Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Άλμπρεχτ Ντύρερ, "Μεγάλο κομμάτι χορταριασμένη γη", 1503, υδατογραφία, πενάκι και μελάνι, μολύβι και αραιωμένο χρώμα σε χαρτί, 40.3 cm × 31.1 cm. Βιέννη, Αλμπερτίνα. Albrecht Dürer, Great Piece of Turf, 1503, Watercolour, pen and ink, 40.3 cm × 31.1 cm. Albertina, Vienna

Ο καλλιτέχνης, ο οποίος μελέτησε ενδελεχώς τις νέες αρχές της τέχνης και τις εφαρμογές της μαθηματικής προοπτικής, και ενδιαφέρθηκε για την αφομοίωση των βαθύτερων διδαγμάτων (και όχι απλώς των εξωτερικών τύπων) της αρχαίας τέχνης, καθώς και για την προσεκτική παρατήρηση της φύσης και της λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος, είναι ο Albrecht Durer (1471-1528). Το σχέδιο και η χαρακτική είναι τα πρώτα πεδία στα οποία δραστηριοποιείται στη Νυρεμβέργη. Αναζητώντας την καλλιτεχνική του ταυτότητα, μαθήτευσε και στο εργαστήριο του Schongauer, χωρίς όμως να προλάβει να γνωρίσει τον ίδιο. Εργάστηκε κάποιο διάστημα ως εικονογράφος βιβλίων στη Βασιλεία και ταξίδεψε στη Βόρεια Ιταλία, πριν τελικά επιστρέψει, για να εγκατασταθεί μόνιμα στη Νυρεμβέργη. Στο πλαίσιο αυτής της περιπλάνησης, θα γοητευθεί από το έργο καλλιτεχνών, όπως ο Mantegna και ο Giovanni Bellini, θα εντρυφήσει στην απόδοση της φύσης και των μεταμορφώσεών της, θα πειραματιστεί ιδιαίτερα με τους κανόνες της αναλογίας, προσεγγίζοντας το ανθρώπινο σώμα. Καθοριστικός παράγοντας για τους προσανατολισμούς του έργου του θα σταθεί επιπλέον και το γενικότερο κλίμα της δυσαρέσκειας που επικρατεί στη Γερμανία για τους εκκλησιαστικούς θεσμούς, και το οποίο προοιωνίζεται τη Μεταρρύθμιση του Λούθηρου. Η σειρά των ξυλογραφιών του, με θέμα την Αποκάλυψη του Ιωάννη, θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία. Σε αυτή αποδεικνύει πως, παρά το ειλικρινές και ενεργό ενδιαφέρον του για τις νέες επιδιώξεις της τέχνης, κατέχει το ίδιο καλά τα μυστικά και τις αρχές της μεσαιωνικής τέχνης.


Αυτοπροσωπογραφία, 1500, 67 x 49 εκ., Alte Pinakothek, Γερμανία.

«Σ’ ένα τέτοιο γράμμα από τη Βενετία, ο Ντύρερ έγραψε τη συγκινητική φράση που δείχνει πόσο έντονα ένιωσε την αντίθεση ανάμεσα στη θέση του, του καλλιτέχνη που ανήκε στην αυστηρή τάξη των συντεχνιών της Νυρεμβέργης, σε σύγκριση με την ελευθερία των Ιταλών συναδέλφων του: «Πώς θα τρέμω αποζητώντας τον ήλιο», έλεγε· «εδώ είμαι αφέντης, στον τόπο μου παράσιτο». Η κατοπινή ζωή του Ντύρερ, ωστόσο, δεν δικαιολογεί τους φόβους του. Πράγματι, στην αρχή έπρεπε να παζαρεύει και να διαπληκτίζεται με τους πλούσιους αστούς της Νυρεμβέργης και της Φραγκφούρτης, σαν ένας απλός τεχνίτης. Τους υποσχόταν πως θα χρησιμοποιούσε την καλύτερη μόνο ποιότητα χρωμάτων στα έργα του και πως θα έβαζε πολλά στρώματα. Σιγά σιγά όμως η φήμη του απλώθηκε κι ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός, που πίστευε πως η τέχνη είναι μέσο για να δοξαστεί κανείς, εξασφάλισε τις υπηρεσίες του για ορισμένα φιλόδοξα σχέδιά του. 

Έρως, ο κλέφτης του μελιού,  Cupid the Honey Thief, 1514.

Όταν, σε ηλικία πενήντα χρόνων, πήγε στις Κάτω Χώρες, τον δέχτηκαν πραγματικά σαν άρχοντα. Βαθιά συγκινημένος από αυτήν την υποδοχή, περιγράφει ο ίδιος πως τον τίμησαν με επίσημο συμπόσιο οι ζωγράφοι της Αμβέρσας στο μέγαρο της συντεχνίας τους: «Όταν με οδήγησαν στο τραπέζι», γράφει, «οι άνθρωποι στάθηκαν όρθιοι και στις δυο πλευρές, σαν να υποδέχονταν κάποιον μεγάλο άρχοντα, κι ανάμεσά τους υπήρχαν πολλά σημαντικά πρόσωπα - κι όλοι τους υποκλίθηκαν με τη μεγαλύτερη ταπεινοφροσύνη». Ακόμα και στις χώρες του Βορρά, οι μεγάλοι καλλιτέχνες είχαν πια σπάσει το φραγμό του σνομπισμού που έκανε τον κόσμο να περιφρονεί εκείνους που δούλευαν με τα χέρια τους.»

E. H. Gombrich, Το χρονικό της τέχνης, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1994, σ. 350

Κ.Π. Καβάφης, Ευρίωνος Tάφος. C. P. Cavafy, Tomb of Evrion

Δημήτρης Μυταράς, “Ευρίωνος Τάφος” για το Ποίημα του Καβάφη

Εις το περίτεχνον αυτό μνημείον,
ολόκληρον εκ λίθου συηνίτου,
που το σκεπάζουν τόσοι μενεξέδες, τόσοι κρίνοι,
είναι θαμένος ο ωραίος Ευρίων.
Παιδί αλεξανδρινό, είκοσι πέντε χρόνων.
Aπ’ τον πατέρα του, γενιά παληά των Μακεδόνων·
από αλαβάρχας της μητέρας του η σειρά.
Έκαμε μαθητής του Aριστοκλείτου στην φιλοσοφία,
του Πάρου στα ρητορικά. Στας Θήβας τα ιερά
γράμματα σπούδασε. Του Aρσινοΐτου
νομού συνέγραψε ιστορίαν. Aυτό τουλάχιστον θα μείνει.
Χάσαμεν όμως το πιο τίμιο — την μορφή του,
που ήτανε σαν μια απολλώνια οπτασία.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Κ.Π. Καβάφης

Tomb of Evrion

In this tomb—ornately designed,
the whole of syenite stone,
covered by so many violets, so many lilies—
lies handsome Evrion,
an Alexandrian, twenty-five years old.
On his father’s side, he was of old Macedonian stock,
on his mother’s side, descended from a line of magistrates.
He studied philosophy with Aristokleitos,
rhetoric with Paros, and at Thebes
the sacred scriptures. He wrote a history
of the province of Arsinoites. That at least will survive.
But we’ve lost what was really precious: his form—
like a vision of Apollo.

Translated by Edmund Keeley/Philip Sherrard

C. P. Cavafy








today's art: Mark Rothko, N° 61 (Rust and blue, Blue, Brown and Blue), Los Angeles, The Museum of Contemporary Art


Ο Marcus Rothkowitz, όπως ήταν το κανονικό όνομα του Mark Rothko, γεννήθηκε το 1903 στην ανατολική Λετονία. Έφυγε από την χώρα του σε ηλικία δέκα ετών στην Αμερική μαζί με τις δύο αδελφές του και εγκαταστάθηκαν στο Πόρτλαντ των ΗΠΑ, όπου ήδη ζούσαν οι γονείς τους. Ξεκίνησε σπουδές το 1921 στο Πανεπιστήμιο Yale, γρήγορα όμως τις εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Για τον ίδιο τον Rothko, «στη ζωγραφική η πλαστικότητα κατορθώνεται από μια αίσθηση κίνησης, τόσο μέσα στον καμβά όσο και έξω από το χώρο, μπροστά από την επιφάνεια του καμβά. Στην πραγματικότητα ο καλλιτέχνης προσκαλεί το θεατή να κάνει ένα ταξίδι μέσα στον κόσμο του καμβά. Ο θεατής πρέπει να κινείται με τα σχήματα του καλλιτέχνη, μέσα και έξω, κάτω και πάνω, διαγώνια και οριζόντια, πρέπει να καμπυλώνει γύρω από τις σφαίρες, να διέρχεται μέσα από τούνελ, να γλιστράει από κατωφέρειες, μερικές φορές να πραγματοποιεί έναν εναέριο άθλο πετώντας από το ένα σημείο στο άλλο, που τον έχει προσελκύσει ένας ακαταμάχητος μαγνήτης διά μέσου του χώρου, μπαίνοντας σε μυστηριώδεις εσοχές και, αν ο πίνακας είναι επιτυχής, να το κάνει σε ποικίλα και συναφή διαστήματα. Το ταξίδι αυτό είναι ο σκελετός, το πλαίσιο της ιδέας». 

Untitled (Blue, Yellow, Green on Red), 1954, Huile sur Toile, 197,5x166,4, Collection Alter

Στις δεκαετίες του '50 και '60, ο Rothko θα δημιουργήσει τα μεγάλα του αριστουργήματα, με μεγάλους σε μέγεθος πίνακες, με πρωτότυπες, λυρικές συνθέσεις και εκπληκτική χρήση πλήθους χρωμάτων. 


Untitled, 1969, Acrylique sur papier marouflé sur toile, 137,2x107,5, Collection Kate Rothko

Προς το τέλος της ζωής του, ο Rothko «προσθέτει» στα έργα του ένα λεπτό άσπρο περίγραμμα, σαν κάδρο, ενώ τα τελευταία έργα που βρέθηκαν στο ατελιέ του, μετά τον θάνατό του, θυμίζουν στη λιτότητα της σύνθεσης και τα χρώματα (μαύρο και μπεζ) κάτι από τις πρώτες εικόνες της προσελήνωσης (1969): ερημιά και χάος, σκοτάδι και μοναξιά — ο άνθρωπος και η μοίρα του. 


Untitled, 1969, Acrylique sur toile, 253,7x200,3, Collection Christopher Rothko

«Δεν είμαι ανεικονικός ζωγράφος» τόνιζε ο ίδιος, επιμένοντας ότι το έργο του δεν είχε καμιά σχέση με το φορμαλισμό που συναντάμε στην αφηρημένη ζωγραφική, αλλά αναφέρεται σε «βασικά ανθρώπινα αισθήματα - την τραγωδία, την έκσταση, τη μοίρα». 

Self-Portrait, 1936, huile sur toile, 81,9 X 65,4, collections Kristopher Rothko

Ο αναγνωρισμένος ως ένας από τους κορυφαίους Αμερικανούς ζωγράφους του 20ού αιώνα, Mark Rothko, αυτοκτόνησε στη Νέα Υόρκη, στις 25 Φεβρουαρίου του 1970. 


Το 2003, το έργο του «Homage to Matisse» (1953) πωλήθηκε προς 22.4 εκατ. δολάρια, σπάζοντας το ρεκόρ του πιο ακριβού πίνακα που πωλήθηκε σε πλειστηριασμό. Το ρεκόρ καταρρίφθηκε το 2007 με τον πίνακα «White Center» (Yellow, Pink and Lavender on Rose) (1950), επίσης του Rothko, με τιμή 72.84 εκατ. δολάρια, το οποίο πωλήθηκε στη Βασιλική οικογένεια του Κατάρ.

Mark Rothko, Four Darks in Red, 1958. Oil on canvas, 102 × 116 in. (259.1 × 294.6 cm). Whitney Museum of American Art, New York; purchase with funds from the Friends of the Whitney Museum of American Art, Mr. and Mrs. Eugene M. Schwartz, Mrs. Samuel A. Seaver, and Charles Simon  68.9 © 1998 Kate Rothko Prizel & Christopher Rothko / Artists Rights Society (ARS), New York

Το έργο "Four Darks in Red" με τα χαρακτηριστικά αρκετών πινάκων του Rothko, όπως οι Πίνακες Seagram και η εργασία του στο Rothko Chapel, βρίσκεται στο μουσείο της Αμερικανικής Τέχνης Whitney στη Νέα Υόρκη.

Ένα πρωί, την άνοιξη του 1970, πήγα στην Πινακοθήκη Tate και πήρα μια λάθος δεξιά στροφή και ήταν εκεί, σαν να με περίμενε. Όχι, δεν ήταν ένας έρωτας με την πρώτη ματιά. Ο Rothko επέμενε ότι ο φωτισμός έπρεπε να διατηρείται σχεδόν επιδεικτικά, χαμηλός. Ήταν σαν να πηγαίνεις στο σινεμά, όπου προσδοκάς τον υποτονικό φωτισμό. Κάτι όμως ήταν εκεί σφύζοντας σταθερά, κάτι που πάλλεται όπως το εσωτερικό ενός μέρους του σώματος, όλα βυσσινί και μωβ. Ένιωθα πως είχα τραβηχτεί μέσα από αυτές τις μαύρες γραμμές σε κάποιο μυστηριώδες μέρος του σύμπαντος. Ο Rothko είπε πως οι πίνακές του ξεκινούν μια άγνωστη περιπέτεια σ'έναν άγνωστο χώρο. Δεν ήμουν σίγουρος πού ήταν αυτός και αν θα ήθελα να πάω. Το μόνο που ξέρω ήταν πως δεν είχα άλλη επιλογή και ότι ο προορισμός δεν θα μπορούσε να είναι ακριβώς ένα πικ-νικ, αλλά όλα μού πήγαιναν στραβά εκείνο το πρωινό του 1970.

Σκέφτηκα ότι μια επίσκεψη στους "Πίνακες Seagram" θα ήταν σαν ένα ταξίδι στο νεκροταφείο της αφαίρεσης - ένα ευλαβικό καθήκον, ένα αδιέξοδο. Όλα όσα ο Rothko έκανε σε αυτούς τους πίνακες - όπως οι κάθετης μορφής στήλες, που είχαν στόχο την αντιπρόταση έναντι των συντεταγμένων μορφών και οι ανάλαφρες χρωματικές στρώσεις - είχαν ως στόχο να κάνουν την επιφάνεια του καμβά διφορούμενη, πορώδη, ίσως και απαλά διαπερατή. Έναν τόπο που θα μπορούσε να είναι το από πού ήρθαμε και πού θα καταλήξουμε. Αυτοί οι πίνακες δεν έχουν ως στόχο να μας κρατήσουν έξω, αλλά να μας αγκαλιάσουν. Από έναν καλλιτέχνη που το μεγαλύτερο κομπλιμέντο προς εσάς θα ήταν να σας αποκαλέσει "ανθρώπινο ον".