Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Ιβ Άρνολντ. Eve Arnold

Μια από τις σημαντικότερες φωτορεπόρτερ του εικοστού αιώνα, η Ιβ Άρνολντ είχε μια γόνιμη καριέρα απαθανατίζοντας κοινούς θνητούς και διασημότητες μεταξύ των οποίων οι Μέριλιν Μονρόε, Υβ Σεν Λοράν, Μάλκολμ Χ, Τζέρι Φάλγουελ και πολλοί αρχηγοί κρατών. Έχει καλύψει το Αμερικανικό κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα και έχει κάνει τις φωτογραφίσεις για την προώθηση πέραν των 40 ταινιών παγκόσμια. Ήταν συνεργάτης του έγχρωμου περιοδικού των Κυριακάτικων Times για 10 χρόνια και έχει εκδώσει 14 βιβλία.

One of the most important photojournalists of the twentieth century, Eve Arnold has had a prolific career documenting people both ordinary and famous – including Marilyn Monroe, Yves Saint Laurent, Malcolm X, Jerry Falwell and many heads of state. She has covered the American civil rights movement, shot stills for more than 40 films around the world, been a contract photographer on the Sunday Times colour magazine for 10 years and published 14 books.

Η Άρνολντ γεννήθηκε στις 21 Απριλίου 1912 στη Φιλαδέλφεια, Πενσυλβανίας από οικογένεια Ρωσσοεβραίων μεταναστών. Απεβίωσε στις 4 Ιανουαρίου 2012 λίγους μήνες πριν κλείσει τα 100 της χρόνια. Ο πατέρας της ήταν ραββίνος από την Οδησσό. Μια φωτογραφική που της έκαναν δώρο κατά τη διάρκεια της πρώιμης ιατρικής της εκπαίδευσης την οδήγησε στην τέχνη της φωτογραφίας και για αρκετά χρόνια φωτογράφιζε από χόμπι και εμφάνιζε τις φωτογραφίες σ΄ένα μικρό σκοτεινό θάλαμο. Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου παντρεύτηκε ένα γραφίστα και εργάστηκε σε εργοστάσιο επεξεργασίας φωτογραφιών όπου πολύ σύντομα ανελίχθηκε σε διευθύντρια του εργοστασίου. Μετά το τέλος του πολέμου απόκτησε τον γιο της και έμεινε στο σπίτι για ένα μικρό χρονικό διάστημα.

Arnold was born on 21 April 1912 in Philadelphia, Pennsylvania, to Russian-Jewish immigrant parents; her father was a rabbi from Odessa. A friend’s gift of a camera during her early medical training led her into photography and for several years she shot pictures for her own pleasure and developed them in a small darkroom. During the Second World War she married a graphic and industrial designer and worked in a photo-finishing factory, rising quickly to become plant manager. After the war she gave birth to her son and for a short period stayed at home.

Επιστρέφοντας στο χώρο της φωτογραφίας, η Άρνολντ εντάχθηκε το 1948 στη Σχολή Κοινωνικών Ερευνών της Νέας Υόρκης, εκεί η δουλειά της εντυπωσίασε τον Αλεξέι Μπρότοβιτς, τον τότε καλλιτεχνικό διευθυντή του περιοδικού μόδας Harpers Bazaar. Επέλεξε ως θέμα της για την πρώτη της φωτογράφιση για τον κόσμο της μόδας το Χάρλεμ και καθώς κανένα Αμερικάνικο περιοδικό δεν πρόβαλλε την τότε εποχή τη μαύρη μόδα οι φωτογραφίες της ξεχώρισαν. Το πρωτοπόρο περιοδικό φωτορεπορτάζ Picture Post στο Λονδίνο δημοσίευσε την ιστορία της. 

Returning to photography, Arnold enrolled in 1948 at the New York School for Social Research, where her work impressed Alexey Brodovitch, then art director at the fashion magazine Harper’s Bazaar. For her first course assignment on fashion, she chose Harlem, and as no American magazines at that time featured black fashion, her pictures stood out. Picture Post in London – a magazine that pioneered photojournalism – published the story. 

Το 1951 η Άρνολντ κτυπά την πόρτα του πρακτορείου Μάγκνουμ και παρουσιάζει την ιστορία της και ένα φωτορεπορτάζ για τους μετανάστες εργάτες του Λόνγκ Άιλαντ, το πρακτορείο της ζητά να γίνει συνεργάτιδα τους, γίνεται πλήρες μέλος του πρακτορείου στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Το 1962 η Άρνολντ μετακομίζει στην Μεγάλη Βρετανία θέλοντας ο γιος της να φοιτήσει στο οικοτροφείο στη Bedales School. Με εξαίρεση τα έξι χρόνια που έζησε δουλεύοντας στην Κίνα και τις Η.Π.Α, η Άρνολντ έζησε τα υπόλοιπα της χρόνια στη Μεγάλη Βρετανία.

In 1951 Arnold took this piece and a picture essay on migrant labourers in Long Island to the Magnum photographic co-operative,1 and they invited her to join as a stringer; she became a full member in the mid 1950s. In 1962 Arnold moved to Britain so her son could be educated at Bedales School, and with the exception of six years spent working in China and the United States, she has lived here ever since.

Οι Κυριακάτικες Times και το Πρακτορείο Μάγκνουμ έχουν λειτουργήσει ως βάση από τα οποία μπορούσα να αποφασίσω την πορεία μου. Η ασφάλεια και η ελευθερία άποψης είναι μεγάλο πλεονέκτημα για κάθε καλλιτέχνη. Τα ρεπορτάζ είναι καταπληκτικά αλλά τα λεφτά δεν είναι πάντοτε αρκετά για να ζήσει κάποιος, τότε το Μάγκνουμ μου πρόσφερε την ευκαιρία να κάνω κάποιες φωτογραφίσεις για προώθηση ταινιών ή διαφημίσεις’” λέει η Άρνολντ.1

The Sunday Times and Magnum have both acted as my base’, says Arnold, ‘from which I’ve been able to decide what exactly I want to do. That sort of security, and the freedom it gives, are a great privilege for any artist. Editorial reportage is wonderful, but it doesn’t always pay the bills, so then Magnum might arrange for me to do some stills on a movie, or some industrial photography.’2

Η καριέρα της Άρνολντ κυμάνθηκε ευρέως γεωγραφικά, τόσο θεματικά όσο και πνευματικά. Θεωρούσε τον εαυτό της πρωτίστως φωτορεπόρτερ, έχει γράψει ωστόσο βιβλία και έκανε την παραγωγή στην ταινία για τα χαρέμια της Αραβίας με τίτλο ‘Πίσω από το Βέλος’. Στην αρχή της καριέρας της, ήταν πρωτοπόρος της έγχρωμης φωτογραφίας. “Ανάμεσα στους συναδέλφους μου” αναφέρει, “υπάρχει μια διαμάχη για την αξία της έγχρωμης και της μαυρόασπρης φωτογραφίας. Οι ιδεολόγοι πιστεύουν ακόμα και σήμερα ότι η έγχρωμη φωτογραφία είναι εμπορική ενώ η μαυρόασπρη είναι τέχνη. Όσο αφορά σε μένα, είμαι τόσο πλεονέκτης που δεν μπορώ να στερήσω στον εαυτό μου την πληθώρα επιλογών που έχω. Έτσι, αναλόγως με τη διάθεσή μου και τι στιγμή θα απαθανατίσω έγχρωμες ή μαυρόασπρες ή και τα δύο.”

Arnold’s career has ranged widely geographically, in subject matter and by medium. She considers herself primarily a photojournalist but has also written books and produced a film on the harems of Arabia, Behind the Veil. At the start of her career, she was a pioneer of colour photography. ‘Among my colleagues, a controversy arose about the merits of black and white versus colour’, she relates. ‘The purists would say that colour is commerce and black and white is art – an argument that has not abated with the years. As for me, I am greedy and, not wanting to limit myself, will use whatever tool is at hand. So, depending upon the dictates of the mood and the moment, I will change from colour to black and white and back again, or will manage both simultaneously.’

Η Άρνολντ απαθανάτισε εκατοντάδες πορτραίτα κατά τη διάρκεια της καριέρας της, φωτογραφίζοντας συχνά ανθρώπους εν’ ώρα εργασίας. Πολλά απ΄αυτά έχουν δημοσιευτεί το 1989 στο βιβλίο της με τίτλο All in a Days Work. “Με σεβασμό στην ιδιωτική ζωή και με παρατηρητικότητα τα θέματα μου”, αναφέρει, “θα σας χαρίσουν μέρος τους εαυτού τους που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε και αυτό είναι το μεγάλο μυστικό… έψαχνα σε κάθε στιγμή την έννοια του πραγματικού. Δεν δούλεψα ποτέ σε στούντιο, δεν χρησιμοποίησα ποτέ προβολείς. Είχα το δικό μου τρόπο εργασίας που μ΄ ευχαριστούσε, δεν ήθελα να τρομάζω τους ανθρώπους με το βαρύ εξοπλισμό, μια φωτογραφική μηχανή και φιλμ £5 στη τσέπη ήταν όλα όσα χρειαζόμουν.”2

Arnold has shot hundreds of portraits during her career, often photographing people as they worked; many of these are published in her 1989 book ‘All in a Day’s Work’. At once respecting privacy and intently observing, she finds her subjects ‘will offer you part of themselves that you can use, and that is the big secret… I looked for a sense of reality with everything I did. I didn’t work in a studio, I didn’t light anything. I found a way of working which pleased me because I didn’t have to frighten people with heavy equipment, it was that little black box and me and £5 worth of film in my pocket.’ 3






Η Άρνολντ έγινε γνωστή για τις φωτογραφίες που έβγαλε στη διάσημη σταρ Μέριλιν Μονρόε, οι οποίες δημοσιεύτηκαν σε μορφή βιβλίου το 1987 και επανεκδόθηκαν το 2005. Χρειάστηκαν έξι συναντήσεις σε μια περίοδο 10 ετών, η συντομότερη δύο ώρες και η μεγαλύτερη δύο μήνες όπου η Άρνολντ συναντούσε τη σταρ καθημερινά κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας Οι Αταίριαστοι. Ανάμεσα τους αναπτύχθηκε αμοιβαία εμπιστοσύνη και σεβασμός και το αποτέλεσμα είναι μια δουλειά που έγινε με στοργή και φροντίδα, δείχνοντας την Μονρόε με τα ελαττώματα και τα προβλήματά της αλλά και με χιούμορ, ζεστασιά και ανθρωπιά. “Δεν γνώρισα κανένα που να ήρθε κοντά στη Μονρόε με τη φυσική δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το ταλέντο του φωτογράφου και τη φωτογραφική μηχανή” λέει η Άρνολντ. “Ήξερε τι πρέπει να κάνει. Επέβαλε τις ψυχικές της ανάγκες, τις διαθέσεις της, τον ερωτισμό της κατά τη διάρκεια της φωτογράφισης, κινούμενη με ταχύ ρυθμό ώστε κάθε της έκφραση να αναδεικνύεται στο πρόσωπό της, το σώμα της να στροβιλίζεται στο ρυθμό και ο φωτογράφος να μπορεί να προλαβαίνει να απαθανατίζει… Εάν ένιωθα ότι χαλάρωνε και ήταν απαραίτητο, της έλεγα τι έπρεπε να γίνει και αμέσως αναλάμβανε δράση. Αυτό που κυρίως ζητιόταν ήταν να είναι ο εαυτός της.”

Probably Arnold’s best-known work is her photography of film star Marilyn Monroe, published in book form in 1987 and revised and reissued in 2005. Six sessions took place over a 10-year period, the shortest two hours and the longest two months, when Arnold saw her daily during filming of ‘The Misfits’. Trust and respect were established, and the result is a portfolio shot through with affection and concern, showing Monroe with her foibles and problems but also with humour, warmth and humanity. ‘I never knew anyone who even came close to Marilyn in natural ability to use both photographer and still camera’, says Arnold. ‘She knew what to do. She would impose her psychic needs, her moods, her eroticism upon the session, working rapidly so that expression after fleeting expression wafted across her face, her body moving sinuously in cadence so the photographer could only try to keep up… If I felt she was flagging and it was necessary, I would say what was wanted and she would swing into action. Mainly what was wanted was for her just to be herself.’







Το έργο της Άρνολντ με αστέρες του κινηματογράφου διάρκεσε πάνω από τρεις δεκαετίες και συμπεριλάμβανε τις ηθοποιούς Ελίζαμπεθ Τέιλορ, Μάρλεν Ντίτριχ, Τζην Σίμμονς και Σιμόν Σινιορέ καθώς και τους Κλαρκ Γκέιμπλ, Ρίτσαρντ Μπάρτον, Όρσον Γουέλς και Τσάρλι Τσάπλιν. Στο βιβλίο Film Journal  που εκδόθηκε το 2002, συγκεντρώνονται 25 φωτο-δοκίμια αυτών των προσωπικοτήτων. Ανάμεσα στους αρχηγούς κρατών που φωτογράφισε η Άρνολντ συμπεριλαμβάνονται η Βασίλισσα Ελισάβετ ΙΙ – μια γοητευτική φωτογραφία (Λονδίνο 1968) που βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων Λονδίνου στην οποία η Βασίλισσα προστατεύεται κάτω από μια μαύρη ομπρέλα κοιτάζοντας προς τον ουρανό – και η Μάργκαρετ Θάτσερ, περιβαλλόμενη από τεράστια πέτρινα γλυπτά του Ουίνστον Τσώρτσιλ (1977).

Arnold’s work with film stars spanned over three decades and included such actors as Elizabeth Taylor, Marlene Dietrich, Jean Simmons and Simone Signoret; men were represented too, among them Clark Gable, Richard Burton, Orson Welles and Charlie Chaplin. Film Journal, published in 2002, brings together 25 of her photo-essays on these celebrities. World leaders Arnold has photographed include Queen Elizabeth II – a charming shot of her sheltering under a black umbrella but looking skywards is in the National Portrait Gallery, London (1968) – and Margaret Thatcher, surrounded by huge stone statues of Winston Churchill (1977).

















Στο αντίθετο άκρο η Άρνολντ εργάστηκε για το περιοδικό Ζωή στα χρόνια της ακμής του, ταξιδεύοντας στο Αφγανιστάν, τη Νότιο Αφρική και την πρώην Σοβιετική Ένωση σε μια εποχή που οι εικόνες από τις περιοχές αυτές ήταν λίγες. Το 1973 η απόλυτη φτώχια στη Νότιο Αφρική του απαρτχάιντ ήταν μια βαθιά οδυνηρή πραγματικότητα: “Μια σειρά φωτογραφιών που έκανα ήταν από παιδιά που υπέφεραν από υποσιτισμό, παιδιά να πεθαίνουν στην αγκαλιά της μητέρας τους και ήταν σπαρακτικό να βλέπεις αυτά τα παιδιά να πεθαίνουν χωρίς φαγητό. Σκόπιμα χρησιμοποίησα αυτό το μέσο για να δείξω πόσο τρομερό ήταν.”3 Στη Ρωσία φωτογράφησε πολιτικούς αντιφρονούντες τους οποίους είχαν περιορίσει σε άσυλο για παράφρονες.

At the opposite extreme, Arnold worked for ‘Life’ magazine in its heyday, travelling to Afghanistan, South Africa and the former Soviet Union in an era when images of these areas were few. In 1973 the absolute poverty in South Africa under apartheid was deeply painful to encounter: ‘One series of pictures that I did was of children suffering from malnutrition, dying children in mothers’ arms, and it was heartbreaking to see these kids dying of no food. I deliberately went out of my way to show how terrible it was.’4 In Russia, she photographed political dissidents who had been confined to an asylum for the insane.

























Σε δύο τεράστια έργα, η Άρνολντ απαθανάτισε τη συλλογική ζωή ολόκληρων εθνών – Κίνας και Αμερικής – και τις ιδιαίτερες συνθήκες πολλών απλών ανθρώπων. ‘Από την αρχή της καριέρας μου’, έγραψε ‘ψηλά στις προτεραιότητες μου ήταν να επισκεφτώ την Κίνα.’ Για 15 χρόνια ζητούσε θεώρηση διαβατηρίου για την Κίνα, το κατάφερε το 1979. Ετοιμαζόμενη να καταγράψει την πραγματικότητα στην μετα-Πολιτιστική Επανάσταση της Κίνας, ένα κράτος των 800 εκατομμυρίων τότε, δημιούργησε ένα πλάνο κατηγοριοποιόντας το σε τοπία, ανθρώπους, εργασία και διαβίωση. Στη διάρκεια δύο μεγάλων ταξιδίων, όπου ταξίδεψε με επίσημο μεταφραστή από τον τουριστικό οργανισμό, κάλυψε 60,000 χιλιόμετρα από το Πεκίνο στη Μογγολία, μέχρι την οροσειρά του Θιβέτ και σε όλη την έρημο Γκόμπι. Το ρεκόρ των 12,000 διαφανειών δείχνει την Κίνα στο χείλος της βιομηχανικής μεταρρύθμισης, μια χώρα με απίστευτη ποικιλομορφία, ένα κόσμο αγροτών και εργαζομένων στη πόλη, αθλητές και σπουδαστές, αξιωματικούς της κυβέρνησης και Βουδιστές μοναχούς. Οι φωτογραφίες εκτέθηκαν στο Μουσείο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης το 1980 – ήταν η πρώτη και μεγαλύτερη προσωπική έκθεση της Άρνολντ. Το βιβλίο της, Στην Κίνα εκδόθηκε τον ίδιο χρόνο και κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Βιβλίου στις Η.Π.Α, βραβεύτηκε επίσης με το Βραβείο Κατορθώματα Ζωής από την Αμερικάνικη Εταιρεία Φωτογράφων Περιοδικών.

In two massive projects, Arnold captured the collective lives of whole nations – China and America – and the individual circumstances of many ordinary people. ‘From the very beginning of my becoming a photographer’, she once wrote, ‘high on the agenda was a plan to go to China’. After applying annually for a visa for 15 years, in 1979 she was finally successful. Preparing to document the reality of post-Cultural Revolution China, then a nation of 800 million, she methodically set up a scheme categorised into landscape, people, work and living. In two long trips she travelled with the official interpreter of the tourist bureau, covering over 60,000 kilometres, from Beijing to Mongolia, up the Tibetan plateau and across the Gobi desert. Her 12,000-transparency record of China on the brink of industrial reform shows a country of bewildering diversity, a world of peasants and city workers, athletes and students, government officials and Buddhist monks. Photographs were displayed at the Brooklyn Museum, New York, in 1980 – Arnold’s first major solo exhibition. Her book In China was published the same year, winning the National Book Award in the United States, and she received the Lifetime Achievement Award from the American Society of Magazine Photographers.

Η Άρνολντ έχει λάβει πολλές άλλες τιμητικές διακρίσεις και βραβεία. Το 1995 έγινε μέλος της Βρετανικής Βασιλικής Εταιρείας Φωτογράφων και εκλέχθηκε Διδάκτωρ Φωτογραφίας από το Διεθνές Κέντρο Φωτογραφίας της Νέας Υόρκης. Τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με το Βραβείο Βιβλίου Kraszna-Krausz για το Εκ των Υστέρων. Το 1997 της χορηγήθηκαν τιμητικοί βαθμοί από τρία πανεπιστήμια. Το 2003 έλαβε τη διάκριση του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και το 2010 τα Παγκόσμια Βραβεία Φωτογραφίας Sony απέτισαν φόρο τιμής στον ηγετικό ρόλο της στην φωτογραφική κοινότητα με ένα Βραβείο Κατορθώματα Ζωής.

Arnold has received many other honours and awards. In 1995 she was made fellow of Britain’s Royal Photographic Society and elected Master Photographer by the International Center of Photography, New York. The following year she received the Kraszna-Krausz Book Award for ‘In Retrospect’; in 1997 she was granted honorary degrees by three universities; in 2003 she received the distinction of an honorary OBE; and in 2010 the Sony World Photography Awards paid tribute to her leading role in the photographic community with a Lifetime Achievement Award.

Οι διαφάνειες, τα αρνητικά και τα φύλλα κοντάκτ της Άρνολντ φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη Σπάνιων Χειρογράφων και Βιβλίων Beinecke του Πανεπιστημίου Γέιλ, ενός από τα μεγαλύτερα κτίρια στον κόσμο αφιερωμένο αποκλειστικά σε σπάνια βιβλία και χειρόγραφα. Πέθανε στο Λονδίνο στις 04.01.2012.

Arnold’s transparencies, negatives and contact sheets are now retained by the Beinecke Rare Book and Manuscript Library at Yale University, one of the largest buildings in the world devoted entirely to rare books and manuscripts. She died in London on 04.01.2012.







Eve Arnold in 1997. A self-professed workaholic, she held characteristically trenchant views on the minority – and at times marginalised – status of female photojournalists. Photograph: Jane Bown for the Observer

"Το μεγαλύτερο στοίχημα ήταν να κατορθώσω να χρησιμοποιήσω τη γυναικεία μου υπόσταση με τον καλύτερο τρόπο, μου έδινε μια μοναδική διάσταση, σε ένα κόσμο εξ ολοκλήρου αντρικό. Τα φύλα σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο, δουλεύουν με διαφορετικό τρόπο, τότε λοιπόν γιατί να μην είμαι ο εαυτός μου; Αυτό κατέληξε να είναι η πιο σοφή απόφαση που πήρα ποτέ." Eve Arnold

Σημειώσεις

1 Συνέντευξη στη συγγραφέα και φωτογράφο Πατ Μπουθ, 1982, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Photoicon, 2007

2 Συνέντευξη στον Σερ Τζον Τόουσα (γ. 1936), Βρετανό διευθυντή τέχνης και ραδιοτηλεοπτικό παραγωγό, ο πρώτος παρουσιαστής των ειδήσεων του BBC. Μεταξύ των ετών 1986 και 1993 ήταν ο γενικός διευθυντής του BBC World Service και από το 1995 έως το 2007 ο διευθυντής του Κέντρου Τεχνών Μπάρμπικαν Λονδίνου.

3 Συνέντευξη στον Σερ Τζον Τόουσα.

Notes

1 Magnum Photos was founded in 1947 by four photographers: Robert Capa, Henri Cartier-Bresson, George Rodger and David Seymour. The agency was set up as a co-operative, with the aim of giving freelance photographers control of the subjects they chose, the way they worked and the marketing of their images. Copyright would remain with the photographers rather than be assigned to the magazines that published their work. Most importantly, they would maintain the ideal of bringing about positive change in the world.

2 From an interview with writer and photographer Pat Booth, 1982, published in Photoicon magazine, 2007.

3 From an interview with Sir John Tusa (b. 1936), a British arts administrator and radio and television journalist who was the first presenter of the BBC’s Newsnight. Between 1986 and 1993 he was managing director of the BBC World Service and from 1995 to 2007 managing director of London’s Barbican Arts Centre.

4 From an interview with Sir John Tusa.