Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Προτάσεις για τη διδασκαλία της Ιστορίας Γ’ Λυκείου: Το ανατολικό ζήτημα κι ο Κριμαϊκός πόλεμος


Παρουσίαση με διαφάνειες για τη διδασκαλία της πέμπτης ενότητας του σχολικού βιβλίου.

Μυκηναϊκός: O πολιτισμός των Ηρώων, Mycenaeans: the Civilisation of Heroes - The History Channel


Η Πύλη των Λεόντων ήταν η κυρία είσοδος της Ακροπόλεως και το άνοιγμα της έκλεινε με διπλή μπρούντζινη πόρτα. Το ανάγλυφο στο κέντρο απεικονίζει δύο αντιμέτωπα λιοντάρια, τα κεφάλια των οποίων αποτελούντο από διαφορετικό  υλικό. Η κατασκευή χρονολογείται το 1250 π.Χ. The Lion's Gate of Mycenae is a fine example of masonry in Bronze Age Greece.


O Μυκηναϊκός πολιτισμός αναπτύχθηκε από το 1600 - 1200 π.Χ. στην Ελλάδα με κέντρο τις Μυκήνες. Σχετικά με την καταγωγή των Μυκηναίων, μερικοί πιστεύουν ότι κατάγονται από τους Κρήτες, αλλά η πιο ισχυρή άποψη είναι ότι κατάγονται από τους Αχαιούς, λαό πολεμικό που ήρθε από το Βορρά. Το επίθετο «μυκηναϊκός» προέρχεται από την πρώτη αρχαιολογική θέση στην οποία εντοπίστηκε, τις Μυκήνες, που αποτελούν και ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του. Κατά την περίοδο ακμής του εξαπλώθηκε και στην Κρήτη, στα νησιά του Αιγαίου και στην Ανατολική Μεσόγειο.

A visit to the cities of Mycenae and Tiryns where archaeological findings have confirmed the existence of Homer's heroes. The Mycenaean World was the world of the heroes who conquered Troy. Those heroes stood at the heart of Greek self-perception for centuries after the fall of their civilization. Since the rediscovery of the remains of the civilization of Mycenae by Heinrich Schliemann in the 1870s, knowledge of these Greeks of the Bronze Age has increased steadily. Stepping into the place of the collapsed civilization of Minoan Crete and the Peloponnese the Mycenaeans dominated mainland Greece and the Greek islands from about 1600-1200 BC. Their exploits became the subject of the legends that were immortalized by Homer.



Nομπέλ στα «ηθικά» βλαστικά κύτταρα - O Βρετανός John Gurdοn και ο Ιάπωνας Shinya Υamanaka μοιράζονται το εφετινό Νομπέλ Ιατρικής. British-Japanese duo win Nobel for stem cell research


O Βρετανός John Gurdοn και ο Ιάπωνας Shinya Υamanaka μοιράζονται το εφετινό Νομπέλ Ιατρικής. Πετυχαίνοντας να μετατρέψουν διαφοροποιημένα κύτταρα σε πολυδύναμα βλαστικά, πραγματοποίησαν μια επιστημονική επανάσταση: άλλαξαν τη θεώρησή μας για την ανάπτυξη των οργανισμών και έθεσαν τις βάσεις για την αναγεννητική ιατρική.

Ο γεννημένος το 1933 Gurdοn, ανακάλυψε το 1962 ότι η κυτταρική διαφοροποίηση δεν είναι μονόδρομος. Με στόχο να διερευνήσει αν τα εξειδικευμένα κύτταρα διατηρούν ή χάνουν το DNA που δεν χρησιμοποιούν, ο φοιτητής τότε Gurdοn αντικατέστησε τον πυρήνα ενός ωαρίου βατράχου με τον πυρήνα εντερικού κυττάρου. Όταν από το ωάριο αυτό προέκυψε γυρίνος, ο  Gurdοn πήρε την απάντησή του: ναι, τα κύτταρα διατηρούν το DNA που δεν χρησιμοποιούν. Επιπλέον διεπίστωσε ότι το ωάριο είχε την ικανότητα να αξιοποιήσει αυτή την πληροφορία.

Σαράντα και πλέον χρόνια αργότερα, το 2006, ο Shinya Υamanaka, κατέδειξε ότι και τα διαφοροποιημένα κύτταρα των θηλαστικών είχαν αντίστοιχες ιδιότητες. Εισάγοντας 4 γονίδια-κλειδιά σε διαφοροποιημένα κύτταρα ποντικού πέτυχε να τα μετατρέψει σε πολυδύναμα βλαστικά κύτταρα, τα οποία με την κατάλληλη μοριακή καθοδήγηση μπορούσαν να μετατραπούν στη συνέχεια σε όλους του κυτταρικούς τύπους του οργανισμού.

Οι ανακαλύψεις των εφετινών τιμώμενων άλλαξαν ριζικά την κατανόησή μας για την ανάπτυξη των οργανισμών και δημιούργησαν νέα επιστημονικά πεδία. Χάρη σε αυτές οι ερευνητές ελπίζουν ότι στο κοντινό μέλλον, πολλές ασθένειες θα αντιμετωπίζονται με τη βοήθεια κυτταρικών θεραπειών.

Από τα αμφίβια στα θηλαστικά

 Δεν είναι συχνό στην ιστορία των Νομπέλ να μοιράζονται ένα βραβείο δύο επιστήμονες των οποίων οι ανακαλύψεις απέχουν χρονικά σχεδόν μισό αιώνα. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Yamanaka γεννήθηκε τη χρονιά που ο Gurdon δημοσίευσε το κλασσικό πια άρθρο του.

Το 1962, λίγα μόλις χρόνια μετά την αποκάλυψη της διπλής έλικας του DNA, ελάχιστα ήταν γνωστά για το μόριο της κληρονομικότητας. Ένα από τα κεντρικά ερωτήματα ήταν πώς με τη βοήθεια του μορίου αυτού ένα γονιμοποιημένο ωάριο δίνει έναν ολόκληρο οργανισμό. Πώς, δηλαδή το αναπτυσσόμενο έμβρυο χρησιμοποιεί διαφορετικά τμήματα γενετικού υλικού προκειμένου να φτιάξει κύτταρα δέρματος, εντέρου, ήπατος κοκ.; Μια ιδέα ήταν ότι κάθε κύτταρο αποβάλλει την γενετική πληροφορία που του είναι άχρηστη και κρατά μόνο αυτή που του επιτρέπει να δημιουργήσει την ταυτότητά του.

Χρησιμοποιώντας γενετικό υλικό από διαφοροποιημένο εντερικό κύτταρο βατράχου για να δημιουργήσει γυρίνους ο Gurdon όχι μόνο απέδειξε ότι η παραπάνω ιδέα ήταν λανθασμένη (τα κύτταρα διατηρούν το σύνολο της πληροφορίας που κληρονομούν από το ωάριο και το σπερματοζωάριο), αλλά και πως η διαφοροποίηση ενός κυττάρου δεν ήταν μονόδρομος: ο πυρήνας του διαφοροποιημένου κυττάρου «ξανάνιωνε» τοποθετούμενος μέσα στο ωάριο.

O John Gurdοn

Μετά τον αρχικό σκεπτικισμό (O Gurdon ήταν νέος και άσημος, ενώ διάσημοι ερευνητές είχαν αποφανθεί διαφορετικά στο παρελθόν), η επιστημονική κοινότητα αποδέχθηκε σύσσωμη ότι το DNA παραμένει ακέραιο σε όλα τα κύτταρα του οργανισμού, τα οποία χρησιμοποιούν μόνο όποιο κομμάτι τους χρειάζεται σε κάθε χρονική στιγμή. Για την κυτταρική διαφοροποίηση όμως υπήρχε η πεποίθηση ότι αυτή δεν θα ήταν δυνατή σε οργανισμούς πιο περίπλοκους από τα αμφίβια.

Ο Shinya Υamanaka

Όταν ο Yamanaka και οι συνεργάτες του εισήγαγαν τα 4 γονίδια σε ινοβλάστες (διαφοροποιημένα κύτταρα του συνδετικού ιστού) διεπίστωσαν ότι αυτά έχαναν τη διαφοροποίησή τους και επανέρχονταν σε μια αδιαφοροποίητη κατάσταση. Τα κύτταρα του Yamanaka ονομάστηκαν iPS cells (induced pluripotent stem cells) και σε αυτά έχουν εναποτεθεί πολλές ελπίδες, καθώς κατ’ αντιστοιχία με τα εμβρυϊκά βλαστικά κύτταρα μπορούν και αυτά να διαφοροποιηθούν στη συνέχεια σε οποιονδήποτε κυτταρικό τύπο του οργανισμού.

Οι ιατρικές εφαρμογές

Από το 2006 που ο Yamanaka και οι συνεργάτες του δημοσίευσαν τα ευρήματά τους σχετικά με τη δημιουργία των iPS κυττάρων, πολλές ερευνητικές ομάδες ανά τον κόσμο ασχολήθηκαν με το θέμα. Έτσι, έχει καταδειχθεί ότι είναι δυνατή και η αποδιαφοροποίηση ανθρώπινων ενηλίκων κυττάρων, ενώ το όνειρο της αναγεννητικής ιατρικής τείνει ολοένα και περισσότερο να γίνει πραγματικότητα. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι, χάρη στις ανακαλύψεις των δύο εφετινών τιμωμένων, πολύ σύντομα θα δημιουργούνται στο εργαστήριο όργανα και ιστοί για μεταμοσχεύσεις. Τα όργανα αυτά θα έχουν προκύψει από κύτταρα του εκάστοτε ασθενούς και δεν θα απορρίπτονται. Καθώς δε για τη δημιουργία τους δεν θα έχει χρησιμοποιηθεί έμβρυο, δεν θα βαρύνονται από το ηθικό φορτίο που έχουν τα εμβρυϊκά βλαστικά κύτταρα.

Χρειάστηκε η δημιουργία της Ντόλι, του προβάτου που υπήρξε το πρώτο κλωνοποιημένο θηλαστικό, για να καταρριφθεί και αυτή η άποψη. (Η Ντόλι δημιουργήθηκε το 1997 από πυρήνα κυττάρου μαστού που εισήχθη σε ωάριο από το οποίο είχε αφαιρεθεί ο πυρήνας).

Όταν λοιπόν κατέστη σαφές ότι και το DNA των θηλαστικών μπορούσε να «ξανανιώσει» τοποθετούμενο στο κατάλληλο περιβάλλον (στην προκειμένη περίπτωση, στο εσωτερικό του ωαρίου), άρχισε μια πραγματική επανάσταση. Οι ερευνητές τόλμησαν να ονειρευτούν ότι θα μπορούσαν από ένα ώριμο κύτταρο ασθενούς (π.χ. κύτταρο δέρματος) να δημιουργούν αδιαφοροποίητα κύτταρα και από αυτά να δημιουργούν κύτταρα ή ιστούς για μεταμοσχεύσεις.

Την ελπίδα ότι τα επιστημονικά όνειρα δεν ήταν ανεδαφικά έδωσε ο Shinya Υamanaka εργαζόμενος με ποντίκια. Μελετώντας εμβρυϊκά βλαστικά κύτταρα, κύτταρα τα οποία προκύπτουν από τις πρώτες κυτταρικές διαιρέσεις του γονιμοποιημένου ωαρίου και από τα οποία στη συνέχεια παράγονται όλα τα όργανα του αναπτυσσόμενου εμβρύου, ο Ιάπωνας ερευνητής μπόρεσε να εντοπίσει τα 4 γονίδια που χαρίζουν στα εν λόγω κύτταρα τις ιδιότητές τους.

Λούσιαν Φρόιντ: Ο ζωγράφος του ανθρώπινου σώματος. Lucian Freud, British painter of the human form

Lucian Freud, Reflection with Two Children (Self-Portrait), 1965. Με τον καθρέφτη στο πάτωμα, ο καλλιτέχνης αρνείται να προκαλέσει βαθύτερη ψευδαίσθηση, δεν υποκρίνεται κάτι που δεν είναι, δεν αναζητά φτιασιδώματα ή υπερβολές στα χρώματα. Θαρρείς και ετοιμάζεται να δώσει εξηγήσεις στα παιδιά μας, σε όσους βλάψαμε, κι ίσως έτσι να πλησιάζει η αλληγορία του φωτιστικού σε ανακριτική λάμπα...

"Girl with a White Dog", 1951-52.

«Eίναι ο Ενγκρ του υπαρξισμού», «καλλιτέχνης γνωστός για τη μεγέθυνση των χαρακτηριστικών εκείνων που οι άνθρωποι προσπαθούν με κάθε τρόπο να κρύψουν», «κάνει τα γυμνά του Ρούμπενς να μοιάζουν υποσιτισμένα»: Το να ισχυριστεί κανείς ότι οι απόψεις για το έργο του Λούσιαν Φρόιντ διίστανται θα ήταν παραπλανητικό. Αναντίρρητα πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Ωστόσο, ακόμη και εκείνοι που είναι έτοιμοι για ουρανομήκεις ζητωκραυγές στο άκουσμα του ονόματός του δεν είναι απολύτως σίγουροι για το περιεχόμενο των επαίνων τους – εκτός από τον ακραίο ενίοτε νατουραλισμό του και την αόριστη αίσθηση ανησυχίας που προξενεί στον θεατή του έργου του. «Τίποτε δεν εξιδανικεύεται, τίποτε δεν τυποποιείται σε όσα παρουσιάζονται. Οι στάσεις είναι συχνά αμήχανες και τα πρόσωπα που απεικονίζονται κάθονται ανακούρκουδα ή με τα πόδια ανοιχτά. Τα γεννητικά όργανα μπορεί να εκτίθενται, κάθε άλλο όμως παρά ερωτισμό αποπνέουν» παρατηρεί ο Μάλκομ Ρούελ σε ένα κείμενο όπου συγκρίνει πτυχές της αναπαράστασης στον Φρόιντ και στον Ροντέν.


Έχοντας βγει νωρίς από την αφάνεια, ζωγραφίζοντας συχνά φίλους και οικείους και σπανίως μοντέλα, δηλώνοντας στο «Los Angeles Magazine», τον Απρίλιο του 2003, ότι «για μένα ο πίνακας είναι ο άνθρωπος», ο Λούσιαν Φρόιντ προδιαθέτει όποιον ασχολείται με την προσωπικότητά του να υποθέσει ότι δεν στερείται εκκεντρικότητας – και αυτή η εκτίμηση δεν είναι λανθασμένη.

"Large Interior", 1981.

Ο αναπάντεχος αυτός Βρετανός (τελικά) μας έβαλε να ξαπλώσουμε στον καναπέ, απαράλλαχτα όπως ο παππούς του Sigmund, καλά και σώνει να δούμε τη σάρκα και το είναι της. Ίσως ο πλέον αλληγορικός ζωγράφος μεταπολεμικά, επιθετικός και αμφιλεγόμενος θέλησε να ακούσει τη μόνη συμβουλή που πήρε από τον μέγα ψυχαναλυτή παππού του “να μην τρελαίνεσαι με την υπογραφή σου”. Πρόσεξε ο εγγονός, και πράγματι το 2008 ένας πίνακάς του πουλήθηκε από τους Christies για 34 εκ. λίρες σε ένα Ρώσο μεγιστάνα, κάνοντάς τον, τον πλουσιότερο εν ζωή κολορίστα, κάτοικο Notting Hill London.

Naked Girl With Egg, 1980-81.

Χαρακτήρας ερμητικός, σεξουαλικός από κούνια, έζησε μια μακρά αντισυμβατική ζωή. Χτίστηκε ένας μύθος γύρω του, και γύρω από το φουλάρι που έδενε το πουκάμισό του. Επάξια, για έναν κυρίως λόγο: πέτυχε το στόχο που σημάδευε ισοβίως, να ζωγραφίσει με έναν τρόπο που κανείς άλλος ποτέ δεν είχε ζωγραφίσει.

Painter And Model, 1987.

Ήταν μια εικαστική ιδιοφυΐα και χάθηκε στα 88 του, μόλις τον Ιούλιο του 2011, αφήνοντας πίσω μια περιουσία περίπου 125 εκ. λιρών για τα 14 από τα επίσημα παιδιά του (ίσως μέχρι και 40 να φθάνει ο μαγικός αριθμός τεκνοποιίας με νόμιμες συζύγους και αστεφάνωτες ερωμένες).  

Artist's muse: Lucian Freud poses with Alexi Williams-Wynn, a lover, for a photo entitled The Painter Surprised.

Ανθρωποκεντρικός, ωμός, ούτε που τον αγγίζει η αιώνια ομορφιά, δεν χαρίζεται, με αφετηρία την επιδερμίδα ξεκινά η διεισδυτικότερη ματιά ενός παράξενα. απογυμνωμένου κόσμου. Η κίνηση δεν είναι το φόρτε του. Εμμένει στις μελαγχολικές πόζες ανθρώπων αναπαυόμενων, κοιμισμένων, σκεπτόμενων, θέλει να μας βάλει στην περιπέτεια να βρούμε το πώς, το γιατί, το τι σκέφτεται έτσι αραχτός/ή.

Self-portrait, 1963.

Γεννημένος το 1922 στο Βερολίνο, ως το ’46 θα έχει επιστρέψει και από την Αμερική, ταξιδεύοντας τις μποέμικες ανησυχίες του μέχρι το Παρίσι του Πικάσο, τη Γενεύη του Τζιακομέτι, τον Πόρο του Σεφέρη. Τους γνώρισε όλους και φρόντιζε να κλέβει για τον εαυτό του προκλήσεις. Ίσως από το ελληνικό φως που τον συνάρπασε να τυφλωνόμαστε σήμερα όταν σταματάμε στη ράχη του γυμνού άνδρα. Δεν είναι απλώς σα να άστραψε ένα φλας πάνω στο ρυτιδωμένο κορμί, η όλη σύλληψη απέχει μόλις ένα κλικ απ΄ το να γίνει ακτινογραφία και ψυχογράφημα ταυτόχρονα. Έτσι άλλωστε κράτησε αποστάσεις από τις ανεικονικές τρέλες του Τζάκον Πόλοκ που ξεσήκωναν τους φιλότεχνους της εποχής του με την ανερμήνευτη μυσταγωγία του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Αυτός σίγουρα θα διάλεγε έναν Κουρμπέ, το σφαγμένο βόδι του Ρέμπραντ ίσως, τον αισθαντικό Ένγκρ γιατί όχι αν θέλουμε να μη το χοντρύνουμε άλλο.

Naked Portrait With Reflection, 1980.

Επέμενε να κοιτάμε με τις ώρες τα αντικείμενα, έχουν ψυχή, έχουν προσωπικότητα, ζωή έλεγε, άνθρωποι ζώα έπιπλα δεν διαφέρουν όταν στους καμβάδες του γίνονται πορτρέτα. Μάλιστα όσο τραχιές κι αν μοιάζουν οι πινελιές του, εκείνος κοπιάζει, δίνει σημασία και στις μικρότερες λεπτομέρειες τις αναδεικνύει. Καλλιτέχνης ενός  άλλου βεληνεκούς, επιστρέφει σχεδόν πάντα στο ατελιέ του, στο δωμάτιο για μια ακόμη πόζα ενός προσφιλούς προσώπου ή μιας βασίλισσας. Ρεαλιστής σε βαθμό που να απεχθάνεται την ταμπέλα, προτιμά να χαθεί στη σιωπή δεκαετιών, δεν ξεμαγεύτηκε ποτέ από τα ασυμβίβαστα κορμιά με τα σημάδια των ηλικιών τους ή τις εγκυμοσύνες. “Ζωγραφίζω αυτό που βλέπω και όχι αυτό που ελπίζετε να βλέπω”.