Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Κ.Π. Καβάφης, «Εις Iταλικήν παραλίαν». Constantine P. Cavafy, “On an Italian Shore”

Illustration: ©Steve Bell, 2015.

Ο Κήμος Μενεδώρου,                Ιταλιώτης νέος,
τον βίον του περνά        μέσα στες διασκεδάσεις·
ως συνειθίζουν τούτο                οι απ’ την Μεγάλη Ελλάδα
μες στα πολλά τα πλούτη                αναθρεμένοι νέοι.

Μα σήμερα είναι λίαν,                παρά το φυσικό του,
σύννους και κατηφής.                Κοντά στην παραλίαν,
με άκραν μελαγχολίαν                βλέπει που εκφορτώνουν
τα πλοία με την λείαν                εκ της Πελοποννήσου.

Λάφυρα ελληνικά·                        η λεία της Κορίνθου.

A σήμερα βεβαίως        δεν είναι θεμιτόν,
δεν είναι δυνατόν        ο Ιταλιώτης νέος
νάχει για διασκεδάσεις                καμιάν επιθυμίαν.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Constantine P. Cavafy, On an Italian Shore

Mosaic from Caulonia, Calabria. Mosaico proveniente da Kaulon custodito al Museo Nazionale della Magna Grecia di Reggio Calabria.

The son of Menedoros,    Kimos, a Greek-Italian,
fritters his life away    in the pursuit of pleasure,
according to the common    practice in Magna Graecia
among the rich, unruly    young men of today.

Today, however, wholly    counter to his nature,
he’s lost in thought, dejected.    There on the shores he sees
with bitter melancholy    ship upon ship that slowly
disgorges crates of booty    from the Peloponnese.

Greek booty. Spoils of Corinth.

Today don’t be surprised    if it’s unsuitable,
indeed impossible,    for the Italicized
young man to dream of giving    himself to pleasure fully.

Translated by James Merrill.

Δημήτρης Δημητριάδης, «Εμείς και οι ΄Ελληνες». Dimitris Dimitriadis, "We and the Greeks"

Πέτρος Ζουμπουλάκης, «Αναμονή», 1977.

Παραλλάσσοντάς τον, δανείζομαι τον τίτλο από το κείμενο του Ph. Lacoue-Labarthe «Ο Χέλντερλιν και οι Έλληνες», ένα κείμενο που, με τη συγγενική του θεματογραφία, διατρέχει υπόγεια το δικό μου, όπως το διατρέχει και το κείμενο του Dominique Grandmont «Η Ελλάδα του Καβάφη», το οποίο υπήρξε καθοριστικής σημασίας για την οργάνωση και διατύπωση των παρακάτω σκέψεών μου. Από το κείμενο του Lacoue-Labarthe κρατώ επίσης την προμετωπίδα του Heiner Muller στην οποία θα επανέλθω αργότερα.  

Ο κληρονόμος αναλογίζεται την κληρονομιά του από τη στιγμή που απειλείται με την απώλειά της. Ο κίνδυνος να τη χάσει ή να αποδειχθεί ότι δεν του ανήκει κινητοποιεί τον μηχανισμό της ιδιοποίησης μέσα του.

Ό,τι θεωρείται δεδομένο και εξασφαλισμένο αποκλείει τη στοχαστική αναφορά σε αυτό.

Ξεκινώντας από αυτή την παρακινδυνευμένη διαπίστωση, δίνεται η ευκαιρία να προσφύγουμε από την περιφέρεια στο κέντρο, από την περίμετρο στην καρδιά του προβλήματος, από τον εφησυχασμό στην ανησυχία. Να τολμήσουμε, όχι χωρίς συνέπειες, την ακρότητα.

Την θανάσιμη έξοδο. 

Γιώργος Ζογγολόπουλος, «Ζάλογγο», 1950.

Έτσι λοιπόν, η παραπάνω διαπίστωση μας εισάγει κατευθείαν στη ζώνη του κινδύνου. Περνούμε, σχεδόν συνειρμικά, στην ετερότητα.  

Η ετερότητα είναι, στην προκειμένη περίπτωση, η Ελλάδα.

Η Ελλάδα αποκλείει την ταύτιση μαζί της.

Αποκλείει την ταυτότητα.

Και όλα τα παράγωγά της. Την οικειότητα, τη συγγένεια, την κατοχή, την ασφάλεια.

Εμείς, κάτοικοι αυτής της γεωγραφικής περιοχής, μόνον ως ξένοι δικαιούμαστε να αντιμετωπίζουμε τους Έλληνες.  

Να τους αντιμετωπίζουμε ως ξένους. 

Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο Προπάππος Σμιτ», 1966.

Εμείς ως μη Έλληνες.

Ως μη Έλληνες εμείς τι είμαστε; 

Κάτοικοι μιας γεωγραφικής περιοχής που κατοικήθηκε από ανθρώπους που προσπάθησαν να γίνουν κάτι. Η προσπάθεια αυτή και οι καρποί της τους έκαναν Έλληνες.  

Εμείς δεν καταβάλλουμε καμία παρόμοια προσπάθεια. Επειδή πιστεύουμε ότι είμαστε Έλληνες.   

Δεν είμαστε Έλληνες.

Το δεδομένο και το εξασφαλισμένο αποκλείουν την προσπάθεια.

Ο αποκλεισμός της προσπάθειας μας αποκλείει από το να γίνουμε Έλληνες. 

  Πέτρος Ζουμπουλάκης, «Οπτασία».

Όσοι δεν προσπαθούμε να γίνουμε Έλληνες, ούτε είμαστε ούτε θα γίνουμε ποτέ Έλληνες.

Να ένας πολύ σοβαρός λόγος για να μην επιστραφούν ποτέ τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Η μη επιστροφή τους θα πρέπει να συνιστά εθνικό στόχο διότι έτσι επιτυγχάνεται η ευεργετική ρήξη στη συνέχεια, η θραύση του κεκτημένου. Ο κληρονόμος διαπιστώνει ότι οφείλει να αγωνιστεί προκειμένου να του αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας πάνω στη θεωρούμενη ως δεδομένη και εξασφαλισμένη κληρονομιά του. Διαπίστωση τραγικού μεγέθους.

Η Ελλάδα δεν ανήκει στους Έλληνες.  

Αυτό είναι το τραγικό μέγεθος.  

Οι Έλληνες είναι Έλληνες επειδή και όταν η Ελλάδα δεν τους ανήκει.

Θεόφραστος Τριανταφυλλίδης, «Οι συνδαιτυμόνες», 1935.

Το ανάποδο σλόγκαν, δημαγωγικό και παραπλανητικό, στην πραγματικότητα αντιλαϊκό και στην ουσία ανθελληνικό, ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του σημερινού μηδενός, κολάκευε το ατταβιστικό αίσθημα κυριότητας επιστεγάζοντας, με την αγοραία μαυλιστικότητά του, τη βολεμένη και ανέξοδη βεβαιότητα του αυτοβαυκαλιζόμενου κατέχοντος.

 Διότι, πίσω από την ύπουλη φτήνια αυτού του σλόγκαν, κρυβόταν ο απεριχώρητος τρόμος της απώλειας.  

Μιας απώλειας συντελεσμένης.  

Οι Έλληνες δεν ανήκουν στην Ελλάδα.

Οι Έλληνες δεν είναι Έλληνες.  

Τι είναι, λοιπόν;  

 Σπύρος Παπαλουκάς, «Εσωτερικό κελλιού στο Άγιον Όρος», 1924.

Το τίποτε.

Ιδού το χαρμόσυνο άγγελμα.   

Το τίποτε.  

Με αυτό παρέχεται η κοσμογονική δυνατότητα να αρχίσει επιτέλους κάτι.

Ελλοχεύει όμως και ο κίνδυνος να παραμείνουν όλα εκεί που είναι.  

Στον ανέξοδο βαυκαλισμό του κατέχοντος.  

Τα πάντα γύρω μας κραυγάζουν πως θα συμβεί το δεύτερο.

Η καθησυχασμένη βεβαιότητα ότι η κληρονομιά μας ανήκει αδιαφιλονίκητα, καθιερώνει την εθνική στειρότητα ως κυρίαρχη συμπεριφορά, την αγκίστρωση στα κεκτημένα ως άρχουσα νοοτροπία, τον μηρυκασμό των στερεοτύπων ως ασφάλεια συνέχειας.  

Προτάθηκαν όλα τα σχήματα ερμηνείας αυτής της συνέχειας, ιδεολογικά και γεωφυσικά.

 Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο Ρήγας Φεραίος στα μέρη της Εύβοιας», 1950.

Ολοκληρώθηκαν και απέτυχαν όλα. Κατέληξαν σε αδιέξοδα. Παρήγαγαν ψευδαισθήσεις. Διένειμαν ανυπόστατους ρόλους. Απέδωσαν ψευδείς τίτλους. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, εξαπάτησαν καλλιεργώντας την αυτοτέλεια του προσωπείου πάνω στην ανυπαρξία προσώπου.   

Δεν παράγεται πολιτισμός με την αναπαραγωγή του δεδομένου.

Δεν παράγεται πολιτισμός με τον μηρυκασμό του εξασφαλισμένου.

Θεμελιώδης εκπρόσωπος της γενιάς που πρότεινε κι αυτή μια δική της Ελλάδα, ως εκδοχή ιδιοποίησης της Ελλάδας, αναρωτήθηκε:  

«Μήπως όλα αυτά που σκεφτήκαμε για την Ελλάδα ήσαν ψέματα, κατασκευάσματα του μυαλού μας;».

Ιδού η καρδιά του προβλήματος.

Παραμένει ακόμη ανέγγιχτη.  

Επειδή το άγγιγμά της είναι αφόρητο.  

Δεν είμαστε τίποτε.

Μόνον αυτή η βεβαιότητα παράγει ενέργεια, μόνον αυτή κινητοποιεί, ωθεί στην προσπάθεια να προσπελαστεί ο στόχος.  

Ποιος είναι αυτός;

     Γυναικείο νεκρικό προσωπείο με ανοιχτά μάτια. Σίνδος, 510 π.Χ.

Να γίνουμε Έλληνες.

Με τι τρόπο;  

Αναγνωρίζοντας σε εκείνους τον ξένο.  

Αν μας ενδιαφέρει.  

Όντας ίδιοι, δηλαδή ταυτόσημοι με εκείνους, δεν είμαστε κανείς. Κανείς δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, ίδιος με τους Έλληνες. Κανείς δεν είναι Έλληνας.  

Γίνεται ή προσπαθεί να γίνει.  

Παραμένοντας ανελλιπώς ξένος.  

Με την ιδιότητα του ξένου, συγκαταλεγόμαστε, αν το θέλουμε, στη χορεία εκείνων που θέλουν να τείνουν προς την Ελλάδα. 

  Γιάννης Τσαρούχης, «Μεθυσμένος Διόνυσος», 1972.

Το ότι ζούμε στα ίδια χώματα δεν σημαίνει τίποτε. Στην πραγματικότητα φιλοξενούμαστε. Εκείνοι, οι Έλληνες, μας φιλοξενούν.

Το ότι στα θεμέλια του σπιτιού μας υπάρχουν θαμμένα τα σπίτια αρχαίων τραγικών δεν σημαίνει τίποτε. Δεν αρκεί αυτό για να μας κάνει τραγικούς, ή συγγενείς και συνεχιστές των τραγικών. Η τραγικότητα είναι υπόθεση άλλων θεμελίων που δεν τα υποψιάζονται όσοι έχουν τάξει τη ζωή τους και το έργο τους στη θλιβερή κολακεία ενός δήθεν λαϊκού αισθήματος το οποίο οι ίδιοι καρπώνονται με ανεξάντλητη απληστία και εγωπαθή μονομανία.

 Μιχαήλ Αξελός, «Παλιά Αθήνα», 1927.

Το ότι βλέπουμε από το μπαλκόνι μας την Ακρόπολη δεν σημαίνει τίποτε. Η θέα δεν συνιστά εγγύηση ταυτότητας. Το τοπίο δεν αποτελεί τεκμήριο συνέχειας. Δεν μας εισάγει στο πνεύμα που γέννησε τη μυθοποίηση του τοπίου. Τη μεταποίηση της γεωγραφίας από φύση σε ποίηση.

Το ότι μιλούμε την ίδια γλώσσα επίσης δεν σημαίνει τίποτε. Τη γλώσσα πρέπει να την σκέφτεται κανείς για να την μιλήσει. Πρώτα σκέφτομαι τη γλώσσα και μετά την μιλώ. Ποιος σκέφτεται τη γλώσσα εδώ; Ποιος κάτοικος αυτής της γεωγραφικής περιοχής μιλά τη γλώσσα επειδή πρώτα την σκέφτεται;

Με την κατάρρευση των επικαλυμμάτων αποκαλύπτεται το σταθερό ζητούμενο, η δημιουργία τρόπων μεταποίησης του μη υπάρχοντος σε υπάρχον.  

Διάπλαση μορφών.  

Προσέγγιση απροσέγγιστου στόχου.  

Ξανά από την αρχή.  

Πάλι και πάλι.  

Ως εκ του μηδενός.  

Σύλληψη του ανέφικτου. 

  Κωνσταντίνος Παρθένης, «Παναγία με βιβλίο».

Παραβίαση του ορίου που διαχωρίζει αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε από εκείνο που στην πραγματικότητα δεν είμαστε. 

Είναι μία απόπειρα ελληνική.

Για να είναι ένας λαός δημιουργικός, οφείλει να ζήσει την έλλειψη εκείνου που τον έκαναν να πιστεύει πως είναι. Και να δημιουργήσει τους τρόπους με τους οποίους θα καλύψει την έλλειψη. Έτσι δημιουργούνται πολιτισμοί. Με την κάλυψη του κενού. Ανέφικτη κάλυψη.

Όμως αυτό το ανέφικτο συνιστά την αληθινή προσπάθεια. Η ανέφικτη κάλυψη της έλλειψης και του κενού.

Τα πάντα γύρω μας κραυγάζουν ότι η έλλειψη και το κενό όχι μόνον δεν θα καλυφθούν, αλλά ότι θα εξακολουθούν να μη βιώνονται ως έλλειψη και ως κενό.

Άρα δεν χρειάζεται να γίνει καμία προσπάθεια.  

Τα πάντα γύρω μας κραυγάζουν πως αυτό που έχουμε το έχουμε αναμφισβήτητα, πως αυτό που είμαστε το είμαστε αναμφισβήτητα.  

Ο ορισμός της γραφικότητας και της μικρόνοιας.

Σοφία Λασκαρίδου, «Κόκκινη Πόρτα», 1907.

Τίποτε δεν έχουμε και τίποτε δεν είμαστε. 

Στο τίποτε αυτό προσφέρεται η πιο χαρμόσυνη αγγελία, ο μόνος αληθινός ευαγγελισμός.  

Τι λέει;

Λέει: Αυτή είναι η πραγματική αφετηρία, ξεκινήστε, μπορείτε τα πάντα, αποπαγιδευτείτε, σπάστε τις εμπλοκές, τολμήστε την απεμπλοκή από τα ψεύδη και τα προσωπεία, μη φοβάστε, υπάρχουν κι άλλα πρόσωπα και άλλες αφηγήσεις, περάστε από τα στερεότυπα στην άπλαστη λάσπη, από το παγωμένο βλέμμα στο κοίταγμα της αβύσσου. Πλάστε τη φωτιά.

Τρομερό το αίτημα.  

Ζητά δημιουργικότητα.  

Διακινδύνευση. Τόλμη.  

Ζητά ζωή.

Ζητά παραδοχή μιας προσπάθειας κατά την οποία θα πρέπει να ιδιοποιηθούμε το ελληνικό ως έτερο. Το έτερο ως ελληνικό.

Αττική μελανόμορφη λήκυθος με παράσταση Γιγαντομαχίας. Κασσάνδρα Χαλκιδικής, αρχές 5ου αι. π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.

Γιγαντομαχία.

Διότι το ελληνικό δεν είναι έμφυτο ούτε εμφυτεύσιμο· δεν είναι φυσικό· δεν κληρονομείται, δεν μεταβιβάζεται, δεν κατοχυρώνεται, δεν διασφαλίζεται, δεν καταχωρείται.

Το ελληνικό δεν είναι ευρήματα ανασκαφών και διεκδικήσεις αρχαιοτήτων· δεν είναι κομπορρημοσύνη μεταπρατών και διαπραγματεύσεις κυβερνητικών παραγόντων· δεν είναι εξαγγελίες υπουργείων και τουριστικοί πομφόλυγες.  

Το ελληνικό είναι επίκτητο.  

Κατακτάται, εάν ευοδωθεί η προσπάθεια της κατάκτησής του.

Μπορούμε να γίνουμε ελληνικοί;  

Γίνεται κανείς ελληνικός όταν αρχίσει να στέκεται αντίκρυ στους Έλληνες.  

Στέκομαι αντίκρυ, σημαίνει, ανάμεσα σ’ εμένα και στο άλλο υπάρχει απόσταση.  

Κάτι περισσότερο: ρήξη, χάσμα.  

Έξεργη προτομή της Αθηνάς. Η θεά φορά αντί για κράνος το εξανθρωπισμένο προσωπείο της Μέδουσας. Χάλκινο εξάρτημα ξύλινου άρματος από την πλατεία Ηρώων της Θεσσαλονίκης.

Ρήξη μας χωρίζει από τους Έλληνες.  

Χάσμα χάσκει ανάμεσα σ’ εμάς και την Ελλάδα.

Ρήξη και χάσμα, όμως, είναι προϋποθέσεις στοχασμού.  

Γιατί δεν υφίσταται στοχασμός σ’ αυτήν την γεωγραφική περιοχή;  

Η ένωση, η ταύτιση, η ταυτότητα, αποκλείουν τον στοχασμό.  

Το ίδιο, το ταυτόσημο, είναι άστοχα.  

Ο στοχασμός προϋποθέτει στόχο.  

Η ένωση, η ταύτιση, η ταυτότητα, αποκλείουν τον στοχασμό εφόσον θεωρούν τον στόχο δεδομένον και εξασφαλισμένον, κατακτημένον μια για πάντα.  

Ο στοχασμός όμως εκκινεί από την απώλεια, την απουσία, την έλλειψη.  

Ο στοχασμός εκκινεί από τη συνείδηση του τίποτε.  

Είναι ομογάλακτος του μηδενός.  

Είναι το ίδιον της ετερότητας. 

Άνδρας φορά προσωπείο ταύρου. Αμαθούς – Κύπρος, Κυπρο-αρχαϊκή περίοδος ΙΙ.

Μόνον ως ξένοι δικαιούμαστε να κατοικούμε σ’ αυτά εδώ τα μέρη.

Θάλασσες, νησιά και βουνά, εξαντλήθηκαν στις γιγαντοαφίσες.  

Μόνον ως ξένοι δικαιούμαστε να μιλούμε αυτήν τη γλώσσα.  

Ακούστε το αφασικό παραμιλητό των τηλεπολιτικών.  

Μόνον ως ξένοι δικαιούμαστε να αναφερόμαστε στους Έλληνες.  

Κοιτάξτε γύρω σας τον πληθυσμιακό πολτό, με εγχάρακτη στα πρόσωπά τους την ολική αποτυχία.  

Το πεδίον ωστόσο ανοίγεται μπροστά μας, απέραντο αλλά δύσβατο. Μόνον γυμνούς και ατιτλοφόρητους μπορεί να μας δεχτεί.  

Ενδεδυμένους μόνον την περιβολή του τίποτε.

Ειδάλλως δεν πρόκειται να υπάρξει άλλη φορά πολιτισμός εδώ. Αν μας ενδιαφέρει αυτό.

Μπορούμε να συλλάβουμε το μήνυμα;  

Μπορούμε να συλλάβουμε τον αναγεννησιακό του χαρακτήρα;  

Τη λυτρωτική του διάσταση; Τη ζωτική του ώθηση;  

Επιτάφιος βωμός άνδρα με στολή στρατιωτική σε στάση χαιρετισμού και θεατρικό προσωπείο επάνω αριστερά, δεύτερο μισό του 2ου αι. μ.Χ.

Μπορούμε να καταλάβουμε ότι μόνον αυτό μπορεί να μας βγάλει από τους τάφους; Να διακόψει την αέναη μετακίνησή μας από φέρετρο σε φέρετρο;  

Τα πάντα γύρω μας κραυγάζουν πως όχι, δεν μπορούμε.  

Τι μένει, λοιπόν;  

Άνθρωποι. 

  Πάμπλο Πικάσο, «Επιστήμη και φιλανθρωπία», 1897.

Άνθρωποι που γεννιούνται, αρρωσταίνουν, γηράσκουν και πεθαίνουν, μέσα στην τριβή της καθημερινής τύρβης, αλληλοαγαπώμενοι και αλληλοσπαρασσόμενοι. Μαιευτήρια, κρεβατοκάμαρες, νοσοκομεία και νεκροταφεία.  

Ο αμετάφραστος πόνος.

Το άλλο όμως είναι άλλο.  

Από τη μια η τρέχουσα ανθρωπινότητα, και από την άλλη το άλλο.  

Η προμετωπίδα του Heiner Muller:  

«Για να συμβεί κάτι, χρειάζεται να ξεκινήσει κάτι· το πρώτο σχήμα της ελπίδας είναι ο φόβος, η πρώτη εμφάνιση του καινούργιου ο τρόμος».  

Όπως βλέπετε, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα.  

Γι’ αυτό και δεν προσφέρονται.  

Για να προσφερθούν, πρέπει να τους προσφερθούμε εμείς προηγουμένως. Τίποτε δεν μας ανήκει.  

Δικό μας είναι μόνον το τίποτε.  

Δηλαδή η απόσταση.  

Άθροισμα αποστάσεων θεωρούσε τη ζωή ο Πεντζίκης.  

Η απόσταση. 

Αυτή που γέννησε την ποίηση του Καβάφη. 

   Πέτρος Ζουμπουλάκης, «Κωνσταντίνος Καβάφης».

Ο Καβάφης ήταν ελληνικός επειδή ήταν μακριά, αλλού.  

Δεν ήταν εδώ, δεν ήταν μαζί, δεν ήταν δικός τους, δεν τους θεωρούσε δικούς του.  

Ήξερε ότι δεν κατείχε.  

Ελληνικός. Ιδιότητα τιμιότερη απ’ αυτήν δεν θεωρούσε άλλην.  

Αυτό θα πει ελληνικός.  

Να προσπαθείς να καλύψεις την απόσταση και να μην μπορείς.

Πήλινο προσωπείο από το ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος, Σπάρτη, 6ος αι. π.Χ.

«Η Ελλάδα ­ καταλήγει ο Lacoue-Labarthe ­ θα πρέπει να ήταν τούτος ο ίλιγγος και τούτη η απειλή: ένας λαός, ένας πολιτισμός που υποδηλώνονται, που δεν παύουν να υποδηλώνονται ως απρόσιτοι στον ίδιον τον εαυτό τους. Το κατ’ εξοχήν τραγικό, αν αληθεύει ότι το τραγικό αρχίζει με την κατάρρευση του μιμητού και την εξαφάνιση των προτύπων».  

Μπορούμε να αποδεχθούμε και να αναλάβουμε αυτήν την κατάρρευση και αυτήν την εξαφάνιση; 

Μπορούμε να αποδεχθούμε και να αναλάβουμε αυτήν την κατάρρευση και αυτήν την εξαφάνιση;  

Αν μας ενδιαφέρει. 

Ειδάλλως, ας πάψουμε να σφετεριζόμαστε εκείνα που ανήκουν σε άλλους.   

  Μυκηναϊκό δαχτυλίδι από την Τίρυνθα με ζωόμορφα όντα.

Στους Έλληνες.

Τελειώνω επανερχόμενος στον τίτλο.  

«Εμείς και οι Έλληνες».  

Το «και», όπως φαντάζομαι ότι κατανοήθηκε, δεν είναι συζευκτικό· δεν συνδέει· αποσυνδέει· διαζευγνύει.  

Στο θέμα που μας απασχολεί, για να συμβεί ένωση πρέπει να την ποδηγετεί ο χωρισμός· για να λάβει χώρα γάμος, πρέπει να ισχύει διαζύγιο. Με άλλα λόγια, ο μηχανισμός της τραγωδίας.  

Όχι η καπηλευτική αναπαράστασή της στην πιο χυδαία και πληθωριστική εκδοχή της που είναι ό,τι πιο καθησυχαστικό υπάρχει, αλλά η αιματηρή παράσταση της ανέκδοτης εκδοχής της σε ό,τι πιο ανησυχητικό υπάρχει.  

Το ελληνικό ως τρομακτικό. 

Σπύρος Παπαλουκάς, «Το χωριό Καμμένο» (αχρονολόγητο). Λάδι σε μουσαμά, 59 εκ. x 52 εκ. Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Είναι καιρός, οι κάτοικοι αυτής της γεωγραφικής περιοχής επιτέλους να τρομάξουν γι’ αυτό που είναι, γι’ αυτό που δεν είναι, και γι’ αυτό που δεν θα καταφέρουν ποτέ να είναι.

Ένα σπουδαίο κείμενο του συγγραφέα Δημήτρη Δημητριάδη για την τραγωδία του να είσαι Έλληνας.