Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Δημήτρης Δημητριάδης, «Περί πίστεως, Εμείς (και) οι Δαιμονισμένοι»

Michaïl Alexandrovitch Vroubel, Tête de Démon, Head of Demon, 1891

Σε παλαιότερο κείμενό μου με τον τίτλο Η Απόρρητη Αλήθεια του Κόσμου, διατύπωσα μια άποψη η οποία έλεγε ότι ο συγγραφέας είναι ένας αντίστροφος Ευαγγελιστής.

Στην περίπτωση των Δαιμονισμένων, ο Ντοστογιέφσκι είναι ένας αντίθετος Ιησούς. Γίνεται κυριολεκτικά ο αντί-Χριστός, ο Αντίχριστος. Γίνεται αυτός που ανταποδίδει και παίρνει την εκδίκησή του. Η ταύτιση είναι απόλυτη, το Κακό έχει ενσαρκωθεί.

Vasily Perov, Portrait of Dostoyevsky, 1872

Αυτός, όμως, ο Ντοστογιέφσκι, συνομιλεί με τα δαιμόνια όχι για να τα βγάλει μέσα απ' τούς ανθρώπους, να τα βάλει στους χοίρους και να τα ρίξει στον γκρεμό, αλλά για να τα βρει μέσα στους ανθρώπους και να τα ρίξει αυτούσια και αναλλοίωτα στις σελίδες του, κι αυτό όχι για να τα αφανίσει, ν' απαλλάξει τούς ανθρώπους απ' τα δαιμόνια και να τους μεταλλάξει, όχι για να φτιάξει έναν νέο άνθρωπο - ξέρει ότι τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει, δεν θα υπάρξει ποτέ - αλλά για να δείξει στους ανθρώπους ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν ν' απαλλαγούν απ' τους δαίμονες, οι άνθρωποι δεν έχουν μέσα τους τούς δαίμονες, είναι οι ίδιοι οι δαίμονες. Καταστρέφοντας τους δαίμονες, καταστρέφεται και ο άνθρωπος. Άνθρωπος χωρίς δαίμονες δεν είναι ένας νέος, λυτρωμένος, άνθρωπος, αλλά το τέλος τού ανθρώπου, είναι ο μη άνθρωπος. Λυτρωμένος ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος. Αυτό, όχι μόνον ως διαπίστωση, αλλά κυρίως ως αποδοχή, ως κατακύρωση, ως επικύρωση, με τη σφραγίδα της ύψιστης λογοτεχνίας. Με τον θρίαμβο του Κακού θριαμβεύει και η λογοτεχνία.

Ο Ντοστογιέφσκι, όχι μόνο κατασκευάζει ένα δαιμόνιο και δαιμονικό βιβλίο, αλλά, ακριβώς επειδή το βιβλίο αυτό είναι και δαιμόνιο και δαιμονικό, γίνεται αυτομάτως ιερό, δηλαδή όντως ζωτικής σημασίας. Γίνεται το Ευαγγέλιο των δαιμόνων. Ένα Ευδαιμόνιο. Διότι, η ευδαιμονία είναι δαιμονική, κι αν η Δυσδαιμόνα στραγγαλίζεται απ' τον μαύρο δαίμονα, αυτό γίνεται επειδή είναι δυσ-. Ο Ευαγγελισμός είναι Ευδαιμονισμός, και Ευδαιμονισμός είναι  το τέλειον, δηλαδή η τελική κατίσχυση του δαίμονα, εκείνου του ενός που έχει πει ότι η εκδίκηση είναι δική του και ότι θα ανταποδώσει ο ίδιος.

Feodor Dostoevsky on his deathbed

Αυτή η εκδίκηση αλλά κι αυτή η ανταπόδοση είναι Οι Δαιμονισμένοι. Ο Ντοστογιέφσκι ομολογεί ότι πρώτος αυτός είναι δαιμονισμένος.

Ο Μαρσέλ Προυστ

Υπέρτατη ανθρωπογνωσία. Αυτήν που επιζητούσε και ο Προυστ. Αυτήν που επιζητούσε και επιζητά πάντα και από πάντα η λογοτεχνία. Η λογοτεχνία έχει μέσα της κάτι το επείγον, μια επείγουσα ανάγκη, μια ανάγκη πιεστική η οποία επιζητά το επειγόντως, το κατεπείγον, διότι η ύπαρξή της η ίδια έχει να κάνει μ' ένα αενάως επείγον περιστατικό.

 Edouard Manet, The Suicide, 1880

Το αενάως επείγον περιστατικό είναι ο άνθρωπος. Η λογοτεχνία δεν μπορεί να περιμένει. Η λογοτεχνία δεν είναι αναμονή, ούτε προσδοκία.  Είναι μη αναμενόμενη έλευση. 

Η λογοτεχνία είναι μια Δευτέρα Παρουσία που δεν την αναμένει, δεν την προσδοκά κανείς, και η οποία συμβαίνει όχι άπαξ ούτε στο τέλος των καιρών ή της χιλιετίας, αλλά τώρα, κάθε μέρα, σήμερα, ανά πάσα στιγμή, σ' έναν χρόνο ανακυκλούμενο και επαναφερόμενο, όπου το πριν είναι και μετά, όπου το τώρα είναι και πριν, όπου το μετά είναι και πριν και τώρα, όπου το σήμερα είναι και αύριο. Κι αυτός είναι ο χρόνος της θνητότητας.

Martin Schongauer, La Descente aux Limbes, Descent with the Limbs, 1475, Musée d'Unterlinden, Colmar, Retable des Dominicains

Η Δευτέρα Παρουσία είναι η παροντική καθημερινή θνητότητα. Αυτή η θνητότητα είναι ο χρόνος μας. Μέσα σ' αυτόν τον χρόνο δεν περισσεύει ο χρόνος. Ο χρόνος είναι αενάως κατεπείγων.

Jacek Malczewski, La mort, Death, 1902

Συμπέρασμα: δεν έχουμε καιρό. Όσον είχαμε να δώσουμε για να περνάει ο καιρός όπως περνούσε, τον δώσαμε. Δεν έχουμε άλλον να δώσουμε. Ο ίδιος ο καιρός δεν δίνεται πια ο ίδιος. 

Η ανθρωπογνωσία είναι μια επιτακτική ανάγκη. Και ενδέχεται να μην αντέχουμε αυτήν την ανθρωπογνωσία, μάλλον: ασφαλέστατα δεν την αντέχουμε, και επειδή η ίδια δεν αντέχεται αλλά και επειδή μας έχουν μάθει, εθίσει, διαμορφώσει, να μην την αντέχουμε, να αντέχουμε τα πάντα εκτός απ' αυτήν, λες κι αυτή δεν είμαστε εμείς. Ο καιρός όμως δεν μας ρωτάει πια αν αντέχουμε.

 Edvard Munch, The Lonely Ones, 1935

Αυτό που δεν αντέχουμε είναι αυτό του οποίου ήρθε ο καιρός. Οχι ήγγικεν, αλλά έχει έρθει. Είναι ο καιρός ο δικός μας. Ο καιρός μας είναι αυτό που δεν αντέχουμε.

Simon Marmion, Vision de l'Enfer, 1475, The J. Paul Getty Museum

Η παλαιά πίστη έχει εκδημήσει. Όσοι ανήκουν σ' αυτήν, πιστεύουν σε κάτι που δεν έχει πλέον τίποτε στοιχειωδώς διαθέσιμο για ν' αποδείξει την αναγκαιότητά του και την εγκυρότητά του. Όσοι πιστεύουν σε ό,τι πρεσβεύει αυτή, πιστεύουν σε κάτι που δεν έχει πλέον καμία σχέση με τη ζωή αλλά ούτε και με τον θάνατο. Πιστεύουν σε κάτι που δεν έχει εμπράγματο λόγο υπάρξεως. Που ό,τι έδωσε θα χρειαστεί να το υπερβούμε, να το αναπληρώσουμε, ή να βγούμε απ' αυτό, για να ξεκινήσουμε πέρα απ' αυτό. Κάτι που συσκότισε και σύγχυσε, διασάλευσε και δυσχέρανε, τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του, με τη ζωή του, τον θάνατό του, τον έρωτα, το φύλο, το σώμα, τον κόσμο. Που δημιούργησε ένα ψευδές βάθος και έναν αναίτιο, ανυπόστατο προβληματισμό, επέβαλε μία εκ των προτέρων χαμένη προοπτική, έσπειρε το ανθρώπινο οδικό δίκτυο με κατασκευασμένα αδιέξοδα, ανύπαρκτες γέφυρες και πλαστές διόδους, εφηύρε άλυτες λύσεις και απαντήσεις παράλυτες, μίκρυνε, στένεψε, έκοψε κι έραψε κατά το δικό του φανατισμένο και στενόμυαλο δοκούν, αφήνοντας πίσω του τρέμοντα ανθρωπάρια. Περιέπλεξε τόσο πολύ τα πράγματα δημιουργώντας κλίμακες λανθασμένων και άχρηστων αξιών, οι οποίες αποδείχθηκαν παρεξηγήσεις, παραδοξολογίες και διανοητικές διαστροφές, ώστε θα πρέπει ο άνθρωπος να γκρεμίσει τον άνθρωπο έτσι όπως τον οικοδόμησε αυτή η πίστη, και να χτίσει ξανά τον άνθρωπο απ' την αρχή.

Jérôme Bosch, Le Jardin des Délices, The Garden of the Delights, 1503-1504, Museo del Prado, Madrid

Πίστεψαν, και πιστεύουν ακόμη, σε κάτι που αρνήθηκε στον άνθρωπο τον ίδιο τον άνθρωπο, και που στη θέση της σχέσης του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τον άνθρωπο επέβαλε μια σχέση με ένα όν που η ύπαρξή του αποδείχθηκε φρούδα και η χρησιμότητά του αποτρεπτική μιας άλλης χρησιμότητας απείρως πιο αναγκαίας: της χρησιμότητας του να γνωρίσει ο άνθρωπος τον άνθρωπο σε σχέση με τον εαυτό του και με τον άνθρωπο.

Jules Delaunay, Ixion précipité dans les Enfers, 1876, musée des beaux-arts de Nantes

Απαιτείται, λοιπόν, είναι ιστορική επιταγή, να δούμε και να δεχτούμε αυτό που είμαστε - με όλες τις συνέπειες που αυτό θα έχει. Την απαίτηση αυτή μας τη δείχνει ένας άνθρωπος της παλαιάς πίστης. Σ' αυτό ακριβώς έγκειται το θαύμα, το πραγματικό όμως, το θαύμα που μπορούμε να αγγίξουμε με το δάχτυλο και να πούμε: Αληθώς, συ ει ος ει.

Απόσπασμα από το δοκίμιο του Δημήτρη Δημητριάδη, Περί Πίστεως - Εμείς (και) οι Δαιμονισμένοι,  εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Δημήτρης Δημητριάδης. Θεσσαλονικιός. Γέννημα θρέμμα, σχολείο, Νομική («κακήν κακώς τα πήγα»), έρωτες, και το 1963 αλλαγή πλεύσης και τόπου. Βρυξέλλες, Εθνικό Ινστιτούτο Τεχνών Θεάματος, σπουδές – «είχα τεράστια τύχη που βρέθηκα εκεί, σαν να ξαναγεννήθηκα...». Το πρώτο του θεατρικό έργο είναι στη γαλλική γλώσσα, ο διάσημος σκηνοθέτης Πατρίς Σερό το ανεβάζει στο Παρίσι· ξάφνιασμα, θερμή υποδοχή, συγκίνηση για τον άγνωστο νεαρό Έλληνα – «δεν ήξερα τι μου συμβαίνει». Γράφει με πάθος, μεταφράζει σημαντικούς λογοτέχνες και φιλοσόφους στα ελληνικά, καθώς και αρχαίους Έλληνες στη νεοελληνική. Το εμβληματικό έργο του «Πεθαίνω σαν χώρα», που ανεβαίνει στην Αθήνα το 1978, ταράζει τα νερά, το κείμενο εντυπωσιάζει, μοιάζει προφητικό – «ποιος είναι αυτός ο Δημητριάδης;» ρωτούν πολλοί. Από τότε ως σήμερα έχουν εκδοθεί δεκάδες έργα του – θεατρικά, πεζογραφήματα και ποιητικές συλλογές –, πολλά έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες και ο ίδιος δεν παύει να εμπνέεται, να εμβαθύνει στα δικά του και να μεταφράζει άλλων. Πολυγραφότατος, λοιπόν, ο Δημήτρης Δημητριάδης μοιάζει να έχει άστρο για ό,τι κάνει, αλλά και συνοδεύεται από μιαν αχλή, σαν να φέρει έναν μυστηριακό εσωτερικό κόσμο, αυστηρό και απόρθητο.

Παράλληλα ασχολήθηκε συστηματικά με τη μετάφραση πεζογραφημάτων των Jean Genet, Georges Bataille, Witold Gombrowicz, Maurice Blanchot, Gιrard de Nerval, Balzac, Bernard-Marie Koltes, καθώς και τη μετάφραση θεατρικών έργων των Μολιέρου, Ευρυπίδη, J. Genet, G. Courteline, Tennessee Williams, Σαίξπηρ για διάφορα θέατρα. Μετά το 1980 συνεργάστηκε στενά με τις εκδόσεις Άγρα, που έχουν εκδώσει το μεγαλύτερο μέρος του έργου του και πολλές μεταφράσεις του.