Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Τα μάτια του Λούβρου του Μίμο Τζόντιτσε, Les Yeux du Louvre de Mimmo Jodice

Το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης συμμετέχει στη σπονδυλωτή έκθεση Έργα Τέχνης από το Λούβρο στη Θεσσαλονίκη, με την έκθεση Το Μουσείο μέσα στο Μουσείο. (Έως 27 Ιανουαρίου 2013. Χώρος: Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Μονή Λαζαριστών).

Στην έκθεση ο επισκέπτης θα δει τη φωτογραφική σειρά Les Yeux du Louvre του Ιταλού φωτογράφου Mimmo Jodice, που παρουσιάστηκε το 2011 σε επιμέλεια της Marie-Laure Bernadac. Ο Mimmo Jodice αποτυπώνει με τον φωτογραφικό του φακό πρόσωπα από ζωγραφικά αριστουργήματα της συλλογής του Λούβρου και τα αντιπαραθέτει με φωτογραφικά πορτραίτα εργαζομένων στο Μουσείο.

Ο Mimmo Jodice, αφαιρώντας όλα τα προσδιοριστικά και αφηγηματικά στοιχεία και επικεντρώνοντας την προσοχή του αποκλειστικά στα πρόσωπα και ειδικότερα στα μάτια «απεικονιζόμενων» σε πίνακες από τη συλλογή του μουσείου διαφορετικών εποχών αλλά και στα πρόσωπα εργαζομένων του μουσείου που φωτογράφησε, δημιούργησε μια ζωφόρο, όπου το παρελθόν και το παρόν αλληλοσυμπληρώνονταν και ευθυγραμμίζονταν.

Το αποτέλεσμα εξασκούσε έναν έντονο μαγνητισμό αλλά και μια σχετική ενόχληση στους θεατές, που ένοιωθαν παγιδευμένοι από τα βλέμματα αυτών που τους κοίταζαν σαν να ήταν εισβολείς σ’ ένα χώρο που δικαιωματικά τους ανήκε.

Η καταιγιστική ανθρώπινη παρουσία και η ένταση από την αναγκαστική ανταπόδοση του βλέμματος των θεατών έφερνε στο προσκήνιο την ενορχηστρωμένη παγίδα του «ματιού» της φωτογραφικής κάμερας και, κατ’ επέκταση, αυτού του καλλιτέχνη.

Οι «αστερισμοί» βλεμμάτων που ύφανε ο Mimmo Jodice με την ευθυγράμμιση των ματιών παλιών και νέων κατοίκων του Λούβρου και με την προϋπόθεση πραγματικής ανθρώπινης παρουσίας για τη διαδραστική λειτουργία του έργου, δημιούργησαν ένα ιδιαίτερα έντονο και ταυτόχρονα αποκαλυπτικό των προθέσεών του περιβάλλον.

Στοιχειοθετώντας ένα «αρχείο» προσώπων και βλεμμάτων, όπου η αυστηρότητα του ασπρόμαυρου τονίζει τη λειτουργία κωδικοποίησης, ο καλλιτέχνης εξομοιώνει πρόσωπα και εποχές.

Ταυτόχρονα, υπενθυμίζει αφενός τη διαχρονικότητα της τέχνης και αφετέρου την ισχύουσα δυναμική της οριζόντιας διάταξης και την επικαιρότητα της πανάρχαιας ζωγραφικής τέχνης σε όλες τις εκδοχές της, παραδοσιακές και σύγχρονες.

Η έκφραση των ματιών, είναι άλλωστε γνωστό και από τις φωτογραφίες στα ΜΜΕ, είναι αυτή που αποδίδει ή προδίδει την ταυτότητα ενός προσώπου. Είναι ακόμη γεγονός ότι η χρήση του σύγχρονου μέσου «ανανεώνει» ριζικά την υλική εικόνα του έργου, κάνοντάς το πιο προσιτό, πιο παρόν.

Τέτοια έργα-εγκαταστάσεις με αποκλειστική χρήση της φωτογραφικής γλώσσας –και μάλιστα της κλασικής ασπρόμαυρης– προβάλουν σύγχρονους προβληματισμούς για τη γονεϊκή σχέση ζωγραφικής και φωτογραφίας.

Ο Mimmo Jodice, γνωστός για τις εγκαταστάσεις του σε χώρους δημόσιας χρήσης, διερευνά με την ενότητα αυτή το σημείο συνάντησης –αν όχι ταύτισης– της φωτογραφίας με τη ζωγραφική, δίνοντας στη ζωγραφική φωτογραφικές ιδιότητες και ζωγραφικές στη φωτογραφία, και εκθέτει το αποτέλεσμα στον πλέον αρμόζοντα χώρο: το μουσείο.

Γεννημένος στη Νάπολη το 1934, ο Mimmo Jodice είναι ένας από τους σημαντικότερους ιταλούς σύγχρονους φωτογράφους. Το έργο του εμφανίζεται ως ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο, μια πορεία μνήμης στον μεσογειακό πολιτισμό, τα ερείπια και τα πρόσωπά του. Αυτοδίδακτος ως προς την καλλιτεχνική εκπαίδευση, μετά από μια σύντομη απόπειρα στη ζωγραφική και τη γλυπτική, ξεκινά ως φωτογράφος στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα.

∆εξιοτέχνης του ασπρόμαυρου, φωτογραφίζοντας με 50mm, εργάζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του πάνω στις δυνατότητες της όρασης, τη γραμμή του βλέμματος και την αντίληψη του αμφιβληστροειδούς. Το έργο του βρίσκεται στη συμβολή δύο τάσεων: η μια κοντά στην πραγματικότητα, άμεση, η δεύτερη πιο εγκεφαλική, εννοιολογική.

Στο ξεκίνημά του, ο Mimmo Jodice κόβει και κολλάει τη φωτογραφία, διαχωρίζει τα αντικείμενα και επεξεργάζεται τους χρωματικούς τονισμούς, απομονωμένος για πολλές ώρες στο σκοτεινό του θάλαμο με στόχο αυτό που αποκαλεί: Έρευνες και πειραματισμοί.

Ο Μίμο Τζόντισε (αριστερά) με τον Άντυ Γουόρχολ (κέντρο) και τον Γιόζεφ Μπόϋς.

Στη Νάπολη, τη μήτρα τροφοδοσίας του, την πόλη όλων των αντιθέσεων, αυτών του φωτός αλλά και εκείνων της ιστορίας, θα συναντήσει μέσω του γκαλερίστα του Lucio Amelio, όλη τη διεθνή αβανγκάρντ: τον Andy Warhol, τον Γιάννη Κουνέλλη, τον Joseph Beuys, και θα συνδεθεί φιλικά με τα μέλη της arte povera. Η κοινωνική επανάσταση της δεκαετίας του ’70 κινητοποιεί τον Mimmo Jodice, ο οποίος στρέφει αποφασιστικά την κάμερά του προς τον δρόμο αλλά και προς όλη την ανθρωπότητα του περιθωρίου, τις φυλακές, τα νοσοκομεία και τα γηροκομεία.

Το απόμακρο βλέμμα του συγκρίνεται πλέον με αυτό ενός ανθρωπολόγου. Συνεργάζεται με ιστορικούς και κοινωνιολόγους. Το έργο του έχει μεγάλη απήχηση και γίνεται αντικείμενο πολλών βιβλίων εκ των οποίων το Il ventre del colera (1973) και το Chi e devoto, Feste popolari in Campania (1974). Με το λεύκωμα Vedute di Napoli, που εκδόθηκε το 1980, ο Mimmo Jodice προσεγγίζει ένα νέο είδος, γοητευμένος από το μεσογειακό τοπίο, την τέχνη και την αρχαιολογία. Αποστασιοποιημένος από τις κοινωνικές ανησυχίες, καλλιεργεί πλέον μια μεταφυσική προσέγγιση της φωτογραφίας, ταυτόχρονα εξαγνισμένη, σιωπηλή και οπτασιακή. Η τεχνοτροπία αυτή απεικονίζεται επίσης και στο Citta visibili, σειρά του 2006 σχετικά με την αρχιτεκτονική των μεγάλων πόλεων, που δημοσιεύθηκε με την ευκαιρία της ανακήρυξής του σε επίτιμο διδάκτορα. Ο Mimmo Jodice βραβεύθηκε επίσης με το τιμητικό βραβείο Feltrini το 2003.
















Ακαδημία Χαν: επανάσταση στο σχολείο!


Από την εποχή των φιλοσοφικών σχολών της Αρχαίας Αθήνας ως σήμερα, η μέθοδος διδασκαλίας στο σχολείο παραμένει λίγο-πολύ η ίδια. Ο δάσκαλος παραδίδει κάθε πρωί το μάθημα στο σχολείο, οι μαθητές τον ακούν και το απόγευμα το μελετούν στο σπίτι τους. Ο Ινδοαμερικανός Σαλμάν Χαν (Salman Khan) έχει βάλει στόχο να ανατρέψει αυτή τη μακραίωνη παράδοση. Στο σχολείο που έχει στο μυαλό του τα πράγματα συμβαίνουν αντίστροφα. Το απόγευμα οι μαθητές παρακολουθούν στο σπίτι τους ένα βίντεο από το YouTube με το μάθημα της επόμενης ημέρας και το άλλο πρωί, στο σχολείο, συζητούν το μάθημα με τον δάσκαλο και λύνουν τις απορίες τους. Η ιδέα αυτή θεωρείται  η καλύτερη, ως σήμερα, εφαρμογή του Διαδικτύου στην εκπαίδευση και έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον και τις χορηγίες μερικών από τους σημαντικότερους «γκουρού» της Πληροφορικής, μεταξύ των οποίων και του Μπιλ Γκέιτς.

Αφετηρία η σχολική... πλήξη

Οι νόμοι της Μηχανικής στον αθλητισμό: ο δρομέας Γιουσέιν Μπολτ (κέντρο) και οι θεμελιωτές των μαθηματικών της κίνησης, Νεύτων (αριστερά) και Λάιμπνιτς (δεξιά).

Ο πατέρας του Σαλμάν Χαν κατάγεται από το Μπανγκλαντές και η μητέρα του από την Ινδία. Σε νεαρή ηλικία μετανάστευσαν στις ΗΠΑ, όπου γεννήθηκε ο Σαλμάν Χαν. Στο σχολείο φάνηκε ότι ήταν ένα πολύ προικισμένο παιδί, αλλά ο ίδιος αισθανόταν πλήξη στην τάξη, όταν ο δάσκαλος αφιέρωνε την προσοχή του στους αδύνατους μαθητές που είχαν δυσκολίες να κατανοήσουν το μάθημα της ημέρας. Αυτό το στοιχείο θα έμενε απλά ως μια δυσάρεστη ανάμνηση της παιδικής του ηλικίας, αν η τύχη δεν τα έφερνε αλλιώς. Ο νεαρός μετανάστης αποφάσισε να καλύψει τη δίψα του για μάθηση μελετώντας μόνος του και με βάση τις γνώσεις που απέκτησε με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να σπουδάσει στο ΜΙΤ μηχανολόγος μηχανικός. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Harvard, από όπου αποφοίτησε με Μάστερ στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Με αυτό το εφόδιο βρήκε πολύ γρήγορα μια καλοπληρωμένη δουλειά, ως οικονομικός αναλυτής σε ένα  μικρό αμοιβαίο κεφάλαιο (hedge fund). Μια ημέρα του τηλεφώνησε η ξαδέλφη του Νάντια για να της λύσει κάποιες απορίες της στα Μαθηματικά. Ο Σαλμάν Χαν βρισκόταν στη Βοστώνη και η Νάντια 2.000 χιλιόμετρα νοτιότερα, στη Νέα Ορλεάνη, οπότε αναγκάστηκε για αυτό το «ιδιαίτερο μάθημα» να χρησιμοποιήσει το Διαδίκτυο. Κάποιος φίλος του, που είδε το εκπαιδευτικό υλικό που είχε ετοιμάσει για την ξαδέλφη του, τον προέτρεψε να το αναρτήσει στο Διαδίκτυο. Έτσι εμφανίστηκε το πρώτο βίντεο μάθημα του Σαλμάν Χαν στον ιστότοπο YouTube το 2006. Ακολούθησαν και άλλα βίντεο μαθήματα και η επιτυχία τους οδήγησε τον Χαν να ιδρύσει το 2008 την εταιρεία Ακαδημία Χαν (Khan Academy) και τελικά το 2009 να παραιτηθεί από τη δουλειά του ως αναλυτή και να αφιερώσει όλο τον χρόνο του στη νέα εταιρεία.

Η αναγνώριση

Η επιτυχία δεν άργησε να χτυπήσει την πόρτα του «ερασιτέχνη» εκπαιδευτικού. Τον Μάιο του 2010 η Αν Ντερ, σύζυγος του Τζον Ντερ, μεγαλομετόχου του Google και του Twitter, ενίσχυσε την εταιρεία του Χαν με 10.000 δολάρια. Όταν ο Χαν την ευχαρίστησε, λέγοντας ότι ήταν η μεγαλύτερη ως τότε χορηγία, η Αν Ντερ του ζήτησε να συναντηθούν και στη συνέχεια, εντυπωσιασμένη από το όραμα του νεαρού, προχώρησε σε νέα χορηγία ύψους 100.000 δολαρίων. Αυτή η έμπρακτη αναγνώριση της αξίας του έργου του Χαν ήταν και η αρχή της ανάπτυξης της Ακαδημίας. Σε λίγους μήνες είχε λάβει χορηγίες από τα μεγαλύτερα ονόματα της πληροφορικής: 5,5 εκατομμύρια δολάρια από τον Μπιλ Γκέιτς, 2 εκατομμύρια από την Google, 3 εκατομμύρια από την Netflix (βίντεο κατά παραγγελία - video on demand) και 5 εκατομμύρια από τον ιρλανδό μεγαλοεπιχειρηματία Σον Ο' Σάλιβαν (υπολογιστικό νέφος - cloud computing). Η οικονομική ανεξαρτησία που προέκυψε από αυτές τις χορηγίες επέτρεψε στον Χαν να προχωρήσει στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαδικτυακής διδασκαλίας, που στηρίζεται σε βιντεο-μαθήματα, online ασκήσεις, καθώς και διαδικτυακές εφαρμογές για την παρακολούθηση της προόδου των μαθητών από τους δασκάλους τους. Το σύστημα αυτό μπορεί να χρησιμοποιείται είτε ως ένα πλήρες εικονικό (virtual) σχολείο, είτε ως μια πρόσθετη δραστηριότητα στο αναλυτικό πρόγραμμα ενός κλασικού σχολείου.

Λίγα λόγια σχετικά με τον πρώτο νόμο κίνησης του Νεύτωνα. Original Khan Academy video: Newton's First Law of Motion.

Η Ακαδημία σήμερα απασχολεί 38 άτομα και προσφέρει 3.600 βιντεο-μαθήματα, τα οποία έχουν προβληθεί 220 εκατομμύρια φορές από το YouΤube. Επίσης προσφέρει μια συλλογή από 386 ασκήσεις μαθηματικών, οι οποίες έχουν επιλυθεί τον τελευταίο χρόνο 700 εκατομμύρια φορές από τους 5.700.000 μαθητές που επισκέπτονται τον ιστοχώρο της Ακαδημίας κάθε μήνα.     

Το νέο σχολείο  


 Ο Σαλμάν Χαν.

Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές έχουν εισαχθεί στα σχολεία εδώ και πολλά χρόνια. Όμως δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμη ο τρόπος με τον οποίο αυτό το νέο εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην καθημερινή σχολική διδασκαλία με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο. Η πρόταση της Ακαδημίας Χαν, που στηρίχθηκε στη σχολική εμπειρία του ιδρυτή της, προσπαθεί ακριβώς να βρει τη βέλτιστη χρήση των υπολογιστών στο σχολείο. Στο κλασικό σχολείο ο δάσκαλος απευθύνεται στον «μέσο» μαθητή, με αποτέλεσμα οι δυνατότεροι μαθητές να βαριούνται και ο δάσκαλος να προχωρεί στην «παράδοση» νέας ύλης προτού οι πιο αδύνατοι κατανοήσουν τα προηγούμενα. Αν όμως οι δυνατότεροι μαθητές κατανοούν το μάθημα της ημέρας από την απογευματινή μελέτη του διαδικτυακού υλικού στο σπίτι τους, τότε ο δάσκαλος έχει περισσότερο διαθέσιμο χρόνο το επόμενο πρωί στο σχολείο για να βοηθήσει τους πιο αδύνατους. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο, σε αυτό το σημείο, να μεταφέρω την εμπειρία μου από τη φοίτησή μου σε μονοθέσιο Δημοτικό σχολείο στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Το σχολείο είχε μία μόνο αίθουσα με έναν δάσκαλο, ο οποίος δίδασκε εκ περιτροπής τους μαθητές και των έξι τάξεων του Δημοτικού. Οι μαθητές των δύο πρώτων τάξεων ακολουθούσαν ξεχωριστό πρόγραμμα, ενώ η Γ' τάξη είχε συνδιδασκαλία με τη Δ' και η Ε' με τη Στ'. Όσο ο δάσκαλος ήταν απασχολημένος με τους μαθητές μίας ή δύο τάξεων, κρατούσε απασχολημένους τους υπόλοιπους με δουλειά που κανονικά θα γινόταν στο σπίτι. Όσοι τελείωναν γρήγορα μπορούσαν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα των ανώτερων τάξεων ενώ όσοι από τις ανώτερες τάξεις δεν είχαν τίποτα καινούργιο να μάθουν, διάβαζαν βιβλία από τη βιβλιοθήκη του σχολείου. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι μαθητές μπορούσαν να παρακολουθούν τα μαθήματα με τον ρυθμό που αυτοί επέλεγαν. Η διαφορά είναι ότι την εποχή εκείνη η επιτυχία της μεθόδου αυτής εξαρτιόταν από την ικανότητα του εκάστοτε δασκάλου, ενώ με τη μέθοδο του Χαν εξαρτάται μόνο από την ικανότητα ενός επιλεγμένου εκπαιδευτή και την ύπαρξη του Διαδικτύου.

Χάρης Βάρβογλης, καθηγητής του Τμήματος Φυσικής του Α.Π.Θ.

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ