Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

Κώστας Βάρναλης, Τα Μουνάκια

Courbet Gustave. L'Origine du monde, The Origin of the world, 1866

Μουνάκια φλογισμένα σαν τα ρόδα
Σαν του νεοφούρνιστου ψωμιού τη θραψερή ζεστοβολιά
Μες τα τρεμόπαχα μεριά σας
που ονειρεύεστε νυχτιές οργιακές
Παρθενικά μουνάκια!
αργοσαλεύουν τα χειλάκια
τα χνουδωτά!
Σαν γαρούφαλλων ανεμόσειστα φυλλάκια
Σαν στοματάκια διψασμένα
από ποια δίψα;
Και κάπου κάπου αργοκυλά
στων διακαμένων σας χειλιών την άκρη
της βαρβατίλας καβλομύριστο ένα δάκρυ!

Egon Schiele. Jeune Fille vue en rêve, 1911. Aquarelle et crayon sur papier, 48x32 cm. New York, The Metropolitan Museum of Art

Από την Ανθολογία «Γιατί σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη», επιμέλεια Γ.Η. Παππά, εκδόσεις Μεταίχμιο (2010).

Στη φωτογραφία η Ζηνοβία Μπήτρου, που αναφέρεται ονομαστικά σε συνθέσεις του ποιητή – όλοι έχουμε ακούσει τη μελοποιημένη από τον Μίκη Θεοδωράκη «Μπαλάντα του Αντρίκου» όπου γίνεται λόγος για την παρέα της Ζηνοβίας. 

Πρόκειται για την πιο χειραφετημένη γυναίκα της Αίγινας εκείνη την εποχή. Μια γυναίκα που δε δίσταζε, προκλητικά, να αγοράσει και να οδηγεί αυτοκίνητο, να παίζει χαρτιά δημοσίως, να κολυμπά μαζί με άντρες. Ήταν η γυναίκα εκείνη που χάρη στη ζωντάνια της συγκέντρωνε γύρω της άντρες και γυναίκες, δημιουργώντας για τον ποιητή Βάρναλη μιαν ατμόσφαιρα ευφορίας, αστείρευτου ερωτισμού και έμπνευσης.

Πρόκειται για ανέκδοτο ποίημα του Κώστα Βάρναλη, που έφερε στο φως το 1994 ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο, Τάκης Παπαλεονάρδος και έκανε, αργότερα, ευρύτερα γνωστό στο κοινό ο συγγραφέας Νίκος Σαραντάκος. Το ποίημα σκαρώθηκε το καλοκαίρι του 1974 στην Αίγινα, σε ένα καφενείο, όπου φίλοι παρακινούσαν τον ποιητή να γράψει. Ο Βάρναλης υπέκυψε στις παροτρύνσεις, έγραψε «Τα μουνάκια» και αφιέρωσε τη σύνθεση στον Αιγινήτη φίλο του Νίκο Ζωγράφο. Στην Αίγινα, στο καφενείο «Κόρτε», ο Βάρναλης έγραψε και τη συλλογή διηγημάτων «Ο λαός των Μουνούχων», όπου εξυμνούνται η ομορφιά του γυναικείου φύλου, του έρωτα, του πόθου και των γήινων απολαύσεων.