Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Επετειακή έκθεση για την ιστορική «Ομάδα Τέχνη»

Κωνσταντίνος Παρθένης, «Λουόμενες», πριν το 1919. Λάδι σε μουσαμά, 114x130 εκ. Δωρεά Σοφίας Παρθένη. Εθνική Πινακοθήκη (Αρ. έργου: Π.6504).

Πόσο πρωτοπόρα υπήρξε η ελληνική ζωγραφική στις αρχές του 20ού αιώνα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο του μοντερνισμού; Γιατί ο Ελευθέριος Βενιζέλος υποστήριξε την πρωτοβουλία των Ελλήνων μοντερνιστών;

Η επετειακή έκθεση για τα 100 χρόνια της «Ομάδας Τέχνη» που είχε προαναγγείλει η Εθνική Πινακοθήκη, εγκαινιάζεται στις 7 Ιουνίου, φιλοξενείται στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο και είναι πολλαπλής σημασίας – ιστορικής, αισθητικής, πολιτικής.

Κυρίως, όμως, επειδή απηχεί τις ελπίδες μιας ομάδας νέων καλλιτεχνών που στην εποχή τους τόλμησαν να έρθουν σε ρήξη με το παρελθόν και την πολύχρονη κυριαρχία της Σχολής του Μονάχου στην πρωτεύουσα. Εμπνεύστηκαν από την ελπίδα για την πολυπόθητη αναγέννηση της βαθιάς διχασμένης ελληνικής κοινωνίας.

Δημήτριος Γαλάνης (1882-1966) Το ανοιχτό παράθυρο, 1916 Λάδι σε μουσαμά, 80 x 100 εκ. Ιδιωτική συλλογή.

Η έκθεση συγκεντρώνει 147 έργα της «Ομάδας Τέχνη», από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και άλλα, άγνωστα έργα, από ιδιωτικές συλλογές, φορείς και από τη Λέσχη Φιλελευθέρων, όπου ακόμα φιλοξενούνται έργα τα οποία είχαν αγοραστεί κατ’ εντολή του Ελευθέριου Βενιζέλου, από την έκθεση της Ομάδας στο Παρίσι, το 1919, που ο ίδιος είχε εγκαινιάσει.

Πώς συμβάλλει η επετειακή αυτή έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης στην πρόσληψη, 100 χρόνια μετά, της θρυλικής «Ομάδας Τέχνη»; Σύμφωνα με τη διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα και την Όλγα Μαντζαφού, επίτιμη διευθύντρια Συλλογών της Πινακοθήκης, «σκοπός της έκθεσης είναι να ανασυστήσει, στο μέτρο του δυνατού, τις τρεις εκθέσεις που αποτέλεσαν τις κορυφαίες εκδηλώσεις της Ομάδας: την πρώτη έκθεση της «Ομάδας Τέχνη», που εγκαινιάστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον βασιλέα Αλέξανδρο, τον Δεκέμβριο του 1917, μια δεύτερη, στις αρχές του 1919, και την εξαιρετικά σημαντική, καλλιτεχνικά και πολιτικά, τελευταία έκθεση της ομάδας, που οργανώθηκε στο Παρίσι και εγκαινιάστηκε από τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος βρισκόταν εκεί για το Συνέδριο της Ειρήνης (1919)».

Νικόλαος Λύτρας (1883-1927) Σπουδή (Ο ζωγράφος Ουμβέρτος Αργυρός) Λάδι σε χαρτόνι, 50 x 34 εκ. Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου Ίδρυμα Ευριπίδη Κουτλίδη.

Οι τρεις ενότητες της έκθεσης ξεκινούν από την ανθρώπινη μορφή και ιστορικά από τον Νικόλαο Λύτρα (1883-1927), ο οποίος είχε την πρωτοβουλία για τη δημιουργία της Ομάδας.

Λυκούργος Κογεβίνας (1887-1940) Κερκυραϊκό τοπίο (Παλαιοκαστρίτσα), πριν το 1917 Λάδι σε μουσαμά, 89 x 130 εκ. Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου Ίδρυμα Ευριπίδη Κουτλίδη.

Συνεχίζουν με έργα που απηχούν την ερμηνεία του τοπίου και της φύσης – Κωνσταντίνος Μαλέας (1879-1928), Λυκούργος Κογεβίνας (1887-1940), Νικόλαος Οθωναίος (1877-1949) και άλλα λαμπρά ονόματα που συσπείρωσε η Ομάδα.

Κωνσταντίνος Παρθένης (1878-1967) Τοπίο ονείρου, [1907] Λάδι σε χαρτόνι, 36,5 x 43 εκ. Ίδρυμα Ιστορίας Ελευθερίου Βενιζέλου και της Αντίστοιχης Εθνικής Περιόδου, Αθήνα.

Η τρίτη ενότητα είναι αφιερωμένη στον Κωνσταντίνο Παρθένη (1878-1967) και στο συμβολισμό. Δύο γλύπτες συμπλήρωναν την Ομάδα: ο Μιχάλης Τόμπρος (1889-1974) και ο Γρηγόριος Ζευγώλης (1886-1950). «Η ομάδα δεν είχε κάποιο θεωρητικό μανιφέστο, λειτουργούσε με αρκετά χαλαρούς δεσμούς και με πίστη στην ατομικότητα» εξήγησε η Όλγα Μαντζαφού στη δημοσιογραφική ξενάγηση.

Όθων Περβολαράκης (1887-1974) Παπαρούνες, [1918] Τέμπερα σε χαρτί, 29,5 x 47 εκ. Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

«Διαπιστώνουμε τα πρώτα δειλά βήματα των Ελλήνων προς το μοντερνισμό, την προσπάθειά τους να μη μείνουν στο γραφικό στοιχείο αν και τα έργα τους στο Παρίσι δεν έτυχαν της αναμενόμενης υποδοχής από τους κριτικούς, αφού τα μεταϊμπρεσιονιστικά κινήματα –Φωβ, Ναμπί κ.ά.– είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στη γαλλική πρωτεύουσα. Οι κριτικοί αντιμετώπισαν τα έργα των Ελλήνων με επιφύλαξη, γιατί δεν ήταν ριζοσπαστικά και επειδή οι προσδοκίες τους από την Ελλάδα ήταν ο οριενταλισμός» τόνισε η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα.

Στον πολύτιμο κατάλογο που συνοδεύει την έκθεση, ιστορικοί και ιστορικοί συμβάλλουν με κείμενά τους στη συζήτηση που έχει έρθει στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια για την ιστορία των εκθέσεων, ως επιστημονικό πεδίο και κριτική μελέτη.

Νικόλαος Οθωναίος (1877-1950) ΤοπίοΒράδυ, πριν το 1917 Λάδι σε μουσαμά, 64,5 x 96 εκ. Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Η επετειακή για τα εκατό χρόνια της «Ομάδας Τέχνη» έκθεση συνδέει το παρελθόν με το σήμερα και αναβλύζει Ελλάδα, χαιρέτισε η υπουργός Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου: «Ο αμίλητος κριτής, ο χρόνος, άλλους τους ανέβασε στον Όλυμπο κι άλλους τους καταδίκασε στη λήθη. Η αντιπαράθεση των έργων στην έκθεση θα μας βοηθήσει να κρίνουμε εμείς στην εποχή μας τα έργα» πρόσθεσε η Λυδία Κονιόρδου.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ




Επιστήμονες «διάβασαν» το DNA αιγυπτιακών μουμιών. The first genome data from ancient Egyptian mummies

Είναι η πρώτη γενετική μελέτη που θεωρείται αξιόπιστη. Σαρκοφάγος από την αρχαία Αίγυπτο. An international team of scientists, led by researchers from the University of Tuebingen and the Max Planck Institute for the Science of Human History in Jena, successfully recovered and analyzed ancient DNA from Egyptian mummies dating from approximately 1400 BCE to 400 CE, including the first genome-wide nuclear data from three individuals, establishing ancient Egyptian mummies as a reliable source for genetic material to study the ancient past. Sarcophagus of Tadja, Abusir el-Meleq. Credit: bpk/Aegyptisches Museum und Papyrussammlung, SMB/Sandra Steiss

Τη γενετική σύνθεση του αρχαίου αιγυπτιακού πληθυσμού αποκαλύπτει η ανάλυση γενετικού υλικού (DNA) από αρχαίες μούμιες, την οποία έκαναν επιστήμονες από τη Γερμανία και άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων μια διακεκριμένη Ελληνίδα παλαιοανθρωπολόγος.

Map of Egypt, showing the archaeological site of Abusir-el Meleq (orange X), and the location of the modern Egyptian samples used in the study (orange circles). Credit: Graphic: Annette Guenzel. Credit: Nature Communications, DOI: 10.1038/NCOMMS15694

Τα δείγματα αφορούσαν μιτοχονδριακό DNA από 90 μούμιες που βρίσκονταν σε γερμανικά μουσεία, καθώς και πυρηνικό DNA από άλλες τρεις μούμιες που βρέθηκαν στην ίδια περιοχή, στο Αμπουσίρ ελ-Μελέκ στη Μέση Αίγυπτο.

Οι μούμιες χρονολογούνταν περίπου μεταξύ του 1400 π.Χ. και του 400 μ.Χ., καλύπτοντας έτσι μια μεγάλη χρονική περίοδο: προ-πτολεμαϊκή, πτολεμαϊκή-ελληνιστική και ρωμαϊκή.

Οι ερευνητές συνέκριναν το DNA από τις μούμιες με το γενετικό υλικό των σύγχρονων Αιγύπτιων και άλλων γειτονικών πληθυσμών. Η βασική διαπίστωση είναι ότι οι σύγχρονοι Αιγύπτιοι έχουν περισσότερα κοινά γενετικά χαρακτηριστικά με τους κατοίκους της υπο-Σαχάριας Αφρικής από ό,τι είχαν στο παρελθόν. Αντίθετα, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι είχαν στενότερη γενετική συγγένεια με αρχαίους λαούς από την Εγγύς Ανατολή (Μέση Ανατολή και Δυτική Ασία) από ό,τι με την Αφρική.

Η Κατερίνα Χαρβάτη είναι παλαιοανθρωπολόγος, με ειδίκευση στην εξέλιξη του Νεάντερταλ και της προέλευσης του σύγχρονου ανθρώπου. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, στο City University της Νέας Υόρκης και στο Αμερικανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Πριν μεταβεί στο Ινστιτούτο Εξελικτικής Ανθρωπολογίας Μαξ Πλανκ (2004), εργαζόταν ως βοηθός καθηγήτρια στο Τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Επίσης, είναι επίκουρη καθηγήτρια της Ανθρωπολογίας στο Κέντρο Μεταπτυχιακών Σπουδών του City University της Νέας Υόρκης. Στις ερευνητικές μελέτες της περιλαμβάνεται η εξελικτική θεωρία, η σχέση μεταξύ της μορφολογικής ποικιλότητας και των περιβαλλοντικών παραγόντων και της εξέλιξης των πρωτευόντων οργανισμών με την ανθρώπινη βιολογική ιστορία. Σήμερα, διεξάγει έρευνα πεδίου στην Αφρική και την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Η ανάλυση της Χαρβάτη και της ερευνητικής ομάδας της σε ένα ανθρώπινο κρανίο της ύστερης Πλειστοκαίνου που βρέθηκε στην επαρχία του Ανατολικού Ακρωτηρίου της Νότιας Αφρικής ανακηρύχθηκε από το περιοδικό Τime ως μία από τις σοβαρότερες δέκα επιστημονικές ανακαλύψεις του 2007, εφόσον έφερε στο φως "το πρώτο απολίθωμα που πιστοποιεί ότι ο σύγχρονος άνθρωπος έφυγε από την Αφρική κάπου μεταξύ πέντε και είκοσι πέντε χιλιάδες χρόνια πριν".

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Γιοχάνες Κράουζε, διευθυντή του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για την Επιστήμη της Ανθρώπινης Ιστορίας στην Ιένα, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature Communications». Στην έρευνα συμμετείχε η καθηγήτρια παλαιοανθρωπολογίας Κατερίνα Χαρβάτη, του πανεπιστημίου του Τίμπιγκεν (Τυβίγγης) και του Κέντρου Σένκενμπεργκ για την Ανθρώπινη Εξέλιξη και την Παλαιοοικολογία.

Αν και δεν είναι η πρώτη ανάλυση DNA από αιγυπτιακές μούμιες, είναι η πρώτη γενετική μελέτη που θεωρείται αξιόπιστη χάρη στη χρήση των πιο σύγχρονων τεχνικών ανάλυσης παλαιογενετικού υλικού, φωτίζοντας έτσι το πολύπλοκο παρελθόν της Αιγύπτου.

Verena Schuenemann at the Palaeogenetics Laboratory, University of Tuebingen. Credit: Johannes Krause

«Η πιθανότητα διατήρησης DNA σε μούμιες πρέπει να αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό» δήλωσε ο Κράουζε, καθώς, όπως είπε, «το ζεστό αιγυπτιακό κλίμα, τα υψηλά επίπεδα υγρασίας σε πολλούς τάφους και ορισμένες χημικές ουσίες που χρησιμοποιήθηκαν κατά την μουμιοποίηση, συμβάλλουν στην αποσύνθεση του DNA και θεωρείται ότι καθιστούν απίθανη την επιβίωση του DNA των αιγυπτιακών μουμιών σε βάθος χρόνου».

Γι’ αυτό ακριβώς, στο παρελθόν, η όποια ανάλυση DNA από μούμιες είχε θεωρηθεί προβληματική, όμως αυτή τη φορά τα προβλήματα ξεπεράστηκαν.

Στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων (Αφρικής, Ασίας, Ευρώπης), η Αίγυπτος αποτέλεσε τόπο συνάντησης πολλών λαών και κατακτητών, μεταξύ των οποίων και των Ελλήνων. Όπως είπε η ερευνήτρια Βερένα Σοϊένεμαν του πανεπιστημίου του Τίμπιγκεν, «θέλαμε να ελέγξουμε αν η κατάκτηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου και άλλων ξένων δυνάμεων έχει αφήσει το γενετικό αποτύπωμά της στον αρχαίο αιγυπτιακό πληθυσμό».

Η γενετική ανάλυση έδειξε ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι σχετίζονταν περισσότερο με λαούς από το Λεβάντε (Συρία-Λίβανο-Ισραήλ), καθώς και με νεολιθικούς πληθυσμούς από την Ανατολία και την Ευρώπη. Όμως, κατά τα τελευταία 1.500 χρόνια αυξήθηκε η ροή γονιδίων από τον αφρικανικό νότο, καθώς αυξήθηκε το εμπόριο προϊόντων κατά μήκος του Νείλου, αλλά και μαύρων σκλάβων διαμέσου της Σαχάρας, διευρύνθηκε και η παρουσία του αφρικανικού DNA. Έτσι, σύμφωνα με τα ευρήματα, οι σύγχρονοι Αιγύπτιοι έχουν περίπου 8% περισσότερη γενετική συγγένεια με τους υπο-σαχάριους Αφρικανούς από ό,τι είχαν οι αρχαίοι πρόγονοί τους.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η περιοχή Αμπουσίρ ελ-Μελέκ γειτνιάζει με την περιοχή του Φαγιούμ, όπου υπήρχε μεγάλη εισροή Ελλήνων και Ρωμαίων αποίκων, γι’ αυτό ήταν συνηθισμένα τα ελληνικά και λατινικά ονόματα των κατοίκων. Πολλοί ελληνικοί πάπυροι έχουν βρεθεί στην περιοχή και αρκετοί κάτοικοι εκτιμάται ότι μιλούσαν ελληνικά και αργότερα λατινικά.

Η ανάλυση του DNA από τις μούμιες δείχνει μια σχεδόν αδιάσπαστη γενετική συνέχεια μεταξύ των πληθυσμών της προ-πτολεμαϊκής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής στην περιοχή Αμπουσίρ ελ-Μελέκ.

Αυτό, κατά τους ερευνητές, πιθανώς υποδηλώνει ότι ο τοπικός πληθυσμός είχε επηρεαστεί μόνο σε περιορισμένο βαθμό από την «εισβολή» των Ελλήνων και των Ρωμαίων.

Οι ερευνητές θεωρούν πιθανό ότι το γενετικό αποτύπωμα της ελληνικής και ρωμαϊκής μετανάστευσης θα είναι πιο αισθητό στη βορειοδυτική περιοχή του Δέλτα του Νείλου και στην περιοχή του Φαγιούμ, όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι περισσότεροι ελληνικοί και ρωμαϊκοί οικισμοί. Αλλά για να αποδειχθεί αυτό, θα χρειαστεί μια άλλη γενετική έρευνα.

Πηγές: Ancient Egyptian mummy genomes suggest an increase of Sub-Saharan African ancestry in post-Roman periods, Nature Communications (2017). nature.com/articles/doi:10.1038/ncomms15694 - ΑΠΕ-ΜΠΕ