Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Τάκης Σινόπουλος, Νεκρόδειπνος

Αναθηματικό ανάγλυφο νεκρόδειπνου από την Ελευσίνα (4ος αιώνας π.Χ., Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Το Ελευσινιακό νεκρόδειπνο είναι ανάγλυφο και αξιόλογο μνημείο Ελληνικής τέχνης που βρέθηκε τον Οκτώβριο του 1885 στις ανασκαφές που έγιναν στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας. Το ανάγλυφο εικονίζει πέντε χαρακτήρες, από τους οποίους τρεις, ο άνδρας αριστερά και οι δύο γυναίκες στην μέση είναι οι κυριότεροι. Αριστερά αναπαύεται μισοξαπλωμένος και ακουμπισμένος με τον αριστερό του αγκώνα πάνω σε μαξιλάρι ηλικιωμένος γενειοφόρος άνδρας με πυκνή κόμη. Στο αριστερό του χέρι κρατάει κίστη, ενώ στο υψωμένο δεξί του χέρι κρατάει ρυτό. Φοράει ιμάτιο που καλύπτει το σώμα του από την μέση και κάτω. Στα αριστερά του, στην άκρη της κλίνης του ανδρός, κάθεται μια γυναίκα, ντυμένη με χιτώνα και ιμάτιο, τα μαλλιά δεμένα πίσω, κρατάει ένα δυσδιάκριτο αντικείμενο στα χέρια. Μπροστά τους είναι ένα τραπέζι, πλούσια στρωμένο με στρογγυλά ή πυραμιδοειδή αντικείμενα που παριστάνουν ψωμί, καρπούς, και άλλα φαγητά. Στο υπόλοιπο τμήμα του ανάγλυφου ανακαλύπτουμε από αριστερά προς τα δεξιά έναν κρατήρα, έναν γυμνό οινοχόο που κρατάει στο δεξί χέρι υψωμένη μια πρόχουν, και υπηρετεί τα δύο τραπέζια. Στο δεύτερο τραπέζι κάθονται δύο γυναίκες. Η μία κάθεται επί σπονδυλοειδούς δίφρου που μοιάζει με σπόνδυλο κίονος. Είναι ντυμένη με πλούσιο και μακρύ χιτώνα και ιμάτιο, ενώ στο δεξί χέρι κρατάει μακρύ σκήπτρο. Τέλος η άλλη γυναίκα που φοράει επίσης χιτώνα αφήνοντας τον δεξί μαστό και μέρος του θώρακα ακάλυπτο. Στο τραπέζι βρίσκονται επίσης διάφορα τρόφιμα αντικείμενα. Το παρόν ανάγλυφο είναι αξιόλογο ως προς τον τόπο της εύρεσης και για την εικονιζομένη παράσταση του λεγόμενου «Νεκρόδειπνου». Είναι το πρώτο λίθινο παράδειγμα του δείπνου του Πλούτωνα και της Περσεφόνης, οι οποίοι εδώ ονομάζονται «Θεός» και «Θεά». Ίσως παρόμοια να γιορτάζονταν τα «θεοξένια», γιορτή κατά την οποία οι αρχαίοι Έλληνες στρώνανε το κρεβάτι και το τραπέζι προς τιμήν και λατρεία διάφορων θεών. Ο Πλούτωνας εδώ παρουσιάζεται όχι με την έννοια του στυγνού άρπαγα της Περσεφόνης, αλλά ως πλουτοδότης θεός που συντελεί στην καρποφορία της γης. Μία από τις δύο γυναίκες, η αριστερά καθούμενη και πιο νεανική είναι η Περσεφόνη, εικονίζεται ως σύζυγος του Πλούτωνα και δέσποινα του Άδη, ενώ η στα δεξιά της καθήμενη και πιο ηλικιωμένη είναι η Δήμητρα, που χαίρεται την επάνοδο της πολυπόθητης θυγατέρας της, την επάνοδο της άνοιξης και την αναβίωση της φύσης.

Δάκρυα πολλά με καίγανε, μονάχος κι' έγραφα, τι είμουν εγώ, μιλώντας έτσι με,

χρόνια και χρόνια ζωντανεύοντας χαμένα πρόσωπα, κι' απ' τα παράθυρα έμπαινε

δόξα, χρυσό σκοτεινιασμένο φως, τριγύρω μπάγκοι και τραπέζια και

παράθυρα, καθρέφτες ως τον κάτου κόσμο. Kι' ήρθανε
ο ένας μετά τον άλλο ξεπεζεύοντας,
ο Πόρπορας, ο Kονταξής, ο Mάρκος, ο Γεράσιμος,
μια σκούρα πάχνη τ' άλογα κι' η μέρα όπως ελόξευε
σε μουδιασμένο αιθέρα, ήρθανε ο Mπίλιας, ο Γουρνάς,
γύφτοι γραμμένοι στο μισόφωτο, κι' ο Φάκαλος, βαστούσανε
το μαντολίνο, την κιθάρα, τον αυλό,
στον ήχο αλάφραινε η ψυχή, το σπίτι μέσα εμύριζε
παντού βροχή και ξύλο, κι' άναψαν,
μονάχα που άναψαν φωτιά ζεστή να πυρωθούν, χαρούμενα τους φώναξα.

Ήρθε ο Σαρρής, ο Tσάκωνας,
ήρθε ο Φαρμάκης, ο Tορέγας, ο

Tο μούτρο του ξινό, σημαδεμένο απ' τη βλογιά, στην Άκοβα στο κάστρο εσκάλιζε το χώμα με τα νύχια του, ματώσανε, μου μίλησε για την ακολασία και το μαρτύριο, τόσο σκοτεινός που τρόμαξα, γλιστρώντας πήρα τον κατήφορο.

Πήραμε τον κατήφορο, στάχτη παντού, καμένο χώμα, σίδερο, πάνω στις πόρτες ένα μαύρο X και τόξερες εδώ πέρασε ο θάνατος, μέρες και νύχτες με τα πολυβόλα που θερίζαμε

κι' άκουγες ωχ και τίποτ' άλλο. Kι' ήρθανε

πολλοί. Mπροστά τους ο Tζαννής, ο Παπαρίζος, ο Eλεμίνογλου, πιο πίσω ο Λαζαρίδης, ο Φλασκής, ο Kωνσταντόπουλος - σε τι εκκλησιές τους διάβασαν, τους θάψανε, κανείς δεν ξέρει σε τι χώματα.

Tότε τον βοήθησα να βγει, πεσμένος στο χαντάκι ανάσκελα, τον κράτησα και μούμεινε στα χέρια κι' η γυναίκα του τον άλλο μήνα, μύριζε χορτάρι, χαμηλά στον κήπο, απομεσήμερο, της μίλησα που πέθανε, γιομάτο σκοτεινό κορμί, πάνω στο στήθος μου κλαψούριζε, νύχτα καιρό τα δάση λάμπανε κι' οι ρίζες λάμπανε, η φωνή δεν έσβησε χρόνια και χρόνια και.

Φεγγάρι-φεγγαρόφωτο, μέρες κλειστές, πέτρα πυργώθηκε ο χειμώνας, δίχως ήλιο, δύσκολος, τον άκουσα

το χτύπο και τον άλλο χτύπο, εχάραζε, και σπάσανε τις πόρτες και μας σύρανε, δίχως ανάσα, εδώ θα περιμένετε, και χάραζε ένα τόσο φως.

Ήρθανε γέροι και παιδιά.

Mες στα φτενά τους ρούχα πώς αντέξανε,
πώς μεγαλώσανε σε τόση φρίκη τα παιδιά.
Oι γέροι τρίζοντας, ψηλότεροι απ' το σώμα τους.
Kαι τα παιδιά,
βαστόντας το τσεκούρι, το μαχαίρι, το μπαλντά, στα μάτια τους
η καταφρόνια κι' η φοβέρα, μήτε μίλησαν.

Xαντάκια, σκουπιδότοποι, μαύρες μανάδες ολολύζοντας, ποιον σκότωσες εσύ, ποιον σκότωσες εσύ, πόσους σκοτώσαμε;

Tόσο αίμα και τα χέρια του Λουκά, κι' άλλα κομένα σύρριζα, τα βρίσκαμε στη ρεματιά μετά από μήνες φεύγοντας,

σήμερα εδώ, τη νύχτα αλλού,

φονιάδες, καταδότες, κλέφτες και μοιχοί, φαντάροι, χωροφύλακες, νοικοκυραίοι και μαγαζάτορες

κι' άλλοι πολλοί καβάλα στον καιρό κι' ανάμεσα

κορίτσια του χαμού, ξεπόρτισαν, ο πυρετός η πείνα, εστάθηκαν στον τοίχο, εφύσαγε κακός αέρας. Kι' ήρθανε

η Λίτσα κι' η Φανή γλυκομηλιές, ήρθανε η Nτόνα κι' η Nανά, ψιλές σαν άχερο, η Eλένη ακόμα χλόη το χνούδι της,

δάφνες, αγράμπελες, μυρτιές
μικροί χαμένοι ποταμοί.

Kι' ένα πρωί,

το δέντρο το πρωί που ξύπνησα είταν όλο πράσινο, τόσο πολύ τ' αγάπησα που ανέβηκε στον ουρανό.

Kι' εκεί ήρθανε πουλιά, της ευφροσύνης, του ήλιου, γιόμισαν τον τόπο με φτερά και χρώματα, περλεκαμοί κι' άλλα παράξενα, σειράδες, τσιλαμήθρες, σκόρτσοι και νυφούλες και,

δώρα του Θεού, χαρούμενα πουλιά, σπαθίζοντας συνέχεια το γλαυκό. Kι' ανάμεσά τους ήρθαν

ο Γιάννης ο Mακρής, ο Πέτρος ο Kαλλίνικος, ο Γιάννης ο κουτσαίνοντας.

Kαθίσαμε στο ανάχωμα, έβγαλε το σουγιά του ο Pούσκας, έκοβε το χόρτο, μόλις φύτρωνε.

Kι' ο κάμπος καταχνιά. Kι' ερχόταν άνοιξη, την άκουγες. Mια πόρτα και το ξύλο της εμύριζε ουρανός.

Salvador Dalí, Soft Construction with Boiled Beans (Premonition of Civil War), 1936. Oil on canvas, 100 cm × 99 cm. Philadelphia Museum of Art, Philadelphia.

Ήρθαν οι μέρες του σαράντα τέσσερα
κι' οι μέρες του σαράντα οχτώ.
Kι' από την Πελοπόνησο ως την Λάρισα
βαθύτερα ως την Kαστοριά,
πάνω στο χάρτη μαύρο μόλεμα,
η Eλλάδα σύντομη ανασαίνοντας -
Πάσχα στην έρημη Kοζάνη μετρηθήκαμε,
πόσοι έμειναν ψηλά, πόσοι κατέβηκαν
πέτρα, κλαδί, κατήφορος,
το σκοτεινό ποτάμι.

Bαστόντας το ντουφέκι του σπασμένο ήρθε ο Προσόρας,
ο Mπακρυσιώρης, ο Aλαφούζος, ο Zερβός,
στη σύναξη ζυγώσανε. Kοιτάχτε, εφώναξα, κοιτάξαμε.
Tο φως πλημμύρα, ο καρποφόρος ήλιος
μνήμη των αφανών. Tα χρόνια πέρασαν, ασπρίσαμε, τους έλεγα.
Ήρθε ο Tζεπέτης, ο Zαφόγλου, ο Mαρκουτσάς,
στρωθήκανε στο μπάγκο και
στην άκρη ο Kωνσταντίνος έτσι νοσηλεύοντας το πόδι του.

Σιγά-σιγά οι φωνές γαλήνεψαν.

Σιγά-σιγά, όπως ήρθανε, χαθήκανε.
Πήρανε το λαγκάδι, αέρας, χάθηκαν.

Στερνή φορά τους κοίταξα, τους φώναξα.

Στο χώμα εχώνευε η φωτιά κι' απ' τα παράθυρα έμπαινε -

Πώς μ' ένα αστέρι η νύχτα γίνεται πλωτή.

Πώς μες στην έρημη εκκλησιά, μ' άνθη πολλά
στολίζεται ο ανώνυμος, μυρώνεται ο νεκρός.

Marble relief depicting a funeral supper, early imperial times, end of 1st century AD, Philippi Museum.

Εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης της συλλογής Νεκρόδειπνος (1972).

(από το Nεκρόδειπνος, Eρμής 1972)

Τάκης Σινόπουλος (1917-1981)

Η εκρηκτική ομορφιά ενός ετοιμοθάνατου άστρου. Butterfly Emerges from Stellar Demise in Planetary Nebula NGC 6302

Το Νεφέλωμα της Πεταλούδας βρίσκεται σε απόσταση 3.800 ετών φωτός και έχει διάμετρο δύο έτη φωτός. This ESA image of the week shows the remains of dying star that was once about five times the mass of the Sun. Known as the Butterfly Nebula, it lies within the Milky Way galaxy roughly 3,800 light-years away in the constellation Scorpius. Credit: NASA, ESA, and the Hubble SM4 ERO Team

Αυτό το ουράνιο σώμα μοιάζει με λεπτεπίλεπτη πεταλούδα. Απέχει όμως πολύ από το να χαρακτηριστεί γαλήνιο. Τα φτερά της πεταλούδας είναι στην πραγματικότητα υπέρθερμα σύννεφα αερίου που εκτίναξε στο Διάστημα ένα μεγάλο άστρο στα τελικά στάδια της ζωής του. Το αέριο κινείται προς τα έξω με ταχύτητα σχεδόν ενός εκατομμυρίου χιλιομέτρων την ώρα.

Η εικόνα του διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble δείχνει το Νεφέλωμα της Πεταλούδας, ή NGC 6302, το κατάλοιπο ενός ετοιμοθάνατου άστρου που βρίσκεται σε απόσταση 3.800 ετών φωτός, στην κατεύθυνση του αστερισμού του Σκορπιού.

Κοσμικά πέπλα

While this image is beautiful in its own right, the mix of colors actually tells us a lot about physical conditions within the nebula. The red edges of the butterfly wings represent areas that emit light from the element nitrogen, due to the relatively low temperatures there. Conversely the white splashes closer to the nebula’s center pinpoint light emitted by the element sulfur, marking regions of higher temperature and colliding gases closer to the central star. This hot gas was expelled from the star and collided with slower-moving gas in its path, creating rippling shock waves through the nebula. An example of such a shock wave can be seen in the well-defined white blob towards the top right of the image. Other colors identify emission from oxygen, helium and hydrogen gases. The observations making up this composite image were taken in optical and ultraviolet light on 27 July 2009, using Hubble’s Wide Field Camera 3. The Principal Investigators for the observing program are K. Noll , H. Bond and B. Balick. Source: ESA, Hubble Space Telescope

Τα πλανητικά νεφελώματα είναι πέπλα αερίου και σκόνης που τυλίγουν ορισμένα ετοιμοθάνατα άστρα. Το Νεφέλωμα της Πεταλούδας είναι ένα «διπολικό πλανητικό νεφέλωμα». Το χαρακτηριστικό σχήμα του, χωρισμένο σε δύο λοβούς, οφείλεται στο γεγονός ότι τα αέρια που εκτοξεύει το άστρο μπορούν να δραπετεύσουν πιο εύκολα από τους πόλους από ό,τι από τον ισημερινό.

Στο κέντρο του πολύχρωμου σχηματισμού βρίσκεται ένα άστρο που κάποτε είχε μάζα πέντε φορές μεγαλύτερη από του Ήλιου. Όταν τα πυρηνικά καύσιμά του άρχισαν να εξαντλούνται, το άστρο μετατράπηκε σε κόκκινο γίγαντα, με διάμετρο 1.000 φορές μεγαλύτερη από τη διάμετρο του Ήλιου.

Στην επόμενη φάση, τα εξωτερικά στρώματα του κόκκινου γίγαντα εκτινάχθηκαν βίαια στο Διάστημα. Ένα μέρος αυτού του υλικού εκτοξεύτηκε από τον ισημερινό του άστρου με σχετικά χαμηλή ταχύτητα, γύρω στα 32.000 χιλιόμετρα την ώρα, και σχημάτισε έναν δακτύλιο σε σχήμα ντόνατ. Ο δακτύλιος οποίος κρύβει σήμερα το ίδιο το άστρο, μπλοκάρει τη ροή αερίων προς τα έξω, και δημιουργεί έτσι το χαρακτηριστικό σχήμα κλεψύδρας.

Το υπόλοιπο υλικό του κόκκινου γίγαντα εκτινάχθηκε κατακόρυφα στο επίπεδο του ισημερινού, με πολύ υψηλότερη ταχύτητα από ό,τι το υλικό που προήλθε από τον ισημερινό, και σχημάτισε τα φτερά της πεταλούδας πάνω από τους πόλους του άστρου.  Το άστρο ανέβασε στη συνέχεια θερμοκρασία, οπότε εκτίναξε ένα σύννεφο φορτισμένων σωματιδίων, το οποίο άλλαξε με τη σειρά του το σχήμα των φτερών.

Το νεφέλωμα

Η «πεταλούδα» όπως διακρίνεται σήμερα έχει πλάτος πάνω από δύο έτη φωτός, ενώ το αθέατο κεντρικό άστρο, ένα από τα θερμότερα του Γαλαξία, εκτιμάται ότι έχει επιφανειακή θερμοκρασία πάνω από 220.000 βαθμούς Κελσίου.

Ολόκληρο το νεφέλωμα είναι ορατό λόγω της ισχυρής υπεριώδους ακτινοβολίας του άστρου, η οποία αναγκάζει το αέριο να λάμπει. Τα χρώματα της εικόνας αντιστοιχούν σε εκπομπή ακτινοβολίας από διαφορετικά χημικά στοιχεία όπως το υδρογόνο, το θείο το οξυγόνο και το άζωτο.

Πώς μια έκλειψη έσωσε τον Χριστόφορο Κολόμβο. How a Total Lunar Eclipse Saved Christopher Columbus

Πορτρέτο του Χριστόφορου Κολόμβου από τον ζωγράφο Sebastiano del Piombo. Ο μεγάλος εξερευνητής σώθηκε με τη βοήθεια της Αστρονομίας. A portrait of "Christopher Columbus " (1519) by Italian Renaissance painter Sebastiano Del Piombo, in Rome at Palazzo Venezia. Columbus pulled a trick on Jamaican natives using an eclipse in 1503.

Με ευκαιρία την Ημέρα Κολόμβου που γιορτάζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου, ας θυμηθούμε μια ιστορία στην οποία ο πολυμήχανος εξερευνητής βασίζεται στην Αστρονομία για να σώσει το πλήρωμά του από τους οργισμένους ιθαγενείς.

Η τελευταία αποστολή 

12 October 1492 – Christopher Columbus discovers The Americas for Spain, painting by John Vanderlyn.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1492, ο Κολόμβος έφτασε στις ακτές ενός νησιού βόρεια της Κούβας, το οποίο θα ονόμαζε αργότερα Ελ Σαλβαδόρ. Έγινε έτσι ο πρώτος Ευρωπαίος που έφτασε στο Νέο Κόσμο, μια θαυμαστή νέα ήπειρο στην οποία πραγματοποίησε τρεις ακόμα αποστολές σε διάστημα μας δεκαετίας.

Στην τέταρτη και τελευταία αποστολή, εξιστορεί ο αστρονόμος Τζο Ράο στο Space.com, ο Κολόμβος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει δύο από τα τέσσερα πλοία της αποστολής που είχαν φαγωθεί από το σαράκι. Στις 25 Ιουνίου 1503, οι δύο τελευταίες καραβέλες της αποστολής προσάραξαν στη βόρεια ακτή του νησιού που θα ονομαζόταν αργότερα Τζαμάικα. Οι ιθαγενείς του νησιού, οι ινδιάνοι Άραγουακ, αρχικά φρόντισαν τους ναυαγούς προσφέροντάς τους κασάβα, καλαμπόκι, ψάρια και άλλα τρόφιμα.

Με τον καιρό όμως εμφανίστηκαν εντάσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές. Έξι μήνες μετά την άφιξη στο νησί, το μισό από το πλήρωμα του Κολόμβου εξεγέρθηκε και δολοφόνησε μερικούς ιθαγενείς, οι οποίοι είχαν πια σταματήσει να παρέχουν τροφή.

Το αστρονομικό κόλπο

This photo collage shows the total lunar eclipse of Oct. 8, 2014 as seen by Connor Madison from Oshkosh, Wisconsin. Credit: Connor Madison

Αντιμέτωπος με το λιμό, ο Κολόμβος σκέφτηκε ένα πανέξυπνο σχέδιο: συμβουλεύτηκε ένα βιβλίο του γερμανού μαθηματικού και αστρονόμου Γιοχάνες Μύλερ φον Κένιγκσμπεργκ (1436-1476) το οποίο συγκέντρωνε αστρονομικούς πίνακες για το διάστημα 1475-1506, και χρησιμοποιούνταν από όλους πρακτικά τους ναυτικούς.

Ο Κολόμβος είδε στο βιβλίο ότι μια ολική έκλειψη Σελήνης θα συνέβαινε στις 29 Φεβρουαρίου 1504. Τρεις μέρες πριν από την έκλειψη, ο εξερευνητής ζήτησε ακρόαση από τον αρχηγό των Άραγουακ και τον προειδοποίησε ότι ο χριστιανικός Θεός του ήταν πολύ εξοργισμένος με τη στάση των ιθαγενών: σε τρεις μέρες θα έκανε το φεγγάρι να τυλιχθεί «στις φλόγες της οργής» και να εξαφανιστεί από τον ουρανό.

This print is said to depict Indians responding to a lunar eclipse. In 1504, Christopher Columbus predicted a lunar eclipse to impress the natives in Jamaica.

Κι έτσι κι έγινε. Όταν το φεγγάρι άρχισε να χάνεται, ανέφερε ο γιος του Χριστόφορου Κολόμβου, Φερδινάνδος, οι Άραγουακ «έτρεξαν στα πλοία από κάθε κατεύθυνση κουβαλώντας προμήθειες και ζητώντας από τον ναύαρχο να μεσολαβήσει με τον Θεό του». Ο Κολόμβος όμως δεν ενέδωσε αμέσως. Είπε στους ιθαγενείς ότι έπρεπε να συζητήσει το θέμα κατ΄ ιδίαν με το Θεό στην ησυχία της καμπίνας του. Στα 50 λεπτά που περίμενε μόνος στο δωμάτιο, ο Κολόμβος χρησιμοποιούσε μια κλεψύδρα για να χρονομετρήσει τις φάσεις της έκλειψης. Την κατάλληλη στιγμή, λίγο πριν τελειώσει η φάση της ολικής έκλειψης, ο Κολόμβος βγήκε από την καμπίνα και ανακοίνωσε ότι ο Θεός είχε δείξει έλεος και θα άφηνε το φεγγάρι να επιστρέψει.

Χάρη στο ευφυές σχέδιο, ο Κολόμβος και το πλήρωμά του έμειναν καλοταϊσμένοι μέχρι να φτάσει βοήθεια από την Καραϊβική στις 29 Ιουνίου 1504. Στις 7 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, ο Κολόμβος επέστρεψε σώος στην Ισπανία.