Ο
Τάκης Σινόπουλος στο γραφείο του (αρχές του 1981, φωτογραφία Γιάννη Σταθάτου).
Ο
Τάκης Σινόπουλος γεννήθηκε στην Αγουλινίτσα Ηλείας το 1917. Το 1920 η
οικογένεια Σινόπουλου εγκαταστάθηκε στον Πύργο Ηλείας. Εκεί γεννήθηκαν ο αδερφός
του ποιητή Νούλης (Αθανάσιος) και οι δίδυμοι Παύλος και Μαρία. Στον Πύργο ο
Σινόπουλος πέρασε τα μαθητικά του χρόνια και το 1934 έφυγε για την Αθήνα για να
σπουδάσει ιατρική. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του δημοσίευσε ποιήματα, πεζά,
κριτικά σημειώματα και μεταφράσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας και της
επαρχίας. Το 1941 επιστρατεύτηκε ως λοχίας υγειονομικού. Κατά τη διάρκεια της
γερμανικής κατοχής πήρε μέρος σε ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, συνέχισε
να γράφει και να δημοσιεύει μεταφράσεις και ποιήματα, φυλακίστηκε από τους
ιταλούς ως αντιστασιακός (1942) και πήρε το πτυχίο του από την Ιατρική Σχολή
(1944). Στον Εμφύλιο πήρε μέρος ως γιατρός του πεζικού και παρέμεινε για δυο
χρόνια (1946-1947) με το τάγμα του σ’ ένα χωριό έξω από την Καλαμπάκα. Στην
Αθήνα επέστρεψε το 1948 και από το 1949 άσκησε για πολλά χρόνια το ιατρικό
επάγγελμα. Πέθανε στον Πύργο Ηλείας το 1981.
Την
πρώτη του εμφάνιση στον χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποίησε το 1934 με τη
δημοσίευση του ποιήματος Προδοσία και
του διηγήματος Η εκδίκηση ενός
ταπεινού στην εφημερίδα του Πύργου Νέα Ημέρα με το ψευδώνυμο Αργυρός Ρουμπάνης, ενώ η πρώτη του
ποιητική συλλογή είχε τίτλο Μεταίχμιο και
εκδόθηκε το 1951. Η ποιητική πορεία του Τάκη Σινόπουλου χωρίζεται από τη
λογοτεχνική κριτική σε δύο φάσεις. Στην πρώτη (1940-1965) κυριαρχούν το
περιγραφικό και λυρικό στοιχείο και η στοχαστική γραφή, καθώς επίσης οι
επιρροές από τους Έλιοτ, Σεφέρη και Έζρα Πάουντ, στα πλαίσια της προσπάθειας
για μια οριοθέτηση του ποιητικού σύμπαντος σ’ έναν αντιποιητικό και
απογοητευτικό κόσμο. Η δεύτερη (γύρω στα 1965 και ως το τέλος της ποιητικής του
παραγωγής) κινείται στα ίδια θεματολογικά πλαίσια της φθοράς και του θανάτου,
παρουσιάζει όμως μια μεταστροφή στη χρήση του γλωσσικού υλικού προς έναν αντιποιητικό,
επιθετικό και συχνά ειρωνικό λόγο. Από το 1963 ως το 1967 συνεργάστηκε με το
περιοδικό Εποχές, όπου
δημοσίευσε κείμενα βιβλιοκρισίας. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του
Παπαδόπουλου πήρε μέρος στις αντιδικτατορικές εκδόσεις 18 Κείμενα και Κείμενα 1
και 2, ενώ υπήρξε συνιδρυτής της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων και
συνεργάτης του περιοδικού Συνέχεια.
Αυτόγραφο
του ποιήματος «Μάγδα» (από τον Νεκρόδειπνο, 1972) [πηγή: Εθνικό Κέντρο
Βιβλίου].
Takis
Sinopoulos, a doctor by profession, was one of the most admired and honored
Greek poets of the first post-war generation. A native of Pyrgos (Elis),
together with a number of poets and novelists from the area, some of which were
childhood friends, such as Yorgis Pavlopoulos, Nikos Kachtitses and Elias Papademetrakopoulos,
they formed a distinct group of the modern Greek literary scene. Sinopoulos has
based his poetry on his traumatic experience of the Italian War (1940-1941),
the German-Italian occupation (1941-1944) and the Greek Civil War (1945-1949).
According to Kimon Friar, who has translated into English a selection of poems,
under the title Landscape of Death,
Sinopoulos in all his poetry “remained obsessed by the cataclysmic events of
those years… The world is depicted as a ravaged land of black cypress trees,
inhabited by the ‘wandering dead,’ where the sea has turned to stone…” His
poetic collections include Midpoint (1951), Cantos (1953), Acquaintance with Max (1956), Night
and Counterpoint (1959), Deathfeast (1972), Chronicle (1975), etc. Composer
Mikis Theodorakis has made some of Sinopoulos' poetry into songs. Of special
interest is the material that Sinopoulos had collected for a book he was
planning to write on Nikos Kachtitses that forms a distinct sub-collection.



