες οι υπόλοιπες έχουν εκσυγχρονιστεί ή αλλοιωθεί και κινδυνεύουν να χαθούν μαζί με τους φθαρμένους δίσκους όπου είναι καταγεγραμμένες. Έτσι είχε μεγάλο ενδαφέρον για τον King να καταγράψει την ιστορία της μουσικής «που ξέχασε ο χρόνος». 

Δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρόσκληση ενός φίλου του να πάει στην Ήπειρο και, όπως οι ικέτες που πήγαιναν στο Νεκρομαντείο, ήλπιζε να συναντήσει τους νεκρούς – συγκεκριμένα τον Κίτσο Χαρισιάδη και τον Αλέξη Ζούμπα, δύο μουσικούς από την Ήπειρο που ηχογράφησαν πριν από 90 χρόνια. Είχε σκοπό να βρει περισσότερα για τη ζωή τους από τους Ηπειρώτες που τους θυμούνταν ή τους είχαν γνωρίσει. Αυτό που ανακάλυψε ήταν πέρα από κάθε προσδοκία.

«Η κουλτούρα της Ηπείρου αγκαλιάζει το ίδιο τους ζωντανούς και τους νεκρούς και το παρόν περιείχε μια ζωτικότητα που ήμουν σίγουρος ότι είχε εξαφανιστεί» γράφει. Περιγράφει την εμπειρία της πρώτης του γνωριμίας με την κουλτούρα της Ηπείρου με τρόπο πνευματώδη και αυτοσαρκαστικό. Τον βλέπουμε να μεταμορφώνεται από έναν «προστατευμένο μισάνθρωπο συλλέκτη δίσκων» σε έναν «μοντέρνο Έλληνα χωριάτη» καθώς ερωτεύεται τα ήθη, τα έθιμα, τα τελετουργικά και το φαγητό της Ηπείρου.

Ιδιαίτερα σαγηνεύτηκε από το τσίπουρο, το οποίο λέει ότι «έχει γεύση από τα αγγελικά υγρά που παράγονται όταν οι άγγελοι... γαμιούνται». Μαθαίνει πώς να το αποστάζει και περιγράφει τις ψυχοτρόπες ιδιότητές του. Γράφει για τα αξιοθέατα και την ιστορία της Ηπείρου. Αυτό που περιγράφει όμως πιο ζωντανά και πιο γλαφυρά απ' οτιδήποτε άλλο είναι τα καλοκαιρινά πανηγύρια της.

«Τα πανηγύρια διαρκούν όλη τη νύχτα, με πολύ φαγητό, αλκοόλ, μουσική και χορό. Οι μπάντες στήνονται στο κέντρο της πλατείας του χωριού, περιτριγυρισμένες από χωρικούς, που με τα χέρια ενωμένα χορεύουν με περίπλοκους βηματισμούς σε ομόκεντρους κύκλους γύρω από τους μουσικούς». Κάπως έτσι, περιγράφοντας το περιβάλλον, θυμάται πώς έγινε «επίτιμος» κάτοικος της Βίτσας: «Τα κλαρίνα ηχούσαν διονυσιακά από το κέντρο του χωριού σαν υπνωτικά φλάουτα γητευτών φιδιών, καπνός έβγαινε από τα καλαμάκια που ψήνονταν κατά δεκάδες, εκατοντάδες άνθρωποι περιστρέφονταν γύρω από τους μουσικούς, θυμάμαι την παράξενη αύρα των πάντων».  

Εκείνη τη νύχτα λυποθύμησε και όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί βρήκε τον εαυτό του καλυμμένο με αίματα και τα γυαλιά του τρία κομμάτια. Δεν θυμόταν τίποτα, είχε καταρρεύει από το ποτό και την ένταση, αλλά οι πληγές του έγιναν έμβλημα τιμής και ήταν η μύηση για να γίνει κάτοικος Βίτσας. «Βιτσάνιος από υιοθεσία» γράφει.  

Ο Χαρισιάδης, σπουδαίος κλαριντζής, έζησε στην Ήπειρο όλη του τη ζωή και έκανε μόνο 24 ηχογραφήσεις, όλες μεταξύ 1929 και 1931.

Στο μεταξύ, αρχίζει να αναζητά γεγονότα και ιστορίες για τον Κίτσο Χαρισιάδη και τον Αλέξη Ζούμπα και στη συνέχεια την επίδραση των Τσιγγάνων στα ηπειρώτικα. Ο Χαρισιάδης, σπουδαίος κλαριντζής, έζησε στην Ήπειρο όλη του τη ζωή και έκανε μόνο 24 ηχογραφήσεις, όλες μεταξύ 1929 και 1931. Δεκατέσσερις από αυτές συμπεριλήφθηκαν στην τελευταία κυκλοφορία του King «Lament in a deep style».

Παρόλο που η μουσική στην Ήπειρο περνάει από τη μία γενιά στην επόμενη, δεν συμβαίνει το ίδιο με την τεχνική, και κάθε μουσικός αναπτύσσει έναν ιδιοσυγκρασιακό τρόπο παιξίματος. Ο Χαρισιάδης, για παράδειγμα, παρέδιδε μαθήματα, ενώ καθόταν στη μία πλευρά του φαραγγιού, με τον μαθητή του να βρίσκεται απέναντι για να μη βλέπει τα δάχτυλα του δασκάλου του να κινούνται. Έτσι έπρεπε να βρει τρόπο να μιμηθεί τους ήχους που άκουγε.   

Ο Χαρισιάδης, όπως ανακάλυψε ο King από τους ανθρώπους που τον ήξεραν, είχε τη φήμη ότι ήταν άγιος. Είχε μόνο μία επιθυμία, να θεραπεύσει τους ανθρώπους με τη μουσική του. Λέγεται ότι έπαιζε για ώρες κάθε μέρα στους εργάτες στο ορυχείο μαρμάρου στην Κληματιά, το χωριό απ' όπου καταγόταν. «Η τεχνική του», αναφέρει ο King , «θυμίζει τον Τζον Κόλτρεϊν».

Ο Ζούμπας, ο βιολιτζής, έφυγε από την Ήπειρο το 1910 για να πάει στην Αμερική, παίζοντας σε ελληνικά και τούρκικα κλαμπ στο «κύκλωμα της φέτας», τις κοινότητες των μεταναστών στη Νέα Υόρκη, στη Φιλαδέλφεια και στο Γκάρι στην Ιντιάνα. Ηχογράφησε αρκετά κομμάτια στη Νέα Υόρκη και στο Σικάγο τη δεκαετία του 1920, αλλά τις πιο πολλές ηχογραφήσεις του τις έκανε μετά το 1929.

Years of research and obsession have resulted in this, the first collection of recordings by the legendary and masterful Greek folk violinist Alexis Zoumbas. Very few pre-war musicians have tapped deeper into the human soul than Zoumbas and this volume presents his most profoundly hypnotic and unearthly pieces. A deep set of notes is accompanied by previously unpublished photographs as well as original art-work by R. Crumb. Respectfully crafted by Christopher King and Susan Archie for Angry Mom Records.

«Ο τρόπος που έπαιζε ήταν βαθύς και θρηνώδης, εξέφραζε τον πόνο της ξενιτιάς και τη νοσταλγία για την πατρίδα που είχαν όλοι οι εμιγκρέδες. Και είχε αισθανθεί βαθιά τι σημαίνει ξενιτιά: επέστρεψε στην Ελλάδα μόνο μία φορά και αγωνίστηκε να τα βγάλει πέρα στην Αμερική, πεθαίνοντας απένταρος στο Ντιτρόιτ το 1946». Την πρώτη φορά που ο King άκουσε το «ηπειρώτικο μοιρολόγι» του άλλαξε η ζωή του για πάντα... 

Ο Christopher King έχει κυκλοφορήσει έξι άλμπουμ –σχεδόν δέκα ώρες με επιλογές κομματιών από τη συλλογή του από δίσκους 78 στροφών της Βόρειας Ελλάδας και της νότιας Αλβανίας. Christopher King-Grammy-winning producer, sound-engineer, curator and writer- has gathered together from his private 78 rpm archive the most mind expanding and libido inducing song and dance music from the rural hinterlands of mainland Greece and its islands. Recorded between 1907 and 1960, this collection contains the first and the last-the alpha and the omega-of Greek demotika- or folk music. And it is not what you would expect. Remastered from the original 78 rpm discs, this set contains 28 previously unissued recordings made in the cramped, primitive studios of Athens, Greece, New York, NY, and Chicago, IL. Crazed Macedonian bagpipes, keening violins, shiver-inducing zournas and shepherd-pipes are found throughout the two discs. Cover artwork is by legendary underground artist R. Crumb and designed by Grammy winning Susan Archie.

Τα εξώφυλλα των δίσκων όπως και το εξώφυλλο του βιβλίου έχει κάνει ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή εικονογράφους και σχεδιαστές κόμικ του αμερικάνικου underground, o Robert Crumb (R. Crumb).  

Ο Κινγκ, φλερτάροντας, αλλά χωρίς να ενδίδει σε κάποιο είδος «εξωτισμού» ή ιδιότυπου «οριενταλισμού», καταφέρνει να μιλήσει για ένα μέρος -την Ήπειρο (et in Arcadia ego)- στην οποία η παραδοσιακή μουσική έχει σκοπό: «αποτελεί εργαλείο επιβίωσης και επούλωσης των πληγών της κοινότητας».

Ανιχνεύει στην τοπική μουσική τα προχριστιανικά μονοπάτια της μέθεξης, της γιορτής, του διονυσιασμού και της έκστασης, στοιχεία που επιβίωσαν για χιλιετίες και που έρχονται σε αντιπαράθεση με το απολλώνιο πνεύμα και τον δυτικό ορθολογισμό, αφού σ’ αυτήν αναγνωρίζει «μια άφατη διάσταση, η οποία λέει κάτι βαθύ για την ανθρώπινη κατάσταση».

Η ιλιγγιώδης ποικιλία των μουσικών του κόσμου όμως, ακριβώς όπως λαοί, φυλές και γλώσσες αλέθονται από τον μύλο της παγκοσμιοποίησης και της ομογενοποίησης που την ακολουθεί, και κάθε προσπάθεια ανάδειξης και διάσωσης τοπικών ιδιαιτεροτήτων αξίζουν την προσοχή και τη στήριξή μας.