Michelangelo Buοnarroti, Δαβίδ, David, 1501-1504,
Marble statue, Galleria dell'Accademia, Florence, Italy.
Θα σταθούμε σε δύο έργα του Michelangelo, τα οποία θα μας επιτρέψουν να δούμε:
β. με ποιον τρόπο η γλυπτική, την οποία αισθάνεται ότι υπηρετεί και μελετά διεξοδικότερα, μετεγγράφεται στο πεδίο μιας σημαντικής ζωγραφικής του απόπειρας.
Michelangelo, Η
Δημιουργία του Αδάμ (Il Creazione di Adamo), 1511, Cappella Sistina.
Ο κολοσσιαίος πραγματικά διάκοσμος της οροφής της Capella Sistina στο Βατικανό (περιλαμβάνει περισσότερες από 300 ανθρώπινες μορφές) κατά κάποιο τρόπο θα κάνει τα ρωμαλέα γλυπτά «αιωρούμενα» σε ανάλογης σωματικότητας ζωγραφικές αποδόσεις. Σε ένα -επίσης ζωγραφισμένο- αρχιτεκτονικό πλαίσιο, χωρισμένο σε επιμέρους τμήματα με ζωγραφικές παραστάδες (αποδοσμένες ωστόσο σε μονοχρωμία, ώστε στο θεατή να δίνουν την εντύπωση του μαρμάρου) παίρνουν συγκεκριμένες θέσεις οι Προφήτες και οι Σίβυλλες, σκηνές από τη Δημιουργία και την ιστορία του Νώε. Το τελικό αποτέλεσμα πραγματικά εκπλήσσει με την αρμονία και την ισορροπία που διακρίνουν το πολυπρόσωπο και σύνθετο σύνολο. Ειδικό σημείο αναφοράς της παράστασης, η σκηνή της δημιουργίας, η απόδοση της έντασης της στιγμής και πάλι, όταν η μορφή του Θεού εμφυσά τη ζωή στο άψυχο σώμα του Αδάμ.
Michelangelo, Πιετά (λεπτομέρεια), 1497, San
Pietro in Vaticano.
Michelangelo, Η Τελαυταία Κρίση (Il Giudizio
universale), 1536-1541, Cappella Sistina.
Σε όλες τις παραπάνω εργασίες, οι οποίες, περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο, υπηρετούν την προσήλωση του καλλιτέχνη στη σπουδή και την απόδοση του ανθρώπινου σώματος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι άσκησαν -έστω και έμμεσα- ελεγκτικό ρόλο οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, ταυτίζοντας το γυμνό σώμα με την αμαρτία, καθώς στη θέα του θα μπορούσαν να γεννώνται φιλήδονες σκέψεις.
Πηγή:
http://repository.edulll.gr/edulll/retrieve/3450/1012.pdf



















