Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

Ο κοντινότερος στη Γη εξωπλανήτης μπορεί να έχει και γείτονα. A new super-Earth may orbit the star next door

Ερευνητές ανίχνευσαν έναν υποψήφιο (προς το παρόν μη επιβεβαιωμένο) πλανήτη, τον Proxima c, ο οποίος φαίνεται να περιφέρεται γύρω από τον Εγγύτατο του Κενταύρου, τον μικρό αχνό ερυθρό νάνο σε απόσταση μόνο 4,2 ετών φωτός από τον δικό μας πλανήτη. Subtle shifts in the motion of the nearby star Proxima Centauri suggest that it may host not one but two alien worlds. Tiny spacecraft speed toward the planet Proxima Centauri b in an illustration of the Breakthrough Starshot initiative. Astronomers now think that Proxima b has a sibling: a super-Earth that may orbit the same red star just over 4 light-years away. ART DIRECTION: JASON TREAT, NGM STAFF; SEAN MCNAUGHTON. SOURCE: BREAKTHROUGH INITIATIVES; ZAC MANCHESTER, STANFORD UNIVERSITY

Ο κοντινότερος στη Γη εξωπλανήτης, ο Proxima b, μπορεί να έχει και γείτονα. Ερευνητές από τα πανεπιστήμια του Τορίνο και της Κρήτης ανακοίνωσαν σε επιστημονικό συνέδριο στις ΗΠΑ ότι ανίχνευσαν έναν υποψήφιο (προς το παρόν μη επιβεβαιωμένο) πλανήτη, τον Proxima c, ο οποίος φαίνεται να περιφέρεται γύρω από τον Εγγύτατο του Κενταύρου, τον μικρό αχνό ερυθρό νάνο σε απόσταση μόνο 4,2 ετών φωτός από τον δικό μας πλανήτη.

Ο Μάριο Νταμάσο του Πανεπιστημίου και του Αστεροσκοπείου του Τορίνο, ο Φάμπιο Ντελ Σόρντο, μεταδιδακτορικός ερευνητής του Τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Κρήτης, και οι συνεργάτες τους, που έκαναν τη σχετική ανακοίνωση στο συνέδριο Breakthrough Discuss του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ στην Καλιφόρνια (δεν έχει υπάρξει ακόμη επιστημονική δημοσίευση), χρησιμοποίησαν το όργανο HARPS ενός τηλεσκοπίου του Ευρωπαϊκού Νοτίου Αστεροσκοπείου (ESO) στη Χιλή.

The red light of the star Promixa Centauri falls over the surface of the planet Proxima b in an illustration. © Photo illustration by ESO, M. Kornmesser

Ο ήδη γνωστός εξωπλανήτης Εγγύτατος (Proxima) b, που ανακαλύφθηκε το 2016, έχει περίπου το μέγεθος της Γης και κινείται στη φιλόξενη για ζωή ζώνη πέριξ του άστρου του, κάτι που σημαίνει ότι μπορεί να διαθέτει υγρό νερό στην επιφάνειά του. Προς το παρόν, όμως, είναι άγνωστο κατά πόσον όντως ο πλανήτης αυτός διαθέτει συνθήκες κατάλληλες για την ανάπτυξη και επιβίωση κάποιων μορφών ζωής.

Ο υποψήφιος γειτονικός εξωπλανήτης Εγγύτατος (Proxima) c φαίνεται να είναι ένας αφιλόξενος και πολύ κρύος κόσμος για τη ζωή. Έχει εκτιμώμενη μάζα τουλάχιστον εξαπλάσια εκείνης της Γης, είναι συνεπώς μια υπερ-Γη.

Βρίσκεται σε απόσταση περίπου μιάμισης αστρονομικής μονάδας από το άστρο του, τον Εγγύτατο του Κενταύρου (μια αστρονομική μονάδα είναι η μέση απόσταση Γης – Ήλιου), ενώ η μέση θερμοκρασία του υπολογίζεται σε μείον 234 βαθμούς Κελσίου, πολύ χαμηλή για να αναπτυχθεί ζωή.

Ο εξωπλανήτης χρειάζεται περίπου 1.900 μέρες (η διάρκεια του έτους του) για να διαγράψει μια πλήρη περιφορά γύρω από το άστρο του.

Οι Νταμάσο και Ντελ Σόρντο πάντως, σύμφωνα με το Scientific American και το Space.com, τόνισαν ότι μέχρι στιγμής πρόκειται μόνο για υποψήφιο εξωπλανήτη.

Proxima B Planet, Orbiting Proxima Centauri, a Red Dwarf Star.

Η επιβεβαίωσή του μπορεί να γίνει με το ίδιο ή άλλα επίγεια και διαστημικά τηλεσκόπια. Αν όντως ο Proxima c υπάρχει, υπάρχει πιθανότητα να φωτογραφηθεί από τα μελλοντικά ισχυρότερα τηλεσκόπια.






Εντοπίστηκε νέο, άγνωστο μέχρι σήμερα, είδος ανθρώπου. New human species found in the Philippines

Υπάρχει ένα ακόμη νέο μέλος στο οικογενειακό δένδρο του Ανθρώπου. Πρόκειται για έναν πρόγονό μας, ο οποίος έχει πλέον αφανιστεί και εντοπίστηκε στις Φιλιππίνες. Το νέο είδος είναι γνωστό ως Homo luzonensis, καθώς ανακαλύφθηκε στο μεγαλύτερο νησί της χώρας, το Λουζόν. Η είσοδος του σπηλαίου Καλάο, στο βόρειο τμήμα του νησιού Λουζόν. Researchers digging in the Philippines's Callao Cave found teeth and bones that they say belong to a distinct species of ancient human, which they have named Homo luzonensis. PHOTOGRAPH BY D. PARDO, NATIONAL GEOGRAPHIC YOUR SHOT

Δεκατρία απολιθωμένα οστά και δόντια που αποκαλύφθηκαν σε σπήλαιο στις Φιλιππίνες ανήκουν σε ένα άγνωστο μέχρι σήμερα είδος ανθρώπου, που πιθανότατα ήταν μικρόσωμος αλλά παρουσίαζε μια απρόσμενη μίξη αρχαϊκών και σύγχρονων χαρακτηριστικών.

Callao cave, where the fossils of Homo luzonensis were discovered. Photograph: Quincy/Alamy

Τα λείψανα τουλάχιστον τριών ατόμων αυτού του είδους, που ονομάστηκε Homo luzonensis, βρέθηκαν στο Σπήλαιο Καλάο, στο βόρειο τμήμα του νησιού Λουζόν. Είναι η δεύτερη φορά από τις αρχές του 21ου αιώνα που ένα εξαφανισμένο πλέον μέλος της οικογένειας του ανθρώπου εντοπίζεται σε νησιά της νοτιοανατολικής Ασίας.

Οι επιστήμονες δεν κατάφεραν να αποσπάσουν DNA, όμως μπόρεσαν να καθορίσουν ότι το ένα από τα τρία αυτά άτομα έζησε πριν από 67.000 χρόνια και τα άλλα πριν από περίπου 50.000 χρόνια.

The Homo floresiensis ‘hobbit’ skull compared with a modern human skull. Photograph: Yousuke Kaifu

Το 2003 απολιθωμένα λείψανα ενός άλλου «νησιώτη», του Homo floresiensis –του αποκαλούμενου και «Χόμπιτ» λόγω του μικρού μεγέθους του– βρέθηκαν σε ένα σπήλαιο στο νησί Φλόρες της Ινδονησίας, που απέχει περίπου 3.000 χιλιόμετρα από το Λουζόν. Δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ότι τα δύο είδη είχαν σχέση μεταξύ τους.

Ο Homo luzonensis δεν είναι άμεσος πρόγονος του σύγχρονου ανθρώπου. Ζούσε όμως την ίδια περίοδο με τον Χόμπιτ αλλά και με τον Homo sapiens, υποείδος του οποίου είναι ο άνθρωπος. Ο Homo sapiens εμφανίστηκε στην Αφρική πριν από περίπου 300.000 χρόνια.

Scientists have found a few bones and seven teeth belonging to a previously unknown species of human.  They've named the new species Homo luzonensis, after the island of Luzon in the Philippines where it was found.  The bones are tiny, suggesting that Homo luzonensis was under 4 feet tall.  That would make it the second species of diminutive human to be found in south-east Asia; in 2007 scientists announced the discovery of Homo floresiensis, found on the island of Flores in Indonesia and nicknamed the hobbit.  Both species lived around 50,000 years ago, at a time when Asia was also home to our species, the Neanderthals and a group called the Denisovans.  The new species raises many questions, including who were its ancestors and how did it move? © nature video

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι δεν μπορούν να αποκλείσουν την πιθανότητα η άφιξη του δικού μας είδους στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας να συνέβαλε στην εξαφάνιση του Homo luzonensis. Ο Χόμπιτ εξαφανίστηκε επίσης πριν από 50.000 χρόνια, την ίδια περίοδο που ο Homo sapiens εξαπλωνόταν στην περιοχή.

Οι ανακαλύψεις στα νησιά Λουζόν και Φλόρες αποδεικνύουν ότι η ιστορία της εξέλιξης του ανθρώπου είναι πολύ πιο περίπλοκη απ’ όσο πίστευαν μέχρι πρότινος οι ειδικοί. Οι ερευνητές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να βρεθούν και άλλες «εκπλήξεις» στην Ασία.

Πόσο μεγάλος ήταν ο άνθρωπος του Λουζόν;

Απολιθωμένα δόντια Homo Luzonensis. Five of the seven teeth attributed to Homo luzonensis. The teeth have small sizes and relatively simple shapes, but one premolar has three roots, which is uncommon among modern humans. PHOTOGRAPH COURTESY OF © CALLAO CAVE ARCHAEOLOGY PROJECT

Οι επιστήμονες περιέγραψαν με μεγάλη επιφύλαξη την εξωτερική εμφάνιση και τη ζωή του Homo luzonensis. Κι αυτό γιατί έχουν στη διάθεσή τους μόνο ελάχιστα οστά από τα χέρια και τα πόδια καθώς και μερικά δόντια δύο ενηλίκων και ενός παιδιού, αφού δεν βρέθηκαν οστά κρανίων. Βασιζόμενοι κυρίως στο μέγεθος των δοντιών, πιθανολογούν ότι αυτός ο «εξάδελφος» ήταν πιο μικρόσωμος από τον Homo sapiens, αλλά είναι αδιευκρίνιστο αν προσέγγιζε το ύψος του Χόμπιτ, που μετά βίας έφτανε το 1 μέτρο.

«Θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί, ιδίως επειδή ο κόσμος θα φέρει στο νου του τον Homo floresiensis ως “πρότυπο” για την εμφάνιση του Homo luzonensis, κάτι που ασφαλώς δεν συμβαίνει», είπε ο παλαιοανθρωπολόγος Φλοράν Ντετρουά, του Μουσείου του Ανθρώπου-Εθνικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Παρισιού.

«Μπορούμε μόνο να εικάσουμε ότι ίσως να ήταν ένας πυγμαίος Homo sapiens», πρόσθεσε ο αρχαιολόγος Αρμάντ Μιζάρες, ο επικεφαλής των αρχαιολογικών ανασκαφών στο Καλάο.

Με βάση τα οστά ζώων που βρέθηκαν στην περιοχή, φαίνεται ότι αυτοί οι άνθρωποι έτρωγαν κρέας και ίσως να χρησιμοποιούσαν λίθινα εργαλεία, εξήγησε ο Ντετρουά.

The finger and toe bones are curved, suggesting climbing was still an important activity for this species. Credit: Florent Detroit

Τα απολιθωμένα οστά από το σπήλαιο, που βρίσκεται στους πρόποδες της οροσειράς Σιέρα Μάντρε, παρουσιάζουν έναν συνδυασμό ανατομικών χαρακτηριστικών που κάνουν τον Homo luzonensis να ξεχωρίζει από όλα τα άλλα είδη ανθρώπου. Ορισμένα χαρακτηριστικά είναι παρόμοια με αυτά του Homo sapiens και του Χόμπιτ. Άλλα ήταν τόσο αρχαϊκά που παρέπεμπαν στον Αυστραλοπίθηκο –έναν από τους παλαιότερους προγόνους του ανθρώπου που εξαφανίστηκε πριν από περίπου 2 εκατ. χρόνια–, στον Homo habilis (2,3-1,4 εκατ. χρόνια πριν) και στον Homo erectus (1,8-1,3 εκατ. χρόνια πριν). «Κάποιος που φέρει συνδυαστικά αυτά τα χαρακτηριστικά δεν μπορεί να ταξινομηθεί σε κανένα από τα γνωστά είδη σήμερα», σημείωσε ο Γάλλος επιστήμονας.

«Για χρόνια –ακόμα και μέχρι πριν από λιγότερα από 20 χρόνια– θεωρούσαμε την εξέλιξη του ανθρώπου στην Ασία πολύ απλή: ο Homo erectus ξεκινώντας από την Αφρική εγκαθίσταται στην ανατολική και νοτιοανατολική Ασία και μετά δεν συμβαίνει τίποτα, μέχρι την άφιξη του Homo sapiens πριν από περίπου 40.000-50.000 χρόνια, ο οποίος “κατακτά” κάθε γωνιά της Γης», είπε ο Ντετρουά. «Με τις ανακαλύψεις επί του πεδίου –τα απολιθώματα– και στο εργαστήριο, για παράδειγμα μέσω της γενετικής, σήμερα ξέρουμε ότι η ιστορία της εξέλιξης δεν είναι γραμμική, ήταν πολύ πιο περίπλοκη, με πολλά ξεχωριστά είδη που ζούσαν ταυτόχρονα με τον Homo sapiens, διασταυρώνονταν μεταξύ τους, εξαφανίζονταν και τα λοιπά. Ο Homo sapiens εννοείται πως δεν ήταν μόνος του στη Γη», κατέληξε ο Ντετρουά, ο συγγραφέας της μελέτης που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση «Nature».


The story of human evolution began about seven million years ago, when the lineages that lead to Homo sapiens and chimpanzees separated. Learn about the early human species that belong in our family tree and how the natural selection of certain physical and behavioral traits defined what it means to be human. © National Geographic

Πρόκειται για «μια αξιοσημείωτη ανακάλυψη» η οποία «αναμφίβολα θα προκαλέσει πολλές επιστημονικές συζητήσεις», εκτίμησε ο Μάθιου Τότσερι του Πανεπιστημίου Λέικχεντ του Καναδά, σχολιάζοντας το άρθρο στο περιοδικό «Nature».

Ο Ντετρουά αναμένει ότι ορισμένοι συνάδελφοί του «θα αναρωτηθούν κατά πόσο είναι θεμιτό να περιγράφεις ένα νέο είδος με βάση τόσο λίγα απολιθώματα». Και προσθέται χαριτολογώντας: «Αν στο μέλλον, οι συνάδελφοι αποδείξουν ότι έκανα λάθος και ότι αυτά τα λείψανα αντιστοιχούν σε κάποιο είδος που ήδη γνωρίζαμε, τόσο το χειρότερο, δεν είναι κάτι σοβαρό, θα ξεχαστεί…».