Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

“1η Πομπή των Κωδωνοφόρων” στη Θεσσαλονίκη, First European assembly of bell bearers in Thessaloniki

Το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης διοργάνωσε την πρώτη ευρωπαϊκή συνάντηση κωδωνοφόρων στη Θεσσαλονίκη την Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014. Η συνάντηση πραγματοποιείται στο πλαίσιο της προγραμματισμένης δράσης «Οι Δρόμοι του κουδουνιού», με την οποία επιχειρείται η διερεύνηση των εθίμων της κωδωνοφορίας στον ευρωπαϊκό χώρο. Bell bearers parade on the seaside avenue of Thessaloniki. The Folklife and Ethnological Museum of Macedonia organized the first European assembly of bell bearers in Thessaloniki. The assembly took place in the context of the action “Bell Roads” which attempts to explore the customs of bell bearing in Europe.


Πρόκειται για εποχικά δρώμενα μεταμφιέσεων με ευγονικό και ευετηρικό χαρακτήρα, δηλαδή δραματικές παραστάσεις που ανέπτυξαν οι γεωργοκτηνοτροφικές κοινωνίες, πιστεύοντας ότι προστατεύουν την παραγωγή τους ειδικά κατά την κρίσιμη εναλλαγή των εποχών. Οι «Δρόμοι του κουδουνιού» αναδεικνύουν τα κοινά στοιχεία στα δρώμενα αυτά με την παράλληλη καταγραφή της ποικιλομορφίας τους.


These are seasonal events of masquerade with eugenic and salutary meaning i.e. dramatic performances that agrarian and pastoral communities developed, believing that they will protect their herds and crops. The "Bell Roads" reveal the common elements of these events with the parallel research of their diversity.


Το κουδούνι είναι ταυτόχρονα μουσικό όργανο και ηχητικό αντικείμενο κοίλου ή κωνικού σχήματος, το οποίο φέρει στο εσωτερικό του ένα σφαιρίδιο που παράγει ήχο όταν έρθει σε επαφή με τα χείλη του. The bell is a musical instrument and also a sound object of a hollow or conical shape, which has on the inside a rattle or a small sphere that produces sound when placed in contact with its surface.


Επίσης, έχει μια ιδιότητα που συνδέεται με την παρουσία του στο πλαίσιο γονιμικών και βλαστικών τελετουργιών, μορφές και εκδοχές των οποίων συναντούμε ως τις μέρες μας. Apart from a musical instrument and a sound object, the bell has a trait that is associated with its´ presence in salutary, fertility and vegetative rituals, forms and versions of which we encounter till this day.


Ο ήχος του, είτε μεμονωμένα είτε συνδυαστικά, προκαλούσε το δέος, τον ενθουσιασμό αλλά και τον φόβο, συναισθήματα ισχυρά, τα οποία οι τελεστές επιδίωκαν να μεταβιβάσουν στις ευεργετικές ή φθοροποιές δυνάμεις της φύσης σε μια απόπειρα να τις καλέσουν ή αντίστοιχα να τις ξορκίσουν. The sound alone or in combination caused awe, excitement but also fear, strong emotions which the performers aimed at transferring to the beneficial or deleterious forces of nature, in an attempt to summon them or to exorcise them.


Έως την 9η χιλιετία π.Χ. τα ανθρώπινα πατήματα ήταν του κυνηγού τροφοσυλλέκτη που γύριζε τη γη για να βρει τροφή· από τότε εμφανίζονται και τα πατήματα του καλλιεργητή που κάνει τη γη να γυρίζει γι αυτόν σε πρωτόγνωρους, παραγωγικούς κύκλους. Με την ανακάλυψη της γεωργίας, η αμέτρητη έκταση, το χάος, γίνεται χωράφι, χώρος μετρημένος, ενώ η αδιάφορη εναλλαγή θερμών και ψυχρών περιόδων γίνεται πέρασμα από τον ένα παραγωγικό κύκλο στον άλλο, χρόνος μετρημένος.

Οι γεωργοκτηνοτροφικές κοινότητες βίωναν τα περάσματα από τον έναν παραγωγικό κύκλο στον άλλο με την εξαιρετική ένταση που τροφοδοτούσε το δίπολο του φόβου και της ελπίδας. Φόβος απέναντι στο απρόβλεπτο και το ευμετάβλητο της κλιματικής συνθήκης που μπορούσε να απειλήσει τη σοδειά, άρα την επιβίωση της κοινότητας. Ελπίδα για καλή συγκομιδή και υγιή αναπαραγωγή ανθρώπων και ζώων. Αυτά τα κοινά και διάχυτα στις κοινότητές τους ισχυρά αισθήματα ώθησαν τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους να επινοήσουν διαβατήριες τελετές, ιεροπραξίες ευγονικού και ευετηρικού-καλοχρονιάτικου-χαρακτήρα, κυρίως μιμητικές παραστάσεις των γεωργικών εργασιών, και να τις πυκνώσουν κατά το κρίσιμο πέρασμα από τον χειμώνα (εποχή εμφανούς νέκρωσης της φύσης), στην άνοιξη (εποχή αρχόμενης αναβλάστησης). Με τις τελετές, τα δρώμενα όπως ονομάζονται, επικαλούνταν μυστηριακές, υπέρτερες των φυσικών δυνάμεων δυνάμεις, για να τις εξευμενίσουν, ώστε να ευεργετήσουν την κοινότητα: ευεργεσία σημαίνει ανανέωση της εμπιστοσύνης στη δύναμη της κοινότητας, στον συλλογικό της εαυτό, στην αλληλεγγύη ανάμεσα στα μέλη της.

Η περιοχή μας, εδώ στη Θεσσαλονίκη, πάνω στον διάδρομο Θερμαϊκός-Αξιός-Μοράβας-κοιλάδα της Ουγγαρίας που διέτρεξε ο πολιτισμός των καλλιεργητών μεταδίδοντας, γύρω στην 7η χιλιετία π.Χ., τη γεωργία από το Αιγαίο στις ολιγομελείς κοινωνίες των κυνηγών της Μεσευρώπης, υπήρξε κεντροβαρική στην ανάπτυξη του νέου γεωργοκτηνοτροφικού πολιτισμού και των ιεροπραξιών του. Άλλοι τρεις διάδρομοι, δυτικά της ελληνικής χερσονήσου, διαπερνούν το ορεινό εμπόδιο των Άλπεων επιτρέποντας τη μετάδοση της γεωργίας έως την 5η χιλιετία π.Χ., από τη βόρεια ακτογραμμή της Μεσογείου στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη: το πέρασμα του Μπρέννερο στη Βόρεια Ιταλία, ο Ροδανός ποταμός πλάϊ στη Μασσαλία, η περιοχή Καρκασσόν δίπλα στα Πυρηναία. Περιοχές επίσης κεντροβαρικές σε ομοιόθετες ιεροπραξίες, δρώμενα γονιμικά, κωδωνοφορίες εκκωφαντικές και αποτροπαϊκές για τη συντριβή των ενάντιων στην επιβίωση των κοινοτήτων δαιμόνων και τον εξευμενισμό των φιλίων δυνάμεων. Δρώμενα που θα φιλοξενήσουμε στην πόλη μας, «εκτός τόπου και χρόνου», ως προς τη γεωγραφία και τη συμβατική χρονομέτρηση, εντός όμως της εποποιίας της κοινής γεωργοκτηνοτροφικής μας κληρονομιάς, της πιο πλατιάς, της πιο γενναιόδωρης αναγωγής του σημερινού μας πολιτισμού: Η γεωργία υπήρξε «μαθητεία αρετής και θάρρους» και είμαστε οι σημερινοί άνθρωποι παιδιά εκείνης της εποποιίας που χάραξε πάνω στη γη η γεωργοκτηνοτροφική κοινωνία καθιστώντας οικουμένη την πριν «ανώνυμη, ανυπόστατη, ερημωμένη» γη.


Αν ο προνεωτερικός άνθρωπος επινόησε τα εκκωφαντικά στην κλίμακα της κοινότητάς του κουδούνια για να εξορκίσει το κακό, και φαίνεται πως τα κατάφερε καλά, τί διαστάσεων κουδούνια να περιμένουμε από τον νεωτερικό άνθρωπο που σε δυόμισι μόλις αιώνες κατάφερε να απειλήσει τον πλανήτη;


Δρώμενα ονομάζουμε τα έθιμα των λαϊκών πολιτισμών που περιλαμβάνουν τελετουργικές πράξεις με έντονους συμβολισμούς. Τελούνται με τη συλλογική συμμετοχή και την κατάφαση μιας κοινότητας σε ορισμένη ημερομηνία στον κύκλο του χρόνου. Ειδικότερα, τα δρώμενα της κωδωνοφορίας είναι εκδηλώσεις γονιμικού και αποτροπαϊκού χαρακτήρα της γεωργοκτηνοτροφικής κοινωνίας  φορτισμένα από το φόβο κακής σοδειάς και την ελπίδα πλούσιας συγκομιδής. Η κορύφωση αυτής της φόρτισης σημειώνεται κατά το πέρασμα από τον ένα παραγωγικό κύκλο στον άλλο, ανάμεσα στην αρχή του χειμώνα  και την αρχή της άνοιξης. Στο διάστημα αυτό δραματικές παραστάσεις με συλλογικές μεταμφιέσεις με μάσκες, δέρματα, κουδούνια επιδιώκουν να εξευμενίσουν τις μυστηριακές δυνάμεις που επηρεάζουν τη γονιμότητα στη φύση και να απομακρύνουν με εκκωφαντικό τρόπο τους κακούς δαίμονες που την εμποδίζουν. Γι’ αυτό, στην καταγωγή κάθε δρώμενου αναγνωρίζουμε την βαθύτερη τάση του ανθρώπου να περιβάλλει με ιερότητα τις εργασίες στη γη με πράξεις μίμησης, για παράδειγμα, των κινήσεων άροσης και σποράς. Το δρώμενο είναι μια ιεροπραξία που αποσκοπεί στην προστασία της επιβίωσης της κοινότητας, γι’ αυτό  είναι διάχυτο και αποδεκτό όπου οι κοινωνίες των ποιμένων και των αγροτών απλώθηκαν, επομένως έχει χαρακτήρα οικουμενικό.


Dromena (performances), we entitle the customs of folk cultures that include rituals with profound symbolisms. They are performed with the collective participation and affirmation of a community at a certain time in the annual cycle. Particularly, the customs of bell bearing are expressions of eugenic and dissuasive nature of the agro-pastoral society loaded with the fear of bad crop and the hope for a rich harvest. The climax of this load is noted in the passage from one production run to another, between the beginning of winter and beginning of spring. During this time dramatic performances with collective masquerades with masks, leathers, bells seek to appease the mysterious forces that affect the fertility of nature and to remove with deafening manner the bad demons that are blocking it. Therefore, in the origin of any performance (dromeno) we recognize the deepest tendency of the human to sacredly surround the labors on land with acts of imitation, for example, movements of plowing and sowing. The performance (dromeno) is a rite intended to protect the survival of the community, thus it is pervasive and acceptable where communities of shepherds and agrarians spread and so it has a universal nature.


ΣΟΧΟΣ (Δήμος Λαγκαδά, Νομός Θεσσαλονίκης), «ΜΕΡΙΟΥ» Σάββατο της Τυρινής-Καθαρά Δευτέρα. Sochos (Lagkadas Municipality, Thessaloniki County), “Meriou” Cheesefare Saturday-Ash/Clean Monday.


Οι κωδωνοφόροι του Σοχού ονομάζονται «Μέριου». Πρόκειται για παρέες μεταμφιεσμένων που περιφέρονται στους δρόμους του χωριού περπατώντας ρυθμικά, αναπηδώντας και σείοντας τα κουδούνια, ώστε να ξυπνήσουν τις βλαστικές δυνάμεις της φύσης. 


The bell bearers of Sochos are called “Meriou”. Masqueraded group of friends roam the streets of the village walking rhythmically, bouncing and shaking their bells to awaken the sprouting forces of nature. 


Είναι κυρίως άνδρες, αλλά σήμερα και αρκετές γυναίκες και παιδιά. Φορούν εσωτερικά φανέλο με «μανικέτια», δηλαδή, πλεκτές πολύχρωμες μπορντούρες στα μανίκια και λευκό πουκάμισο με διπλωμένα μανίκια για να φαίνονται τα μανικέτια. It's mostly men, but nowadays several women and children dress up. Internally they wear shirts with cuffs, that is, colourful knitted edgings of the sleeves and a white shirt with folded sleeves so the cuffs would be visible.


Στο παρελθόν οι γυναίκες προσπαθούσαν να κάνουν ιδιαίτερο το σχέδιο των μανικετιών, ώστε να αναγνωρίζει η κάθε μια στο πλήθος τον άντρα της. Κατόπιν, φορούν παντελόνι και πανωφόρι αμάνικο από δέρματα τράγων με μαύρο τρίχωμα, χοντρές μάλλινες κάλτσες και δερμάτινα τσαρούχια. In the past women tried to make a particular pattern of cuffs to recognize in the crowd each of them, her husband. Afterwards, they wear pants and sleeveless coat of goat-pelt with black fur, thick woollen socks and leather rustic shoes.


Ένα υφαντό κόκκινο ζωνάρι που περνιέται χιαστί στους ώμους στηρίζει τα κουδούνια στο ύψος της μέσης. Στο στήθος βάζουν μια πλεκτή εσάρπα με έντονα χρώματα (κυρίως κόκκινο). Καλύπτουν το κεφάλι με το «καλπάκι», το οποίο αποτελείται από την προσωπίδα και την κεφαλοστολή. Κατασκευάζεται από μαύρο μάλλινο ύφασμα, το «σαγιάκι». A red woven belt which is placed crosswise on the shoulders supports the bells at the waist. On the chest they put a knitted shawl with bright colours (mostly red). They cover their head with “kalpaki”, which consists of the facemask and the head mask. It’s made of black woollen cloth, called “sagiaki”.


Η προσωπίδα είναι διακοσμημένη με πολύχρωμες κυκλικές λεπτές ταινίες («σειρήτια») και τρίχες από ουρά αλόγου για μουστάκια. Στο μέτωπο φέρει έναν κεντημένο σταυρό. Το καλπάκι καταλήγει προς τα πάνω σε ψηλή κωνική κεφαλοστολή με πολύχρωμες κορδέλες χαρτιού και μια ουρά αλεπούς στην κορυφή. Στα χέρια οι μεταμφιεσμένοι κρατούν γκλίτσα και ένα μπουκάλι ούζο. The facemask is decorated with multi-coloured circular thin braids and put hair from a horse's tail for whiskers. On the forehead it bears an embroidered cross. The “kalpaki” ends up in tall conical head mask with colourful paper ribbons and a fox tail on top. The masqueraders hold in their hands a walking stick and a bottle of ouzo.


Τα κουδούνια είναι πέντε αποτελώντας μία «ντουζίνα»: ένα μεγάλο σφυρήλατο («μπατάλι») που δένεται στη μέση πίσω και τέσσερα χυτά («κυπριά») δύο πίσω και δύο μπροστά, σε σειρά μεγέθους από το μεγαλύτερο προς το μικρότερο. Επιλέγονται με ιδιαίτερη προσοχή ώστε να είναι «συνταιριασμένα», να προκύπτει ένα αρμονικό σύνολο ήχων με διαφορετικό τονικό ύψος των κυπριών και με το «μπάσο», όπως λένε, να κρατιέται από το μπατάλι. Κάθε πατέρας θεωρεί ηθική υποχρέωσή του να εξασφαλίσει για το γιο του μια καλή ντουζίνα. Μάλιστα, ντουζίνες βρίσκουμε ανάμεσα στα αντικείμενα που περιλαμβάνονται στις διαθήκες.


The bells are five creating a “dozen” as they call it: a large wrought one (“batali”) that is tied at the waist and back and four cast bells (“kypria”), two on the rear and two at the front, in a size order from largest to smallest. They are selected with special care to be “matched” to produce harmonious sounds with different pitch of cast bells and the “bass” tone, as they say, to be kept from the wrought bell. Every father believes it’s his moral obligation to provide for his son a good “dozen”. Indeed, we find the “dozens” among the items included in wills. 


Το ντύσιμο του Μέριου γίνεται με τη βοήθεια λίγων προσφιλών προσώπων. Στο τέλος εύχονται υγεία και καλή σοδειά. Η μάνα, η γιαγιά ή η σύζυγος τον ραίνει με λίγο νερό από ένα μετάλλινο δοχείο και χύνοντας το υπόλοιπο κάτω του εύχεται «όπως τρέχει το νερό, έτσι, ελεύθερος να είναι και ο δρόμος» του, πρακτική που συνηθιζόταν στους αποχαιρετισμούς.


The dressing of “Meriou” is done ​​with the help of a few loved ones. At the end of they wish health and a good yield. The mother, grandmother or wife sprinkles him with a little water from a metal container and pours the rest down she wishes “as the water flows, thus, may your road be free", a common practise at goodbyes.




Μετά τα Θεοφάνεια αρχίζουν περιστασιακά να εμφανίζονται Μέριου στις γειτονιές. Καθολική είναι, όμως, η παρουσία τους τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου της Τυρινής και την Καθαρά Δευτέρα. Οι παρέες των μεταμφιεσμένων περνούν από τα σπίτια, μπαίνουν στα μαγαζιά και τις ταβέρνες, κερνούν τον κόσμο από το ποτό τους. Οι Μέριου συχνά σκύβουν το κεφάλι μπροστά, πλησιάζοντας την ουρά της κεφαλοστολής στο έδαφος, μιμική πράξη γονιμοποίησης της γης με σκοπό την καρποφόρα βλάστηση των καλλιεργειών τους. Η ουρά του άγριου ζώου είναι το «τρόπαιο» της τιθάσευσης της φύσης από τον άνθρωπο. Οι παρέες τραγουδούν ερωτικά άσματα, συνδεδεμένα με την τέλεση του δρώμενού τους, όπως το χαρακτηριστικό «Τι κακό έκανα ο καημένος». Κάθε τραγουδιστή στροφή εναλλάσσεται με δυνατό ταυτόχρονο χτύπημα των κουδουνιών, «εκτονώνοντας» με το δυνατό ήχο το παράπονο των στίχων.


After Epiphany day, Meriou occasionally begin to appear in the neighborhoods. Extensive is, however, their presence during the Cheesefare Weekend and on Ash Monday. Groups of masqueraders wander the village houses, come in to shops and taverns and offer people the drink they carry. Meriou often bow their heads forwards, approaching the tail of the head mask to the ground, a mimic act of fertilization of the land for the fruiting growth of their crops. The tail of the wild animal is the “trophy” of the harnessing f nature by man. The groups sing love songs, connected to the performance-“dromeno”, such as the characteristic “What did I do wrong the poor thing?” Each singing note alternates with possible simultaneous ringing of bells, “relieving” with a loud sound the grievance of the lyrics.


Πέρα από τη μεταμφίεση των Μέριου, οι κάτοικοι του Σοχού, λίγες μέρες μετά το Δωδεκαήμερο, αρχίζουν να ντύνονται «αράπκες», δηλαδή, επινοούν μεταμφιέσεις που προκαλούν φόβο και γέλιο και κάνουν βραδινές επιδρομές σε σπίτια φίλων. Το βράδυ του Σαββάτου της Τυρινής οι Σοχινοί ανάβουν σε τρεις γειτονιές τρεις μεγάλες φωτιές («ζάπους») για να διώξουν το κακό και τις ασθένειες με την καθαρτήρια δύναμη της τεράστιας φλόγας. Την Κυριακή το πρωί τελείται εικονικός παραδοσιακός γάμος. Ακολουθείται όλο το τυπικό, από την προετοιμασία των μελλονύμφων έως το «στεφάνωμα» και το γαμήλιο γλέντι στην πλατεία με συμμετοχή των θεατών.


Beyond the disguise of Meriou, residents of Sochos, just days after the Twelve Days of Christmas, begin to masquerade as “arapkes “, that is, devise disguises that can cause fear and laughter and they make evening raids on homes of friends. On the evening of Cheesefare Saturday the residents of Sochos light in three neighborhoods three major fires (“zapous”) to expel evil and diseases with the purgative power of the huge flame. On Sunday morning the representation of a simulated traditional wedding is taking place. All the typical procedure is carried out, from the preparation of the bride and groom to the “crowning” and the wedding party in the village square with the participation of the viewers.


Την Καθαρά Δευτέρα, μετά τον εκκλησιασμό, τελείται το έθιμο της συγχώρεσης, «Προστάβανι». Οι μικρότεροι προσφέρουν ένα πορτοκάλι στους μεγαλύτερους –συνήθως επισκέπτονται το σπίτι του νονού ή νονάς- και τους φιλούν το χέρι για να ζητήσουν συγχώρεση για αμαρτήματα ή παραβλέψεις τους. Στο παρελθόν η προσφορά ενός καρπού σπάνιου και φερμένου από μακριά τιμούσε τα ηλικιωμένα πρόσωπα. Στην πλατεία του χωριού συγκεντρώνεται πλήθος, στο οποίο ανύπαντρα κορίτσια προσφέρουν πίτες. Στήνεται χορός με τη συνοδεία ζουρνάδων και νταουλιών. Το μεσημέρι γίνεται η πομπή των μεταμφιεσμένων: συμμετέχουν ομάδες με ποικίλες μεταμφιέσεις, όπως τα πρόσωπα παρωδίας γάμου και στην κορύφωση της πομπής οι Μέριου, που προχωρούν προς την κεντρική πλατεία σείοντας τα κουδούνια. Έτσι θορυβώδεις φθάνουν στην πλατεία, όπου επιτείνουν τον ήχο των κουδουνιών, εναλλάσσοντάς τον με αποκριάτικα ερωτικά τραγούδια. Η τοπική παράδοση αποδίδει τα δρώμενα της κωδωνοφορίας των Μέριου στο θρύλο της πολιορκίας που υπέστη ο Άγιος Θεόδωρος και οι στρατιώτες του στην περιοχή και στο τέχνασμα που επινόησε να φορέσουν δέρματα αιγοπροβάτων για να διασπάσουν την πολιορκία. Εκεί αποδίδεται και το γεγονός ότι στο παρελθόν η τέλεση γινόταν την ημέρα της εορτής του Αγίου Θεοδώρου. Το δρώμενο περιλαμβάνεται στο ευρύτερο πλαίσιο των ευετηρικών τελετών, που γίνονταν από τους αγρότες και κτηνοτρόφους του παρελθόντος στη μεταβατική περίοδο από το χειμώνα στην εποχή της βλάστησης και της καρποφορίας με σκοπό την ενίσχυση των γονιμικών δυνάμεων της φύσης. Είναι βαθιά πεποίθηση των Σοχινών ότι η καλή τέλεση του δρώμενου ανοίγει το δρόμο για μια επιτυχημένη αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή.


On Ash Monday, after the church service, they celebrate the custom of forgiveness, “Prostavani”. The younger offer an orange to the elders-usually they visit the home of the godfather or godmother- and kiss the hand to ask forgiveness for their sins or omissions. In the past, offering a rare fruit and brought from afar commemorated the elders. In the village square a crowd is assembled, to which unmarried girls offer pies. A dance begins accompanied by clarinet and tabor players. At noon the parade of masqueraders is taking place: groups with varied disguises participate, such as the characters of the wedding parody and at the peak of the parade are the Meriou, who walk towards the central square shaking their bells. In such a deafening way they get to the square, where they accentuate the sound of bells, alternating it with carnival love songs. Local tradition attributes the custom of bell bearing of Meriou to the legend of the siege that Saint Theodoros and his soldiers suffered in the area and to the trick he devised to wear goat pelts to break the siege. That is also the reason why in the past they celebrated the custom on the feast day of Saint Theodoros. The performance is included in the broader context of salutary ceremonies, which were held by farmers and stockbreeders of the past in the transitional period of the winter to the season of vegetation and fruitfulness in order to strengthen the sprouting forces of nature. It's a strong belief of the residents of Sochos that a good performance of the custom paves the way for a successful agricultural and pastoral production.












ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΣ (Δήμος Δράμας, Νομός Δράμας), «Αράπηδες» ή «Αράπιντεν» (Μέρα του Αράπη) 6-7 Ιανουαρίου. 


XIROPOTAMOS ( Municipality Drama , Drama County ), “Arapides” (“Blacks”) or “Arapiden” (Day of “Arapis”) 6-7 January.


Η ομάδα των τελεστών του δρώμενου των «Αράπηδων» ονομάζεται «τσέτα». Βασικά πρόσωπα της τσέτας είναι οι «Αράπηδες» («αράπουε»), άντρες ντυμένοι με φλοκωτές κάπες (παλαιότερα με προβιές) και κεφαλοστολές από δέρμα κατσίκας (παλαιότερα προβάτου). Στο κεφάλι, δένουν ένα μαντήλι και στα χέρια τους κρατούν ένα ξύλινο σπαθί. Στη μέση κρεμούν κουδούνια, τρία μεγάλα μπατάλια ή τρία κυπριά (κατά περίπτωση και περισσότερα) συνταιριασμένα, ώστε ο ήχος τους να είναι αρμονικός. 


The group of performers of the custom of “Arapides” is called “tseta”. Main characters of the “tseta” are the “Arapides” (“arapoue”), men dressed in fleece capes (formerly with pelts) and head masks of goatskin (formerly of sheepskin). On the head, they tie a scarf and they are holding a wooden sword. On their waist they put on bells, three large “batalia” or three “kypria” (sometimes even more) matched, so that their sound is harmonic. 


Την τσέτα συμπληρώνουν οι «Εύζωνες» («αρναούτε», συμμετέχουν ως γαμπροί), οι «Γκελίγκες» (νύφες), νεαροί άνδρες μεταμφιεσμένοι με την παραδοσιακή γυναικεία ενδυμασία της περιοχής και οι «Μάνγκουδες» («μάνγκουφτσε», παλιάτσοι). Ο μάνγκους φορά λευκά ρούχα, μαύρη κάλτσα στο κεφάλι με τρύπες για τα μάτια και τη μύτη, μικρά κουδούνια στη μέση, έχει ψεύτικη καμπούρα και κρατά ένα σακούλι με στάχτη από το Δωδεκαήμερο και μια ξύλινη μαγκούρα. 




The “tseta” complement the “Evzones” (traditional soldiers, they participate as grooms), the “Geliges” (brides), young men dressed up in the traditional female attire of the region and the “Mangoudes” (“mangouftse”, clowns). “Mangous” wears white clothes, a black sock on his head with holes for eyes and nose, small bells on his waist, have a fake hump and keeps a bag with ashes from the Twelve Days of Christmas and a wooden walking stick. 


Επικεφαλής της ομάδας είναι ο «τσέταμπασία», άνδρας όχι μεταμφιεσμένος, που κρατά μία γκλίτσα. Είναι υπεύθυνος για την οργάνωση της ομάδας, τη συνεννόηση με τους μουσικούς, την πληρωμή τους και τη συγκέντρωση χρημάτων.


Head of the team is “tsetabasia”, a man not in disguise, holding a shepherd’s crook. He is responsible for organizing the team, communicating with the musicians, their payment and the fundraising.








Ανθή (Δήμος Νιγρίτας, Νομός Σερρών), «Μπαμπούγερος» Κυριακή της Τυρινής, Καθαρά Δευτέρα.


Anthi (Nigrita Municipality, Serres County), “Baboogeroi” Cheesefare Sunday, Ash/Clean Monday.


Στο δρώμενο των «Μπαμπούγερων» συμμετέχουν νέοι του χωριού, φορούν μαύρα ή καφέ επεξεργασμένα δέρματα αιγοπροβάτων και στη μέση κρεμούν πέντε κουδούνια, ένα μεγάλο μπατάλι και τέσσερα κυπριά. Στον ώμο φορούν σάλι, στολισμένο με φλουριά, χρυσές κορδέλες και κρόσσια. In the performance (“dromeno”) called “Baboogeroi” young people of the village participate and wear black or brown processed goat-pelts and hang five bells around their waist, one large “batali” and four smaller ones “kypria”. Over the shoulder they wear a shawl, decorated with gold coins, golden ribbons and fringes. 


Στο κεφάλι τοποθετούν τη «Μπαμπουσάρκα», μια μαύρη υψικόρυφη κεφαλοστολή που καλύπτει και το πρόσωπο και ξεπερνά το ένα μέτρο. Είναι στολισμένη, στο μπροστινό μέρος, με σειρές από πολύχρωμες χάντρες, κορδέλες και κρόσσια, ενώ στη κορυφή της έχει πολύχρωμα μαντίλια. On the head they put on the “Babousarka” a black peaked head mask that covers the face and is over one meter tall. It is decorated on the front, with rows of colourful beads, ribbons and fringes, whereas on top there are colourful scarves.

Την Κυριακή της Τυρινής, το πρωί, οι «Μπαμπούγεροι», αφού ετοιμαστούν, κατευθύνονται στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, προστάτη της κοινότητας, για να πάρουν την ευλογία του. Γυρίζουν τα σπίτια του χωριού σείοντας τα κουδούνια για να διώξουν το κακό και να αφυπνίσουν την φύση. Στη συνέχεια καταλήγουν στην πλατεία του χωριού όπου και χορεύουν, ενώ οι ζουρνάδες και τα νταούλια παίζουν τον μοναδικό σκοπό των «Μπαμπούγερων».


On Cheesefare Sunday, in the morning, the “Baboogeroi”, once they dress up, they go to the church of Saint George, the patron of the community, to get his blessing. They wander the houses of the village shaking their bells to chase away evil and awaken nature. Then they gather up in the village square where they begin to dance to the unique music of “Babougeroi” played by the zourna (wind instrument) and daouli (drum).

Το δρώμενο ολοκληρώνεται την Καθαρά Δευτέρα όπου όλοι οι Μπαμπούγεροι συγκεντρώνονται στην πλατεία και χορεύουν τον χορό των «Μπαμπούγερων». Ακολουθεί γλέντι με την συμμετοχή των κατοίκων και των επισκεπτών του χωριού.


The performance (“dromeno”) ends on Ash Monday when all “Babougeroi” gather in the square and dance the dance of “Babougeroi” and a feast commences with the participation of residents and visitors of the village.
























ΠΕΤΡΟΥΣΑ (Δήμος Προσοτσάνης, Νομός Δράμας),«ΜΠΑΜΠΙΝΤΕΝ» 6 έως 8 Ιανουαρίου. PETROUSA (Prosotsani Municipality, Drama County), “BABIDEN” 6-8 January.


Το δρώμενο Μπάμπιντεν κρατάει το όνομά του από παλαιότερο εορτασμό της ημέρας της μαμής που γινόταν 8 Ιανουαρίου. Βασικά πρόσωπα είναι οι «χαράπηδες», άνδρες με τραγόμορφη μεταμφίεση: φορούν δέρματα κατσίκας, κάλυμμα του κεφαλιού από δέρμα κατσίκας με προσαρμοσμένα κέρατα τράγου, βάφουν το πρόσωπο με καπνιά και δένουν κουδούνια από τους ώμους (δύο μεγάλα μπατάλια μπροστά και τέσσερα κυπριά πίσω), τα οποία διαλέγουν με προσοχή, ώστε να παράγεται αρμονικός ήχος. Με γρήγορες αναπηδήσεις προκαλούν το δυνατό ήχο των κουδουνιών, ώστε να διώξουν τα κακά πνεύματα και να ξυπνήσουν τις βλαστικές δυνάμεις της φύσης. The “dromeno”/performance, “Babiden”, holds its name from the former celebration of the day of the midwife which was on January 8. The main characters are the "Harapides" (Blacks), men in goat-like disguise: they wear goat pelt, goatskin headdress with custom goat horns, paint the face with soot and tie bells over the shoulders (two large ones called “batalia” at the front and four on the rear called “kypria”) which they choose carefully as to produce harmonious sounds. With fast bounces they cause loud bell sounds, to chase away evil spirits and awake the sprouting forces of nature.


Το βράδυ της 6ης Ιανουαρίου ξεκινά με τη συνοδεία μουσικής και χορού μια μικρή «γύρα» κωδωνοφόρων στους δρόμους του χωριού, η οποία προαναγγέλλει το δρώμενο της επόμενης μέρας και δοκιμάζει το καλό «ζύγιασμα» των κουδουνιών. Στο τέλος της βραδιάς ανάβουν μεγάλη φωτιά, που θεωρείται ότι συμβάλλει στο διώξιμο των δαιμονικών δυνάμεων του χειμώνα και των ασθενειών. On the evening of January 6 a small group of bell bearers, accompanied by music and dance, begin to wander the streets of the village, presaging the events of the day to come and they evaluate the sound of the bells (“zygiasma”). At the end of the evening they light a huge fire, which is thought to contribute to the expulsion of demonic forces of winter and disease.


Στις 7 Ιανουαρίου ξεκινά το μεσημέρι από την πλατεία το «φώτισμα» του χωριού, μια πομπή που διαχέει στην κοινότητα την αποτρεπτική και γονιμική δύναμή της. Σε πνεύμα ευθυμίας, γυρίζει τις γειτονιές με κυρίαρχη την παρουσία της καμήλας (ανά περιόδους ομοίωμα ή αληθινή), του καμηλιέρη, των αράπηδων, της παραδοσιακής ορχήστρας -με μακεδονικές λύρες και νταχαρέδες- η οποία μεταφέρεται με όχημα. Ακολουθούν οι «παππούδες» (παλαιότερα μόνο άνδρες, σήμερα και γυναίκες, ντυμένοι με την τοπική ανδρική παραδοσιακή φορεσιά) και οι «γκιλίγκες» (άνδρες και γυναίκες ντυμένοι με την τοπική παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά). Κάποιοι από τους συμμετέχοντες βάφουν με καπνιά στο μέτωπο ή στα μάγουλα το σημείο του σταυρού, ως ένδειξη σεβασμού προς τη θρησκεία. Σταματούν σε σπίτια που έχουν τάμα να κεράσουν την πομπή. 


On January 7, at noon, the "enlightenment" of the village starts from the square, where a procession diffuses into the community its preventive and prolific power. In a joyful spirit, they wander the neighborhoods, with predominant presence of a “Camel” (using periodically a dummy or real camel), the “Camel-driver”, the “Arapides” (blacks) and the traditional orchestra - with Macedonian lyra and “dahare” (type of a frame drum) - which is transported by truck. Followed by the “Papoudes” (meaning grandparents, who previously were only men and nowadays women also masquerade as such, dressed in local traditional male costume) and the "Gilliges" (men and women dressed in local traditional female costume). Some of the participants draw on their forehead or cheeks with soot the sign of the cross as a symbol of respect for religion. The troop stops at houses that made a vow to treat the participants of the procession.


Στις 8 Ιανουαρίου το απόγευμα, ξεκινά η πομπή από την πλατεία και καταλήγει στην αυλή του σχολείου, όπου γίνεται αναπαράσταση οργώματος και σποράς και άλλων αγροτικών εργασιών, εικονικών πράξεων με στόχο την ενίσχυση της δύναμης που γονιμοποιεί τη γη. Στήνεται χορός, στον οποίο κορυφαίος είναι ο «σταχτής», άνδρας που χτυπά όποιον εμποδίζει τον κύκλο του χορού με μια κάλτσα γεμάτη στάχτη από τις εστίες της φωτιάς του δωδεκαημέρου. Η στάχτη, καθώς χρησιμοποιείται κατά παράδοση ως καθαρτική και απολυμαντική ουσία, ενέχει στα πλαίσια του δρώμενου μαγική αποτρεπτική δύναμη εναντίον του κακού. Συμμετέχουν και τα «ανδρείκελα», ομοιώματα ανδρών που προσαρμόζονται στη μέση ανδρών τελεστών. Η παρουσία των ανδρείκελων, ως μεταφορά της ανδρικής γενετήσιας ορμής, ενισχύει τελετουργικά τις γονιμικές δυνάμες της γης, των ζώων και των ανθρώπων.


On January 8 afternoon, the procession starts from the square and ends up in the school yard, where the reenactment of plowing and sowing and other agricultural labours are taking place, virtual acts to strengthen the force that fertilizes the earth. Afterwards a dance begins, in which the “stahtis” (“ash man”) takes the lead, a man who playfully hits with a sock full of ashes - collected from fireplaces burned during the Twelve days of Christmas- anyone who is obstructing the dance circle. The ash, as is traditionally used as a purifier and disinfectant, in the performance (“dromeno”) encloses magical preventative power against evil. The “mannequins” also take part in the performance. These are masculine figures that male participants place on their waist. The presence of the mannequins, as a metaphor of male libido, enhances the fertility forces of the earth, animals and humans.






Μοναστηράκι (Δήμος Δράμας, Νομός Δράμας), «ΑΡΑΠΗΔΕΣ» 6 Ιανουαρίου. 

Monastiraki (Drama Municipality, Drama County), “Arapides” (Blacks) January 6.

Ο θίασος του δρώμενου, η «τσέτα», αποτελείται από τους «Αράπηδες», τις «Γκιλίγκες», τους «Παππούδες» και τους «Τσολιάδες». Οι Αράπηδες φορούν μαύρες φλοκωτές ποιμενικές κάπες, που καλύπτουν ολόκληρο το σώμα και εντυπωσιακές υψικόρυφες προσωπίδες από δέρματα αιγοπροβάτων. Στη μέση τους κρεμούν τρία μεγάλα κουδούνια, μπατάλια ή κυπριά (τσιάνουβε), τα οποία είναι αρμονικά συνταιριασμένα, ενώ στα χέρια τους κρατούν ένα μεγάλο ξύλινο σπαθί και ένα σακουλάκι στάχτη του Δωδεκαήμερου. Οι «Γκιλίγκες» (νύφες) είναι νέοι του χωριού ντυμένοι με τοπικές παραδοσιακές γυναικείες φορεσιές. Οι «Παππούδες» φορούν την παραδοσιακή γιορτινή ανδρική φορεσιά και οι «Τσολιάδες» φορούν φουστανέλα, πολύχρωμες μαντίλες στη πλάτη τους και στο κεφάλι μαύρη μαντίλα με κρόσσια, για κεφαλόδεσμο, που συμβόλιζε το πένθος για τη σκλαβωμένη πατρίδα. Παλαιότερα οι Τσολιάδες έβαφαν τα πρόσωπά τους μαύρα ή φορούσαν μάσκα για να μην αναγνωρίζονται από τον εχθρό. Οι Παππούδες και οι Τσολιάδες προστέθηκαν στην τσέτα σε κάποια μεταγενέστερη του εθίμου εποχή, οι πρώτοι για να τιμήσουν τις παλαιότερες γενιές και οι δεύτεροι την ελληνική ενδυμασία. Την τσέτα συνοδεύουν οργανοπαίκτες τοπικών παραδοσιακών μουσικών οργάνων, της μακεδονικής λύρας και του νταχαρέ.

The cast of the performance-“dromeno”, called the “tseta”, consists of “Arapides” (Blacks), “Gilliges”, “Papoudes” (grandparents) and “Tsoliades”. The “Arapides” wear black pastoral cloaks that cover the entire body and impressive peaked goatskin head masks. On their waist they place three large bells, “batali” (large bells) or “kypri” (smaller bells, local name “tsianouve”), which are harmonically matched. They also hold a large wooden sword and a small bag of ashes, which they gathered during the Twelve Days of Christmas. The group of “Gilliges” (brides) are young men from the village dressed in local traditional female costumes. The “Papoudes” wear traditional festive male costume and “Tsoliades” wear “foustanella” (a traditional cotton kilt), colourful scarves on their back and a black head scarf with fringes, for headdress, that symbolized the mourning of the enslaved homeland. Formerly the “Tsoliades” painted their faces black and wore a mask to not be recognized by the enemy. The group of “Pappoudes” and “Tsoliades” were added to the “tseta” (cast) at a later time of the custom, the first to honour the older generations and the second the Greek attire. The “tseta” is accompanied by instrumentalists of local traditional musical instruments, the Macedonian lyra and the “dahare” (a type of a frame drum).

Το απόγευμα της παραμονής των Θεοφανείων, 5 Ιανουαρίου, στήνεται γλέντι στο «Σπίτι του Αράπη» από όπου και ομάδα παιδιών ξεκινά και περιδιαβαίνει τους δρόμους του χωριού χτυπώντας τα κουδούνια των Αράπηδων, προαναγγέλλοντας έτσι το έθιμο της επόμενης ημέρας.

The afternoon on January 5th (Epiphany eve), a feast is taking place in the “House of Arapi (Black)” where a group of children starts roaming the village streets shaking the “Arapides’ ” bells, thus heralding the custom of the next day.

Ανήμερα των Θεοφανείων, 6 Ιανουαρίου, νωρίς το πρωί, η τσέτα μαζί με τους οργανοπαίκτες περιηγείται τα σπίτια του χωριού όπου με χορούς, τραγούδια, και κεράσματα ανταλλάσσουν ευχές. Το έθιμο κορυφώνεται με την εντυπωσιακή κατάληψη της πλατείας από τους Αράπηδες, με τον εκκωφαντικό ήχο των κουδουνιών. Έτσι ανοίγουν το δρόμο στα υπόλοιπα μέλη της τσέτας, με πρώτους τους Τσολιάδες που ακολουθούν χορεύοντας. Στη συνέχεια, στήνεται ο τρανός χορός στον οποίο συμμετέχουν οι κάτοικοι και οι επισκέπτες του χωριού. Κατά τη διάρκεια του χορού μια Γκιλίγκα πλησιάζει τον πρωτοχορευτή, του ρίχνει στον ώμο τη μαντίλα (τσέβρα) και εκείνος δίνει φιλοδώρημα για την τσέτα. Στα διαλείμματα εμφανίζονται δύο εύθυμοι μεταμφιεσμένοι, που παριστάνουν την αρκούδα και τον αρκουδιάρη, διασκεδάζοντας έτσι το κοινό.

On the day of the Feast of Epiphany, January 6, early in the morning, the “tseta” along with the instrumentalists wander the streets and stop at the houses of the village where with dances, songs and treats they exchange wishes. The custom culminates with the spectacular occupation of the square by the “Arapides”, with the deafening sound of bells. This opens the way to the other members of the “tseta”, starting with the “Tsoliades” that follow dancing. Then a great dance begins in which residents and visitors of the village take part. During the dance one “Gilliga” approaches, the first in line, dancer and places on his shoulder a scarf (local name, “tsevra”) and in return he gives a tip for the “tseta”. Throughout the breaks two cheerful masqueraders appear, dressed up as a bear and the bear master, to amuse the spectators.

Στο τέλος του δρώμενου, γίνεται αναπαράσταση του οργώματος και της σποράς. Ένας Τσολιάς «ζεύει» δύο Αράπηδες σε ένα ξύλινο άροτρο και «οργώνει» την πλατεία ενώ «σπέρνει» ένας παλιός γεωργός του χωριού. Η μίμηση της άροσης και της σποράς έχει αποτροπαϊκό και ευετηριακό χαρακτήρα και αποσκοπεί, έως τις μέρες μας, στη προστασία της κοινότητας από τις κακές δυνάμεις.

At the end of the performance (“dromeno”), a representation of ploughing and sowing occurs. One “Tsolias” yoke two “Arapides” to a wooden plough and starts “ploughing” the square while an old farmer of the village is “sowing”. This mimicry of tillage and sowing has a preventative and salutary meaning and aims, to this day, to protect the community from evil forces.













ΠΑΓΟΝΕΡΙ (Δήμος Νευροκοπίου, Νομός Δράμας), «ΑΡΑΠΗΔΕΣ» (ή Χαράπηδες) 6 Ιανουαρίου. Pagoneri (Nevrokopi Municipality, Drama County), “ARAPIDES” (“Blacks”) 6th January.


Τα ξημερώματα οι τελεστές συναντούν στις Κάτω Βρύσες του χωριού το εκκλησίασμα που επιστρέφει από τον αγιασμό των υδάτων και ξεκινούν από κοινού, με μπροστάρηδες τους αράπηδες, την πορεία για την πλατεία. Συνοδεύονται από ορχήστρα γκάιντας και νταχαρέ. At dawn the performers meet up, in Lower Founts of the village, with the congregation which is returning from the blessing of the waters (Epiphany feast) and together begin, with the Arapides on the lead, their way to the village square. Accompanied by an orchestra with bagpipes and “dahare” (type of a frame drum).


Οι αράπηδες έχουν τραγόμορφη μεταμφίεση: φορούν μαύρο αμάνικο πανωφόρι, κεφαλοστολή από δέρμα κατσίκας με ανοίγματα για τα μάτια και το στόμα, κρατούν ξύλινα σπαθιά και κρεμούν στη μέση κουδούνια (κυπριά και μπατάλια), τα οποία είναι με προσοχή επιλεγμένα, ώστε να προκαλούν αρμονικό ήχο, καθώς οι αράπηδες αναπηδούν, τρέχουν ή βαδίζουν. Ο δυνατός, αλλά ταυτόχρονα αρμονικός ήχος των κουδουνιών θεωρείται ότι αποτρέπει το κακό και ξυπνά τις βλαστικές δυνάμεις της φύσης.


The Arapides have goat-like appearance: wearing black sleeveless overcoat, head mask made of goat pelt with holes for the eyes and mouth. They hold wooden swords and bells are hanging around their waist (“kypria” small bells and “batalia” large bells), which are carefully selected to produce a harmonious sound, as the Arapides are bouncing, running or marching. This powerful, yet harmonious sound of bells is construed to prevent evil and awakens the sprouting forces of nature.


Κατά τη διάρκεια της πορείας των τελεστών (μεταμφιεσμένων και θεατών) και μετά την κατάληξη στην πλατεία συμβαίνουν διάφορα επεισόδια: Ένας άνδρας υποδύεται μια προκλητική «νύφη», την οποία προστατεύουν οι αράπηδες από επίδοξους κλέφτες. Όποιος από τους θεατές επιχειρήσει να την κλέψει, συλλαμβάνεται από τους αράπηδες. Ένας άλλος άνδρας είναι ντυμένος «γύφτισσα» και κρατά ένα ψεύτικο μωρό. Συχνά κάποιος από τους θεατές επιχειρεί να κλέψει το μωρό και καταδιώκεται από τους αράπηδες. Στο δρώμενο συμμετέχει και ο «χατλής», ο γιατρός, με λευκά ρούχα, κεφαλοστολή λευκή από δέρμα χοίρου και ένα μικρό ξύλινο ομοίωμα αλόγου που καβαλικεύει έχοντάς το προσαρμοσμένο στα σκέλια του. Σπεύδει να θεραπεύσει όποιον από τους συμμετέχοντες ή θεατές παριστάνει τον άρρωστο. Η παρουσία των προσώπων της νύφης και του μωρού αποτελούν μεταφορά της γονιμικής δύναμης της φύσης, η οποία ενισχύεται και προστατεύεται από τη διαρκή επιτήρηση των αράπηδων.


During the performers’ (masqueraders and spectators) walk and after they conclude in the village square, several episodes occur: A man is impersonating a provocative “bride”, who is protected from thieves by the Arapides. If anyone from the spectators will try to steal her they get apprehended by them. Another man is dressed as a “gypsy” and holds a fake baby. Often someone from the spectators tries to steal the baby and gets stalked by the Arapides. Another character that participates in the performance (“dromeno”) is the “hatlis”, a “doctor” with white clothes, white head mask from pigskin and a small wooden dummy horse which he rides, having it situated between his legs. He rushes to cure anyone of the participants or spectators who pretends to be sick. The presence of the characters of the bride and the baby indicates the transfer of the fertility power of nature, which is strengthened and protected with the constant surveillance of the Arapides.


Μετά από αυτό το στάδιο του δρώμενου, οι μεταμφιεσμένοι και η ορχήστρα γυρίζουν στους δρόμους του χωριού διαχέοντας τη δύναμη του ήχου των κουδουνιών. Επισκέπτονται όλα τα σπίτια, χορεύουν, τραγουδούν, δίνουν ευχές για την καλή χρονιά και δέχονται κεράσματα. Το βράδυ τα μέλη του θιάσου, μεταμφιεσμένα ακόμη, συγκεντρώνονται στο σπίτι μιας οικογένειας, η οποία τους προσφέρει γεύμα «για το καλό» των μελών της. Οι αράπηδες βγάζουν μόνο τα δέρματα για να φάνε, αλλά όχι τα κουδούνια.


After this part of the act (“dromeno”), the masqueraders and the orchestra wander the streets spreading the power of the bell sounds. They visit all the houses, dance, sing, give wishes for a good year and receive treats. In the evening members of the cast, still dressed up, assemble in a family home, where they get offered lunch “for the well-being” of its members. The Arapides take of their pelt costumes to eat, but not the bells.






Φλάμπουρο (Δήμος Νιγρίτας, Νομός Σερρών), «Μπαμπούγερος» Κυριακή της Τυρινής, Καθαρά Δευτέρα. Flampouro (Nigrita Municipality, Serres County), “Baboogeroi” Cheesefare Sunday, Ash/Clean Monday.


Οι «Μπαμπούγεροι» είναι νέοι του χωριού που φορούν μαύρα ή καφέ επεξεργασμένα δέρματα αιγοπροβάτων και στη μέση κρεμούν πέντε κουδούνια, ένα μεγάλο μπατάλι και τέσσερα κυπριά και από πάνω δένουν μια μαντήλα. Στο κεφάλι βάζουν τη «Μπαμπουσάρκα», μια μαύρη υψικόρυφη κεφαλοστολή που καλύπτει και το πρόσωπο και ξεπερνά το ένα μέτρο. Είναι στολισμένη, στο μπροστινό μέρος, με σειρές από πολύχρωμες χάντρες και κορδέλες και στη κορυφή πολύχρωμα μαντίλια. The “Baboogeroi” are young villagers that wear black or brown processed goat-pelts and hang five bells on their waist, one large bell called “batali” and three smaller called “kypria” and tie a scarf on top. On their heads they put the “Babousarka” a black, peaked head mask that covers the face and is over one meter tall. It is decorated on the front, with rows of colourful beads and ribbons and on the top there are colourful scarves.


Την Κυριακή της Τυρινής, το πρωί, ο «Μπαμπούγερος», αφού πάρει την ευλογία της μητέρας του, κατευθύνεται στην εκκλησία για να πάρει τη χάρη της Αγίας Άννας, της προστάτιδας της περιοχής. Στη συνέχεια επισκέπτεται τα σπίτια του χωριού σείοντας τα κουδούνια για να τρομάξει και να διώξει το κακό, να αφυπνίσει τη φύση και να φέρει τύχη. Το δρώμενο καταλήγει στην πλατεία, όπου όλοι οι Μπαμπούγεροι συγκεντρώνονται και χορεύουν στον μοναδικό σκοπό των «Μπαμπούγερων» που παίζουν οι ζουρνάδες και τα νταούλια. Μαζί τους πάντα έχουν από ένα πορτοκάλι, πάνω σε αυτό οι κάτοικοι μπήγουν κέρματα, τα οποία στη συνέχεια θα προσφέρουν στην εκκλησιά. On Cheesefare Sunday (Sunday of Forgiveness), in the morning, after the “Baboogeros” gets the blessing of his mother, he heads to the church to get the grace of Saint Anna, the patron saint of the region. Then he visits the houses, shaking the bells to scare and cast away the evil, to awaken nature and to bring good luck. The performance (“dromeno”) concludes in the square, where all “Baboogeroi” gather and dance to the unique music of “Baboogeroi” played by zurna (wind instrument) and daouli (drum). They always carry an orange where the villagers stick coins into, which afterwards will offer the money to the church.


Παλαιότερα στο χωριό, όπως και σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τελούνταν το έθιμο της συγχώρεσης (οι νέοι ζητούν συγχώρεση από τους ηλικιωμένους συγγενείς και φίλους) και κάθε Μπαμπούγερος περιηγούνταν τα σπίτια του χωριού με ένα πορτοκάλι στο χέρι ζητώντας συγχώρεση από τη γηραιότερη γυναίκα του σπιτιού, η οποία με τη σειρά της έμπηγε πάνω στο πορτοκάλι κέρματα. Όσες δεν είχαν χρήματα καρφίτσωναν στην κεφαλοστολή μαντήλια.


Formerly in the village, as in many areas of Greece, the custom of forgiveness was celebrated (the youth asked for forgiveness from their elderly relatives and friends) and each “Baboogeros” wandered the houses of the village with an orange in his hand asking for forgiveness from the oldest woman of the house, who in return stuck into the orange coins. Those who had no money pinned on the head mask scarves.


Την Καθαρά Δευτέρα ολοκληρώνεται το δρώμενο με τη συγκέντρωση και τον χορό των «Μπαμπούγερων» στην πλατεία και στήνεται γλέντι με την συμμετοχή των κατοίκων και των επισκεπτών του χωριού.


On Ash Monday the performance (“dromeno”) concludes with the gathering and the dance of “Baboogeroi” in the square of the village and a feast begins with the participation of residents and visitors.














Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Βακουφτσής, Photos: Kostas Vakouftsis.