Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Βίντεο: Tι είναι η βαρύτητα; What is Gravity?

Η διασκεδαστική περιγραφή της δύναμης της βαρύτητας  -  μιας από τις 4 θεμελιώδεις δυνάμεις του σύμπαντος – μέσα σε ένα λεπτό.

today's art: Frantisek Kupka, Le Bibliomane I, 1897, Prague, Collection du Château

Ο Φράντισεκ Κούπκα (František Kupka, 23 Σεπτεμβρίου 1871 – 24 Ιουνίου 1957) ήταν Τσέχος ζωγράφος και γραφίστας, ένας από τους πρωτεργάτες της αφηρημένης και της ανεικονικής τέχνης στην Ευρώπη κατά τον 20ό αιώνα.

Tango, 1909

Ο Κούπκα γεννήθηκε στο Οπότσνο (Opočno) της Βοημίας το 1871 και σπούδασε από το 1889 ως το 1892 στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Πράγας. Επίσης, παρακολούθησε μαθήματα στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης, όπου επικεντρώθηκε σε θέματα με συμβολικό και αλληγορικό περιεχόμενο, επηρεασμένος με την ενασχόλησή του κατά την περίοδο αυτή με τη θεοσοφία και την ανατολική φιλοσοφία. Την άνοιξη του 1894, ο Κούπκα εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου φοίτησε στην Σχολή Καλών Τεχνών (Ecole des Beaux-Arts), κοντά στον Ζαν-Πιερ Λωράν (Jean-Pierre Laurens). Πέθανε στο Πυτώ (Puteaux) της Γαλλίας στις 24 Ιουνίου 1957, σε ηλικία 86 ετών.

The Gallien girl, 1910

Ο Κούπκα είναι από τους πρώτους εκπροσώπους της αφηρημένης τέχνης και πρωτοπόρος στο κίνημα του Ορφισμού (Orphism). Το 1906 εγκαταστάθηκε στο Πυτώ (Puteaux), ένα προάστιο του Παρισιού και τον ίδιο χρόνο παρουσίασε το έργο του για πρώτη φορά στο Φθινοπωρινό Σαλόν (Salon d'Automne). Στο διάστημα 1908 – 1911 πειραματίστηκε στην τεχνική του «πουαντιγισμού», που είχε εγκαινιάσει ο Γάλλος ζωγράφος Ζωρζ Σερά, οι θεωρίες του οποίου για τις χρωματικές αντιθέσεις επηρέασαν αναμφισβήτητα την περαιτέρω πορεία του Κούπκα. Το έργο του έπαιρνε συνεχώς αφηρημένη μορφή, αντανακλώντας τις θεωρίες του για τη σχέση μεταξύ μουσικής και ζωγραφικής.

Guillaume Apollinaire (1880-1918) in 1914. Photo taken by photo booth machine in Paris on August 1, 1914.

Η τέχνη του αυτή χαρακτηρίστηκε ως Ορφισμός, μια «τέχνη μουσικής λυρικότητας του χρώματος», από τον ποιητή Γκιγιώμ Απολιναίρ (Guillaume Apollinaire) το 1912.

Disks of Newton, Study for Fugue in Two Colors, c.1911

Στη σειρά των πινάκων του με τον τίτλο «Δίσκοι του Νεύτωνα» (1912), όπως και ο Ρομπέρ Ντελωναί (Robert Delaunay) στο παρόμοιο έργο του «Δίσκοι» (1912), συγκεκριμενοποιεί το πιστεύω του, ότι το χρώμα, όπως και η μουσική, έχει τη δυνατότητα να προκαλεί έντονες συγκινήσεις.

Μετά το 1931, ο Κούπκα συνδέθηκε με την ομάδα «Αφαίρεση – Δημιουργία» (Abstraction-Création), μια σχολή αφηρημένης τέχνης, που σχηματίστηκε στο Παρίσι το 1931 και επιχειρούσε τη συγχώνευση ορισμένων τεχνικών της ζωγραφικής και της γλυπτικής.

Φράντισεκ Κούπκα, "Μεγάλο γυμνό" (περ. 1909, Μουσείο Γκουγκενχάιμ, Νέα Υόρκη).

Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του Φράντισεκ Κούπκα περιλαμβάνονται «Μεγάλο γυμνό» (περ. 1909, Μουσείο Γκουγκενχάιμ, Νέα Υόρκη), «Φούγκα σε κόκκινο και μπλε» (1912, Εθνική Πινακοθήκη, Πράγα) και «Ανάμνηση από ένα καθεδρικό ναό» (1912 -1913, Μουσείο Κάμπα, Πράγα).


Σπάνιο εύρημα στην αρχαία Δημητριάδα - Χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ.

Μπρούτζινη υδρία από το αρχαίο νεκροταφείο της Δημητριάδας. Δεύτερο μισό 4ου αι. π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου.

Σπανιότατο εύρημα είναι η μπρούτζινη υδρία που ανακαλύφθηκε στο αρχαίο νεκροταφείο της Δημητριάδας και κατέχει περίοπτη θέση μεταξύ των εκθεμάτων του Αρχαιολογικού Μουσείου Βόλου. Η καλαίσθητη υδρία, που περιείχε τα υπολείμματα καύσης μιας εξαιρετικά μικρόσωμης γυναίκας, 20 περίπου ετών, χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ., στην Κλασική Εποχή προς πρώιμη Ελληνιστική και μαρτυρά πλούτο και οικονομική ευμάρεια. Έκπληξη προκάλεσε στους αρχαιολόγους η θέα του ευρήματος, το οποίο ήταν τοποθετημένο σε τετράγωνη κατασκευή με σχιστολιθικές πλάκες και μια κυλινδρική κάλπη από πωρόλιθο.

Η υδρία ήταν τοποθετημένη στην κυλινδρική κάλπη και περιείχε καμένα οστά και ό,τι είχε, γενικά, σωθεί από την καύση νεαρής γυναίκας, τυλιγμένα σε δύο υφάσματα, ένα μάλλινο κι ένα λινό, τα οποία σώθηκαν σε πολύ καλή κατάσταση, γεγονός μάλλον σπάνιο για τα αρχαιολογικά δεδομένα. Το αναπάντεχο εύρημα ήρθε στο φως στο Βόρειο νεκροταφείο της αρχαίας Δημητριάδας και «μας εντυπωσίασε η πολύ καλή κατάσταση διατήρησής του, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο ήταν τοποθετημένο στον τάφο με τις αλλεπάλληλες προστατευτικές κατασκευές», υπογραμμίζει η αρχαιολόγος Έλσα Νικολάου, αναπληρώτρια Προϊσταμένη του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Θεσσαλικών Σπουδών. Η κ. Νικολάου, η οποία διενήργησε την ανασκαφική έρευνα, υπογραμμίζει ότι «είναι ένα εύρημα που σαφώς ξεχωρίζει λόγω πολυτέλειας αλλά και περιεχομένου». Το πώμα με το οποίο ήταν σφραγισμένη η καλαίσθητη υδρία, ήταν κατασκευασμένο από το ίδιο μέταλλο και ήταν επενδεδυμένο εσωτερικά με φύλλο μολύβδου. Το πώμα που κάλυπτε το χείλος του αγγείου βρέθηκε στον ίδιο τάφο, όπως και οι λαβές, ενώ το κομμάτι της υδρίας που ακουμπούσε στο έδαφος είναι το μόνο σημείο που έχει φθαρεί, εν αντιθέσει προς το υπόλοιπο αγγείο, που σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση.

Το συγκεκριμένο εύρημα «μας δείχνει την ποιότητα της Δημητριάδας και το υψηλό επίπεδο του πολιτισμού που είχε αναπτυχθεί, ανάγεται, δε, σε μια εποχή κατά την οποία διαπιστώνουμε ότι και στην περιοχή μας ακολουθούν τις ταφικές συνήθειες όλης της Ελλάδας. Παράλληλα όμως, μας δείχνει ότι και οι επαρχίες συναγωνίζονται τα μεγάλα κέντρα και χρησιμοποιούν τον συγκεκριμένο τύπο υδρίας», επισημαίνει η κ. Νικολάου. Η ίδια προσθέτει επίσης ότι «έχουμε μια κοινή γλώσσα και στα ταφικά έθιμα και στις συνήθειες των ανθρώπων και στα κατασκευαστικά θέματα και στα εργαστήρια, τα οποία παράγουν ίδια αντικείμενα, που είναι ισάξια σε ποιότητα με τα μεγάλα γνωστά αρχαία κέντρα της Ελλάδας, την Αθήνα, την Κόρινθο, τη Μακεδονία». Είναι προφανές με βάση τα παραπάνω, ότι ήταν συνήθεια της συγκεκριμένης εποχής να καίγονται οι πολίτες, οι οποίοι είχαν την οικονομική ευμάρεια που τους επέτρεπε να ανταποκριθούν οικονομικά στην καύση, η οποία ήταν μια ακριβή διαδικασία. «Το γεγονός αυτό φαίνεται και από την κατασκευή του τάφου, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο ήταν προστατευμένη η υδρία, η οποία ήταν τοποθετημένη σε μια κάλπη και μια θήκη αντίστοιχα», επισημαίνει η κ. Νικολάου. Ο τάφος περιείχε, επίσης, αλάβαστρο, έναν τύπο αγγείου ο οποίος χρησιμοποιούνταν στις ταφικές τελετουργίες της κλασικής εποχής και κατά την Ελληνιστική εποχή αντικαταστάθηκε από το μυροδοχείο. Η μπρούτζινη υδρία φέρει διακοσμητικό ανάγλυφο, μια νεανική ανδρική μορφή, όρθια, ελαφρά στραμμένη προς τα δεξιά, με το αριστερό πόδι μπροστά από το δεξί. Στο προτεταμένο δεξί χέρι κρατάει θυμιατήριο και στο αριστερό πυξίδα. Η μορφή εικονίζεται γυμνή, ενώ πλούσια πτυχωμένο ιμάτιο ανεμίζει πίσω της και κρέμεται από το αριστερό χέρι. Τα μαλλιά είναι μακριά και δένονται ψηλά στο κεφάλι. Από τους ώμους φύονται μεγάλα φτερά, τα οποία πλαισιώνουν τη μορφή και αποτελούν τα όρια του ανάγλυφου, το οποίο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρχαιολόγων, αποδίδεται σε μορφή Έρωτα. Η μελέτη των οστεολογικών καταλοίπων έδειξε ότι τα οστά ανήκουν σε γυναίκα 20-25 ετών, εξαιρετικά μικρόσωμη, με υπολογισμένη ακόμα και την συρρίκνωσή τους λόγω της καύσεως. Επίσης διατηρούνται μικρά μόνο θραύσματα οστών, τα οποία προέρχονται από το κρανίο, τα άνω και τα κάτω άκρα.

Η υδρία, πριν την οριστική συντήρησή της προκειμένου να εκτεθεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου, υπέστη εργαστηριακές αναλύσεις, κυρίως με μη καταστρεπτικές μεθόδους. Σκοπός της εξέτασης αυτής ήταν να προσδιοριστούν η χημική σύσταση του μετάλλου που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της, ο τρόπος κατασκευής της, η συγκολλητική ουσία που χρησιμοποιήθηκε για τη στερέωση των χυτών τμημάτων στο σώμα του αγγείου και ο τύπος του υφάσματος που κάλυψε την τέφρα της νεκρής γυναίκας, δημιουργώντας ευρύ πεδίο επιστημονικής διερεύνησης.