Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Λεονόρ Φίνι. Leonor Fini

Leonor Fini, Autoportrait aux chats, New York, Christie's


Close up of Leonor, 1947 by John Phillips

Γεννημένη στο Μπουένος Άιρες στις 30 Αυγούστου του 1907, με ισπανικές και αργεντίνικες ρίζες, η Λεονόρ Φίνι, μεγάλωσε στην Τεργέστη της Ιταλίας. Αυτοδίδακτη καλλιτέχνης, νεαρή ακόμη μελετούσε την αναγεννησιακή και μανιεριστική ζωγραφική των ευρωπαϊκών μουσείων και ανατομία στο νεκροτομείο της Τεργέστης.

Les deux cranes, 1950

Visage Etude pour Fleurs du Mal, Watercolor, 1964

Ophélia, 1963

Οι επισκέψεις της στο νεκροτομείο, δεκατριών ετών μόλις, της εξήψαν το ενδιαφέρον για τη ζωή και το θάνατο, τη φθορά και την αναγέννηση. Οι αναζητήσεις της αυτές την επηρέασαν βαθιά στην τέχνη της.

L'amitié, 1958

Les Quatre saisons, 1972

Στους πίνακές της παρατηρούμε συχνά κρανία και κόκαλα που σημαδεύουν το νήμα ανάμεσα στο εφήμερο και το αιώνιο.

Gala, Dali, Leonor Fini and André Pieyre de Mandiargues (l. to r.), Arcachon, 1940

Στα 17 της μετακόμισε στο Μιλάνο και έπειτα στο Παρίσι όπου και γνώρισε προσωπικότητες όπως τους Πολ Ελυάρ, Μαξ Ερνστ, Αντρέ Πιερ ντε Μαντιάργκ, Χένρι Καρτιέ-Μπρεσσόν, Πικάσο και Νταλί.



Leonor Fini by Henri Cartier-Bresson, Paris, c.1933

Γύρισε την Ευρώπη με αμάξι έχοντας για παρέα τους Μπρεσσόν και Μαντιάργκ, με τον Μπρεσσόν να τη φωτογραφίζει γυμνή σε μια πισίνα, μια φωτογραφία που πουλήθηκε το 2007 για 305,000 δολάρια, την υψηλότερη τιμή που είχε αποκτήσει έργο του μέχρι εκείνη τη στιγμή.

De l'un jour à l'autre I & II (From One Day to Another I & II), 1938

Comtesse Mita Corti, Née Mita Colonna di Cesaro, 1948

Elles aimes se déguiser (They Love to Dress Up, Portrait of Joy Williams and Margot Fonteyn), 1948

Ζωγράφισε πορτρέτα των Ζαν Ζενέ, Άννα Μανιάνι, Ζακ Οντιμπερντί, Αλίντα Βάλι, Ζαν Σλάμπεργκερ, και άλλων δημοσιοτήτων που ζούσαν στο Παρίσι. Αναλάμβανε τις διακοσμήσεις και σχεδίαζε κουστούμια για θεατρικά έργα, όπερες, μπαλέτα και τον κινηματογράφο.

Les Tragediennes, 1931-32

Métamorphoses equivoques (Ambiguous Metamorphosis), 1953

La Gardienne des Phénix, 1954

Παρ’ ότι από πολλούς συνδέεται με τον σουρεαλισμό, η τέχνη της είναι βαθιά προσωπική. Μας παρουσιάζει έναν μυστηριώδη και παρεμφατικό κόσμο που κυριαρχείται από τις γυναίκες. Ο σουρεαλισμός ήταν στην πραγματικότητα ένα κομμάτι της ζωής της. Το 1936 όταν εξέθεσε έργα της μαζί με άλλους σουρεαλιστές στο Παρίσι, και είδαν τα έργα της, της ζήτησαν να την γνωρίσουν από κοντά και εκείνη εμφανίστηκε στο καφέ που είχαν ραντεβού, φορώντας μια στολή καρδιναλίου και εξήγησε ότι αρέσκεται στο «ανοσιούργημα» της γυναίκας που φορά αντρικά ρούχα.

Leonor Fini by André Ostier, Paris, 1948        

Leonor Fini in her studio

Leonor Fini by Eddy Brofferio, Corsica, 1965

Κάποτε είπε: «Ο γάμος ποτέ δεν με τράβηξε. Δεν έχω ζήσει ποτέ με έναν άνθρωπο μόνο. Από τότε που είμαι 18, πάντα επέλεγα να ζω σε αυτό που θα λέγαμε κοινόβιο. Ένα μεγάλο σπίτι με το ατελιέ μου, γάτες και φίλους, και με έναν άνδρα που θα ήταν μάλλον εραστής παρά φίλος. Και πάντα πετύχαινε

Leonor Fini & Sergio Gajardo, Italy, 1952

Παντρεύτηκε μία φορά, για μια σύντομο περίοδο τον Φρεντερίκο Βενετσιάνο, αλλά χώρισαν μόλις γνώρισε έναν Ιταλό διπλωμάτη, για χάρη της οποίας παράτησε την καριέρα του.

 Leonor Fini by Erwin Blumenfeld, Paris, 1938

Η γνωριμία της με τον Πολωνό συγγραφέα Κωνστάντι Ζελένσκι, γνωστός στο μεταπολεμικό Παρίσι ως Κοτ, την ενθουσίασε όταν έμαθε πως είναι ο νόθος αδερφός ενός αγαπημένου της εραστή.

 Leonor Fini & Stanislao Lepri, 1945

Ο Κοτ δέθηκε αμέσως με τη Φινί και τον πρώην διπλωμάτη Λέπρι, και έμεινε μαζί τους στο διαμέρισμά τους με τους τρεις τους να γίνονται αχώριστοι μέχρι το θανατό τους.

Leonor Fini in her studio, Paris, 1961

Αγαπούσε τις περσικές γάτες, έφτασε να έχει σύνολο 23, και ο θάνατός τους μπορούσε να την οδηγήσει στην κατάθλιψη.

La Toilette Inutile, 1964

La serrure (The Lock), 1965

Une grande curiosité (A Great Curiosity), 1983

Έγραψε τρεις νουβέλες, και ο κύκλος της περιελαμβάνε μεταξύ άλλων, ονόματα όπως του Ζαν Κοκτώ και Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Ζωγράφισε για έργα όπως των Πόε, Μπωντλέρ και Σαίξπηρ, αλλά και για σύγχρονους συγγραφείς με τους οποίους υπήρξε ιδιαίτερα γενναιόδωρη χαρίζοντάς τους τις δουλειές της, διασφαλίζοντας πιο άμεσα και εύκολα την έκδοση των βιβλίων τους.

Voyage, 1965

L’Entre deux (Between Two), 1967

Les aveugles (The Blind Ones), 1968

Έχει ειπωθεί για την Φίνι πως απεικόνισε τη γυναίκα χωρίς τύψεις και απολογίες. Σε πολλούς πίνακες, έχει ζωγραφίσει όμορφες γυναίκες, ενίοτε με αυτοβιογραφική ματιά, σε προκλητικές και διασκεδαστικές στιγμές.

Rasch Rasch Mein Puppen Warten...(Hurry, Hurry, Hurry...My Dolls Are Waiting),  1975

Zwei Frauen (Two Women), 1939

Η ανεξαρτησία και η εμπιστοσύνη της Φίνι στο ένστικτο την συνδέουν με άλλες γυναίκες καλλιτέχνιδες του σουρεαλισμού, όπως η στενή της φίλη Λεονόρα Κάρινγκτον και η Φρίντα Κάλο.

L'Homme aux masques, 1949

Οι άντρες από την άλλη, φαίνονται να χάνουν κάπως σε μέγεθος και πιθανότητα και σε δύναμη, και μοιάζουν να τοποθετούνται υπό την προστασία των γυναικών. Ωστόσο, η σχέσης της με άλλους άντρες καλλιτέχνες ήταν περισσότερο κοινωνική, παρά ουσιαστική. Ο πουριτανισμός του Αντρέ Μπρετόν και η δυσανεξία των σουρεαλιστών να αποδεχτούν την γυναικεία αυτονομία (παρ’ ότι μιλούσαν για απελευθέρωση) την έβρισκαν αντίθετη.

Leonor Fini by George Platt Lynes, New York, 1936

Η πρώτη της σόλο έκθεση ήταν στην Julian Levy Gallery το 1939 στη Νέα Υόρκη. Κατά τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου, έζησε στο Μόντε Κάρλο και στη Ρώμη και στη συνέχεια εργάστηκε ως εικονογράφος, σκηνογράφος και ζωγράφος με μεγάλη αναγνώριση στη Ευρώπη. Πέθανε στο Παρίσι το 1996.

Sphinx: Leonor Fini and Surrealism. A lecture given at Manchester Art Gallery as part of Angels of Anarchy: Women Artists and Surrealism on 15 November 2009. With Dr Peter Webb, author of Sphinx: The Life and Art of Leonor Fini. In his lecture, Dr Peter Webb will investigate artist Leonor Fini’s role as a female artist in the predominantly male surrealist group, and the contribution she made with her self-images as empowered sphinxes and ancient deities. Dr Webb knew the artist Leonor Fini well and interviewed her extensively in the years before her death.

«Γνώθι σαυτόν» για ρομπότ. Automaton, Know Thyself: Robots Become Self-Aware

Η πρόοδος της ρομποτικής φέρνει όλο και πιο κοντά οράματα και εικόνες που παλαιότερα θα χαρακτηρίζονταν μάλλον τμήματα της επιστημονικής φαντασίας παρά πραγματικές προοπτικές, όπως ρομποτικοί υπηρέτες, εργάτες ή μάγειρες.

Tα ρομπότ για να φέρουν σε πέρας πιο σύνθετα καθήκοντα, πρέπει να αποκτήσουν το «γνώθι σαυτόν», αντιλαμβανόμενα τους περιορισμούς και τα όριά τους. Researchers work to build robots’ awareness of their own limitations. ILLUSTRATION: ALLEGRA BOVERMAN AND CHRISTINE DANILOFF/MIT

Ωστόσο, σύμφωνα με ερευνητές του CSAIL (Computer Science and Artificial Intelligence Laboratory) του ΜΙΤ, πριν τα ρομπότ αρχίσουν να αναλαμβάνουν τέτοια σύνθετα καθήκοντα, πρέπει να αποκτήσουν το… «γνώθι σαυτόν», αντιλαμβανόμενα τους περιορισμούς και τα όριά τους.

The iCub robot named DeeChee learning basic language with Professor Chrystopher Nehaniv and Dr Joe Saunders.

Τα περισσότερα ρομπότ που χρησιμοποιούνται σήμερα λειτουργούν σε συγκεκριμένα, ελεγχόμενα περιβάλλοντα, και κάνουν πολύ συγκεκριμένες εργασίες. Εάν θέλουν να αναλάβουν πιο σύνθετες λειτουργίες, μέσα σε πιο δυναμικά, ρευστά περιβάλλοντα (όπως ένα σπίτι), θα πρέπει να μπορούν να καταλαβαίνουν τι δεν ξέρουν, και να φροντίζουν να το μάθουν, όπως επισημαίνει η Λέσλι Πακ Κέλμπλινγκ, κάτοχος της έδρας Panasonic στο τμήμα Επιστήμης Υπολογιστών και Μηχανολογίας του ΜΙΤ.

Ένα ρομπότ δεν είναι σε θέση να κοιτάξει γύρω του στην κουζίνα και να καταλάβει πού βρίσκονται τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν για το μαγείρεμα ενός δείπνου. Για να το κάνει αυτό, πρέπει να αρχίσει να ανοίγει ντουλάπια ή να κάνει ερωτήσεις.

The robot creates simulations to work out how to walk using three legs (Image: Science)

«Θα ήθελα να φτιάξω ένα ρομπότ που θα μπορεί να μπει σε μια κουζίνα για πρώτη φορά, αλλά επειδή έχει βρεθεί πριν σε άλλες κουζίνες, μπορεί να βάλει τα ψώνια στις θέσεις τους» λέει σχετικά η Κέλμπλινγκ.

Σε μελέτη που έγινε πρόσφατα δεκτή προς δημοσίευση στο International Journal of Robotics Research, αυτή και ο Τόμας Λοτσάνο-Περέζ, συνάδελφός της στο CSAIL, περιγράφουν ένα σύστημα που θα κάνει ακριβώς αυτό, υπολογίζοντας συνεχώς τα «επίπεδα αβεβαιότητας» του ρομπότ σχετικά με μία εργασία, που περιλαμβάνουν παράγοντες όπως η θέση ενός αντικειμένου ή του ίδιου του ρομπότ σε ένα χώρο.

An artist's depiction of a robot reflecting on itself. Image: Victor Zykov, Cornell University

Βασικό τμήμα της όλης ιδέας είναι το αποκαλούμενο «εξάρτημα υπολογισμού κατάστασης» (state estimation component), που υπολογίζει την πιθανότητα ένα αντικείμενο να βρίσκεται εκεί που το ρομπότ νομίζει ότι βρίσκεται. Με αυτό τον τρόπο, εάν το ρομπότ δεν είναι επαρκώς βέβαιο για μια δραστηριότητα (για παράδειγμα, εάν ένα αντικείμενο είναι το αντικείμενο που αναζητεί), τότε «καταλαβαίνει» πως πρέπει να συλλέξει επιπλέον πληροφορίες πριν ενεργήσει- εξετάζοντας, για παράδειγμα, καλύτερα το επίμαχο αντικείμενο. Κατά την Κέλμπλινγκ, το σύστημα αυτό εξετάζει συνεχώς τις «αντιλήψεις» του για τον κόσμο, και πώς θα τις αλλάξει, μέσω ενεργειών που είτε συλλέγουν περισσότερες πληροφορίες είτε αλλάζουν την κατάσταση του κόσμου/ περιβάλλοντος.

Επίσης, το σύστημα απλοποιεί τη διαδικασία ανάπτυξης στρατηγικής για απλές εργασίες, καθώς καταστρώνει τα σχέδιά του «ένα βήμα τη φορά», ανάλογα με τα δεδομένα που έχει μπροστά του κάθε στιγμή (ιεραρχικός σχεδιασμός προγράμματος). Αντί να καταστρώνει ένα μεγάλο, «βέλτιστο δυνατό» σχέδιο (ιδέα που φαίνεται να κυριαρχεί πάνω στην έρευνα τεχνητής νοημοσύνης), κάνει ένα σχέδιο για το «πρώτο επίπεδο» της εργασίας και αρχίζει την εκτέλεσή του πριν προχωρήσει στο επόμενο- αντί για ένα «μεγάλο σχέδιο» (που απαιτεί μεγάλη υπολογιστική ισχύ), κάνει πολλά μικρά.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση ενδείκνυται για ρομπότ που εισέρχονται σε νέα περιβάλλοντα και δραστηριότητες, για τα οποία δεν έχουν επαρκείς πληροφορίες ώστε να μπορέσουν να φτιάξουν «γενικό» σχέδιο/ προγραμματισμό.

Το τελικό αποτέλεσμα ενός τέτοιου συστήματος θα είναι πιο ικανά/ευέλικτα ρομπότ, που θα μπορούν να κάνουν πιο σύνθετες εργασίες υπό πιο «ανοικτές»/ ρεαλιστικές συνθήκες (από βιομηχανικές εφαρμογές και οικιακές εργασίες, μέχρι αντιμετώπιση καταστροφών)- ακόμα και αν, στην αρχή, θεωρείται πως τα εν λόγω ρομπότ θα κάνουν διάφορα λάθη μέχρι να «μάθουν».