Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

«Παραξενόφις ο σπάνιος» και «Περιεργόφις ο μικρός». Periergophis and Paraxenophis: Two six-million-year old new species of snakes found in Greece

Απολίθωμα του νέου είδους «Περιεργόφις μικρός» (φωτ.: Γ. Γεωργαλής). Paleontologist Dr Giorgos Georgalis of the University of Toronto, discovered the fossilised remains of two new species of snakes that have never been found in any part of the world before have been discovered near the city of Serres, in Northern Greece. Georgalis dated the fossils to be between 5.5 to 6.0 million years old, and has named them Periergophis micros and Paraxenophis spanios.

Δύο νέα είδη φιδιών που δεν έχουν εντοπιστεί πουθενά στον κόσμο ταυτοποίησε σε απολιθώματα ηλικίας περίπου 5,5 με 6 εκατομμυρίων χρόνων που είχαν βρεθεί σε περιοχή έξω από τις Σέρρες Έλληνας ερευνητής, ο οποίος, μέσα από την αυστηρή επιστημονική διαδικασία ελέγχου, τα «βάφτισε» με τις ονομασίες «Περιεργόφις μικρός» (Periergophis micros) και «Παραξενόφις σπάνιος» (Paraxenophis spanios).

Ο παλαιοντολόγος δρ Γιώργος Γεωργαλής.

«Τα δύο αυτά νέα φίδια ονομάζονται έτσι γιατί είναι εντελώς νέα γένη και είδη και απολύτως διαφορετικά από οποιοδήποτε άλλο είδος. Το περίεργο και το παράξενο είναι ότι τέτοια ανατομία σε σπονδύλους δεν έχει παρατηρηθεί πουθενά, δεν υπάρχει τίποτα, ούτε σε σύγχρονα ούτε σε εξαφανισμένα φίδια, που να πλησιάζει έστω τη μορφολογία αυτών των δύο νέων ειδών» αποκαλύπτει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο παλαιοντολόγος δρ Γιώργος Γεωργαλής (Πανεπιστήμιο του Τορίνο), ο οποίος μόλις δημοσίευσε την επιστημονική του εργασία για το θέμα σε συνεργασία με άλλους επιστήμονες από Πανεπιστήμια της Γερμανίας, της Τσεχίας και της Ελβετίας.

Όπως εξηγεί, τα δύο φίδια «είναι τόσο ξεχωριστά που δυσκολευόμαστε να τα κατατάξουμε σε κάποια γνωστή οικογένεια και καταλαβαίνουμε αμέσως ότι είναι κάποια καινούργια είδη».

Απολίθωμα του νέου είδους «Παραξενόφις σπάνιος» (φωτ.: Γ. Γεωργαλής).

«Είναι σαν να βλέπουμε κάτι και να αναρωτιόμαστε ότι «αυτό δεν θα έπρεπε να υπάρχει» γιατί δεν έχει εντοπιστεί πουθενά» αναφέρει. Περιγράφοντας τα φίδια από τα λίγα στοιχεία που μπορούν να δώσουν οι σπόνδυλοι στα απολιθώματα, τονίζει ότι ο «Περιεργόφις» ήταν μικρό φίδι και αρκετά λεπτό, καθώς οι σπόνδυλοί του είναι μόλις λίγων χιλιοστών, ενώ ο «Παραξενόφις» είναι πιο μεγάλος. Ο δρ Γεωργαλής ξεκαθαρίζει μάλιστα ότι για την «ονοματοδοσία» που έγινε πριν από την επιστημονική δημοσίευση, οι αρμόδιοι κριτές συμφώνησαν απόλυτα ότι είναι κάτι που δεν το έχουν ξαναδεί και συναίνεσαν να προχωρήσει στη… βάπτιση.

Ο «λάκκος με τα ερπετά» των Μαραμένων Σερρών

Απολιθωμένος σπόνδυλος κόμπρας από την περιοχή Μαραμένα Σερρών (φωτ.: Γ. Γεωργαλής).

Η έρευνα του δρος Γεωργαλή βασίστηκε σε υλικό που είχε συγκεντρωθεί από το Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης της Ολλανδίας τη δεκαετία του 1980 από ανασκαφές σε όλο τον Ελλαδικό και Μεσογειακό χώρο, με κύριο ενδιαφέρον τα θηλαστικά.

«Είχαν συλλέξει τότε πολλά απολιθώματα ερπετών που έμειναν στο συρτάρι για πολλά χρόνια, και ειδικά στην περιοχή «Μαραμένα», λίγα χιλιόμετρα έξω από τις Σέρρες έκαναν ανασκαφές για τρία χρόνια σε συνεργασία με τα τοπικά πανεπιστήμια μαζεύοντας υλικό που σε μεγάλο μέρος παρέμεινε αταξινόμητο και μέρος του διδακτορικού μου βασίστηκε σε αυτή τη συλλογή». Πρόκειται για απολιθωμένα ερπετά και αμφίβια με ηλικία γύρω στα 5,5 με 6 εκατομμύρια χρόνια πριν, δηλαδή κατά το τέλος της Μειόκαινου εποχής και την αρχή της Πλειόκαινου.

«Η εποχή αυτή», διευκρινίζει, «είναι σημαντική για την Ευρώπη γιατί ακριβώς τότε συνέβη η λεγόμενη «Μεσσηνιακή Κρίση Αλατότητας» που είχε ως αποτέλεσμα τεράστιες κλιματικές αλλαγές σε όλη την περιοχή, με μέρος της Μεσογείου να έχει αποξηρανθεί».

Απολιθωμένο δόντι οχιάς από την περιοχή Μαραμένα Σερρών (φωτ.: Γ. Γεωργαλής).

Για τον ίδιο, αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι η ερπετοπανίδα των Μαραμένων «είναι μακράν η πιο πλούσια εκείνης της εποχής σε όλη την Ευρώπη» και αποτελείται από τουλάχιστον 30 διαφορετικά είδη σαλαμάνδρων, βατράχων, χελωνών, σαυρών και φιδιών. Ανάμεσά τους, εκτός από τα δύο νέα φίδια, ξεχωρίζουν οι γιγάντιες σαλαμάνδρες, παρόμοιες με τον σημερινό Andrias της Κίνας, οι κόμπρες, οι μεγαλόσωμες οχιές, οι βαράνοι που είναι μεγαλόσωμες σαύρες και οι άποδες σαύρες κονάκι και τυφλίτης που ζουν και σήμερα στην Ελλάδα, καθώς και μια τρίτη άποδη σαύρα που έχει πλέον εξαφανιστεί από την Ευρώπη, ο Οφίσαυρος (Ophisaurus).

«Κατά τη Μεσσηνιακή Κρίση Αλατότητας ένα μεγάλο μέρος της Μεσογείου «στράγγιξε», αποξηράνθηκε, δημιουργώντας τύπους ερήμου και γι’ αυτό εικάζουμε ότι ευνοήθηκε η μετανάστευση κάποιων ζώων από περιοχές της Ασίας ή της Αφρικής στην Ευρώπη» αναφέρει ο δρ Γεωργαλής.

«Στα Μαραμένα όμως», συνεχίζει, «έχουμε κάτι εξωπραγματικό, με 30 τουλάχιστον διαφορετικά είδη ερπετοπανίδας, που ξεπερνάει κατά πολύ, οτιδήποτε άλλο στην Ευρώπη». Πώς όμως εξηγεί αυτό το φαινόμενο της συγκέντρωσης εντυπωσιακού αριθμού ερπετοπανίδας στα Μαραμένα;

«Πιστεύουμε ότι η θέση, ο ελλαδικός δηλαδή χώρος, έδρασε ως καταφύγιο για τα ερπετά και τα αμφίβια της κεντρικής Ευρώπης τα οποία εξαφανίστηκαν από κείνη την περιοχή. Ζώα από τα Μαραμένα που είναι τελείως νέα είδη και δεν έχουν κανένα συγγενή πουθενά δεν μπορούμε να καταλάβουμε από πού ήρθαν και πιθανολογούμε ότι «μετανάστευσαν» από την Αφρική εκμεταλλευόμενα τις ερήμους που δημιουργήθηκαν από την αλατότητα για να περάσουν από την Αφρική στην Ελλάδα».

Αν και χαρακτηρίζει την περιοχή ως έναν «παράδεισο για τα ερπετά», ο κ. Γεωργαλής θεωρεί ότι απαιτείται σίγουρα πιο πλήρες υλικό για να πούμε με βεβαιότητα πού οφείλεται το γεγονός αυτό. Η ύπαρξη όμως πληθυσμού από κόμπρες και βαράνους αποδεικνύει, σύμφωνα με τον επιστήμονα, ότι στην περιοχή υπήρχε ένα θερμό κλίμα με υγρασία, λόγω μιας λίμνης και ενός δάσους με ανοίγματα.

Απολιθωμένο δόντι βαράνου (φωτ.: Γ. Γεωργαλής).

Ειδικά δε για τους βαράνους, ο δρ Γεωργαλής έχει εντοπίσει τέσσερις διαφορετικούς τύπους δοντιών, γεγονός που αποδεικνύει είτε ότι υπάρχουν περισσότερα είδη είτε ότι υπάρχει κάποια ποικιλομορφία μέσα στο ίδιο είδος.

«Συνήθως στην Ευρώπη βρίσκουμε έναν ή δύο τύπους, αλλά τα απολιθώματα δοντιών που βρήκαμε διαφέρουν στην κυρτότητα και στο πόσο κοφτερά είναι», σημειώνει.

Καταλήγοντας, ο δρ Γεωργαλής τονίζει ότι θα συνεχίσει τις έρευνες σε όλο τον ελλαδικό χώρο, καθώς υπάρχει πολύ υλικό για να μελετηθεί και η επιστημονική του δημοσίευση αποτελεί ίσως «μια καλή ευκαιρία για να μάθουν στην περιοχή των Σερρών τη σημασία του τόπου τους».