Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Καλλιόπη Εξάρχου, Λόγος ύπαρξης

Rembrandt, La Fiancée juive, The Been engaged Jewish one, 1667, 121,5x155,5 cm.

Όταν σου λέω
ότι στη φουσκωμένη φλεβίτσα του χεριού σου
βρίσκει λόγο ύπαρξης
το χάδι μου
δεν με πιστεύεις  

Rembrandt, La Fiancée juive, détail.

Τότε γιατί  ξανακυλά στα μέρη της
κάθε φορά 
που λιποτακτεί
απ’ την αδράνεια των αγαλμάτων;

Auguste Rodin, Le Baiser, 1882. Marble, 181.5 cm × 112.5 cm × 117 cm, Paris, Musée Rodin.

Le Baiser de Rodin, détail.

Καλλιόπη Εξάρχου, Οκτώβριος 2014

Σε αυτόν τον πλανήτη η διάρκεια του έτους αλλάζει συνεχώς. Planet discovered that won't stick to a schedule

Ο πλανήτης PH3c επιταχύνεται ή επιβραδύνεται καθώς κινείται γύρω από το μητρικό άστρο του. For their latest discovery, astronomers have found a low-mass, low-density planet with a punctuality problem. The new planet, called PH3c, is located 2,300 light years from Earth and has an atmosphere loaded with hydrogen and helium. Its inconsistency kept it from being picked up by automated computer algorithms that search stellar light curves and identify regular dips caused by objects passing in front of stars. (Illustration by Michael S. Helfenbein)

Είναι ίσως το πιο ασυνεπές ουράνιο σώμα που έχει ανακαλυφθεί ως σήμερα, με την Πρωτοχρονιά να έρχεται σε διαφορετική ημερομηνία κάθε χρόνο: η διάρκεια του έτους αλλάζει διαρκώς σε έναν μικρό πλανήτη που εντοπίστηκε σε απόσταση 2.300 ετών φωτός από τη Γη.

O πιο ιδιαίτερος

Silhouette of telescope (stock image). Not only did Planet Hunters spot PH3c, but the discovery also enabled astronomers to better characterize two other planets -- one on each side of PH3c. An outer planet, PH3d, is slightly larger and heavier than Saturn, for example. An inner planet, PH3b, may have a rocky composition, like Earth. Credit: © Tryfonov / Fotolia

Πολλοί από εξωπλανήτες που έχουν ανακαλυφθεί ως σήμερα βρέθηκαν από αλγόριθμους που αναλύουν αυτόματα τις παρατηρήσεις τηλεσκοπίων. Λόγω της ιδιαιτερότητάς του, όμως, ο ασυνήθιστος πλανήτης PH3c απέφευγε μέχρι σήμερα τον εντοπισμό. Το ασυνεπές σώμα ανακαλύφθηκε χάρη στο Planet Hunters, ένα ερευνητικό πρόγραμμα των πανεπιστημίων του Γέιλ και της Οξφόρδης, το οποίο ζητά τη βοήθεια εθελοντών από όλο τον κόσμο για την ανάλυση των δεδομένων του εξειδικευμένου τηλεσκοπίου Kepler. O ιστότοπος των «κυνηγών εξωπλανητών» βρίσκεται ΕΔΩ: www.planethunters.org.

Μέχρι σήμερα, περισσότεροι από 300.000 χρήστες του Διαδικτύου έχουν προθυμοποιηθεί να βοηθήσουν. Στόχος είναι να αναγνωρίζουν την αμυδρή εξασθένιση της λάμψης μακρινών άστρων όταν περνούν από μπροστά τους πλανήτες. Οι εθελοντές του προγράμματος εντόπισαν τα ίχνη του PH3c, ο οποίος εκτιμάται ότι έχει μικρή μάζα, χαμηλή πυκνότητα και διαθέτει ατμόσφαιρα πλούσια σε υδρογόνο και ήλιο.

Η κίνηση του

Η μεταβολή λαμπρότητας του μητρικού άστρου όταν διέρχεται από μπροστά του ο πλανήτης PH3c.

Η περίοδος της περιφοράς του γύρω από το μητρικό άστρο, δηλαδή η διάρκεια του έτους του, μεταβάλλεται δραματικά λόγω της βαρυτικής επίδρασης γειτονικών πλανητών, οι οποίοι τον επιταχύνουν ή τον επιβραδύνουν. «Στην περίπτωση της Γης, οι επιδράσεις αυτές είναι πολύ μικρές, της τάξης του ενός δευτερολέπτου το χρόνο» εξηγεί ο Τζόζεφ Σμιτ του Γέιλ, πρώτος συγγραφέας της δημοσίευσης στην επιθεώρηση «The Astrophysical Journal». «Στην περίπτωση του PH3c, η τροχιακή περίοδος άλλαξε κατά 10,5 ώρες σε μόλις 10 περιφορές» επισημαίνει.

Η ανακάλυψη του PH3c επέτρεψε στους αστρονόμους να χαρακτηρίσουν δύο ακόμα πλανήτες στο ίδιο σύστημα, τον εξώτερο πλανήτη PH3d, ελαφρώς μεγαλύτερο από τον Κρόνο, και τον εσώτερο πλανήτη PH3b, o οποίος είναι πιθανώς βραχώδης όπως η Γη. Και σε αυτές τις περιπτώσεις η τροχιακή περίοδο αλλάζει, όχι όμως τόσο απότομα όσο στον ενδιάμεσο πλανήτη PH3c.

Το εντυπωσιακό είναι ότι η διάρκεια του έτους στον εξώτερο πλανήτη είναι 1,9 φορές μεγαλύτερη από ό,τι στον μεσαίο πλανήτη, και το έτος του μεσαίου πλανήτη είναι 1,9 φορές μεγαλύτερο σε σχέση με τον εσώτερο πλανήτη. Όπως λέει ο Σμιντ, «δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για σύμπτωση, ή αν πρόκειται να μας δώσει πληροφορίες για το πώς σχηματίστηκαν αυτοί οι πλανήτες

Η Γη γεννήθηκε... βρεγμένη. New Study Finds Oceans Arrived Early to Earth

Καλλιτεχνική απεικόνιση του πρώιμου ηλιακού μας συστήματος. Η λευκή διακεκομμένη γραμμή εκφράζει την μετάβαση από το θερμότερο εσωτερικό ηλιακό σύστημα, όπου ο πάγος δεν είναι σταθερός (καφέ) προς το εξώτερο ηλιακό σύστημα όπου το παγωμένο νερό είναι σταθερό (μπλε). Οι ανθρακούχοι χονδρίτες (ένθετο) θεωρούνται ως η πιθανότερη πηγή του νερού, δεδομένου ότι η Γη γεννήθηκε από τη συσσωμάτωσή τους. In this illustration of the early solar system, the dashed white line represents the snow line—the transition from the hotter inner solar system, where water ice is not stable (brown) to the outer Solar system, where water ice is stable (blue). Two possible ways that the inner solar system received water are: water molecules sticking to dust grains inside the "snow line" (as shown in the inset) and carbonaceous chondrite material flung into the inner solar system by the effect of gravity from protoJupiter. With either scenario, water must accrete to the inner planets within the first ca. 10 million years of solar system formation. (Illustration by Jack Cook, Woods Hole Oceanographic Institution)

Πολλοί πλανητολόγοι πιστεύουν ότι η Γη γεννήθηκε στεγνή, και απέκτησε τους ωκεανούς της εκατομμύρια χρόνια αργότερα. Μια νέα μελέτη στην επιθεώρηση «Science» καταλήγει τώρα σε διαφορετική απάντηση. Η Γη γεννήθηκε βρεγμένη, ως προϊόν της συσσωμάτωσης αστεροειδών που περιείχαν μεγάλες ποσότητες νερού, λένε οι ερευνητές του Ωκεανογραφικού Ινστιτούτου του Γουντς Χολ στη Μασαχουσέτη. 

Adam Sarafian, lead author of the paper and a MIT/WHOI Joint Program student in the WHOI Geology and Geophysics Department, preps samples in Sune Nielsen's NIRVANA clean lab to remove all contamination from the surface prior to analysis. (Photo by Jayne Doucette, Woods Hole Oceanographic Institution)

«Η απάντηση σε ένα από τα πιο βασικά ερωτήματα είναι ότι οι ωκεανοί μας ήταν ανέκαθεν εδώ. Δεν τους αποκτήσαμε από κάποια μεταγενέστερη διαδικασία, όπως ήταν αποδεκτό ως σήμερα» σχολιάζει ο Άνταμ Σαράφιαν, πρώτος συγγραφέας της δημοσίευσης.

H πηγή

A closeup of meteorite samples from the asteroid 4-Vesta after analysis in the Northeast National Ion Microbe Facility—a state-of-the-art national facility that utilizes secondary ion mass spectrometers. (Photo by Jayne Doucette, Woods Hole Oceanographic Institution)

Η ερευνητική ομάδα θεωρεί πιθανότερη πηγή νερού τους ανθρακούχους χονδρίτες, την πιο αρχέγονη ομάδα αστεροειδών και μετεωριτών, οι οποίοι γεννήθηκαν πριν το σχηματισμό των πλανητών και περιέχουν σημαντικές ποσότητες νερού. Σύμφωνα με τη νέα μελέτη, οι αστεροειδείς αυτοί ήταν βασικό συστατικό για το σταδιακό σχηματισμό της Γης, και περιείχαν το μεγαλύτερο μέρος του νερού της.

Για να προσδιορίσουν την προέλευση του νερού στα διάφορα σώματα του Ηλιακού Συστήματος, οι επιστήμονες συνήθως μετρούν την αναλογία δύο σταθερών ισοτόπων του υδρογόνου, του δευτερίου και του τριτίου. Η αναλογία αυτή ποικίλει σε διαφορετικές ζώνες του Ηλιακού Συστήματος. Η τελευταία ανάλυση έδειξε ότι η αναλογία των ισοτόπων είναι ίδια στη Γη και τους ανθρακούχους μετεωρίτες.

Είναι επίσης ίδια και σε μετεωρίτες που προέρχονται από τον αστεροειδή Εστία, ο οποίος πιστεύεται σχηματίστηκε στην ίδια ζώνη του Ηλιακού Συστήματος με τη Γη. Η διαπίστωση αυτή, σε συνδυασμό με μετρήσεις των ισοτόπων αζώτου, υποδεικνύει τους ανθρακούχους χονδρίτες ως πιθανότερη πηγή του νερού. Η Γη γεννήθηκε από τη συσσωμάτωση τέτοιων σωμάτων, οπότε «πρέπει να σχηματίστηκε ως υγρός πλανήτης με νερό στην επιφάνειά του», λέει ο Χορστ Μάρσαλ του Γουντς Χολ, μέλος της ερευνητικής ομάδας.

Η άλλη άποψη

Σύμφωνα με την αντίπαλη θεωρία, η νεογέννητη Γη ήταν υπερβολικά ζεστή για να συγκρατήσει νερό στην επιφάνειά της -ακόμα και αν υπήρχε νερό, πρέπει χάθηκε στο Διάστημα πολύ σύντομα. Το νερό πρέπει επομένως να ήρθε αργότερα, πιθανώς από την πρόσκρουση κομητών που αποτελούνται κυρίως από πάγο. Η επιβεβαίωση ή διάψευση αυτής της θεωρίας είναι αντικείμενο της ευρωπαϊκής αποστολής Rosetta, η οποία θα επιχειρήσει το Νοέμβριο την πρώτη προσεδάφιση σε κομήτη.