Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Δήμητρα Μήττα, «Τσίρκα και Σολωμού»

Photo: Mikhaïl Kobakhidzé

-"Γωνία Τσίρκα και Σολωμού για αεροδρόμιο".
Αεροδρόμιο. Δεν τον συνέφερε η διαδρομή. Μεγάλη εβδομάδα και ο κόσμος κυκλοφορούσε στο κέντρο της πόλης. Διπλές και τριπλές μισθώσεις θα μπορούσε να κάνει. Και με το δώρο μαζί θα μπορούσε να βγάλει χοντρό μεροκάματο. Κι ωστόσο, γουστάριζε μια βόλτα από παραλία μεριά. Ειδικά σήμερα που ο καιρός ήταν βροχερός. Εικοσιπέντε χρόνια ταξιτζής και κάθε άνοιξη με βροχή να πέφτει το μεροκάματο, γιατί προτιμούσε να τρέχει στους βρεγμένους δρόμους, με κατεβασμένη την ταμπελίτσα που έγραφε ελεύθερο και αδιαφορώντας για τα τεντωμένα χέρια στο πεζοδρόμιο.
Αεροδρόμιο. Δεν τον συνέφερε. Αλλά να πάρει ο διάβολος, ύστερα από τόσα χρόνια στην πιάτσα, μπορούσε να κάνει και τις επιλογές του. Το κέφι του. Τη βόλτα του. Την τσάρκα του. Όχι σαν τα πρώτα χρόνια που τα μάτια του είχαν αλληθωρίσει με το να κοιτάει με το ένα στο δρόμο και με το άλλο στα πεζοδρόμια για σηκωμένα χέρια. Και να είναι άνοιξη με βροχή. Αχ ... Αισθάνθηκε πασάς. Έπιασε το μικρόφωνο στο χέρι του.
-"558. Βρίσκομαι στην αρχή της Τσίρκα. Σ' ένα λεπτό φτάνω στη γωνία". 

Otto Dix, Head in the Evening, 1923.

Τον περίμενε μια κυρία. Δεν ήξερε να πει όμορφη ή όχι, γιατί το πρόσωπό της κρυβόταν από ένα πλατύγυρο μπλε καπέλο που ταίριαζε με το ναυτικό ταγιέρ, την τσάντα και το μικρό βαλιτσάκι της.
Γέμισε το ταξί του από ένα πολύ διακριτικό άρωμα. Το ρούφηξε. Όχι σαν άλλες φορές που ανέπνεε όσο γινόταν πιο λίγο, για να μην μπαίνουν στα ρουθούνια του οι βαριές μυρωδιές που φορούσαν κάποιες κυράτσες. Ή οι φτηνές χύμα κολόνιες που φορούσαν οι κοπελίτσες.  
-Καλημέρα σας.
Α, πόσο του άρεζαν οι άνθρωποι που τον χαιρετούσαν και δεν του έδιναν κατευθείαν την παραγγελιά τους, σαν να ήτανε κανένα γκαρσόνι.
-Στο αεροδρόμιο, σας παρακαλώ.
Και τράβηξε τα γυαλιά που έκρυβαν το πρόσωπό της. Σαραντάρα περίπου, πολύ καλοβαλμένη, πολύ αεράτη, πολύ σικ. Διακριτικά, ο ταξιτζής κατέβασε το καθρεφτάκι χαμηλά. Άλλοι το κάνανε, για να βλέπουν πόδια. Αυτός το έκανε για να βλέπει χέρια. Σαν να έπιανε τον άνθρωπο από τα δάχτυλα.
Δεν κατάφερε να τα φτάσει μέσα από τον καθρέφτη. Και τάχα για να δει αν είναι ελεύθερος ο δρόμος, ώστε να πιάσει την άλλη λωρίδα και να φύγει, γύρισε πίσω. Το αριστερό της χέρι σκέπαζε χαλαρά το δεξί, τα δάχτυλά της μακριά, καθόλου ταλαιπωρημένα, νύχια περιποιημένα, στρογγυλεμένα στις άκρες αλλά κοντά και όχι βαμμένα. Το χρώμα του δέρματός της άφηνε να διαγράφονται οι φλέβες, όχι μόνο να φαίνονται κάτω από το δέρμα, αλλά να ξεχωρίζουν σαν όγκοι, να ξεχωρίζουν οι κόμποι που σχηματίζονταν στα σημεία που διακλαδίζονταν. Στο μεσαίο της δάχτυλο ξεχώρισε ένα δαχτυλίδι με άσπρη πέτρα και γύρω γύρω μικρές πετρούλες που γυάλιζαν. Καθόλου εξεζητημένο, καθόλου μεγάλο. Απέπνεε και αυτό τον αέρα της λεπτότητάς της.
Άλλαξε θέση στα χέρια της. Η βέρα που φορούσε στο δεξί της χέρι γυάλισε τόσο πολύ πάνω στα πράσινα κρύσταλλα των γυαλιών του που την εξαφάνισε από τα μάτια του. Μαζί και τα δάχτυλά της. Έμεινε να ρουφάει το άρωμα.
Ξεκίνησε αργά. Σαν να μην ήταν ένα συνηθισμένο αγόι, αλλά σαν να είχε να μεταφέρει με ασφάλεια, με όσο το δυνατό λιγότερους τρανταγμούς, έναν πολύ σημαντικό άνθρωπο. Και αυτόν τον σημαντικό άνθρωπο ήθελε να τον στήσει απέναντί του και να τον κοιτάξει, να τον παρατηρήσει από πάνω ως κάτω, να τον αγγίξει, για να δει πώς είναι φτιαγμένος, να ψάξει μέσα στα μαλλιά του, για να πιάσει το κρανίο του, να αγγίξει τις φλέβες στα χέρια και να τις ακολουθήσει στη ροή τους. Τι κρίμα που δεν επιτρεπόταν να πει: "Θα ήθελα να αγγίξω τις φλέβες σας". Αυτό μόνο. Τίποτε άλλο. Και αντί γι' αυτό, να είναι υποχρεωμένος να κλέβει κομμάτια από τη φιγούρα της μέσα από τον μικρό καθρέφτη, ή ρίχνοντας ματιές στο πίσω κάθισμα, κάνοντας σαν να θέλει να δει την κίνηση πίσω του, ώστε να βγει δεξιά ή αριστερά. Προσπάθησε να ανοίξει κουβέντα, για να αποκτήσει το δικαίωμα να ρίχνει και φανερές ματιές μέσα από τον καθρέφτη, πιο παρατεταμένες.
-Πηγαίνετε ταξίδι ή πάτε να παραλάβετε κάποιον;
Το χαμόγελό της γέμισε τον καθρέφτη του.
-Ταξίδι.
-Για πού, αν επιτρέπεται;
-Σουηδία.
Οι απαντήσεις ήταν μονολεκτικές αλλά καθόλου κοφτές. Δεν φαινόταν από εκείνες που σταματάνε μια κουβέντα από φόβο μήπως ο άλλος πάρει παραπάνω θάρρος. Ή από εκείνες που κάθονται βλοσυρές, για να μην παρεξηγηθεί το χαμόγελό τους. Αυτή έπαιρνε το ρίσκο της κουβέντας και του χαμόγελού της. Καθόλου πολύ και φλύαρο, καθόλου λίγο και αγενές.
-Σύντομο θα είναι το ταξίδι σας.
Το καθρεφτάκι γέμισε από την απορία των ματιών της.
-Ορίστε;
-Λέω, σύντομο θα είναι το ταξίδι σας. Δεν έχετε πολλές αποσκευές.
-Α ... αυτό ... Είναι ήδη στο αεροδρόμιο.
Ξαναγέμισε ο καθρεφτάκος από το χαμόγελό της.

 František Kaván, Despair, 1898.

-Είναι ξέρετε η περίοδος που αρχίζουν εκεί οι λευκές νύχτες. Θα μείνω τρεις εβδομάδες. 
Λευκές νύχτες ... Κάτι του έλεγαν, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ντράπηκε να ρωτήσει. Σιώπησε χαμογελώντας, για να δείξει ότι κατάλαβε.
-Θα μπορούσατε σας παρακαλώ να κάνετε λίγο πιο γρήγορα, γιατί μου φαίνεται πως και πάλι έχω αργήσει. Τόσα ταξίδια, και ακόμη δεν έμαθα να λογαριάζω τον χρόνο που χρειάζεται για να φτάσω στο αεροδρόμιο. Πάντα είμαι εκεί την τελευταία στιγμή.
Πάτησε γκάζι. Η βροχή, που είχε αρχίσει πριν από λίγο, δυνάμωνε. Κάθε φορά που τους έπιανε το φανάρι, ακουγόταν στην οροφή του αμαξιού, σαν να βρίσκονταν σε παράγκα με λαμαρινένια στέγη. Κυνήγησε τις σκιές των άλλων αμαξιών, αλλά κάθε φορά που κατάπινε μια, βρισκόταν άλλη μπροστά του. Αν ήτανε είκοσι χρόνια νωρίτερα, θα ευχόταν να μην τελειώσουν οι σκιές, να έχει να καταπίνει σε ένα ταξίδι με άγνωστο προορισμό μαζί με αυτήν την κυρία που δεν φοβόταν να πιάσει κουβέντα. Ήταν εικοσιπέντε χρόνια αργότερα. Συγκεντρώθηκε στο τιμόνι και στη διαδρομή που τελείωνε.
-Ανοιξιάτικη η μπόρα. Είμαι σίγουρος ότι θα σας κάνει καλό καιρό για το ταξίδι σας. Τί ώρα είναι η πτήση;
Έβγαλε το εισιτήριο από την τσάντα της και το άνοιξε στην πρώτη σελίδα.
-Στη μία.
Είδε το μπλε χρώμα του εισιτηρίου, κάτι σχολίασε για την Ολυμπιακή και την ακαταστασία της και μετά βουβάθηκε. Η μυρωδιά της και η μυρωδιά της βρεγμένης γης τον ζάλιζαν.
Δώδεκα παρά τέταρτο ακριβώς την άφηνε στο αεροδρόμιο, στις αναχωρήσεις για το εξωτερικό, δίπλα ακριβώς από τη σκάλα με το υπόστεγο, για να μην βραχεί καθόλου. Αν δεν ντρεπόταν, θα έβγαινε από το αμάξι, θα της άνοιγε την πόρτα και θα της άπλωνε την ομπρέλλα, μην τυχόν και τη βρέξουν οι σταγόνες που έπεφταν στον ελάχιστο κενό χώρο ανάμεσα στο ταξί και το υπόστεγο. Τί κρίμα που ντρεπόταν.
-Καλό σας ταξίδι, κυρία μου.
Έσκυψε στην ανοιχτή πίσω πόρτα, για να τον δει.
-Ευχαριστώ πολύ. Πρώτη φορά φτάνω τόσο έγκαιρα στο αεροδρόμιο. Σας είμαι ευγνώμων. Καλημέρα σας.
Την κατάπιαν οι πόρτες που άνοιγαν αυτόματα και οι λευκές νύχτες που πήγαινε να συναντήσει.
Του κορνάρισαν από πίσω να προχωρήσει, γιατί έκλεινε την είσοδο. Ξεκίνησε.
-"Εδώ 558. Ξέρει κανείς τί είναι οι λευκές νύχτες;"
***
Frank Wootton, 'Bristol Britannia' at Heathrow Airport, c.1975.

Η κυρία κοίταξε τον πίνακα των αναχωρήσεων. Στοκχόλμη, Στοκχόλμη, Στοκχόλμη ... Α νά 'τη. Αριθμός πτήσης 960, αναχώρηση ώρα 13.00. Έβγαλε από την τσάντα της το διαβατήριο και τοποθέτησε μέσα σε αυτό το εισιτήριο. Πλησίασε το γκισέ.
-Η αναχώρηση για Στοκχόλμη θα γίνει στην ώρα της ή υπάρχει καμιά καθυστέρηση;
-Όχι κυρία μου. Οι πτήσεις εξωτερικού γίνονται στην ώρα τους. Τα προβλήματα είναι με τις πτήσεις εσωτερικού. Δώστε μου το εισιτήριό σας να σας κάνω κράτηση. Καπνίζοντες ή μη καπνίζοντες;
-Ανοίξατε κιόλας; Περιμένω τον άνδρα μου και τον γιο μου. Αργότερα. Ευχαριστώ.
-Πάντως, μπορώ να σας κρατήσω τρεις θέσεις και να τις επιβεβαιώσετε αργότερα.
-Όχι, όχι. Ευχαριστώ.
Η κυρία απομακρύνθηκε γρήγορα από το γκισέ. Δεν άκουσε το σχόλιο των δύο αεροσυνοδών.
-Τί άνθρωποι! Σε βρίζουν όταν δεν μπορείς να κάνεις αυτό που θέλουν και όταν τους εξυπηρετεις, δεν θέλουν. Ε άι στο διάβολο πια. Δεν θά έρθει η ώρα για διακοπές να ησυχάσω απ' όλα αυτά;
*****
Raphael Soyer, Cafe Scene, 1946.

Ανέβηκε στο Goodbye. Γεμάτο από κόσμο που περίμενε να φύγει, να συνοδεύσει να παραλάβει. Με κάθε καθυστέρηση ο κόσμος πολλαπλασιαζόταν. Επτά και οκτώ άτομα στριμώχνονταν γύρω από ένα τραπεζάκι που με δυσκολία χωρούσε τέσσερις. Βρήκε μια θέση σε κάποια γωνιά δίπλα ακριβώς στο τζάμι να παρακολουθεί την κίνηση των αεροπλάνων. Έβαλε το βαλιτσάκι ανάμεσα στα πόδια της, μην τυχόν και κάποιος σκύψει και το πάρει κατά λάθος αντί για τη δική του αποσκευή. Θα ήταν φυσικό με όλο αυτό το στριμωξίδι.
Πρόλαβε να σταματήσει τη σερβιτόρα που ακροβατούσε με τον γεμάτο δίσκο ανάμεσα σε πόδια, βαλίτσες, τραπεζάκια και καρέκλες.
 -Έναν καφέ, παρακαλώ. Γαλλικό. Σκέτο.

 Willem Hofhuizen, Pavement Café, 1974.

Βολεύτηκε μπροστά στον καφέ της που άχνιζε και πνίγηκε στους θορύβους του Goodbye. Ένα συνονθύλευμα ήχων που έβγαιναν από τα στόματα όλων εκείνων που συνωστίζονταν εκεί περιμένοντας. Τίποτε συγκεκριμένο, ακόμη και από αυτούς με τους οποίους μοιραζόταν το τραπεζάκι. Φθόγγοι που ανακατεύονταν με τον βόμβο των αεροπλάνων, με κάποιες νότες από μια κασέτα που έπαιζε ορχηστρικά λαϊκά κομμάτια, και με το άνοιξε - κλείσε των μεγαφώνων, με εκείνο το ντλιν ντλαν ντλον που προηγούνταν μιας ανακοίνωσης και που έκαμνε τον θόρυβο να κοπάζει και τον κόσμο να περιμένει τη φωνή να λέει κάτι για τη δική του υπόθεση, στρατός υποταγμένος στα ντλιν ντλαν ντλον των μεγαφώνων και σε μια φωνή χωρίς πρόσωπο. Και σε εκείνες τις στιγμές της αναμονής ακούγονταν δυνατότερα οι κινητήρες των αεροπλάνων και πιο καθαρά οι νότες από την κασέτα που έγραφε από έξω Greece is bouzouki, no 4. Και κάθε φορά που γινόταν μια αναγγελία, όλο αυτό το πλήθος των ταξιδιωτών, των συνοδών και αυτών που περίμεναν για να παραλάβουν ταξιδιώτες ανανεωνόταν από ένα καινούριο πλήθος που ερχόταν για την επόμενη πτήση. Τι θαυμάσιος χώρος για αποχαιρετισμούς! Ευτυχώς που η κυρία για τη Στοκχόλμη είχε κανονίσει αλλού τους δικούς της αποχαιρετισμούς και δεν θα της έμενε εκείνη η πικρή γεύση στο στόμα ότι δεν έγινε η τελευταία στιγμή όπως έπρεπε και όπως θα ήθελε.
Έβαλε επάνω στο τραπεζάκι το εισιτήριο με το διαβατήριο. Διάβασε για πολλοστή φορά τους όρους σύμβασης με την αεροπορική εταιρία. Έπιασε κουβεντούλα με έναν Εγγλέζο, κι όταν εκείνος έφυγε για το Λονδίνο του, τη συνέχισε με άλλον ταξιδιώτη, κι ύστερα με άλλον. 
"Ταξιδεύετε συχνά; Εγώ πολύ. Είμαι συνέχεια με μια βαλίτσα στο χέρι. Έχω μάθει να την ετοιμάζω γρήγορα. Ξέρω πολύ καλά τί χρειάζεται να πάρω, για να έχω όλα τα απαραίτητα χωρίς να υπάρχουν περιττά. Μου φαίνεται ότι σε λίγο θα γράψω ένα βιβλίο, οδηγό για το πώς να κάνει κανείς πιο εύκολα τα ταξίδια του. Ναι, βέβαια. Επαγγελματικοί λόγοι. Είναι τόσο σπάνιες οι προσωπικές στιγμές με τη δουλειά που έχω". Τα αγγλικά της ήτανε σε πολύ καλή κατάσταση. Και το απολάμβανε.
Ντλιν ντλαν ντλον.
-"Αναχώρηση για Στοκχόλμη, πτήση αριθμός 960. Έξοδος αριθμός 5".
Η πτήση της. Αλλά είχε λίγο καιρό ακόμη. Παρήγγειλε ακόμη έναν καφέ.
Ντλιν ντλαν ντλον.
-"Τελευταία αναγγελία για Στοκχόλμη, πτήση αριθμός 960. Έξοδος αριθμός 5".
"You 'll be late", της είπε ο τελευταίος κύριος με τον οποίο φλυάρησε λιγάκι. 
Έπρεπε να φύγει. Και μάλιστα βιαστικά, όπως έκαναν και οι άλλοι ταξιδιώτες, όταν άκουγαν για τη δική τους πτήση. Πλησίασε την έξοδο αριθμός 5. Είδε τους τελευταίους επιβάτες της πτήσης της να περνούν από τον έλεγχο και παρακολούθησε τη σκηνή με μια κυρία που χρειάστηκε να περάσει τρεις φορές από το μηχάνημα ανίχνευσης μετάλλων, μέχρι να να καταλάβουν οι υπάλληλοι ότι εκείνο που το έκαμνε να σφυρίζει δεν ήταν τα κλειδιά ή η ζώνη της αλλά το βραχιόλι.
Σήκωσε το χέρι της για να χαιρετήσει. Κίνηση απόλυτα φυσιολογική σε ένα χώρο, όπου άνθρωποι έφευγαν και έρχονταν. Κανένας δεν θα την κοιτούσε παράξενα, κανένας δεν θα τη ρωτούσε για αυτήν την κίνηση χαιρετισμού. Όπως κανένας δεν ρωτάει τους ανθρώπους στα νοσοκομεία γιατί κλαίνε. 
Η κυρία κατέβασε το χέρι της. Δεν υπήρχε πια κανένας ταξιδιώτης στην έξοδο αριθμός 5. Τελείωσε. Μπορούσε να γυρίσει πίσω. Γύρισε απότομα προς την έξοδο του αεροδρομίου, τόσο απότομα που έπεσε πάνω σε κάποιον. Της έπεσε το διαβατήριο και το εισιτήριο, κι όταν ο κύριος ευγενικά έσκυψε και τα μάζεψε, του τα άρπαξε από τα χέρια, κλείνοντας το εισιτήριο που είχε ανοίξει στην πρώτη σελίδα, εκεί που αναγράφονται η ημερομηνία και η ώρα αναχώρησης και άφιξης. Ο κύριος σταυροκοπήθηκε.
-Καλά κυρία μου. Μην κάνετε έτσι. Δεν θα σας τα πάρει κανείς.
Η κυρία κατευθύνθηκε βιαστικά προς τις πόρτες που ανοιγόκλειναν από μόνες τους. Η μπόρα είχε σταματήσει και ο ήλιος κιόλας στέγνωνε τα νερά. Τράβηξε από το κεφάλι το καπέλο που συγκρατούσε τα μαλλιά της και τα κούνησε δεξιά - αριστερά για να κατέβουν και να αποκτήσουν τη φόρμα τους. Στάθηκε στην κορυφή της σκάλας και σήκωσε το χέρι της. Το πρώτο ταξί που στεκόταν στην πιάτσα ξεκίνησε και σταμάτησε μπροστά στη σκάλα. Μπήκε.
Βολεύτηκε στο πίσω κάθισμα με όλη εκείνη την ευχαρίστηση του ανθρώπου που επιτέλους γυρνά σπίτι του.
-Γωνία Τσίρκα και Σολωμού, και κοίταξε στο καθρεφτάκι του οδηγού για να φτιάξει καλύτερα τα μαλλιά της.
Το ταξί δεν ξεκίνησε.
-Τσίρκα και Σολωμού, σας παρακαλώ.
Ο ταξιτζής γύρισε και κοίταξε την πελάτισσά του.
-Τελικά, δεν φύγατε;
Το καθρεφτάκι γέμισε από τα μάτια της. Ήταν ο ίδιος ταξιτζής που την είχε φέρει στο αεροδρόμιο. 
*****
Felix Nussbaum, Fear (Self-Portrait with his Niece Marianne), 1941.

Πώς να της εξηγήσει κι αυτός πώς είχε γίνει αυτό; Πώς να της εξηγήσει ότι τόσες ώρες, μέχρι να φύγει η πτήση για τη Στοκχόλμη, αυτός είχε μείνει εκεί, για να τη χαιρετήσει, να τη δει να φεύγει, για να μην του μείνει η ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσε να τον ξανακαλέσουν στη γωνία Τσίρκα και Σολωμού και για να μην την ψάχνει στους δρόμους της πόλης; Πώς να της εξηγήσει ότι, όταν την άφησε στο αεροδρόμιο, έφυγε κι αυτός, αλλά στα μισά του δρόμου γύρισε πίσω; Είχε γυρίσει, για να δει μιαn άγνωστη γυναίκα να φεύγει. Και για να υπολογίσει, όση ώρα στεκόταν στην ταράτσα του αεροδρομίου, ποια μέρα θα γυρνούσε. Τρεις βδομάδες δεν του είχε πει ότι θα έμενε στη Σουηδία; Ρώτησε και στις πληροφορίες κάθε πότε έχει πτήση από Στοκχόλμη και τί ώρα. Το σημείωσε στο ημερολόγιο. Σε τρεις βδομάδες από σήμερα, στις πέντε το απόγευμα θα περίμενε στο αεροδρόμι, για να την πάρει αυτός και να την πάει πίσω, γωνία Τσίρκα και Σολωμού.
Την είχε ψάξει στην αίθουσα αναμονής, αλλά δεν την είδε πουθενά. Δεν σκέφτηκε να ανεβεί στο Goodbye. Όχι ότι θα της μιλούσε. Τί να της πει άλλωστε; Αλλά νά, ... να τη δει ήθελε. Να τη βλέπει ήθελε. Κι όταν άκουσε την αναγγελία για την πτήση της Στοκχόλμης, κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα κοντά στον έλεγχο. Μα γιατί δεν την είδε να περνά; Ανέβηκε στην ταράτσα, τουλάχιστον για να δει τη φιγούρα της, αυτή την μπλε φιγούρα που τον είχε κάνει να γυρίσει πίσω, χωρίς εκείνη να το ξέρει και χωρίς να το έχει επιδιώξει. Και πάλι δεν την ξεχώρισε. Και έμεινε να κοιτάζει εκείνο το θεριό που του έπαιρνε την μπλε φιγούρα του. Τουλάχιστον αν εκείνη ήξερε ότι αυτός ήταν εκεί κάτω, ίσως να τον σκεφτόταν, και ίσως οι σκέψεις τους να ενώνονταν κάπου ανάμεσα στη γη που βρισκόταν αυτός και στον ουρανό που βρισκόταν εκείνη. Αλλά αυτή δεν μπορούσε να ξέρει ότι ο ταξιτζής της ήταν εκεί κάτω. Μα και να το ήξερε, γιατί να τον σκεφτεί; 
Ιπποκράτειο. Σταμάτησε απότομα. Πετάχτηκε επάνω, της άνοιξε την πόρτα και της πήρε το βαλιτσάκι να μην το κουβαλάει εκείνη. Αλλά καθώς το πήρε από την αγκαλιά της, το χέρι του σηκώθηκε πιο ψηλά απ' ό,τι περίμενε. Το βαλιτσάκι ήταν πολύ ελαφρύ, πιο ελαφρύ απ' ό,τι θα 'πρεπε. 
Του το άρπαξε από το χέρι.
-Ευχαριστώ πολύ. Για μια ακόμη φορά σήμερα με βοηθήσατε.
Τον ζάλισε το άρωμά της και το ελαφρύ βαλιτσάκι. Χάθηκε πάλι πίσω από σκάλες.
Έμεινε εκεί. Με κατεβασμένο το κεφάλι πάνω στο τιμόνι. Δεν είχε διάθεση να πάει πουθενά. Έμεινε εκεί, να εμποδίζει την κυκλοφορία, να ακούει απόμακρα να τον βρίζουν και να αναρωτιέται πώς ήταν δυνατό να μην την είδε να κατεβαίνει από το αεροπλάνο.
Να 'τη πάλι. Πολύ γρήγορα δεν βγήκε από το νοσοκομείο; Δεν πρέπει να είχαν περάσει ούτε τρία λεπτά. Το ήξερε καλά το Ιπποκράτειο. Ήξερε πού ήτανε η γραμματεία. Ακόμη κι αν δεν υπήρχε κανένας άλλος πριν από αυτήν στα γραφεία, πάλι δεν αρκούσαν τα τρία λεπτά για να ανεβεί, να ρωτήσει και να ξανακατεβεί. Και την αναγγελία ... δεν την είχε ακούσει καθόλου.
Χώθηκε βαθιά στο κάθισμά του, για να μην τον δει, και ακολούθησε το ταξί που η κυρία της Στοκχόλμης και του Ιπποκράτειου είχε πάρει. Μπροστά αυτή, πίσω αυτός, να αγνοεί τα σηκωμένα χέρια.
Γωνία Τσίρκα και Σολωμού. Εκεί σταμάτησε το ταξί της κι αυτός από πίσω, να φρενάρει απότομα, να πετάγεται έξω και να την προλαβαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας που βρισκόταν στη γωνία.
Την έπιασε από τα μπράτσα και την τράνταξε.
-Θα μου πεις τι συμβαίνει;
Σαν τον σύζυγο έκανε που έπιανε τη γυναίκα του με εραστή. Αλλά κι εκεινής το βλέμμα τέτοιο ήταν. Την πιάσανε. Έπρεπε να ομολογήσει.  

Elfriede Lohse-Wächtler, Paar (Lovers), 1930.

Έμεινε στα χέρια του να τρέμει από το τράνταγμά του και τον φόβο, να κοιτάζει πλάγια τους γείτονες που περνούσαν από δίπλα κοιτώντας τους αλλά χωρίς κανείς να παρεμβαίνει. Δεν ήταν δική τους δουλειά να χωρίζουν ζευγάρια που μαλώνανε. Και μάλιστα ένα ζευγάρι εραστών. Γιατί σίγουρα ήταν εραστές. Όλα το έδειχναν. Το βλέμμα της κυρίας, η απαίτηση του άνδρα, η ορθάνοιχτη πόρτα του ταξί, ο σύζυγος που είχε η κυρία και σε λίγο θα γυρνούσε από τη δουλειά του. 
Ελευθερώθηκε από τα χέρια του. Έβγαλε από την τσάντα το κλειδί της εξώπορτας, την άνοιξε και τον περίμενε να μπει μέσα. Μιλιά δεν έβγαλε όση ώρα περίμεναν το ανσασέρ, για να κατεβεί από τον τέταρτο, ούτε όσο έμειναν στο κουβούκλιο μέχρι τον έκτο όροφο της οικοδομής, ούτε όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της και τον έβαλε να καθήσει στον καναπέ του σαλονιού, δίπλα σε ένα τραπεζάκι.
Περιεργάστηκε το σπίτι της. Δεν υπήρχαν βαριά έπιπλα, από εκείνα τα ρουστίκ που του θύμιζαν μαυσωλείο. Καναπέδες σχημάτιζαν ένα γάμα και στη μέση του σαλονιού ένα τραπεζάκι τετράγωνο. Στον ένα τοίχο ακουμπούσε το έπιπλο με τους δίσκους, το πικάπ, το κασετόφωνο και ένα cd. Δίπλα η τηλεόραση. Και μια βιβλιοθήκη όπου ανακατεύονταν βιβλία με μπιμπελό. Καθαρές γραμμές στα έπιπλα, χωρίς καμπύλες και προεξοχές που πιάνουν τον χώρο. Ζεστό σπίτι, με μιαν αμεσότητα που τον έκαμνε να αισθάνεται ότι όλα εκεί μέσα ήταν προς χρήση και όχι για επίδειξη. Ότι θα μπορούσε να καθήσει όπου θέλει, χωρίς να σκεφτεί ότι τσαλακώνει κάτι. ότι θα μπορούσε να ψάξει τους δίσκους για να βρει κάτι που τον ενδιαφέρει, να καθήσει μπροστά στη βιβλιοθήκη και να χαζέψει. Του άρεσε η ελαφριά σκόνη που είδε πάνω στα έπιπλα και το μισοάδειο φλυτσάνι του καφέ δίπλα στο πικάπ. Του άρεσε που είδε μια ζακέτα πεταμένη σε μια πολυθρόνα και ένα βιβλίο ανοιγμένο και γυρισμένο ανάποδα. Του άρεσαν όλα αυτά που έδειχναν ότι στο σπίτι αυτό οι άνθρωποι κινούνταν. Όχι όπως στο δικό του σπίτι που κυνηγούσαν τις σκόνες και σιδέρωναν τις μπιτζάμες, μέχρι να κάνουν μια σπαθάτη τσάκιση στη μέση σαν να ήταν το καλό του παντελόνι.

 Magnus Zeller, Loving Couple, 1919.

Κοίταξε για φωτογραφίες. Την είδε την μπλε φιγούρα του σε οικογενειακές στάσεις. Γύρισε τα μάτια του αλλού. Στις μύτες των παπουτσιών του. Γι' αυτό και είδε μόνο τα χέρια της που άφηναν το εισιτήριο της Ολυμπιακής και το διαβατήριό της πάνω στο τραπεζάκι, δίπλα ακριβώς στη φωτογραφία που την έδειχνε στην αγκαλιά ενός άνδρα.
Τον άφησε πάλι μόνο να μελετήσει τα χαρτιά που του έβαλε μπροστά του. Κωνσταντίνα Δημητρίου. Αυτό το όνομα διάβασε στην τρίτη σελίδα του εισιτηρίου.  Και ύστερα ... Κατεύθυνση από Αθήνα προς Θεσσαλονίκη. Αθήνα - Θεσσαλονίκη ... Και η Στοκχόλμη; Ημερομηνία έκδοσης 16 Μαΐου 1992 ... 1992. Μα τώρα ήτανε 1995. Άνοιξε το διαβατήριο. Διάβασε φωναχτά μέσα από τα δόντια του:
-"Κωνσταντίνα Δημητρίου, σύζυγος Αλέξανδρου Δημητρίου".
Ο θύρυβος από το βήμα του πνίγηκε στο χαλί αλλά η πόρτα του σαλονιού που έκλεισε πίσω του τού φάνηκε σαν να ακούστηκε σε όλο το κτίριο. Αλλά αυτό ήθελε. Και να μάθει τί παιχνίδι του έπαιζε. Η ερωμένη του. Ο άνθρωπος που γνώρισε πριν από λίγες ώρες και δεν ήταν σίγουρος αν ήξερε το αληθινό της όνομα. Ο δικός του άνθρωπος. Άνοιξε απότομα την πόρτα που εκείνη είχε κλείσει πίσω της λίγο πριν και τη βρήκε σκυμμένη πάνω στο διπλό κρεβάτι να αδειάζει το σακ βουαγιάζ από εφημερίδες. Αυτές λοιπόν το κρατούσαν ντούρο κι γι' αυτό ήταν τόσο ελαφρύ. Δεν του έρριξε ούτε μια ματιά. Συνέχισε τη δουλειά της. Έβαλε τη βαλίτσα μέσα στην ντουλάπα. Και καθώς βούρτσιζε το ταγιέρ της, του είπε:
-Λες η Ολυμπιακή να αλλάξει τα εισιτήριά της;
Σήκωσε τους ώμους.
-Έ ... πρέπει να το περιμένω ότι κάποια στιγμή θα γίνει. Έτσι δεν είναι; Και τότε θα αχρηστευτεί το εισιτήριό μου. 

Παύλος Σάμιος, Φεύγω πάλι.

Κρέμασε το ταγιέρ στην ντουλάπα και έκλεισε καλά την πόρτα της. Έπρεπε να το προστατέψει αυτό το ταγιέρ όσο περισσότερο μπορούσε. Γιατί, ποιος ξέρει; Μπορεί η Ολυμπιακή για χρόνια να μην άλλαζε τα εισιτήριά της. Και με το ίδιο αυτό εισιτήριο, το εισιτήριο που είχε βγει με κατεύθυνση τη Θεσσαλονίκη και με ληγμένη εδώ και πολύ καιρό την ημερομηνία, με αυτό το ίδιο θα μπορούσε να κάνει όσα ταξίδια ήθελε, όπου ήθελε, όποτε το ήθελε. Και όταν έβγαλε διαβατήριο, τότε τα ταξίδια της έπαψαν να έχουν όρια. Το μπλε εισιτήριο την πήγαινε παντού. 

Δήμητρα Μήττα. Από τη σειρά διηγημάτων «Γραμματοσειρές και Φωτογράμματα». Θεσσαλονίκη: University Studio Press 1998.