Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Σεξ και ηδονή στην ιαπωνική τέχνη. Sex, pleasure and wish fulfilment: Japan's shunga art at the British Museum

Τόρι Κιγιονάγκα (1752-1815). Από τη σειρά με τίτλο: Σόντε νο μάκι (Πάπυρος για χειριδωτό χιτώνα), έντυπη ξυλογραφία, 1785. Torii Kiyonaga (1752-1815), detail from Sode no maki (Handscroll for the Sleeve) (circa 1785) © The Trustees of the British Museum

Ο Τόρι Κιγιονάγκα ήταν ένας άλλος Ιάπωνας χαράκτης και ζωγράφος της τεχνοτροπίας Ουκίγιο-ε, από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της παραδοσιακής ξυλογραφίας. Η ξυλογραφία είναι τεχνική αναπαράστασης μιας εικόνας χαραγμένης πάνω σε μια επιφάνεια ξύλου. Το ξύλο που χρησιμοποιείται συνήθως προέρχεται από δέντρο οξιάς, μηλιάς ή κερασιάς επειδή είναι πιο μαλακό. Η επιφάνεια του ξύλου σε αυτή την τεχνική καλύπτεται με μελάνι με τη βοήθεια κυλίνδρου αφήνοντας τις μη εκτυπωμένες περιοχές ακάλυπτες. Γενικά το σχέδιο γίνεται απευθείας πάνω στη σανίδα. Είναι από τις αρχαιότερες μορφές εκτύπωσης και άρχισε να χρησιμοποιείται από το 12ο αιώνα.

Torii Kiyonaga (1752 - 1815), A couple making love in front of a fusuma, an ink well and brush lying at their feet, from the series Shikido juniban (Twelve Ways of Making Love) ca 1784

Αρχικά ο Τόρι Κιγιονάγκα ονομαζόταν Σεκιγκούσι Σινσουκέ και ήταν γιος ενός βιβλιοπώλη από το Έντο (σημ. Τόκιο). Φοίτησε στη σχολή Τόρι Κιγιονάγκα της οποίας αργότερα υιοθέτησε το όνομα. Αν και δεν σχετίζεται βιολογικά με την οικογένεια Τόρι, έγινε επικεφαλής της σχολής μετά το θάνατο του θετού πατέρα του και δασκάλου Τόρι Κιγιομίτσου.

Χοσόντα Έισι (1756-1829): “Διαγωνισμός του Πάθους στο πανδοχείο Τέσσερις Εποχές”, τέλη 1790 με αρχές του 1800. Μεταξοτυπία σε πάπυρο με μελάνι, χρώμα και χρυσό. Συλλογή Μίκαελ Φόρνιτζ, Δανία.

Ο Κιγιονάγκα θεωρείται ένας από τους μεγάλους δασκάλους της πλήρους έγχρωμης εκτύπωσης (Nισίκι-ε) και του μπιτζίνγκα (παλλακίδες και άλλες όμορφες γυναίκες). Όπως και οι περισσότεροι καλλιτέχνες του στυλ Ουκίγιο-ε, ξεκίνησε παράγοντας μια σειρά από σχέδια και πίνακες ζωγραφικής με ηθοποιούς του Kabuki και άλλα συναφή θέματα, πολλά από τα οποία ήταν διαφημιστικό υλικό για το θέατρο. Έτσι δημιουργήθηκε μια σειρά από Σούνγκα ή ερωτικές εικόνες.

Σύμπραξη Σουμιγιόσι Γκουκέι (ζωγράφος, 1631-1705) και Τακενούτσι Κορετσούνε (καλλιγράφος, 1640-1704): Εικόνα από τη σειρά “Ιστορία ενός φράχτη από χαμόκλαδα”, του 17 αιώνα. Μεταξοτυπία σε πάπυρο με μελάνι, χρώμα και χρυσό. Συλλογή Μίκαελ Φόρνιτζ, Δανία.

Και ενώ οι ερωτικές εικόνες Σούνγκα ήταν δημοφιλείς στη διάρκεια του 1600, του 1700 και του 1800, οι εικόνες λογοκρίθηκαν από την ιαπωνική κυβέρνηση στη διάρκεια του 20 αιώνα. Είδαν ξανά το φως το 1973, όπου και παρουσιάστηκαν στο Μουσείο Victoria & Albert στο Λονδίνο.

Erotic figurines from the 18th and 19th centuries, part of the Shunga: Sex and Pleasure in Japanese Art exhibition at the British Museum. Photograph: Suzanne Plunkett/Reuters

Τώρα, σαράντα χρόνια μετά, πρόκειται να παρουσιαστούν ξανά σε έκθεση με τίτλο “Σούνγκα: έρωτας και ηδονή στην ιαπωνική τέχνη” που οργανώνει στο Λονδίνο το Βρετανικό Μουσείο από τις 3 Οκτωβρίου 2013 έως τις 5 Ιανουαρίου 2014, σαν ένα φόρο τιμής στην ιαπωνική ιστορία, και στον τρόπο που η χώρα αυτή μετουσίωσε την σεξουαλική περιέργεια σε τέχνη.

Katsushika Hokusai (1760–1849), Diving woman and octopi, page from Kinoe no komatsu (Pine Seedlings on the First Rat Day, or Old True Sophisticates of the Club of Delightful Skills) (1814). Illustrated book, colour woodblock. Popularly known in the West as ‘Dream of the Fisherman’s Wife’ © Michael Fornitz collection, Denmark

Η έκθεση με έργα από την γιαπωνέζικη τέχνη shunga, που απεικονίζει τη σεξουαλική πράξη, είναι η πιο τολμηρή που έχει κάνει ποτέ το μουσείο. Μια γυναίκα δέχεται τις ερωτικές περιποιήσεις ενός χταποδιού που με τα πλοκάμια του ερεθίζει κάθε διαθέσιμη οπή του κορμιού της.

Kawanabe Kyosai (1831 - 1889), One of Three comic shunga paintings (detail), c. 1871 - 1889. Hanging scroll, ink and colour on paper. © Courtesy of Israel Goldman collection

Ένα γατάκι κάνει με πάθος μαλάξεις στους όρχεις ενός άνδρα που αγκαλιάζει σφιχτά τον εραστή του

Eisho, Deux Lesbiennes, 1795-1805, Estampe sur bois coloré, 36x25 cm,  Londres, British Museum

Δύο γυναίκες σε ερωτικό παιχνίδι, ένα ομοίωμα ανδρικού πέους δεμένο γύρω από τη μέση της μίας ενώ η άλλη την παροτρύνει με ανυπομονησία: «Γρήγορα, βαλ’ το μέσα».

Shunga is an art form that flourished between 1600 and the late 1900s – the Edo period – when Japan cut itself off from the outside world. Photo: ALAMY

Αυτή, η πλέον τολμηρή έκθεση που έχει κάνει ποτέ το Βρετανικό Μουσείο από το 1753, όταν ιδρύθηκε, δεν είναι κατάλληλη για ντροπαλούς ή πουριτανούς —αλλά ούτε και για θεατές ηλικίας κάτω των 16 ετών χωρίς τη συνοδεία ενήλικα, όπως γράφει και η επίσημη οδηγία του μουσείου. Είναι μια έκθεση αφιερωμένη στο γιαπωνέζικο shunga, μια τέχνη που άνθισε ανάμεσα στον 17ο και τα μέσα του 19ου αιώνα.

Kiato Shigemasa, Un homme et sept femmes, 1870, Estampe sur bois coloré, 35.5x25.4 cm, New York, Ronin Gallery

Hosoda Eishi (1756 - 1829), Young woman dreaming of The Ise Stories, early 19th century. Hanging scroll, ink, colour and gold on silk. © The Trustees of the British Museum

Σύμφωνα με τον Τιμ Κλαρκ, τον επικεφαλής επιμελητή: «Ελπίζουμε πως όταν το κοινό ξεπεράσει το αρχικό σοκ που προκαλεί το τολμηρό περιεχόμενο και η καθ’ υπερβολήν αναπαράσταση γεννητικών οργάνων, θα απολαύσει την αμοιβαία ικανοποίηση που απεικονίζεται, το χιούμορ και, στο τέλος-τέλος, την ανθρώπινη διάσταση των εικόνων αυτών».

Kitagawa Utamaro (d. 1806), Lovers in the upstairs room of a teahouse, from Utamakura (Poem of the Pillow), c. 1788. Sheet from a colour-woodblock printed album. Picture: The Trustees of the British Museum

Σύμφωνα με τον Κλαρκ αυτή η έκθεση —για την οποία το μουσείο προειδοποιεί τόσο στην είσοδό της όσο και στο διαδίκτυο πως περιλαμβάνει τολμηρό περιεχόμενο— έπρεπε να είχε γίνει εδώ και καιρό: Παρ’ όλο που το shunga —το οποίο μεταφράζεται κυριολεκτικά ως «απεικόνιση στο μαξιλάρι»— αποτελούσε πολύ μέινστριμ καλλιτεχνικό είδος για πολλούς αιώνες και έχαιρε εκτίμησης από όλες τις τάξεις, ως καλλιτεχνικό είδος έχασε έδαφος τον 20ό αιώνα, όταν η Ιαπωνία άρχισε να εκδυτικοποιείται και να εκσυγχρονίζεται βίαια.

Kitagawa Utamaro (d. 1806), Uwaki no so (Fancy-free type) from the series Fujin sogaku juttai (Ten Types in the Physiognomic Study of Women), c. 1792 - 1793. Colour woodblock print with white mica ground. Picture: The Trustees of the British Museum

Σε αυτό το χρονικό σημείο, έπαψε να θεωρείται πλέον ως μέρος του ιστού της καθημερινής ζωής και να δίνεται στις νεόκοπες συζύγους ως δώρο που είχε σα σκοπό την εκμάθηση, τον ερεθισμό ή τη διασκέδασή τους και άρχισε «να θεωρείται πορνογραφικό υλικό», λέει ο Κλαρκ. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, τα έργα shunga που είχε στην κατοχή του το Βρετανικό Μουσείο, όπως και όλα τα αντικείμενα τέχνης από διάφορες χώρες του κόσμου τα οποία είχαν τολμηρό χαρακτήρα, ήταν για χρόνια κλεισμένα στο secretum, έναν κλειστό για το κοινό αποθηκευτικό χώρο που καταργήθηκε στα μέσα του 20ού αιώνα και τα περιεχόμενά του διανεμήθηκαν στα αντίστοιχα τμήματα του μουσείου.

Sukenobu, Une courtisane qui décore le membre de son amant, 1720, Estampe sur bois, 15,2x20,3 cm, New York, Ronin Gallery

Παρά ταύτα, μόλις το 1990 ξεκίνησε η σοβαρή ακαδημαϊκή μελέτη του shunga στην Ιαπωνία, και η παρούσα έκθεση του Βρετανικού Μουσείου είναι η πιο εκτεταμένη που έχει γίνει ποτέ για το είδος. ‘Οπου και να κοιτάξεις, το βλέμμα σου αιχμαλωτίζουν δίχως περιστροφές τα υπερμεγέθη, κατά κανόνα, γενητικά όργανα των δύο φύλων, σε όλο τους το μεγαλείο. «Επρόκειτο για μία απεικονιστική παράδοση που δεν ήταν προσκολλημένη στον νατουραλισμό και συνεπώς αυτό της επέτρεπε μια επιλεκτική έμφαση», λέει ο Κλαρκ. «Η προσοχή εστιάζεται στην έκφραση ερωτικής ευδαιμονίας στα πρόσωπα — και στις πηγές αυτής της απόλαυσης, στα γεννητικά όργανα. Τα άλλα μέλη του σώματος δεν τονίζονται, κι έπειτα είναι τα υπέροχα υφάσματα, οι λάκες, τα εδέσματα και τα ποτά, ώστε να προβάλλεται με τρόπο αρραγή η πολυτέλεια και η ηδονή». Και προσθέτει: «Επρόκειτο για την φαντασιακή εκπλήρωση ερωτικών επιθυμιών ή για την απεικόνιση ενός ιδεώδους; Πιθανόν και για τα δύο αυτά ταυτόχρονα».

Sugimura Jihei (fl. 1681-1703), Lovers under a quilt with Phoenix Design (mid-1680s). Untitled erotic picture © Courtesy of Private collection, USA

Η ερωτική απόλαυση των θηλυκών παρουσιάζεται μέσα από τις εικόνες να είναι το ίδιο σημαντική όσο αυτή των αρσενικών. «Δεν μπαίνει ποτέ σε αμφισβήτηση», λέει ο Κλαρκ. «Θεωρείται δεδομένο ότι οι γυναίκες θα αναζητήσουν την ικανοποίηση». Ούτε είναι η απόλαυση πάντοτε προσδιορισμένη ετεροφυλοφιλικά: συχνά απεικονίζονται ζευγαρώματα ανάμεσα σε άντρες και, πολύ σπανιότερα ομολογουμένως, ανάμεσα σε γυναίκες.

Nishikawa Sukenobu (1671 - 1750), Sexual dalliance between a man and geisha, c. 1711 - 1716. Hand-coloured woodblock print. Picture: The Trustees of the British Museum

Το shunga υπήρξε όμως και όχημα για λογοτεχνίζουσες παρωδίες· πολλά έργα, όπως και τα κείμενα που τα συνοδεύουν, είναι πνευματώδη και περιπαικτικά, μιλάνε, για παράδειγμα, για τον φόβο που νιώθει ένα ζευγάρι να κατακτήσει την ηδονή, ή κάνουν μακάβρια αστεία, παρουσιάζοντας φέρ’ ειπείν το φάντασμα του πρώην εραστή μιας γυναίκας να κόβει το πέος του ζώντος αντικαταστάτη του στο κρεβάτι της.

The exhibition is the first time many of the art has been displayed in public. Source: The Trustees of the British Museum

Η ανερυθρίαστη αυτή έμφαση στον φαλλό και το αιδοίο σχετίζεται, σύμφωνα με τον Κλαρκ, ορισμένως τουλάχιστον, με τις παραδοσιακές θρησκευτικές δοξασίες των Ιαπώνων. «Οι μύθοι του Σίντο για τη δημιουργία πηγάζουν από πράξεις ερωτικής συνεύρεσης. Η ερωτική πράξη βρίσκεται στον πυρήνα της αφήγησης για την ίδια την ίδρυση της χώρας… οι τοπικές θρησκείες λάτρευαν ανοιχτά τα σεξουαλικά όργανα και την αναπαραγωγική διαδικασία».

Much of the art included in the exhibition was banned in Japan in the 20th century. Source: The Trustees of the British Museum

Και καταλήγει ο Κλαρκ: «Πάνω απ’ όλα, το shunga είναι σημαντικό ως τέχνη αυτή καθαυτή. Οι μεγαλύτεροι γιαπωνέζοι καλλιτέχνες, όπως ο Hokusai και ο Utamaro, ζωγράφιζαν ερωτικές εικόνες. Το shunga μάς προκαλεί να αμφισβητήσουμε την δυτική παράδοση που διαχώρισε την τέχνη σε “σπουδαία” και “χυδαία”. Η διαφοροποίηση αυτή δεν υπάρχει στη γιαπωνέζικη τέχνη εκείνης της περιόδου».


Shunga: Sex and Pleasure in Japanese Art, Βρετανικό Μουσείο Λονδίνου, από τις 3 Οκτωβρίου 2013 ως τις 5 Ιανουαρίου 2014.


Στην προσομοίωση των χημικών αντιδράσεων το Νομπέλ Χημείας, Three win Nobel prize for taking chemistry into cyberspace

(L-R) Arieh Warshel, Michael Levitt and Martin Karplus, winners of the 2013 Nobel Prize in Chemistry. Photograph: Guardian

Τρεις ερευνητές, οι οποίοι έθεσαν τη βάση για το λογισμικό που χρησιμοποιείται σήμερα για τη μοντελοποίηση των χημικών διαδικασιών τιμώνται με το Νομπέλ Χημείας 2013.

H στιγμή της ανακοίνωσης των νικητών του Νόμπελ Χημείας στη Στοκχόλμη. Chairman Sven Lidin (L-R), permanent secretary Staffan Normark and professor Gunnar Karlstrom of the Royal Swedish Academy of Sciences announce the winners of the 2013 Nobel Prize for Chemistry at the Royal Swedish Academy of Sciences in Stockholm October 9, 2013. Credit: Reuters/Claudio Bresciani/TT News Agency

Το βραβείο μοιράζονται ο Αυστροαμερικανός Μάρτιν Κάρπλους, ο Βρετανός Μάικλ Λέβιτ και ο Αμερικανοϊσραηλινός Άριεχ Ουάρσελ, ανακοίνωσε την Τετάρτη η επιτροπή των Νομπέλ στη Βασιλική Ακαδημία Επιστημών της Σουηδίας.

Οι υπολογιστές είναι σήμερα εξίσου σημαντικό εργαλείο για τη χημεία όσο ο δοκιμαστικός σωλήνας, επισημαίνει η ανακοίνωση της επιτροπής. Οι προσομοιώσεις είναι πια τόσο ρεαλιστικές ώστε προβλέπουν τα αποτελέσματα κλασικών πειραμάτων.

Για να δημιουργήσουν μοντέλα των μορίων, οι χημικοί περιορίζονταν κάποτε σε μπαλάκια που συνδέονταν μεταξύ τους με ράβδους. Σήμερα, οι υπολογιστές όχι μόνο δημιουργούν μοντέλα αλλά επιπλέον προσομοιώνουν χημικές αντιδράσεις που συμβαίνουν σε χιλιοστά του δευτερολέπτου.

Οι Κάρπλους, Λέβιτ και Ουάρσελ έφεραν επανάσταση τη δεκαετία του 1970 καθώς δημιούργησαν μοντέλα που συνδύαζαν δύο μάλλον ασύμβατους κόσμους της Φυσικής: από τη μία την κλασική μηχανική του Νεύτωνα, η οποία επιτρέπει τη μοντελοποίηση μεγάλων μορίων, από την άλλη την κβαντική μηχανική, η οποία κυβερνά τον κόσμο του πολύ μικρού, και επιπλέον προσφέρει τη μόνη ικανοποιητική εξήγηση για το πώς ξεκινούν οι χημικές αντιδράσεις.

Σε ένα σημερινό υπολογιστικό μοντέλο, για παράδειγμα, η νευτώνεια φυσική χρησιμοποιείται για την προσομοίωση μιας μεγάλης πρωτεΐνης στην οποία συνδέεται ένα φάρμακο. Ταυτόχρονα, η κβαντομηχανική επιτρέπει την προσομοίωση των μεμονωμένων ατόμων που εμπλέκονται στην αντίδραση ανάμεσα στο φάρμακο και την πρωτεΐνη.

Χάρη σε αυτά τα υπολογιστικά μοντέλα, η Ιατρική μπορεί να ελπίζει ότι τα φάρμακα του μέλλοντος θα σχεδιάζονται εξαρχής στον υπολογιστή, αντί να επιλέγονται επειδή τυχαίνει να έχουν την επιθυμητή δράση στο δοκιμαστικό σωλήνα.

Οι βραβευθέντες:

Martin Karplus. Theodore William Richards Professor of Chemistry, Emeritus. The research of Professor Martin Karplus and his group is directed toward understanding the electronic structure, geometry, and dynamics of molecules of chemical and biological interest. In each study a problem that needs to be solved is isolated and the methods required are developed and applied. In recent years, techniques of ab initio and semi-empirical quantum mechanics, theoretical and computational statistical mechanics, classical and quantum dynamics as well as other approaches, including experimental NMR, have been used.

Ο Μάρτιν Κάρπλους (Martin Karplus) γεννήθηκε το 1930 στην Αυστρία αλλά έχει και αμερικανική υπηκοότητα. Είναι σήμερα καθηγητής στα πανεπιστήμια του Στρασβούργου και του Χάρβαρντ.

Michael Levitt. Robert W. and Vivian K. Cahill Professor in Cancer Research in the School of Medicine and Professor, by courtesy, of Computer Science.

O Μάικλ Λέβιτ (Michael Levitt), Αμερικανός και Βρετανός πολίτης, γεννήθηκε το 1947 στη Νότιο Αφρική. Είναι σήμερα καθηγητής του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ.

Arieh Warshel. Distinguished Professor of Chemistry, Fellow of the National Academy of Science.

Ο Άριεχ Ουάρσελ (Arieh Warshe), υπήκοος των ΗΠΑ και του Ισραήλ, γεννήθηκε το 1940 σε ισραηλινό κιμπούτς. Είναι σήμερα καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνια.

Η ανακοίνωση των νικητών των φετινών Νόμπελ ξεκίνησε τη Δευτέρα με το Νόμπελ Ιατρικής-Φυσιολογίας και συνεχίστηκε την Τρίτη με το Νόμπελ Φυσικής. Ακολουθούν το Νομπέλ Λογοτεχνίας την Πέμπτη, Ειρήνης την Παρασκευή και Οικονομικών Επιστημών τη Δευτέρα.

Εξωπλανήτης οκτώ φορές σαν τον Δία, Massive planet EIGHT times the size of Jupiter is discovered 25,000 light-years away - and could give clues to how planets form

A massive world 2,500 times the size of Earth has been discovered by an international team of astronomers. Pictured is an artist's concept of an alien planet.

Ένας πλανήτης οκτώ φορές μεγαλύτερος από τον Δία εντοπίστηκε από τους επιστήμονες να περιφέρεται γύρω από ένα άστρο τρεις φορές μικρότερο από τον Ήλιο, σε απόσταση 25.000 ετών φωτός από τη Γη. Οι «αναλογίες» και η απόσταση του εξωπλανήτη από το άστρο του δεν συμβαδίζουν με τις γνωστές θεωρίες για τη γέννηση των πλανητών, προβληματίζοντας τους αστροφυσικούς.

Ο MOA-2011-BLG-322 είναι οκτώ φορές μεγαλύτερος από τον Δία και βρίσκεται τόσο κοντά στο άστρο του ώστε δεν συμβαδίζει με τις γνώσεις μας για τη γέννηση των πλανητών. Named, MOA-2011-BLG-322, the planet is around eight times the size of Jupiter (left), the largest planet in our solar system.

Το άστρο του MOA-2011-BLG-322 είναι μάλλον ένα άστρο τύπου Μ – είναι δηλαδή κατά πάσα πιθανότητα ένας όχι ιδιαίτερα φωτεινός κόκκινος γίγαντας με μάζα ίση με το ένα τρίτο της μάζας του Ήλιου. Ο εξωπλανήτης περιφέρεται γύρω από αυτό σε απόσταση 4 αστρονομικών μονάδων (δηλαδή απόσταση περίπου τέσσερις φορές όσο η απόσταση της Γης από τον Ήλιο). Το «πρόβλημα» είναι ότι, σύμφωνα με τα όσα γνωρίζουν οι επιστήμονες για τον σχηματισμό των πλανητών, ο MOA-2011-BLG-322 είναι υπερβολικά μεγάλος για να βρίσκεται τόσο κοντά στο «μικρό» άστρο του. Οι ερευνητές θεωρούν ότι μελλοντικές παρατηρήσεις ίσως φωτίσουν περισσότερο αυτό το μυστήριο.

Η τεχνική του μικροφακού

A massive cluster of galaxies is pictured in this undated image courtesy of Nasa and Esa. The gravitational field surrounding this cluster, acts as a natural lens in space to brighten and magnify the light coming from very distant background galaxies. Microlensing uses Albert Einstein’s theory of general relatively which suggests what we perceive as the force of gravity actually arises from the curvature of space and time. Einstein believed that although Earth appears to be pulled towards the sun, it is in fact the shape of space-time around the sun that changes the way Earth moves. Microlensing makes use of this theory by measuring how the light of a distant star is intensified due to the gravitational field of a closer star. According to Einstein’s theory, this is caused by bending of the surrounding space-time which makes the more distant star easier to discover by Earth observatories.

Ο MOA-2011-BLG-322 ανακαλύφθηκε το 2011 από τρεις διαφορετικές ομάδες ερευνητών με την τεχνική του μικροφακού. Το φαινόμενο του μικροφακού, το οποίο προβλέπεται από τη Γενική θεωρία της Σχετικότητας, συντελείται όταν ένα άστρο περνάει μπροστά από ένα άλλο, πιο μακρινό άστρο. Κατά το πέρασμα αυτό το βαρυτικό πεδίο του πιο κοντινού άστρου – το οποίο σύμφωνα με τη Γενική Σχετικότητα κάμπτει τον περιβάλλοντα χωροχρόνο – διαθλά το φως του πιο μακρινού άστρου λειτουργώντας σαν μεγεθυντικός φακός μέσα από τον οποίο το άστρο και οι πλανήτες που κινούνται γύρω από αυτό γίνονται ορατά από τη Γη.

Η τεχνική του μικροφακού είναι μια σχετικά νέα προσέγγιση η οποία διαφέρει σημαντικά από τις δυο κύριες μεθόδους που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες για την αναζήτηση εξωπλανητών – τη μέθοδο της διάβασης, η οποία βασίζεται στη σκίαση ενός άστρου καθώς ένας πλανήτης διαβαίνει από μπροστά του, και τη μέθοδο της ακτινικής ταχύτητας, η οποία βασίζεται στην αλλαγή της ακτινικής ταχύτητας ενός άστρου (της κίνησής του δηλαδή σε σχέση με τον Ήλιο) εξ αιτίας της βαρυτικής επιρροής που προκαλεί σε αυτό ένας πλανήτης που περιφέρεται γύρω του.

Το «γεγονός» που αφορούσε τον MOA-2011-BLG-322 καταγράφηκε κατά τη διάρκεια μιας συνεργασίας τριών διαφορετικών κέντρων που διερευνούν το Διάστημα με την τεχνική του μικροφακού – του προγράμματος Παρατηρήσεις Μικροφακού στην Αστροφυσική (Microlensing Observations in AstrophysicsMOA, Ιαπωνία/Νέα Ζηλανδία), του Πειράματος Οπτικού Βαρυτικού Φακού (Optical Gravitational Lensing ExperimentOGLE, Πολωνία) και του Wise (Ισραήλ). Η τακτική που ακολουθήθηκε συνιστά μια «πρωτιά» στη συγκεκριμένη μεθοδολογία: ενώ συνήθως, όταν παρατηρούνται φαινόμενα μικροφακού, όλα τα συνεργαζόμενα παρατηρητήρια ενημερώνονται και παρατηρούν από κοινού το γεγονός ενώ αυτό συντελείται, στην περίπτωση του MOA-2011-BLG-322 είναι η πρώτη φορά που ένας εξωπλανήτης ανακαλύπτεται με τη μελέτη των δεδομένων μετά το γεγονός – κάτι το οποίο ανοιγει νέες προοπτικές στην εφαρμογή της συγκεκριμένης μεθόδου.

Η σχετική μελέτη έχει υποβληθεί για δημοσίευση στην επιθεώρηση «Monthly Notices of the Royal Astronomical Society» και διατίθεται ήδη στο διαδικτυακό αρχείο επιστημονικών προδημοσιεύσεων arXiv.org.