Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Πέρσι Σέλλεϋ, «Ελλάς». Percy Shelley, “Hellas”

λυρικό δράμα

ΗΜΙΧΟΡΟΣ Ι

Στης ελπίδας το μούχρωμα,
Όπως οι ήσκιοι του ονείρου,
Δοξασμένοι παράδεισοι του υγρού λάμπουν απείρου:
Τι νησιά καθαρόσχημα
Κάτου απ' τον βραδυνόν ουρανόν ξεχωρίζουν,
Κ' ευωδιές και φλοισβήματα των γιαλών τους χαρίζουν!
Σαν αυγή μέσα στ' όνειρο,
Μες στο θάνατο ελπίδα,
Μέσα στης φυλακής μας τους τοίχους αχτίδα:
Η Ελλάδα, που κάποτες ήταν σαν πεθαμένη,
Να την πάλι σηκώνεται, να την πάλι προβαίνει!

Ο ΧΟΡΟΣ

Φρεντ Μπουασονά, Ομαλός  Κρήτης, 1911

Τον κόσμο η δόξα ξαναζώνει,
Τα χρυσά χρόνια ξαναζούν,
Η γη σα φίδι ξανανιώνει,
Τα χιόνια σβύνουν και περνούν:
Γελούν τα ουράνια και γιορτάζουν,
Και, σα συντρίμια στ' όνειρό σου, θρησκείες και κράτη αχνοφαντάζουν.

Νέα Ελλάδα ορθώνει τα βουνά της
Μέσα από ολόλαμπρα νερά.
Προς την αυγή ο Πηνειός, περάτης,
Κυλάει τα ρείθρα του λαμπρά.
Τα όμορφα Τέμπη εκεί που ανθούνε
Οι νιες Κυκλάδες, απλωμένες σε βάθη ηλιόχαρα, υπνοζούνε.

Gustave Moreau, Thracian Girl carrying the Head of Orpheus on his Lyre

Μια Αργώ αψηλή το κύμα σκίζει,
Με άθλους καινούργιους φορτωμένη.
Ορφέας καινούργιος κιθαρίζει,
Και, όλος αγάπη, κλαίει, πεθαίνει.
Νέος Οδυσσέας ξαναφήνει
Την Καλυψώ στο ερμόνησό της για της πατρίδας την ειρήνη.

Gustave Moreau, Oedipus and the Sphinx

Ω! ας μη γραφτεί πια το τραγούδι
Της Τροίας, της γης αν μοίρα ο Χάρος!
Σε λεύτερων χαράς λουλούδι
Του Λάιου η λύσσα ολέθριο βάρος,
Αν και μια δόλια Σφίγγα δίνει
Θανάτου αινίγματα που η Θήβα ποτές δε γνώρισε και κείνη.

Φρεντ Μπουασονά, Κάτω απ' την Ακρόπολη, 1903

Καινούργια Αθήνα θα προβάλει,
Και τους μακρύτερα καιρούς
Θε να φωτίσουν της τα κάλλη
Σα λιόγερμα τους ουρανούς.
Παρηγοριά θα τους αφήσει
Ό,τι μπορεί η γη να δεχτεί κι ό,τι ο ουρανός να της χαρίσει.

Eros. Redfigure vasepainting from Vulci. Berlin. Detail

Έρωτας, Κρόνος, κοιμήθηκαν,
Μα θα ξυπνήσουν πιο αγαθοί
Απ' όσα ταφοαναστηθήκαν
Ή λεύτερα έχουν γεννηθή:
Ούτε χρυσάφι, ούτε αίμα πια,
Μα μόνο δάκρυα στους βωμούς τους και σύμβολα-άνθη ευλαβικά.

Alfred Clint, Percy Bysshe Shelley

Ω, πάψε! Να ξαναγυρίσουν

Μίσος και θάνατος στη γη;
Πάψε! Οι θνητοί στο αίμα να σβύσουν;
Μιας προφητείας πικρής πηγή;
Ω, κάλλιο ο κόσμος να χαλάσει,
Παρά στο φως να ξαναφέρει ό,τι βαργιά έχει τον κουράσει.

HELLAS
Pierre - Gustave  Joly  de  Lotbiniere, ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ, ΟΚΤΩΒΡΗΣ  1839

He world's great age begins anew,
The golden years return,
The earth doth like a snake renew
Her wintry weeds outworn:
Heaven smiles, and faiths and empires gleam
Like wrecks of a dissolving dream.

Δημήτριος Κωνσταντίνου, ΝΟΤΙΑ  ΕΡΕΧΘΕΙΟΥ, 1865 

A brighter Hellas rears its mountains
From waves serener far;
A new Peneus rolls his fountains
Against the morning star;
Where fairer Tempes bloom, there sleep
Young Cyclads on a sunnier deep.

 Gustave Moreau, Orpheus at the Tomb of Eurydice

A loftier Argo claims the main,
Fraught with a later prize;
Another Orpheus sings again,
And loves, and weeps, and dies;
A new Ulysses leaves once more
Calypso for his native shore.

Gustave Moreau, Oedipus Wanderer

O write no more the tale of Troy,
If earth Death's scroll must be--
Nor mix with Laian rage the joy
Which dawns upon the free,
Although a subtler Sphinx renew
Riddles of death Thebes never knew.

Δημήτριος Κωνσταντίνου, ΠΥΛΗ  ΑΝΔΡΙΑΝΟΥ - ΝΑΟΣ  ΟΛΥΜΠΙΟΥ  ΔΙΟΣ, 1860

Another Athens shall arise,
And to remoter time
Bequeath, like sunset to the skies,
The splendour of its prime;
And leave, if naught so bright may live,
All earth can take or Heaven give.
Saturn and Love their long repose
Shall burst, more bright and good
Than all who fell, than One who rose,
Than many unsubdued:
Not gold, not blood, their altar dowers,
But votive tears and symbol flowers.

O cease! must hate and death return?
Cease! must men kill and die?
Cease! drain not its dregs the urn
Of bitter prophecy!
The world is weary of the past--
O might it die or rest at last!

Percy Bysshe Shelley (1792-1822)












Γιατί η ελληνική; Por qué Grecia?

Ο Έφηβος των Αντικυθήρων. Τhe Antikythera Ephebe

Ομιλία του Pedro Olalla στην εκδήλωση της Ελληνικής Ανθρωπιστικής Εταιρείας στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (7/4/11) με τίτλο "Γιατί να διδασκόμαστε Αρχαία Ελληνικά στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Πολλαπλή χρησιμότητα ή ξεπερασμένη προγονολατρία;"

Ως ξένος, ως ελληνομαθής και ως μέτοικος, με τιμά ιδιαίτερα αυτή η πρόσκληση να συνεισφέρω με λίγα λόγια σε τούτο τον όμορφο φόρο τιμής στην ελληνική γλώσσα·  αυτή η πρόσκληση να αναδείξω με τα βιωματικά επιχειρήματά μου τη σημασία της  ελληνικής γλώσσας και της ανθρωπιστικής στάσης ζωής στις μέρες μας, και αυτή η πρόσκληση  να έρθω αρωγός  —δυστυχώς για μια ακόμα  φορά— στην υπεράσπιση του αυτονόητου. Αλλά  είναι γεγονός ότι και το αυτονόητο χρειάζεται πολύ συχνά υπεράσπιση: ας μην ξεχνάμε ότι οι πιο προοδευτικές ιδέες δεν κινδυνεύουν τόσο πολύ όταν η υπεράσπισή τους είναι επικίνδυνη όσο όταν αυτή γίνεται πληκτική.

Φρεντ Μπουασονά, Αμοργός, 1911

Αφετηρία λοιπόν για τον προβληματισμό μου είναι μια απλή ερώτηση: τι σημαίνουν σήμερα τα ελληνικά για έναν ξενόγλωσσο; Νομίζω ότι, καταρχάς,  οι απαντήσεις εξαρτούνται από τον ίδιο τον ξενόγλωσσο. Αφενός, μετά από μια μακρά και ακόμα πρόσφατη ιστορία γεμάτη πολέμους, δοκιμασίες και εξορίες, —σχεδόν ξαφνικά και παρά την λεγόμενη «κρίση»— η Ελλάδα έχει γίνει για πολλούς ξένους ένας τόπος αναζήτησης ελπίδας· και συνεπώς η γλώσσα της, ένας δρόμος για να βρουν μερικοί άνθρωποι  μια  θέση  σε  μια  νέα  κοινωνία,  για  να  έχουν  πρόσβαση  σε  εύλογες προσδοκίες, που τους τις αρνιούνται στη γενέτειρά τους, και για να προσβλέπουν σε μια καλύτερη ζωή. Αυτή η αλλαγή από πατρίδα ξενιτιάς σε γη της επαγγελίας —αλλαγή, που παρατηρώντας  τις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες με ξυπόλυτους και λιμασμένους παππούδες, μοιάζει με θαύμα— είναι ο τελευταίος ελιγμός στη διαδρομή αυτής της υπερχιλιετούς κοινωνίας, που διέσχισε τους αιώνες με μόνο στοιχείο συνοχής ίσως τη γλώσσα της, μια γλώσσα που σήμερα μοιράζει μέλλον στα θύματα της αδικίας  δίπλα  στις  άλλες  γλώσσες  της  δύσης. Όλοι αυτοί οι νέοι ομιλητές της ελληνικής και κυρίως οι άμεσοι απόγονοί τους, που θα είναι «γέννημα θρέμμα» ελληνόφωνοι,  θα  αποτελέσουν έναν καθόλου αμελητέο παράγοντα στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας στο άμεσο μέλλον.

Οι Καρυάτιδες στο Ερέχθειο της Ακρόπολης, 1955

Αφετέρου όμως, οι περισσότεροι ξένοι της γηραιάς Ευρώπης βλέπουν την ελληνική γλώσσα με τελείως διαφορετικά μάτια. Για αυτούς, υπήρχε πάντα ένα λείψανο· ένα σεβάσμιο λείψανο μεν, αλλά στο κάτω-κάτω ένα πηγάδι από όπου αντλείται μονάχα παρελθόν. Η μελέτη της αποτελεί κομμάτι της  ακαδημαϊκής  προσέγγισής τους σε αυτόν τον κοινό τόπο αναφοράς, σε αυτή την  αιωρούμενη Ελλάδα που πλανιέται πάνω από τα κεφάλια όλων  των δυτικών  λαών  επηρεάζοντας την κοσμοθεωρία τους. Ωστόσο, τα σχολεία και τα πανεπιστήμιά μας μάς δίδαξαν την ελληνική —και συνεχίζουν να τη διδάσκουν αν και όλο και λιγότερο— αδιαφορώντας για την ιστορική  της  εξέλιξη  και  για  τη  σχέση  της  με  το  παρόν,  αποτίνοντας  μεν  έναν ευλαβή φόρο τιμής στην κλασσική της περίοδο αλλά αγνοώντας  δε  —ακόμα και περιφρονώντας ίσως— τις φυσικές της δυνατότητες ως μέσο επικοινωνίας. Μονάχα τα τελευταία χρόνια, αρχίζει να αφυπνίζεται δειλά ένα ενδιαφέρον για τη σύγχρονη γλώσσα,  όχι  όμως  χωρίς  την  μαχητική  επιφύλαξη  εκείνων  που αυτοανακηρύσσονται ιεροί υπερασπιστές της αρχαίας.

Φρεντ Μπουασονά, Παρθενώνας με βροχή, 1908

Ωστόσο, πέρα από αυτό το απατηλό δίλημμα μεταξύ νέας και αρχαίας, πέρα από την  ξένοιαστη χρήση  της ελληνικής  ως  απλού εργαλείου επικοινωνίας ή από την εσωστρεφή καλλιέργεια του αξιοσέβαστου κήπου των κλασικών συγγραφέων, υπάρχει κάτι που η ελληνική γλώσσα μπορεί να προσφέρει αποκλειστικά σε έναν δυτικό ξένο, κολασμένο από τις χάρες της κουλτούρας και ελεύθερο από επιφυλάξεις και προκαταλήψεις: μια ατελείωτη περιπέτεια της διανόησης. Για όσο διάστημα έχω αφιερώσει στην εκμάθηση αυτής της γλώσσας, για όσον καιρό έχω δουλέψει  ως  μεταφραστής  ή  ως  καθηγητής  μετάφρασης,  για  όσο  χρόνο  έχω αφοσιωθεί στη δουλειά του λεξικογράφου  και του ιστορικού, για όσα χρόνια έχω διατρέξει την Ελλάδα ακολουθώντας τα χνάρια των  αρχαίων μύθων ή για όσο χρόνο γράφω και δημοσιεύω τα έργα μου στα ελληνικά, η  σχέση  μου  με  την ελληνική γλώσσα  υπήρχε πάντοτε  αυτή  της  σαγήνης.  Και  σε  αυτή  θα  ήθελα  να αναφερθώ τώρα, διότι πιστεύω ότι λίγα πράγματα μας ενώνουν με πιο ακλόνητο τρόπο από το να μοιραζόμαστε κάποια συγκίνηση ικανή να μας σαγηνεύσει.

Υπάρχει κάτι που η ελληνική γλώσσα προσφέρει ως αποκλειστικό προνόμιο: η εγγύτητα  των δομών και  των λέξεων της στην πρώτη ύλη της σκέψης μας.  Γιατί «σκέφτομαι» δεν σημαίνει παρά συσχετίζω έναν  κόσμο εικόνων, αισθήσεων και λέξεων, συνδυάζω απεριόριστα μια απέραντη συλλογή μικρών κομματιών που εκπληκτικά φέρουν τυπωμένη τη σφραγίδα του ελληνικού πνεύματος.

Ψαράδες (λεπτομ.) Δυτική Οικία, Ακρωτήρι, Θήρα

Παιδί, στη γενέτειρά μου, στις απότομες ακτές της Αστούριας, γνώρισα ένα σκεύος αλιείας που οι ψαράδες ονόμαζαν  «palangre».  Πολύ αργότερα,  σε τούτες τις φθαρμένες συλλαβές, αναγνώρισα την αρχαία  ελληνική  λέξη  «πολυάγκιστρον». Η λέξη «αγκίστρι» με οδηγεί στην «αγκύλη», στην «άγκυρα», στον «αγκώνα», λέξεις με  τις  οποίες  ζω  και  που  μοιράζονται  μια  κοινή  έννοια  με  την  «καμπύλη»,  με  το «κλείσιμο», με την  «αγκαλιά».  Η  ζωή  σε  επαφή  με  την  ελληνική  οξυγονώνει  τη συνείδηση των μηχανισμών της αντίληψής μας, μας αποκαλύπτει ότι η σκέψη είναι μια απέραντη και υποβλητική διαδικασία μεταφοράς, και ότι ο τρόπος που σκεπτόμαστε εδώ και αιώνες —κομμάτι πλέον του DNA μας και κεκτημένη ταχύτητα στην ιστορική μας εξέλιξη— είναι βαθειά καθορισμένος από την επίδραση της ελληνικής γλώσσας. Ποια σχέση υφίσταται άραγε ανάμεσα στην «αγκαλιά» και στην «ανάγκη»; ή ανάμεσα στην  «άγκυρα» και στην  «ανάγκη», ανάμεσα σε αυτό που κρατάει και σε αυτό που είναι κατ’ εξοχήν ασυγκράτητο;  Αυτές  οι καθημερινές λέξεις μπορούν να  μας  ταξιδέψουν, παράδειγμα, έως τον Μακρόβιο, που ισχυρίζεται ότι η ανάγκη αναπαριστάται από τον κόμβο και ο έρωτας από το φιλί· ή έως την κοσμοθεωρία  των ορφικών, για τους οποίους η Ανάγκη  ήταν αυτή η δύναμη-αγκαλιά-κόμβος, που δεσπόζει στα πάντα…

Η τριβή με την ελληνική γλώσσα φέρει σε επαφή την αμεσότητα του παρόντος με το υποβλητικό φορτίο του παρελθόντος, δημιουργώντας πάντα μια τονωτική καύση. Μας εκπαιδεύει στην προσπάθεια, στην ακρίβεια και στην οξυδέρκεια.  Μας  ωθεί συνέχεια στην ανίχνευση και, συνεπώς, μας φέρνει συνέχεια απέναντι στο εύρημα. Τοποθετεί τη φευγαλέα ατομική συνείδησή μας μέσα στις μακρές κινήσεις της ύπαρξης του ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος. Έτσι, μέρα με τη μέρα, αφήνομαι να παρασυρθώ από λέξεις όπως  «εστιατόριο»,  «σύμπτωση» ή  «έντομο», απολαμβάνοντας ως ξένος ένα ατελείωτο ταξίδι στον εαυτό μου. Μια περιπέτεια που δεν θα μπορούσε να γίνει σε βάθος στα Ισπανικά, στα Αγγλικά ή στα Ρωσικά. Θα μπορούσε κάποιος να την επιχειρήσει ίσως στα Λατινικά, αλλά τα Λατινικά δεν τα μιλάνε πλέον στην αγορά.

Η ελληνική γλώσσα ζει στον λόγο των σημερινών ομιλητών της, αλλά ζει και στο υποσυνείδητο και στο βάθος του λόγου των ομιλητών των περισσοτέρων δυτικών γλωσσών.  Ζει  στο  λεξιλόγιο,  στις  έννοιες,  στις  δομές,  στην  ορολογία,  στην οργάνωση της σκέψης, στις εκφάνσεις της πολιτιστικής παράδοσης… Είναι ζωντανή γιατί, κατά βάθος, όλοι οι δυτικοί μιλάμε μια ασυνείδητη ελληνική.

Η ελληνική γλώσσα είναι η μητέρα γλώσσα της αφηρημένης σκέψης, η μητέρα γλώσσα όλων των φωνητικών μας αλφάβητων, η πρώτη lingua franca, η πρώτη σε λογοτεχνική παράδοση και επιρροή, η πιο παλαιά από τις ζωντανές σε προφορική και  γραπτή  παράδοση,  η  γλώσσα  με  την  πρώτη  γραμματική  και  τον  πρώτο μεταγλωσσικό συλλογισμό,  η  γλώσσα  στην  οποία  πρωταναπτύχθηκαν  γραπτώς  η λογοτεχνία, η ιστορία, η πολιτική, οι νόμοι και η επιστήμη. Και αν πρέπει να κρίνουμε από την τεράστια επιρροή που έχει ασκήσει και ασκεί πάνω στις υπόλοιπες, η ελληνική γλώσσα είναι, υπό αυτήν την έννοια, η πρώτη γλώσσα στον κόσμο. Αυτή είναι μια ακλόνητη αλήθεια που καθορίζει τον παγκόσμιο πολιτισμό.

Αυτή η μαρμάρινη Αφροδίτη, στο μουσείο της Ρόδου, βρέθηκε στη θάλασσα. Ρόδος, 1954

Σκεπτόμενος σήμερα το μέλλον της ελληνικής, ειλικρινά το βλέπω αρκετά υποσχόμενο στον κόλπο μιας όλο και πιο γραμματισμένης παγκόσμιας κοινωνίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα βήματα μπροστά είναι εύκολα ή ότι θα γίνουν από μόνα τους χωρίς να συναντήσουν αντίσταση.  Νομίζω ότι η ελληνική, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή της, καλείται να  αξιοποιήσει προπαντός την ιδιαιτερότητά της.

Για αυτόν το σκοπό, υπάρχουν κάποιες προκλήσεις που μου φαίνονται κρίσιμες. Η πρώτη  είναι  η  ίδια  η  γνωριμία  των  ομιλητών  με  τη  γλώσσα,  η  απόκτηση  της γλωσσικής συνείδησης από τους ίδιους τους ομιλητές και η καλλιέργεια της αγάπης προς τη γλώσσα.  Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος φροντίζει και εκτιμά εκείνο που αγαπά, και ότι αγαπά μόνο  εκείνο που γνωρίζει. Ευτυχώς, αυτή η αγάπη για τη γλώσσα  δεν  υπήρξε  ποτέ  κάτι  το  ξένο  για  τους  Έλληνες·  ακόμα  και  το  λεγόμενο γλωσσικό ζήτημα, αυτός ο  ιδιόμορφος εμφύλιος πόλεμος, έχει βοηθήσει  με τον τρόπο του  στη γλωσσική συνείδηση και στην αυτογνωσία των Ελλήνων. Όμως, συνυφασμένη με αυτή την αναγκαία αγάπη για τη γλώσσα, είναι και μια ίσως πιο δύσκολη πρόκληση που θεωρώ καίριας σημασίας για την επιβίωση της ελληνικής: η ιστορική υπέρβαση του ιδεατού τρίγωνου γλώσσα-έθνος-κράτος.

Δημήτρης Μυταράς, Ελληνικό Τοπίο, π. 1971

Είναι γεγονός ότι, σε καιρούς χαλεπούς, η ελληνική γλώσσα προσέδωσε στους ομιλητές της μια  εθνική συνοχή και ότι συνέβαλε  αποφασιστικά στη διαμόρφωση μιας ταυτότητας την ώρα  της διεκδίκησης και της οικοδόμησης του νέου κράτους. Αλλά είναι επίσης γεγονός  ότι τα μεγαλύτερα επιτεύγματά της  τα κατάφερε η ελληνική σε πιο ευνοϊκούς καιρούς ως γλώσσα πολυσύνθετων πληθυσμών, ακόμα και ως γλώσσα πολυεθνικών  κοινοτήτων.  Η ελληνική έδωσε τους καλύτερους καρπούς της ούσα η κοινή γλώσσα όλων των ελληνικών φυλών, η κοινή γλώσσα της ελληνιστικής οικουμένης, η πρώτη κοινή γλώσσα της χριστιανικής οικουμένης και η γλώσσα αναφοράς της ουμανιστικής οικουμένης.

Σήμερα, ζούμε σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν περίπου 6.000 γλώσσες, πάνω από 10.000 έθνη και μόνο καμία διακοσαριά κράτη, που μάλιστα τείνουν προς την ένταξη σε διεθνείς δομές και υφίστανται την επίδραση της παγκοσμιοποίησης. Άρα, όλα τα κράτη είναι ή θα γίνουν πολύ-πολιτισμικά, και, συνεπώς, η πρόκληση των ημερών μας είναι να δημιουργήσουμε αισθήματα αλληλεγγύης μεταξύ ανθρώπων πολιτισμικά ετερογενών.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν χωράει πια το τρίγωνο  γλώσσα-έθνος-κράτος, και η ελληνική γλώσσα πρέπει να βρει τον δρόμο της όχι μόνο ως γλώσσα του ελληνικού λαού, αλλά ως γλώσσα και τροφός μητέρα του δυτικού  και του ουμανιστικού πολιτισμού. Εκεί να βρει συμμάχους για τη διαιώνισή της και  να ταχθεί μαζί τους υπέρ ενός ανυπέρθετου χρέους: την «παγκοσμιοποίηση» του Ανθρωπισμού.

Αυτό που ονομάζουμε Ανθρωπισμό δεν είναι μόνο μια κληρονομιά, είναι προπαντός μία στάση ζωής: μια στάση άρρηκτα συνδεδεμένη με  την ελληνική γλώσσα και  το ελληνικό πνεύμα από τους πανάρχαιους χρόνους όπου ο Όμηρος άρχισε την αναζήτηση του πανανθρώπινου στοιχείου. Μια στάση όχι βέβαια αποκλειστικά ελληνική, που μάλιστα προδόθηκε επανειλημμένως από τους ίδιους τους Έλληνες, αλλά και που αναμφίβολα επινοήθηκε, καλλιεργήθηκε, υποστηρίχτηκε και ανακτήθηκε, ξανά και ξανά κατά τον ρου της ιστορίας, ανατρέχοντας κυρίως στο ελληνικό στοιχείο.

Φρεντ Μπουασονά, Κρήτη, προαύλιο σπιτιού, 1919 

Αυτή η στάση εμπιστοσύνης στον άνθρωπο, στην ικανότητα και στη συνείδησή του για  να  επιλέγει  ελεύθερα  το  καλό,  είναι  η  δύναμη  που  γέννησε  την  ηθική  και υπερασπίζεται έως σήμερα τη σκέψη.  Και χωρίς σκέψη και ηθική δεν υπάρχει πρόοδος αλλά υποταγή και χάος. Αρμόζει λοιπόν στον Ανθρωπισμό να καλλιεργήσει την ηθική όχι ως δογματική επιβολή αξιών —όποιες κι αν είναι αυτές— αλλά ως κριτική και υπεύθυνη άσκηση της ελευθερίας· να μας μυήσει και να μας εκπαιδεύσει σε μιαν άσκηση σκέψης που να μας οδηγεί να βρούμε λόγους για να προτιμήσουμε μια συμπεριφορά από μιαν άλλη και να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι λόγοι αυτοί δεν είναι κάτι το υπερβατικό, αλλά το έμφυτο στον άνθρωπο.

Αυτή η στάση δεν έχει εγκαταλείψει ποτέ την προσπάθεια να χτίσει έναν κόσμο απαλλαγμένο από το δόγμα, ο οποίος να υπάγεται στην αμφισβήτηση, στην ηθική, στην αισθητική, στη δικαιοσύνη και στην ελευθερία. Και όσοι την καλλιέργησαν, δεν υπερασπίστηκαν μονάχα όσα πίστευαν  ότι υπερασπίζονταν στον καιρό τους, αλλά και την ελευθερία και την αξιοπρέπεια κι άλλων αγέννητων ακόμη, τη μελλοντική τους δυνατότητα να γνωρίσουν έναν κόσμο διαφορετικό και μια πραγματικότητα άλλη από το διεστραμμένο προϊόν της καταπίεσης και του ψεύδους.  Όπως  είναι  επόμενο,  τούτη  ήταν  ανέκαθεν  η  στάση  των  ολίγων:  μια πράξη αντίστασης σε ένα αντίξοο και βάρβαρο περιβάλλον. Ωστόσο, κάθε φορά που έλαμπε στο πέρασμα του χρόνου εν μέσω της αυθαιρεσίας, του σκοταδισμού και των κατώτερων ορμών του ανθρώπινου είδους, η ανθρωπότητα έκανε ένα βήμα προς  τη  σύνεση,  προς  το μέτρο,  προς  την  αξιοπρέπεια  του  ανθρώπου  πέρα  από συμφέροντα και πιστεύω.

Ο Έφηβος του Μαραθώνα, Ephebe of Marathon

Αυτή η ουμανιστική στάση οφείλει πολλά στην  ελληνική γλώσσα, αλλά αληθεύει επίσης ότι η ελληνική γλώσσα και η εικόνα της Ελλάδας απέναντι στον εαυτό της και  στον κόσμο οφείλουν πολλά σε αυτήν την ουμανιστική στάση. Ασφαλώς, δεν είναι βέβαιο πως αυτή η κοπιαστική στάση θα θριαμβεύσει τελικά επί της αυθαιρεσίας και της βαρβαρότητας. Είναι όμως απολύτως βέβαιο πως η αυθαιρεσία και η βαρβαρότητα θα θριαμβεύσουν με μεγαλύτερη δυσκολία ανάμεσα σε όσους υιοθετούν τούτη τη στάση, παρά ανάμεσα σε όσους την αγνοούν ή την περιφρονούν. Για αυτό και κάθε προσπάθεια αξίζει τον κόπο.

Κάποιες φορές, περπατώντας ανάμεσα στις ελιές και στα ερείπια αυτής της χώρας, αναρωτήθηκα τι θα έμενε από τον πολιτισμό μας αν έσβηνε από αυτόν το ελληνικό στοιχείο,  πώς θα ήμασταν αν στερούμασταν όχι μόνο αυτό το απέραντο κληροδότημα αλλά και τούτη τη γενναία ώθηση, που πάντοτε κινούσε το ενδιαφέρον προς τον άνθρωπο. Και τότε αντικρίζω ένα απέραντο κενό. Τα ερείπια μάς κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, μας κάνουν να συνειδητοποιούμε πόσο εύθραυστος είναι ο πολιτισμός, μας υπενθυμίζουν ότι οι κατακτήσεις του είναι εφήμερες, ότι πρέπει να τις υπερασπιζόμαστε κάθε μέρα που ξημερώνει, και ότι ο μόνος εφικτός και άξιος του ονόματός του πολιτισμός είναι εκείνος που ενώνει τους ανθρώπους ενάντια στη βαρβαρότητα. Αυτό το μάθημα μάς έχει αφήσει το ελληνικό πνεύμα,  μαζί  με  την  πρόκληση  να  μην  είμαστε  μόνο κληρονόμοι αλλά και συνεχιστές, να μην κάνουμε μόνο νοσταλγικούς περιπάτους στα χνάρια των αρχαίων αλλά να  μοχθούμε στην δημιουργική αναζήτηση των ίδιων αξιών που οι καλύτεροι από εκείνους έψαχναν.

Pedro Olalla: Por qué Grecia?

Για όλους αυτούς τους λόγους, η ελληνική δεν είναι μια ακόμα γλώσσα, δεν είναι απλώς μια γλώσσα. Και είναι μάλιστα αυτή η πολύτιμη ιδιαιτερότητα ό,τι εμπνέει στους σώφρονες την υπεράσπισή της.  Αν  τη  χάναμε,  ξέρουμε  τι  θα  χάναμε.  Η ερώτηση είναι τώρα: τι θα κερδίζαμε; Θα μπορούσε η προοπτική του ενδεχόμενου κέρδους να δικαιολογήσει και να αντισταθμίσει την απώλεια; Εν ονόματι τίνος θα θάψουμε τον ελληνισμό;

Ευχαριστώ πολύ.

PEDRO OLALLA

Συγγραφέας, ελληνιστής, καθηγητής, μεταφραστής, φωτογράφος, κινηματογραφιστής
Πρεσβευτής του Ελληνισμού
Associate Member, Harvard University’s Center for Hellenic Studies.
























Tι είναι η κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου; What is cosmic background radiation?

Cosmic background radiation spectrum as determined with the COBE satellite: uncorrected (top), corrected for the dipole term due to our peculiar velocity (middle), and corrected for contributions from the dipole term and from our galaxy (bottom).

Edwin Hubble

(…) Στο τέλος της δεκαετίας του 1920, ο μεγάλος αμερικανός αστρονόμος Hubble διαπίστωσε ότι όλοι οι μακρινοί γαλαξίες απομακρύνονται από τη Γη με ταχύτητα που είναι τόσο μεγαλύτερη όσο μεγαλύτερη είναι η απόστασή τους από τη Γη. Μ’ άλλα λόγια, ο Hubble διαπίστωσε ότι το σύμπαν διαστέλλεται.

Ο ίδιος ο χώρος διαστέλλεται παρασύροντας μαζί τους και τη μάζα του Σύμπαντος. Είναι σαν όλο το Σύμπαν να βρίσκεται πάνω στην επιφάνεια ενός μπαλονιού που φουσκώνει συνεχώς καθώς ο χρόνος κυλάει.

Η ειρωνεία του θέματος ήταν ότι η αρχική μορφή των εξισώσεων του Einstein – χωρίς την κοσμολογική σταθερά – προέβλεπε μια τέτοια διαστολή του Σύμπαντος, όπως απέδειξαν πρώτοι οι Friedmann και Lemaitre. Έσπευσε, λοιπόν, ο Einstein να αποκαθάρει τις εξισώσεις του από το «μίασμα» της κοσμολογικής σταθεράς, αποκαλώντας την προσθήκη της «τη μεγαλύτερη επιστημονική γκάφα της ζωής μου».

Αυτή η αξιοσημείωτη σύμπτωση των συμπερασμάτων της ΓΘΣ και των αστρονομικών παρατηρήσεων του Hubble δημιούργησε σε κάποιους φυσικούς – πολύ λίγους είναι αλήθεια – την ελπίδα ότι η ιστορία του Σύμπαντος είναι προσιτή στην Επιστήμη.

Έτσι προχώρησαν σιγά – σιγά στην ιδέα ότι ένα διαστελλόμενο Σύμπαν θα γίνεται αραιότερο και ψυχρότερο στο μέλλον στο μέλλον και θα ήταν όλο πυκνότερο, συμπαγέστερο και θερμότερο στο παρελθόν, μέχρι κάποια στιγμή στο απώτατο παρελθόν, όπου όλος ο χώρος και μαζί του όλη η μάζα του θα ήταν συγκεντρωμένη στο ίδιο «σημείο» (όλο το «μπαλόνι» θα είχε συρρικνωθεί σε ένα «σημείο»), η πυκνότητά του και η θερμοκρασία του θα ήταν άπειρα υψηλές και οι διαστάσεις του απίστευτα μικρές.

Αυτό το χρονικό σημείο θα ήταν κατά κάποιο τρόπο η απαρχή του Σύμπαντος και από κει και πέρα ότι ακολουθεί είναι μια απίστευτα γρήγορη διαστολή, κάτι σαν έκρηξη, το μεγάλο Bang (Big Bang) που φυσικά συνεχίζεται, ως διαστολή, και στις μέρες μας.
Αυτό ακριβώς το μοντέλο προέκυπτε αβίαστα από τις εξισώσεις του Einstein, όπως έδειξαν οι Friedmann και Lemaitre, και εύρισκε στήριξη από τις παρατηρήσεις του Hubble.

Έχοντας, λοιπόν, σε γενικές γραμμές αυτό το μοντέλο για τη θερμοκρασία, την πυκνότητα και το μέγεθος του Σύμπαντος (όπως προκύπτει από τη Γενική Θεωρία της
Σχετικότητας) μπορεί κανείς να κατασκευάσει – πράγμα που έγινε – ένα κατά το δυνατόν λεπτομερές σενάριο για την εξέλιξή του, χρησιμοποιώντας τους γνωστούς νόμους της Φυσικής.

Το σενάριο προβλέπει πότε και σε ποια αναλογία δημιουργήθηκαν τα νετρόνια και τα πρωτόνια από τα κουάρκ, πότε τα νετρόνια και τα πρωτόνια συνενώθηκαν για να φτιάξουν κάποιους μικρούς πυρήνες (π.χ. πυρήνες του στοιχείου ηλίου με δυο πρωτόνια και δυο νετρόνια), πως οι υπόλοιποι πυρήνες φτιάχτηκαν μέσα στα άστρα ή κατά τον εκρηκτικό τους θάνατο, πως οι διάφοροι πυρήνες παγίδευσαν ηλεκτρόνια για να φτιάξουν άτομα, πότε δημιουργήθηκαν τα άστρα και οι γαλαξίες, κλπ.

Δεν απομένει παρά να μελετήσει κανείς τι προβλέπει αυτό το κάπως λεπτομερές σενάριο για σήμερα ώστε να δούμε αν οι αστρονομικές παρατηρήσεις το επιβεβαιώνουν, το απορρίπτουν ή οδηγούν στην ενδεχόμενη αποδοχή τους με κάποιες ίσως σημαντικές τροποποιήσεις.

Το σενάριο προβλέπει, π.χ., ότι η κατά βάρος αναλογία υδρογόνου προς ήλιο στο Σύμπαν είναι περίπου 3 προς 1 με τα άλλα στοιχεία να αποτελούν ένα πολύ – πολύ μικρό ποσοστό.

Αυτή η πρόβλεψη είναι σε συμφωνία με τις παρατηρήσεις. Παρόλη αυτή και κάποιες άλλες επιτυχίες, η επιστημονική κοινότητα παρέμεινε ιδιαίτερα επιφυλακτική στο να αποδεχθεί το Big Bang ως φυσική πραγματικότητα. Έμοιαζε περισσότερο με μεταφυσική υπόθεση παρά με ελέγξιμη φυσική θεωρία. Αυτό μέχρι το 1965 και την τυχαία ανακάλυψη της κοσμικής ακτινοβολίας μικροκυμάτων (ΚΑΜ). Τι είναι όμως η ΚΑΜ;

A 1949 composite picture with Robert Herman on the left, Ralph Alpher on the right, and George Gamow in the center, as the genie coming out of the bottle of "Ylem," the initial cosmic mixture of protons, neutrons, and electrons from which the elements supposedly were formed.

Το σενάριο του Big Bang, όπως είχαν επισημάνει ήδη από το 1948 οι Gamow, Alpher και Hermann προέβλεπε ότι στο πρώιμο Σύμπαν, λόγω της πολύ υψηλής θερμοκρασίας, υπήρχε ακτινοβολία που όμως ήταν παγιδευμένη στην ύλη του Σύμπαντος, η οποία ήταν ιονισμένη λόγω της πολύ υψηλής θερμοκρασίας. Σε κάποιο χρονικό σημείο, που σήμερα το υπολογίζουμε στα 380 χιλιάδες χρόνια μετά το οριακό σημείο μηδέν της Μεγάλης Έκρηξης, καθώς το Σύμπαν ψυχόταν αυτή η κοσμική ακτινοβολία απελευθερώθηκε από την ύλη (λόγω του ότι η τελευταία έπαψε να είναι ιονισμένη) και ακολούθησε (η κοσμική ακτινοβολία) το δικό της δρόμο, τη δική της εξέλιξη, τις λεπτομέρειες της οποίας προβλέπει το σενάριο.


Προβλέπει, δηλαδή, το σενάριο ποια είναι η ένταση της κοσμικής ακτινοβολίας και ποια είναι η κατανομή της στις διάφορες φασματικές περιοχές.

Υπήρχε όμως τόση δυσπιστία και για το μοντέλο της Μεγάλης Έκρηξης και για το λεπτομερές σενάριο που βασίζεται σ’ αυτό, ώστε η πρόβλεψη του Gamow, Alpher και Hermann να αγνοηθεί σχεδόν πλήρως και έτσι να μην επιχειρηθεί καν ο έλεγχος αυτής της τόσο σημαντικής ιδέας (παρά μόνο όταν ήταν ήδη αργά), μέχρις ότου σε δυο φυσικούς του εργαστηρίου Bell των ΗΠΑ, τους Penzias και Wilson, ειδικούς στη ραδιοαστρονομία, δόθηκε η ευκαιρία να χρησιμοποιήσουν μια μεγάλη χωνοειδή αντένα του εργαστηρίου για να μελετήσουν γαλαξίες που εκπέμπουν ραδιοκύματα.

Οι Arno A. Penzias και Robert Wilson μπροστά από την κεραία με την οποία ανακάλυψαν την Κοσμική Ακτινοβολία Μικροκυμάτων

Υπήρχε όμως τόση δυσπιστία και για το μοντέλο της Μεγάλης Έκρηξης και για το λεπτομερές σενάριο που βασίζεται σ’ αυτό, ώστε η πρόβλεψη του Gamow, Alpher και Hermann να αγνοηθεί σχεδόν πλήρως και έτσι να μην επιχειρηθεί καν ο έλεγχος αυτής της τόσο σημαντικής ιδέας (παρά μόνο όταν ήταν ήδη αργά), μέχρις ότου σε δυο φυσικούς του εργαστηρίου Bell των ΗΠΑ, τους Penzias και Wilson, ειδικούς στη ραδιοαστρονομία, δόθηκε η ευκαιρία να χρησιμοποιήσουν μια μεγάλη χωνοειδή αντένα του εργαστηρίου για να μελετήσουν γαλαξίες που εκπέμπουν ραδιοκύματα.

Η αντένα αυτή είχε κατασκευαστεί για άλλο πρακτικό τηλεπικοινωνιακό σκοπό, ο οποίος στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε. Οι δυο φυσικοί στην προετοιμασία για τις μετρήσεις τους αντιμετώπισαν ένα τεχνικό, όπως νόμισαν, πρόβλημα.

Η αντένα τους εμφάνιζε παράσιτα από τα οποία, παρόλες τις προσπάθειές τους, δεν μπόρεσαν να απαλλαγούν.

Εξέτασαν μήπως η Νέα Υόρκη με τις ποικίλες δραστηριότητές της ήταν η αιτία των παρασίτων. Απηλλάγησαν και από τη «λευκή διηλεκτρική ουσία», δηλαδή τις κουτσουλιές δυο περιστεριών που είχαν κτίσει τη φωλιά τους μέσα στην αντένα. Αλλά τίποτε. Τα παράσιτα παρέμεναν.

Τελικά απεδείχθη ότι αυτά τα «παράσιτα» δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η αρχέγονη κοσμική ακτινοβολία, το αρχαιότερο απομεινάρι από τη Δημιουργία του Κόσμου.

Φασματική κατανομή της κοσμικής ακτινοβολίας μικροκυμάτων. Το διάγραμμα παριστάνει τη λαμπρότητα ως συνάρτηση του μήκους κύματος της κοσμικής ακτινοβολίας μικροκυμάτων. Τα πειραματικά σημεία προέρχονται από τις μετρήσεις του ειδικού φασματομέτρου του δορυφόρου COBE (Cosmic Background Explorer) , που εκτοξεύτηκε το Νοέμβριο του 1989. Η συνεχής καμπύλη (κατανομή ακτινοβολίας μέλανος σώματος) αποτελεί τη θεωρητική πρόβλεψη, με βάση τη κβαντική θεωρία, που αποδίδει στο φως και σωματιδιακές ιδιότητες. Η μοναδική ελεύθερη παράμετρος στη θεωρία, που καθορίζει και το σχήμα και το μέγεθος της καμπύλης, είναι η θερμοκρασία Τ. Στην προκειμένη περίπτωση Τ = 2,725 Κ, σε συμφωνία με το ισχύον κοσμολογικό μοντέλο. Η εντυπωσιακή αυτή σύμπτωση των παρατηρησιακών δεδομένων (που αφορούν το Σύμπαν και την Ιστορία του με τα πιο θεμελιακά αποτελέσματα δημιουργεί συγκλονιστικά αισθήματα δέους και θαυμασμού για την εμβέλεια της επιστημονικής μεθοδολογίας και τη δύναμη της ανθρώπινης διάνοιας.


Μ’ άλλα λόγια, τα «παράσιτα», από τα οποία προσπαθούσαν να απαλλαγούν, απεδείχθη ότι αποτελούσαν την σημαντικότερη ίσως παρατηρησιακή ανακάλυψη στην Ιστορία της Επιστήμης. Όταν αυτή η κοσμική ακτινοβολία μετρήθηκε πολύ πιο προσεκτικά από ειδικό δορυφόρο, (τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν το 1992), η σύμπτωση του θεωρητικού σεναρίου της μεγάλης έκρηξης και των δεδομένων της παρατήρησης ήταν τόσο εντυπωσιακή ώστε το Big Bang αντιμετωπίστηκε πια, όχι ως μια μεταφυσική υπόθεση, αλλά ως μια σοβαρή επιστημονική θεωρία..

Η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης έπρεπε να περάσει μια ακόμη σημαντική δοκιμασία. Η ύπαρξη των γαλαξιών και των άστρων συνεπάγεται ότι στο πρώιμο Σύμπαν η πυκνότητα της ύλης δεν μπορεί να ήταν απολύτως ομοιόμορφη παντού. 

Κάποιες, έστω και μικρές αυξημένες συγκεντρώσεις της ύλης δεν μπορεί να ήταν απολύτως ομοιόμορφη παντού. Κάποιες, έστω και μικρές αυξημένες συγκεντρώσεις ύλης έπρεπε να υπάρχουν για να αποτελέσουν το σπέρμα της δημιουργίας των γαλαξιών. Όμως αυτές οι αυξομειώσεις όφειλαν να αποτυπωθούν στην Κοσμική Ακτινοβολία Μικροκυμάτων, ως μικρές διαφορές ανάλογα με την κατεύθυνση απ’ όπου έρχεται αυτή η κοσμική ακτινοβολία.

Οι δορυφορικές παρατηρήσεις που ανακοινώθηκαν το 1992 επιβεβαίωσαν για πρώτη φορά την ύπαρξη αυτών των μικροδιαφορών στην Κοσμική Ακτινοβολία Μικροκυμάτων.

Ανάλυση των διακυμάνσεων της θερμοκρασίας της Κοσμικής Ακτινοβολίας Μικροκυμάτων (στο πέμπτο δεκαδικό ψηφίο) ανάλογα με τη κατεύθυνση παρατήρησης. Οι διακυμάνσεις αυτές έχουν αναλυθεί ως άθροισμα (σταθμισμένο) σφαιρικών αρμονικών Yℓm(θ,φ) και εδώ δίνεται η εξάρτηση των συντελεστών από το ℓ. H θεωρία προβλέπει – και η παρατήρηση επιβεβαιώνει – ότι το μέγιστο θα εμφανιστεί για ℓ = 200, εάν η γεωμετρία του Σύμπαντος είναι Ευκλείδεια. Οι διακυμάνσεις για ℓ>300 οφείλονται στις αρμονικές. Η σύμπτωση θεωρίας και παρατηρήσεων επιτρέπει να προσδιορίσουμε ποσοτικά πολλά βασικά χαρακτηριστικά του Σύμπαντος.

Το 2003 ανακοινώθηκαν τα πρώτα αποτελέσματα των μετρήσεων που  έγιναν, μέσω του δορυφόρου WMAP (Wilkinson Microwave Anisotropy Probe), πολύ πιο λεπτομερείς μετρήσεις, οι οποίες προσδιόρισαν σε ποσοτικό επίπεδο το πως το μέγεθος των μικροδιακυμάνσεων στην Κοσμική Ακτινοβολία Υποβάθρου εξαρτάται από την κατεύθυνση παρατήρησης και από το γωνιακό άνοιγμα του οργάνου παρατήρησης. 

Η συμφωνία των δεδομένων αυτών με τις προβλέψεις με τις προβλέψεις του σεναρίου της Μεγάλης Έκρηξης όχι μόνο επιβεβαίωσε την ύπαρξη μικρομεταβολών στην πυκνότητα του Σύμπαντος κατά την πρώτη, “νηπιακή” φάση της εξέλιξής του, πριν η ακτινοβολία αποσυνδεθεί από την ύλη, αλλά μας επέτρεψε να προσδιορίσουμε  και τη φύση αυτών των μικροδιακυμάνσεων της πυκνότητας.

Διαπιστώθηκε δηλαδή ότι κατά την εξέλιξη του πρώιμου Σύμπαντος, η ύλη/ενέργειά του παλλόταν από ακουστικά κύματα ενός βασικού μήκους κύματος (της βασικής αρμονικής) και των υποπολλαπλασίων του (με άλλα λόγια των ανώτερων αρμονικών), που αφενός μεν αποτέλεσαν τις περιοχές συμπύκωνσης της ύλης ώστε να δώσουν αργότερα τους γαλαξίες και αφετέρου αποτυπώθηκαν στην Κοσμική Ακτινοβολία Υποβάθρου.

Έτσι η Κοσμική Ακτινοβολία Μικροκυμάτων έχει “γραμμένη” μέσα της την αρχέγονη κοσμική “μουσική”, με τη βασική “νότα” της και τις αρμονικές της, που δονούσαν το αδιαμόρφωτο ακόμη Σύμπαν και καθόρισαν τη μετέπειτα δομή του. Και ο ανθρώπινος πολιτισμός μπορεί πια να “αφουγκραστεί” τον απόηχο αυτής της αρχέγονης κοσμικής “μουσικής”.

Φαντάζομαι ότι οι Πυθαγόρειοι θα ήσαν ευτυχείς να δουν ότι η ιδέα τους για την ακουστική αρμονία των πλανητών, επανέρχεται στο προσκήνιο, όχι βέβαια στο επίπεδο των πλανητών, αλλά ως ακουστική αρμονία του νεογέννητου Σύμπαντος από την οποία ξεπήδησαν οι γαλαξίες, τα άστρα, οι πλανήτες, και – σε τελική ανάλυση – και οι ίδιοι οι Πυθαγόρειοι. (…)

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ε. Ν. Οικονόμου: «Από τα κουάρκ μέχρι το Σύμπαν»,  Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.