Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Ο «πατριάρχης» του καμουφλάζ. Early camouflage found in fossil stick insect, scientists say

Αριστερά στην εικόνα είναι το απολίθωμα του πανάρχαιου εντόμου και δεξιά απολίθωμα των φύλλων του φυτού το οποίο αποτελούσε το «μοντέλο» για το καμουφλάζ του εντόμου. The lovely stick insect Cretophasmomima melanogramma looked a lot like a ginkgo leaf. Credit: (Béthoux (L), F. Jacques (R)/National Museum of Natural History in Paris/ )

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανακάλυψη έκανε διεθνής ομάδα επιστημόνων στην Κίνα. Οι ερευνητές εντόπισαν τα απολιθώματα ενός εντόμου ηλικίας 126 εκ. ετών που, όπως φαίνεται, είχε την ικανότητα να καμουφλάρεται για να αποφεύγει τους εχθρούς του. Το έντομο έπαιρνε την όψη ενός φυτού για να τους μπερδεύει.

Το καμουφλάζ

This is a reconstruction of stick insects Cretophasmomima melanogramma and a prehistoric rodent among gymnosperm plant Membranifolia admirabilis. Image credit: Wang M et al.

Το έντομο ονομάστηκε Cretophasmomima melanogramma και εντοπίστηκε σε πετρώματα στην περιοχή Λιαονίνγκ στη νοτιοανατολική Κίνα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το έντομο έμοιαζε πολύ με το φύλλο ενός φυτού που υπήρχε την ίδια περίοδο στην ίδια περιοχή. Όταν το έντομο βρισκόταν σε θέση ανάπαυσης γινόταν ολόιδιο με τα φύλλα του φυτού που ονομάζεται Membranifolia admirabilis.

The new fossil find shows an ancient relative of this modern leaf-mimicking stick insect. (Photo: Ratchapol Yindeesuk/Shutterstock)

Το C melanogramma είναι μακρινός συγγενής μιας μεγάλης σημερινής τάξης εντόμων που ονομάζονται Φασματώδη ή φάσματα (Phasmatodea). Υπάρχουν περισσότερα από 3.200 είδη εντόμων αυτής της τάξης, το όνομα της οποίας προέρχεται από την ελληνική λέξη «φάντασμα», ακριβώς επειδή αυτά τα έντομα έχουν την ικανότητα να καμουφλάρονται και κυριολεκτικά να...  εξαφανίζονται όταν το επιθυμούν.

Three specimens of Cretophasmomima melanogramma. Image credit: Wang M et al.

To C.melanogramma είναι το αρχαιότερο έντομο της συγκεκριμένης τάξης που χρησιμοποιούσε τεχνικές καμουφλάζ. Η ανακάλυψη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «PLoS ONE».

Μυθοπλασίες της Ρωμιοσύνης και κατασκευή συνειδήσεων

Peter von Hess, Palicar troops, Athens, 1829. «Γελιούνται όσοι πιστεύουν, πως το πλάσιμο του μύθου γίνεται, όταν με τα χρόνια ξεχαστούν πρόσωπα και γεγονότα, όταν θαμπώσουν οι εντυπώσεις. Την πραγματικότητα δεν την αποδομεί η λήθη,  την αποδομεί ο μύθος εκτοπίζοντάς την». Αλέξης Πολίτης

Η «νεοελληνική μυθολογία» του λαϊκού ή ορθότερα ίσως του αγροτικού πολιτισμού των χρόνων της Τουρκοκρατίας, δεν έχει αποτελέσει έως σήμερα αντικείμενο μιας συστηματικής και συνολικής παρουσίασης. Σε κάποιο βαθμό όμως, έχει καταγραφεί ένα σημαντικό μέρος της σε πολλές επιμέρους μελέτες. 

Το 1821 δεν είχε αναπτυχθεί ακόμα καμία εθνική συνείδηση. Η εθνική συνείδηση επιβλήθηκε εκ των  υστέρων (μέσω της υποχρεωτικής εκπαίδευσης) σε όσους εγκλωβίστηκαν στα όρια του νεοσυσταθέντος κράτους. Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Με το ζόρι έλληνες!

Η δική μου παρέμβαση θα επικεντρώσει όμως, αλλού το ενδιαφέρον της, σε πιο σύγχρονες «μυθολογίες», που έχουν να κάνουν κυρίως με τη συγκρότηση της νεοελληνικής εθνικής συνείδησης και της γενικότερης αυτοσυνείδησης των νεοελλήνων.

Ary Scheffer, Οι Σουλιώτισσες, 1827. Μουσείο του Λούβρου. The Souliot Women, Les femmes souliotes, titre intégral Les femmes souliotes, voyant leurs maris défaits par les troupes d'Ali, pacha de Janina, décident de se jeter du haut des rochers, huile sur toile, Paris, Musée du Louvre. Οι σουλιώτες ήταν χριστιανοί αλβανοί (αρβανίτες), που μιλούσαν αλβανικά. (Διαβάστε σχετικά στο γ΄μέρος του άρθρου της «Ελεύθερης Έρευνας»:Από τον Σπάτα και τον Τατόη, στο Χαλάνδρι και τη Λούτσα...). Το χορό του Ζαλόγγου δεν τον περιγράφει κανένας ιστορικός, παρά μόνον κάποιοι περιηγητές, που απλά κατέγραφαν τους προφορικούς θρύλους της Ρωμιοσύνης. Ακόμα και αλήθεια να είναι όμως, τα γεγονότα του Ζαλόγγου δεν έχουν καμία σχέση με κάποιο δήθεν εθνικό αγώνα. Οι σουλιώτες ήταν ληστές, που λυμαίνονταν τις περιοχές ληστεύοντας αδιακρίτως χριστιανούς και οθωμανούς, ενώ πουλούσαν προστασία -όπως η σημερινή μαφία- στους μπέηδες και τους αγάδες, που τους πλήρωναν. Ο Αλή Πασάς επιχειρώντας να αποκαταστήσει την τάξη στην περιοχή συγκρούστηκε μαζί τους. Τα γεγονότα του Ζαλόγγου έλαβαν χώρα το 1803, δηλαδή δυο δεκαετίες σχεδόν πριν το ’21. Ουσιαστικά δηλαδή, αφορούσαν στις προσπάθειες του Αλή να πατάξει την αλβανική μαφία και δεν είχαν σχέση με κάποιο δήθεν εθνικό ξεσηκωμό, όπως ωρύονται οι αδαείς ελληναράδες στις μέρες μας. Παρόμοιες προσπάθειες είχε κάνει εξ άλλου κι ο μητροπολίτης Ιωαννίνων δυο χρόνια πριν, το 1801, ο οποίος χαρακτηρίζει μάλιστα στην αφοριστική εγκύκλιό του τους σουλιώτες ως κακούργους. Αυτό δεν αναφέρεται όμως, στα σχολικά βιβλία και το αγνοούν οι σημερινοί ρωμιοί: «Ωμίλησα και σας εσυμβούλευσα πνευματικώς και πατρικώς να τραβήξετε χέρι από τους σουλιώτας, να μη τους δίδετε καμμίαν βοήθειαν, ούτε εις τον τόπον σας να τους δέχησθε, επειδή είναι κακούργοι και φερμανλίδες (= επικηρυγμένοι) από το δοβλέτι, και όποιος δέχεται τοιούτους κακούργους πίπτει και αυτός εις την ιδίαν οργήν του υψηλού δοβλετίου και εις το τέλος αφανίζεται από το πρόσωπον της γης». Κακούργοι ήταν κι οι υπόλοιποι κλέφτες και αρματολοί. Στην πλειοψηφία τους αλβανοί, που πουλούσαν προστασία ο καθένας στον τόπο, που έλεγχε. Ο διοικητής του Μοριά, Οσμάν πασάς, στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει αυτούς τους ληστοσυμμορίτες, που λήστευαν αδιακρίτως κι εξ αιτίας τους υπέφεραν τόσο οι οθωμανοί όσο και οι χριστιανοί, ζήτησε από την Υψηλή Πύλη την έκδοση αφοριστικού διατάγματος σε βάρος τους. Ο αφορισμός του πατριάρχη έφτασε στην Πελοπόννησο το 1806 μαζί με ένα σουλτανικό διάταγμα, που πρόσταζε τον τοπικό πληθυσμό να μην προσφέρει καταφύγιο στους κλέφτες, να μην τους χορηγεί τρόφιμα, να διακόψει κάθε σχέση μαζί τους, να τους καταδίδει στις τούρκικες αρχές και να ενισχύει τον οθωμανικό στρατό, όταν οργάνωνε επιχειρήσεις εναντίον τους. (Βλ.: Οι πατριαρχικοί αφορισμοί Μπουμπουλίνας, αρματολών, «κακούργων» σουλιωτών κ.λπ.). Έτσι, με τη συνδρομή της Εκκλησίας και όλων των προκρίτων του Μοριά, κάθε χωριό έγινε και μια θανάσιμη παγίδα για τους κλέφτες. Οθωμανοί και ρωμιοί έστηναν από κοινού ενέδρες, τους συλλάμβαναν και τους οδηγούσαν σιδεροδέσμιους στις οθωμανικές αρχές. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια. Τα υπόλοιπα είναι φληναφήματα για τις σχολικές γιορτές...

Προσπερνώντας κάποια θέματα, που είναι περισσότερο ή λιγότερο γνωστά (όπως οι μύθοι του Κρυφού Σχολειού, της πεντακοσιόχρονης, δήθεν, ζωής της Μεγάλης Ιδέας, του χορού του Ζαλόγγου, που με έχουν απασχολήσει, όπως και άλλους, σε παλαιότερες μελέτες), επισημαίνω κάποιες μυθοποιήσεις μικρότερης σημασίας (την ελληνοποίηση των ονομάτων, κάποιες λιγότερο γνωστές ιστορίες, όπως η υποτιθέμενη διαφυγή του πατρός Ανδρούτσου διά μέσου της Πελοποννήσου το 1792) και προσπαθώ να εντοπίσω τους κοινωνικούς λόγους, που μεταμορφώνουν ένα ατομικό ψεύδος σε συλλογικό μύθο. 

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, “Ο Χορός του Ζαλόγγου. Οι Σουλιόταις να μην υποκίψουν εις τον ζυγόν του Αλή πασα απεφάσισαν οι γυναίκες αυτών να ανέβου εις τους βράχους του Ζαλόγγου εκυμάτισαν κύκλο χορόν και εγκρεμίζοντο  από τους βράχους του Ζαλόγγου εις τον Αχέρωντα ποταμόν του Σουλίου το 1808. οι δε άνδρες έπεσαν μαχόμενοι. Έργον Θεοφίλου Γ. Χ. Μιχαήλ 1929″. Μουσείο Θεόφιλου, Βαρειά Μυτιλήνης.

Το τελικό μου παράδειγμα είναι κάποιες μυθοποιήσεις σχετικές με τη γλώσσα.

Καλικάντζαροι, νεράιδες κ.λπ. κ.λπ.

Σκίτσο του Νικόλαου Πολίτη από περιοδικό του 1889.

Στα 1871 τυπώθηκε στην Αθήνα ένα μικρού σχήματος βιβλιαράκι: «Μελέτη επί του βίου των νεοτέρων ελλήνων. Νεοελληνική μυθολογία», Τόμος Α’, μέρος πρώτον, υπό Ν. Γ. Πολίτου. Τρία χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε και το δεύτερο μέρος. Δεύτερος τόμος δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Στο βιβλίο ετούτο περιγράφονται ποικίλες παραδόσεις των αγροτικών κυρίως πληθυσμών, δεισιδαιμονίες, πεποιθήσεις για τα φυσικά ή και για υπερφυσικά φαινόμενα: οι λάμιες, οι στρίγγλες, ο Χάρος, ο Κάτω Κόσμος, οι καλικάντζαροι, οι νεράιδες, άλλα στοιχειά - ό,τι τέλος πάντων πιστεύει ο ελληνικός λαός. Απογράφεται, μ’ άλλα λόγια, η νεοελληνική μυθολογία ή, πιο σωστά, γίνεται μια πρώτη, ελλιπής μάλιστα απογραφή, επειδή, όπως είπαμε, το βιβλιαράκι δεν ολοκληρώθηκε.

Παρόμοια συνθετική προσπάθεια δεν ξαναεπιχειρήθηκε ως τις μέρες μας. Επί μέρους μελέτες για τον Χάρο, για τις νεράιδες ή για τους βρικόλακες έχουμε, βέβαια, καταγραφές τοπικών παραδόσεων, επίσης - και πολυάριθμες. Αλλά κανείς δεν δοκίμασε να περιγράψει τον συνολικό κόσμο της φαντασίας του ελληνικού λαού ή έστω μιας στενότερης περιοχής, της Κρήτης, της Μάνης, ίσως επειδή είναι πολύ κοπιώδης και περίπλοκη υπόθεση, ίσως επειδή ο κόσμος της φαντασίας, ακόμα κι ενός ανθρώπου, δύσκολα καταγράφεται - είναι αρκετά χαοτικός κι απέραντος στην κυριολεξία.

Όλες αυτές οι ποικίλες πεποιθήσεις άλλωστε, δεν είναι ούτε σταθερές ούτε καν ομοιότροπες. Ο ίδιος άνθρωπος, που τη μια στιγμή πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή, την άλλη μοιρολογεί το νεκρό του με τραγούδια, που αρνούνται την ανάσταση, και πιστεύει ταυτόχρονα στους βρικόλακες, που η χριστιανική θρησκεία δεν παραδέχεται την ύπαρξή τους, όπως πιστεύει και στον Κάτω Κόσμο των παραμυθιών, όπου και ζωή υπάρχει, όπως και δρόμος για τον Απάνω Κόσμο.

Πρόκειται βέβαια, για αντιλήψεις, που προφανώς γεννήθηκαν σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Η συμβίωση όμως, τεσσάρων αλληλοσυγκρουόμενων μεταξύ τους πεποιθήσεων φαίνεται παράδοξη. Προσωπικά, πιστεύω, ότι ο μηχανισμός, που τους επιτρέπει να συνυπάρχουν στο ανθρώπινο μυαλό είναι, ότι καθεμία εκφράζεται σε διαφορετικό κώδικα: έμμετρος λόγος, έντεχνη, αλλά πεζή αφήγηση, προφορική μυθολογία, τελετουργίες.

Έτσι, άλλος είναι ο κόσμος των τραγουδιών, άλλος των παραμυθιών, άλλος των παραδόσεων, άλλος της θεϊκής πίστης. Ακριβώς όπως εύκολα αποδεχόμαστε μιαν απίθανη ιστορία, όταν πρόκειται για όπερα ή για μπαλέτο, θα μας φαινόταν ωστόσο, αταίριαστη και απαράδεκτη σ’ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. (Τις απόψεις αυτές τις έχω αναλυτικότερα υποστηρίξει στο άρθρο μου «Τα επάλληλα πολιτισμικά στρώματα», «Το μυθολογικό κενό», Αθήνα 2000, 84-92).

Οπωσδήποτε μπορεί να συνθέσει κανείς ένα μοντέλο, ένα νοητό σχήμα, το οποίο δεν είναι ανάγκη να έχει καθολική εφαρμογή, και να προχωρήσει σε μια αναλυτική παρουσίαση είτε των πίστεων του ελληνικού λαού είτε ενός μερικότερου θέματος.

Ο Γκυ Σωνιέ γεννήθηκε στη Μασσαλία το 1934. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Σορβόννη. Διετέλεσε ερευνητής του γαλλικού Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών και αλλοδαπός καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το 1984 είναι καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας και διευθυντής του Νεοελληνικού Ινστιτούτου της Σορβόννης (Paris IV). Ασχολείται με τα δημοτικά τραγούδια, για τα οποία έχει δημοσιεύσει μέχρι τώρα τρία βιβλία και πολλά άρθρα. Στον τομέα της γραπτής λογοτεχνίας ασχολείται με τον Παπαδιαμάντη, με τη Μέλπω Αξιώτη και τον Νίκο Καββαδία. Τον Εμπειρίκο τον έχει διδάξει στη Σορβόννη επί δυόμισι έτη. Με το ψευδώνυμο Μισέλ Σωνιέ έχει μεταφράσει στα γαλλικά την "Αργώ" του Εμπειρίκου, τον "Τελευταίο πειρασμό" και την "Αναφορά στον Γκρέκο" του Νίκου Καζαντζάκη, τη "Φόνισσα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τη "Βάρδια" του Ν. Καββαδία, τους "Κεκαρμένους" του Νίκου Κάσδαγλη, τα "Στοιχεία για τη δεκαετία του εξήντα" του Θανάση Βαλτινού, διάφορα κείμενα του Γ. Τσαρούχη, κ.ά. Από τις εκδόσεις "Άγρα" κυκλοφορούν στα ελληνικά τα βιβλία του: "Ανδρέας Εμπειρίκος: μυθολογία και ποιητική", 2001, "Εωσφόρος και άβυσσος: ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη", 2002, "'Ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό...' Έρευνα στον μυθικό κόσμο του Νίκου Καββαδία", 2004, και "Οι μεταμορφώσεις της Κάδμως: έρευνα στο έργο της Μέλπως Αξιώτη", 2005.

Το έχει κάνει για ένα τέτοιο θέμα, και μόνο για τα δημοτικά τραγούδια ένας γάλλος μελετητής, ο Γκυ Σωνιέ, που έγραψε ένα βιβλίο, σπουδαίο κατά την άποψή μου: «”Αδικία”. Το Κακό και το Άδικο στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια» (Guy Saunier, Adikia. Le mal et l’injustice dans la pensée).

Και το υλικό για να κατανοήσουμε, εν μέρει τουλάχιστον, τι δηλοί και με ποιους τρόπους εκφράζεται η πίστη σε κάποια υπερφυσικά όντα, αγαθοποιά ή κακοποιά –νεράιδες, καλικάτζαροι, στρίγγλες, κ.λπ.– υπάρχει, όποιος θέλει λοιπόν, μπορεί να δοκιμάσει να εισχωρήσει στη νεοελληνική μυθολογία, ακριβώς, όπως μπορεί να το κάνει και για την αρχαία μυθολογία. Εννοείται, ότι για να έχει η εργασία αυτή την ιδεατή πληρότητα, θα πρέπει να περιλάβει και τις θρησκευτικής προέλευσης πρακτικές: βάφτιση, γάμο, κηδείες, εκκλησιαστικές λειτουργίες και τα παρόμοια.

Εθνικοθρησκευτικές μυθοπλασίες

Ο Ανδρέας Λόντος εξολοθρεύει περί την Βοστίτσαν διά λοιμού 5000 εχθρών. Peter Von Hess. Είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος σήμερα, ότι ο ελλαδικός χώρος κάποτε, φιλοξενούσε ένα μεγάλο πληθυσμό οθωμανών. Ζούσαν σε μικρές κοινότητες. Αγρότες, έμποροι, κρατικοί υπάλληλοι και οι οικογένειές τους δεν είχαν γνωρίσει άλλη πατρίδα για εκατοντάδες χρόνια. Μετά την άνοιξη τού 1821 τα ίχνη τους χάθηκαν. Δεκάδες χιλιάδες τούρκοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά σκοτώθηκαν μέσα σε μερικές βδομάδες. Σε αυτό το σημείο βρίσκεται ένας ακόμα μύθος του ΄21. Ότι οι σφαγές κατά των αμάχων ήταν αποκλειστικά έργο των οθωμανών. Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Τους έφαγε το... φεγγάρι!

Δεν θέλω όμως, να επικεντρώσω σ’ αυτούς τους χώρους το ενδιαφέρον μου. Γιατί πέρα από την αγροτική, ας την πούμε έτσι, μυθολογία, που εκφράζεται με παραδοσιακούς τρόπους, δηλαδή προφορικά, και βέβαια χάνεται μέρα με τη μέρα, υπάρχει και μια αστική μυθολογία του γραπτού πολιτισμού, πολύ πιο πρόσφατη.

Nikolaos Gyzis, Το κρυφό σχολειό, The underground school, ελαιογραφία, 1885/86. Κρυφό Σχολειό: Ένας από τους πλέον γνωστούς και διαδεδομένους μύθους του΄21. Δεν χρειάζονταν βέβαια, κρυφά σχολεία, γιατί υπήρχαν πολλά φανερά, των οποίων τη λειτουργία ουδέποτε παρεμπόδισε η σουλτανική εξουσία - το αντίθετο μάλιστα. Καμία απαγόρευση σχολείου από την οθωμανική εξουσία δεν έχει επισημανθεί. Αντίθετα, το πατριαρχείο ήταν εκείνο, που έκλεινε σχολεία - όσα τουλάχιστον ήταν στη σφαίρα επιρροής του Κοραή. Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Η διαιώνιση της ιστορικής απάτης του «κρυφού σχολειού» και Η Ιερά Εξέταση του Γρηγορίου Ε΄.

Πρόκειται για ιστορικούς μύθους: το Κρυφό Σχολειό, ο χορός του Ζαλόγγου,  (σ.σ. βλ. Το καρναβάλι των αφιονισμένων), οι Κλέφτες της Τουρκοκρατίας - εννοώ τον μύθο των αγαθών κλεφτών, τύπου Ρομπέν των Δασών– (βλ. Τυχοδιώκτες και μαχαιροφόροι), η Μεγάλη Ιδέα –κι εδώ εννοώ την υποτιθέμενη πεντακοσιόχρονη ύπαρξή της, από το 1453– (βλ. Πλαστός ο «Θρήνος της Άλωσης») ή άλλους, μικρότερης σημασίας ή λιγότερο διαδεδομένους, όπως λόγου χάρη, ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί κατοίκησαν τις ορεινές περιοχές, επειδή οι τούρκοι κατεδίωξαν τους χριστιανούς προς τους άγονους τόπους ή ότι η αγροτική - αντιφορολογική  εξέγερση του Διονύσιου Σκυλόσοφου στις αρχές του 17ου αιώνα είχε εθνικο-απελευθερωτικό στόχο ή ότι ο Καρυωτάκης ήταν ένας αριστερά προσανατολισμένος ποιητής ή ακόμα και πολύ μικρούς, οικογενειακούς μύθους.

Προσωπικές μυθοπλασίες

Peter von Hess, Ο Ανδρέας Μιαούλης στο πλοίο "Κως", Andreas Miaoulis on board of "Kos", 1824. Βαυαροί ζωγράφοι με την ενθάρρυνση του αρχαιολάτρη Λουδοβίκου Α΄, πατέρα του Όθωνα, ταξιδεύουν στην Ελλάδα, εμπνέονται από το κλασικό  παρελθόν της και την απεικονίζουν σύμφωνα με τις ρομαντικές τάσεις της εποχής. Σε έναν από τους ζωγράφους, τον Peter von Hess, ο Λουδοβίκος θα αναθέσει μια πιο ειδική αποστολή: Να απεικονίσει τους ήρωες του ’21. Είναι μέχρι σήμερα, οι πιο γνωστές εξιδανικευμένες εικόνες, που έχουμε για αυτούς.

Όταν, λόγου χάρη, ένας κύριος Ομέρογλου από την Καππαδοκία μεταναστεύει στη Σμύρνη και αλλάζει το όνομά του σε Ομηρόλης αρχικά, σε Ομηρίδης κατόπιν, δημιουργεί έναν μικρό προσωπικό μύθο.

Το ίδιο κάνει ένας οποιοσδήποτε Καλλέργης ή Γαβαλάς ή Λίτινας ή Βλαστός, όταν δηλώνει με υπερηφάνεια, πως κατάγεται, πάππου προς πάππου, από τους βυζαντινούς άρχοντες, που εξορίστηκαν κάποτε στην Κρήτη -ξεχνώντας, πως πολύ συχνά οι επιστάτες των κτημάτων ονομάζονταν από τους συγχωριανούς τους με το όνομα τού άρχοντα- ή το πιο απλό και αθώο, ένας κάποιος Βακαλόπουλος ή Βογιατζίδης, που άλλαξε το αρχικό μπ σε βήτα, ώστε να αποσυνδεθεί από το μπακάλικο τού παππού του ή τον μπογιατζή πατέρα του.

Το κείμενο του Αγαθάγγελου 

Προτού προχωρήσουμε θα πρέπει να προλάβω την πιθανή ένστασή σας: καλά, άλλο το ψέμα, η συνειδητή αλλαγή του ονόματος ή ό,τι άλλο κι άλλο ο μύθος, που καλοπροαίρετα, δίχως καμία διάθεση να εξαπατήσουμε, τον πιστεύουμε λίγο ή πολύ.

Ίσως αν αναζητήσουμε την αρχική γένεση κάθε μυθοπλασίας, να διαπιστώσουμε, πως κάποιες έχουν τη ρίζα τους σε πονηρές κατασκευές - η Σύνταξη του Αγαθάγγελου προφανώς, οφείλεται σε κάποιο επιτελείο της ρωσικής προπαγάνδας στα χρόνια των διαδόχων τού Μεγάλου Πέτρου: ένα κείμενο προφητικό, κρυπτικό στο νόημά του, που άρχισε να διαδίδεται στον ελληνικό χώρο λίγο μετά τα 1750, στην αρχή με χειρόγραφα, από το τέλος του 18ου αιώνα και τυπωμένο. 

Portrait of Alexander the Great, published by Rigas Velestinlis with the Carte de Grèce. 1797.

Ποιο ακριβώς ήταν το νόημα του κειμένου δεν είναι σαφές, τουλάχιστον για εμένα,  αλλά αυτό, που έχει ενδιαφέρον είναι, πως πολύ γρήγορα το κείμενο αυτονομήθηκε. Στα 1791 το τυπώνει ο Ρήγας ο Βελεστινλής, δηλαδή ένας οπαδός του Διαφωτισμού, του καθαρού λογισμού και της επαναστατικής δράσης. Θα σκέφτηκε προφανώς, ότι άλλοι πείθονται να εξεγερθούν με τη λογική κι άλλοι χρειάζονται πιο θολά, αλλά και πιο βαθειά κίνητρα.

Το προφητικό αυτό βιβλιαράκι συνέχισε τον δρόμο του και τυπωνόταν σ’ όλον τον 19ο αιώνα. Στην εξέγερση του Λιτόχωρου στον Όλυμπο του 1878 ένας από τους αρχηγούς το κουβαλούσε πάντα μαζί του. Πολύ αργότερα, στα χρόνια της γερμανικής κατοχής κάποιος άλλος γύρναγε στα διάφορα σπίτια στη Δράμα και προέβλεπε την ήττα του Άξονα διαβάζοντας κι ερμηνεύοντας μια έκδοση του Αγαθάγγελου. Έτσι κέρδιζε το φτωχικό του μεσημεριανό ο καημένος.

Περνώντας από το σπίτι ενός φίλου μου, που τότε ήταν μαθητής στην πρώτη γυμνασίου ή κάτι τέτοιο, ο νεαρός πήρε τον Αγαθάγγελο στα χέρια και παρατήρησε, πως πουθενά το βιβλίο δεν έγραφε τίποτα σχετικά με τους γερμανούς ή την Κατοχή. «Δεν μπορείτε να τα καταλάβετε εσείς οι γραμματισμένοι, αυτά», ήταν η απάντηση, «είναι πράγματα θεοτικά, του Θεού, δεν σας τα μαθαίνουν στο σχολείο». Ίσως ο ίδιος να ήξερε, ότι κορόιδευε, οι ακροατές του όμως, όχι – ή το ήξεραν, μα τους βόλευε να το πιστεύουν.

(Η πληροφορία από τον φιλόλογο και παλαιογράφο Βασίλη Άτσαλο. Για τις σχέσεις του συντάκτη του Αγαθάγγελου με τους προπαγανδιστές του Μεγάλου Πέτρου βλ. Ν. Γ. Σβορώνος, «Η ελληνική παροικία της Μινόρκας», Mélanges Octave et Melpo Merlier, ΙΙ, Αθήνα 1956, 331-333. Για την έκδοση του Ρήγα βλ. Φίλιππος Ηλιού, «Προσθήκες στην ελληνική βιβλιογραφία», Α΄, Αθήνα 1973, 311-313).

Οθωμανική γκραβούρα που απεικονίζει την πρακτική του παιδομαζώματος. Devşirme or (en) devshirmeh (bloodtax) was a system of taking every fifth child from occupied areas under the Ottoman empire. 16th century. Süleymannâme, Istanbul, Topkapi Palace Museum - Taken from the English wikipedia. Tο παιδομάζωμα ήταν ένα πρωτότυπο σύστημα στρατολόγησης, το οποίο μετέτρεπε νεαρούς μη μουσουλμάνους σε μια προνομιακή κοινωνική ομάδα. Αν διαβάσει κανείς σε τί ανέσεις ζούσαν οι γενίτσαροι (χωρίς να χάνουν τη μαχητική τους ικανότητα) και πόσο άθλια ζούσε ο απλός ραγιάς, τότε θα καταλάβει, γιατί οι χριστιανοί ρωμιοί εκλιπαρούσαν τους πασάδες να πάρουν τα παιδιά τους γενίτσαρους. Και μόνο το γεγονός, πως υπήρχαν μουσουλμάνοι, που προσποιούνταν τον χριστιανό, για να τους πάρουν γενίτσαρους, λέει πολλά. Με τον καιρό μάλιστα, δημιουργήθηκε στα ανώτερα στρώματα της οθωμανικής κοινωνίας αντιπάθεια στο παιδομάζωμα, γιατί τα χριστιανόπαιδα, όχι μόνον κατατάσσονταν στο στρατό, αλλά όταν μεγάλωναν έπαιρναν σπουδαίες θέσεις στο παλάτι. Έτσι, οι μπέηδες και πολλοί πασάδες άρχισαν να μισούν τη νέα αυτή αριστοκρατία, που προερχόταν από ρωμιούς. Γι’ αυτό έγιναν στάσεις και οργανώθηκαν συνωμοσίες, ώσπου ο Μουράτ ο Δ΄ (1623-1640) κατάργησε το παιδομάζωμα.

Πολλοί άνθρωποι ισχυρίζονται, πως όσα αφηγούνται για τους δράκους, τους καλικαντζάρους, τις εικόνες, που δακρύζουν ή τους ιπτάμενους δίσκους, είναι απολύτως πραγματικά, ορισμένοι μάλιστα τα έχουν κιόλας δει, ή έστω, ακούσει. Σε ποιο βαθμό πρόκειται για ψεύδος, σε ποιο για αυθυποβολή, είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς - όταν μάλιστα είναι φιλόλογος και ιστορικός, δεν το επιχειρεί καν, καθώς από την οπτική γωνία του ιστορικού δεν μας ενδιαφέρει τόσο ο ατομικός πομπός όσο ο κοινωνικός δέκτης.

Ένα ψέμα του Κολοκοτρώνη

Dionysios Tsokos, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Theodore Kolokotronis, 1853. Λάδι σε μουσαμά.

Λίγο πριν τα 1840, ο Κολοκοτρώνης διηγιόταν, πως όταν στα 1792, ο πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου, νικημένος μαζί με τον Λάμπρο Κατσώνη, αναγκάστηκε να διασχίσει την Πελοπόννησο για να σωθεί, «τον εσυντρόφευσα έως εις την Κόρινθο» - από τη Μάνη, που βρισκόταν ο Αντρούτσος. Αλήθεια, ψέμα, ή μύθος;

Η θεά Τύχη θέλησε να μας αφήσει αρκετά στοιχεία, για να φανταστούμε το πλάσιμο και τα επάλληλα μεταπλάσματα αυτής της ιστορίας. Δύο ελληνικής καταγωγής πράκτορες της Γαλλίας αναζητούσαν το 1798 ποιες πιθανότητες υπήρχαν να βρει ερείσματα και στη Μάνη η επίθεση του Βοναπάρτη στην Αίγυπτο. Έστειλαν, όπως συχνά συμβαίνει, φουσκωμένες αναφορές στο Παρίσι, που τις αγνόησε - παράλληλα όμως, έγραψαν κι ένα περιηγητικό κείμενο, που κέρδισε κάποια φήμη.

Εκεί, προκειμένου να καταδείξουν την ελληνική ανδρεία, περιέγραψαν και τη διαφυγή του Αντρούτσου, που σαν τους Μύριους του Ξενοφώντα κατόρθωσε να περάσει διά πυρός και σιδήρου και να φτάσει στους γενέθλιους τόπους. Φυσικά, αυτήν την ιστορία μπορεί να μην την έβγαλαν από το κεφάλι τους οι πράκτορες, οι χωρικοί είναι πάντα έτοιμοι ν’ αφηγηθούν υπερβολές, ιδίως, όταν βλέπουν τους μορφωμένους ακροατές τους τόσο πρόθυμους να τις χάψουν.

Το βέβαιο είναι, ότι οι αφηγήσεις αυτές κυκλοφόρησαν στην Ευρώπη το 1800, οι φιλέλληνες ενθουσιάστηκαν, οι έλληνες επίσης. Καινούριες αφηγήσεις προέκυψαν, κάποιοι ντόπιοι φαντάστηκαν, ότι ο δικός τους καπετάνιος, ο περίφημος Ζαχαριάς, ήταν εκείνος, που βοήθησε τον Αντρούτσο να διαφύγει, και ο καθένας ήθελε να προσθέσει τις δικές του λεπτομέρειες. Άλλος για καταπληκτικές μάχες, άλλος για το πώς ο Αντρούτσος έφτασε ως το Αίγιο, απ’ όπου μπάρκαρε σε βάρκες για τη Ρούμελη - ε, κι ο Κολοκοτρώνης προτίμησε να τον διασώσει μέσω του Ισθμού της Κορίνθου, που θα του φάνηκε πιο ταιριαστό δρομολόγιο.

Ώσπου, ένας καλοκάγαθος και φιλέρευνος ερασιτέχνης ανακάλυψε στα βενετικά αρχεία τις ανακρίσεις των επτανησιακών αρχών: ο Αντρούτσος δεν είχε βάλει το πόδι του καν στον Μοριά. Μετά την καταστροφή στη Μάνη βρήκε ένα μικρό καΐκι, και γύρω-γύρω από τη θάλασσα έφτασε έως την Ιθάκη, όπου τον συνέλαβε η βενετσιάνικη εξουσία, τον ανέκρινε, και τελικά τον παρέδωσε στους τούρκους. Αυτά τα μάθαμε μόλις στα 1959. (Μια συνοπτική παρουσίαση των εκδοχών βλ. στο άρθρο μου «Καταγραφές προφορικής ιστορίας», 1824. (Κλέφτες και αρματολοί)», «Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού», «Η Επανάσταση του 1821. Μελέτες στη Μνήμη της Δέσποινας Κατηφόρη», Αθήνα 1994, 49-51).

  Θ. Κολοκοτρώνης. Έγχρωμη λιθογραφία. Giovanni Boggi.
 
Ποιος έφτιαξε τον μύθο από το ψέμα; Ο ίδιος ο Γέρος του Μοριά, κανένας δικός του, κανένας τρίτος; Το ζήτημα είναι, ότι η νεοελληνική κοινωνία τον πίστευε για εκατόν δέκα χρόνια ως ατράνταχτη αλήθεια -για να μην πω, πως τον πιστεύει ακόμα- τον δίδαξε στα σχολεία για να παραδειγματιστούν οι νέοι, όπως και τόσους άλλους. Αλλά γιατί έπιασε ο μύθος; Επειδή βέβαια, τον είπαν οι Κολοκοτρωναίοι, είτε κάποιοι απόγονοι του Ζαχαριά - αν τον έλεγε ο δικός μου ο παππούς για τον εαυτό του, ή ο δικός σας, το ψέμα θα γύριζε πάνω-του, όπως κάθε κάλπικος παράς.

Αποδοχή μυθοπλασιών κάθε είδους

Theodoros Vryzakis, La sortie de Missolonghi (détail), 1830. Για την καταστροφή του Μεσολογγίου κύρια υπεύθυνη ήταν πρωτίστως η Ρωμιοσύνη, παρά το δακρύβρεκτο τρόπο, που παρουσιάζεται το γεγονός στα βιβλία μας. Η σφαγή του Μεσολογγίου θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Η προσωρινή κυβέρνηση στο Ναύπλιο γνώριζε μήνες το τι γινόταν στο Μεσολόγγι. Όχι μόνο υπήρχαν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να αποφευχθεί η σφαγή, αλλά είχαν γίνει και συγκεκριμένες εισηγήσεις, για συντονισμένη πολεμική δράση με σκοπό τη σωτηρία του. Κλειδί αποτελούσε ο στόλος. Όμως, οι υδραίοι (αρβανίτες) ναυτικοί αρνήθηκαν να βοηθήσουν το Μεσολόγγι αν δεν πληρώνονταν και η κυβέρνηση αδυνατούσε να ανταποκριθεί. Τέσσερις μήνες πριν την πτώση, η κυβέρνηση είχε κάνει μια τελευταία προσπάθεια να συλλέξει τα απαραίτητα χρήματα. Στις 24 Δεκεμβρίου του 1825, ψήφισε την εκποίηση πρώην τούρκικων τσιφλικιών (εθνικών κτημάτων, όπως είχαν μετονομαστεί), με στόχο να συγκεντρώσει τέσσερα εκατομμύρια γρόσια, αλλά η εφαρμογή του νόμου εξελίχθηκε σε σκάνδαλο. Καθώς προέβλεπε την αγορά όχι μόνο με μετρητά, αλλά και με ομολογίες, άρχισαν οι καταχρήσεις, οι κερδοσκοπίες και οι απάτες. Μέσα σε λίγους μήνες, οι πιο ισχυροί από τους προεστούς της Πελοποννήσου απόκτησαν κτήματα και ολόκληρα χωριά, χωρίς να μπει τίποτε στα εθνικό ταμείο. Το σκάνδαλο με την εκποίηση των τσιφλικιών ήταν η τελευταία χαμένη ευκαιρία για τη σωτηρία του Μεσολογγίου.

Το γνήσιο λοιπόν, του μύθου, του όποιου μύθου, το δημιουργεί η αποδοχή. Αυτονόητα πράγματα, φυσικά. Η δουλειά του ιστορικού είναι να αναλύσει σε όσο γίνεται μικρότερες ενότητες τα στοιχεία, που προκαλούν, διευκολύνουν και πολλαπλασιάζουν την αποδοχή. Κι από εκεί αρχίζει η δουλειά του - να πω φιλόσοφου, να πω ψυχαναλυτή; ας πω καλύτερα του κάθε λογικού ανθρώπου, που θέλει να καταλάβει, γιατί το άλφα ψέμα ρίζωσε κι έγινε μύθος, το βήτα ξεχάστηκε ή θάμπωσε με τον καιρό, ή πάλι, αντικαταστάθηκε από έναν διαφορετικό μύθο.

Ναι, η συνολική παγκόσμια ιστορία είναι ένας τεράστιος πίνακας κατάσπαρτος με μικρότερες ή μεγαλύτερες μυθοπλασίες κάθε είδους, άλλες σταθερές κι άλλες εναλλασσόμενες διαρκώς, και πως η δουλειά των ιστορικών δεν είναι, παρά η προσπάθεια κατανόησης του πώς και του γιατί - φυσικά, επιμερισμένη σε περιοχές και περιόδους.

Ο μύθος της «εθνικής» υπεροχής

Οι εθνικοθρησκευτικοί μύθοι κατασκευάζονται στα σχολεία. Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Ο μύθος της διατήρησης των «εθνικών» χαρακτηριστικών του ελληνικού έθνους.

Έως τώρα αναφέρθηκα σε μύθους, που σχετίζονται με την εθνική υπεροχή της φυλής ή που αναδεικνύουν την αδιάσπαστη συνέχειά της από μια εποχή, η οποία έχει υψηλή αξιοδότηση από την παγκόσμια κοινότητα, δηλαδή την κλασική αρχαιότητα ως τις μέρες μας.

Ο 19ος και ο 20ός αιώνας στάθηκαν παραγωγικοί σε τέτοιους μύθους, και φυσικά δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το γιατί: ξεκινώντας την αυτόνομη κρατική του υπόσταση στα 1830, ο ελληνισμός βρέθηκε σε πολύ δύσκολη, αντικειμενικά, θέση: στενά εθνικά όρια, που έφταναν μόλις ως τη Λαμία στα βόρεια και την Αμοργό στα ανατολικά, επικίνδυνοι αντίπαλοι εθνικισμοί, τούρκικος, αλβανικός, βουλγάρικος, αυτός κυρίως, κοινωνική και οικονομική οργάνωση πολύ χαμηλή σε σχέση με τα πρότυπα της Ευρώπης, με γλωσσικές ομάδες, που διόλου δεν αποδείκνυαν την εθνική συνέχεια -αλβανόφωνοι μέσα κι έξω από τα σύνορα, βλαχόφωνοι, σλαβόφωνοι στο βορρά, τουρκόφωνοι στη Μικρασία-, έβλεπε ταυτόχρονα το κυριότερό του όπλο, την ένδοξη εθνική καταγωγή να αμφισβητείται έντονα.

Οι εθνικές εξεγέρσεις αποτύχαιναν, η απόσταση από το ευρωπαϊκό πρότυπο έμοιαζε πότε-πότε να μεγαλώνει, η Αγγλία και η Γαλλία αντί να πιέζουν τους τούρκους τους ενίσχυσαν, οι ρώσοι μας εγκατέλειψαν και προτίμησαν τους βούλγαρους.

Ε, τους εκδικηθήκαμε όλους αυτούς ή μάλλον εκδικηθήκαμε την αντικειμενική πραγματικότητα φτιάχνοντας μιαν απείρως ωραιότερη, υποκειμενική όμως, δηλαδή ελληνοκεντρική.

Καθόλου δεν φαντάζομαι, ότι αυτή η τάση μυθοποίησης της πραγματικότητας χαρακτηρίζει εμάς τους έλληνες κι όχι τους άγγλους, τους γάλλους, τους βούλγαρους ή τους κινέζους. Απλώς μονάχα την ελληνική περίπτωση γνωρίζω, και μου χρησιμεύει ως παράδειγμα για την ανθρώπινη κοινωνία, ώστε να συλλάβω και να εννοήσω ετούτη τη διαρκή πάλη ανάμεσα στην πανανθρώπινη ανάγκη για αντισταθμιστικούς μηχανισμούς και την αποδοχή της πραγματικότητας. Δεν ξέρω αν έχω δίκιο, αλλά στα μάτια μου αυτή η πάλη προκύπτει από τη σύγκρουση του υποκειμένου, του εγώ, με τα αντικείμενα, τα πράγματα. Το «εγώ» βέβαια, το εννοώ στην ευρύτητά του - από το άτομο στην οικογένεια, την ομάδα, το έθνος, τη θρησκεία: το δικό μας και το ξένο.

Μυθοπλασίες για τη γλώσσα μας

Τρεις πρωτοπόροι του δημοτικισμού που υπέφεραν από την πατριδοκαπηλία. Από αριστερά, ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ο Γεώργιος Σκληρός και ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης στην Ιένα το 1907.

Ίσως η στάση, που κρατάμε εμείς οι νεοέλληνες απέναντι στο εκφραστικό μας όργανο, τη γλώσσα, να καθρεφτίζει καθαρότερα από καθετί τις εθνικές μας φαντασιώσεις υπεροχής και την υπολανθάνουσα φοβία, που μας δημιουργεί το ξένο. Δεν αναφέρομαι στην απλοϊκή πίστη, πως η γλώσσα μας διαθέτει έμφυτες αρετές -πλαστικότητα, εκφραστικότητα, πλούτο κ.λπ.-, επειδή τέτοιου είδους ιδέες, αν και ολότελα εγωιστικές (με την έννοια, που δώσαμε στο εγώ, της υποκειμενικότητας δηλαδή), είναι λίγο-πολύ αναμενόμενες σε κάθε γλωσσικό σύνολο: απλώς όλοι αποδίδουν στο εθνικό τους ιδίωμα τις ιδιότητες της κάθε γλώσσας.

Όμως, εμείς οι νεοέλληνες κρατάμε μια εξαιρετικά ιδιότυπη σχέση με τη γλώσσα, που πολύ θα μ’ ενδιέφερε να μάθω αν έχει επιχειρηθεί να αναλυθεί και ψυχαναλυτικά: τη σεβόμαστε και την τιμούμε υπέρμετρα, περηφανευόμαστε ιδιαίτερα για την αρχαιότητά της, τη θεωρούμε κάτι σαν κιβωτό, που διέσωσε το «είναι μας», την ελληνικότητά της. Μ’ άλλα λόγια αντιστρέφουμε την πραγματικότητα -επειδή οι πληθυσμοί διασώζουν και αναπαράγουν μια γλώσσα- όμως η αντιστροφή της πραγματικότητας ακριβώς δεν είναι ένας από τους ορισμούς της ιδεολογίας;

«Αυτά, που λέτε, δεν είναι ελληνικά», έλεγε ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης -δηλαδή ένας κατεξοχήν πραγματιστής άνθρωπος- στον νεαρό τότε Κ. Θ. Δημαρά. –«Και εγώ, που τα λέω, τι είμαι κύριε Τριανταφυλλίδη;", απαντούσε ο τελευταίος. Λίγο να ψάξουμε στη μνήμη μας, λίγο ν’ ανασκαλέψουμε τις εμπειρίες μας θα βεβαιωθούμε, πως κοινωνικά και ιστορικά το δίκιο ήταν με το μέρος του Τριανταφυλλίδη - εννοώ, πως οι περισσότεροι συμπατριώτες μας και τότε -ας πούμε αρχόμενη δεκαετία τού 1920- και τώρα, και παλιότερα, θα συμφωνούσαν μαζί του.

Το επίθετο «ανελλήνιστος» πολλοί το χρησιμοποιούν ακόμα αντί του αγράμματος, και δεν είναι δυστυχώς καθόλου λίγοι εκείνοι, που πιστεύουν με τα σωστά τους, πως αν τα παιδιά μας μάθουν να αντικαθιστούν σε όλες τις εγκλίσεις το δεύτερο ενικό ενός ρήματος ή μάθουν μερικούς ακόμα αόριστους δεύτερους και υπεσυντέλικους ανωμάλων ρημάτων θα αποκτήσουν περισσότερες εκφραστικές ικανότητες. Αλλά κι ανάμεσα σ’ εκείνους, που -με το δίκιο τους, θαρρώ- κοροϊδεύουν ετούτες τις αστόχαστες ακρότητες, δεν είναι μετρημένοι στα δάχτυλα όσοι πιστεύουν, πως και το μονοτονικό, αλλά και κάθε ορθογραφική απλοποίηση «καταστρέφει κι άλλο τη γλώσσα».

Ότι άλλο οι εκφραστικές δυνατότητες ενός ατόμου κι άλλο ο τρόπος σήμανσης των φωνημάτων στο χαρτί, ότι τα σωστό και το λάθος το ορίζει απλώς η συνήθεια, ότι η γνώση του αρχαίου τυπικού διόλου δεν μας διευκολύνει στη χρήση του προφορικού ή του γραπτού λόγου, ετούτα όλα δεν είναι θέμα ούτε των φιλολόγων-ιστορικών ούτε βέβαια των ψυχαναλυτών, παρά των γλωσσολόγων, οι οποίοι έχουν διατυπώσει οριστικές απαντήσεις - τουλάχιστον οι σώφρονες. Αλλά εμείς, εννοώ πολλοί από εμάς, και μάλιστα άνθρωποι, που κατέχουν καίριες διευθυντικές θέσεις στο πολιτικό και εκπαιδευτικό στερέωμα, και που μερικοί τους είναι και κομμάτι λογικοί στα υπόλοιπα, επιμένουμε.

Η απάντηση βέβαια, βρίσκεται στην ιδεολογία ή απλώς στην ψευδή συνείδηση. Θέλουμε δηλαδή, να παίζει ρόλο η γλώσσα και το θέλουμε, γιατί πιστεύουμε, πως εδώ εμείς οι φτωχοί και άδικα περιθωριοποιημένοι νεοέλληνες υπερτερούμε - «τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική». Θεωρούμε, ότι η τρισχιλιετής παρουσία της ελληνικής αποτελεί προσόν, ένδειξη ανωτερότητας κι αποκρύβουμε συστηματικά, ότι ένα μεγάλο ποσοστό από τους σημερινούς ελληνόφωνους εκφραζόταν έως πριν δυο-τρεις γενιές σε κάποια άλλη γλώσσα (βλάχικα, αρβανίτικα, βουλγάρικα, τούρκικα), αποκρύβουμε το ίδιο συστηματικά, ότι το ιστορικό βάρος, που απέκτησαν τα ελληνικά στον αρχαίο και τον μεσαιωνικό κόσμο -και στα Βαλκάνια έως τα 1850 περίπου- στάθηκαν τελικά μια τροχοπέδη για γενεές γενεών - εβδομήντα και πλέον γενιές δεν διδάχθηκαν τη μητρική τους γλώσσα, όταν πήγαιναν σχολείο, παρά μια τεχνητή, με την οποία ελάχιστοι κατόρθωσαν να εκφραστούν ικανοποιητικά.

Ξεχνάμε θεληματικά, ότι μπορεί να μας ενοχλούν οι μεταφράσεις του Παπαδιαμάντη και του Ροΐδη, ακριβώς, όπως εκατό χρόνια πριν ενοχλούσαν οι μεταφράσεις του Ευριπίδη και του Ομήρου, αλλά πως δεν υπάρχει γάλλος δεκαοχτώ χρονών, που να συναντά γλωσσικές δυσκολίες στην ανάγνωση του Μπαλζάκ ή του Σταντάλ. Ξεχνάμε επίσης, ότι η απίστευτη πολυτυπία, που μας κληροδότησε αυτή η περίπλοκη γλωσσική μας ιστορία -μπορούμε να λέμε και «του Όμηρου» και «του Ομήρου», και «απόκτησαν» και «απέκτησαν», σωστά και τα δύο- δεν συνιστά πλούτο της γλώσσας, παρά περιπλοκή, δυσκολίες στην εκμάθηση, λοιπόν και στην έκφραση.

Ναι, όπως ξεχνάμε, ότι οι χρήστες της δημοτικής θεωρούσαν ξύλινη και ξενότροπη την καθαρεύουσα και οι υποστηριχτές της τελευταίας χυδαία και γεμάτη ξενικούς όρους τη δημοτική - όμως και οι πρώτοι και οι δεύτεροι προχωρούσαν σ’ ένα βήμα αφαίρεσης και έφταναν στην ενιαία «ελληνική» με την αδιάσπαστη συνέχεια και με τη συνακόλουθη φαντασίωση της εθνικής υπεροχής. Το ότι το βήμα αυτό της αφαίρεσης δεν σημαίνει τίποτ’ άλλο παρά την αφαίρεση  της πραγματικότητας δεν φαίνεται να μας απασχόλησε.

Πολίτης Αλέξης. Ο κ. Αλέξης Πολίτης σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και στο Παρίσι. Τα χρόνια 1976-1989 εργάστηκε στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Ε.Ι.Ε.. Σήμερα, είναι καθηγητής στον Τομέα Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του πανεπιστημίου Κρήτης. Alexis Politis. Professor Division of Byzantine and Modern Greek Philology.



Κωστής Παπαγιώργης. Kostis Papagiorgis

Kostis Papagiorgis (7 November 1947 – 21 March 2014) was a Greek essayist, columnist and translator of philosophical studies. A teacher's son, he was born on November 7, 1947 in Neochori, Ypati and lived in Kymi (1951–1960), Chalandri, Thessaloníki (1966–1967) and Paris (1969–1975). He attended law school in Thessaloníki and philosophy in Paris, without, however, having completed his studies. He began writing and translating in the latter half of the 1970s, while at the same time working in publishing. He published the theoretical magazine "Chora". He is began writing essays in 1987. In 2002 he was honored with the Sate Literary Award (Greece's most prestigious literary award) for his work "Kanellos Delegiannis". He spent the last years of his life in Athens with his wife Rania Stathopoulou and wrote for the Greek free press magazine LIFO.

«Ουσιαστικά δεν έχουμε καμία δυνατότητα να αλλάξουμε στο παραμικρό το σώμα μας. Το αποδεχόμαστε όπως είναι, όσο κι αν οι εγχειρήσεις, οι παρεμβάσεις των αισθητικών, οι ατυχίες της ζωής ενδέχεται να αφήσουν ανεξάλειπτα ίχνη. Ισχύει με άλλα λόγια ένα αόρατο συμβόλαιο ανάμεσα στη συνείδησή μας και στη σαρκική ύπαρξη που αποδεικνύεται μοίρα, ιδιωτικό πεπρωμένο και γρίφος αμετάθετος. Άλλωστε πρόκειται για ένα περικαλλές συγκρότημα που ταχέως μπολιάζει τον ψυχισμό, συνταυτίζεται μαζί του καταλήγοντας άθροισμα άνευ προθέσεως.» … έγραφε ο Κωστής Παπαγιώργης, στο δοκίμιό του Ο εαυτός στο πρώτο τεύχος του Νέου Πλανόδιου που αφιερώνεται στον ίδιο.

Ο Κωστής Παπαγιώργης, μια από τις πλέον σημαίνουσες και ευγενείς μορφές των ελληνικών γραμμάτων, έφυγε από τη ζωή το βράδυ της Παρασκευής, «έπειτα από αιφνίδια και σοβαρή περιπέτεια της υγείας του» όπως ανακοίνωσαν το Σάββατο οι εκδόσεις Καστανιώτη. Διανοούμενος με σκέψη πρωτότυπη και ύφος ξεχωριστό, συγγραφέας και μεταφραστής, ο Κωστής Παπαγιώργης υπήρξε περίπτωση μοναχική και ταυτόχρονα μοναδική στη λογοτεχνική σκηνή.

Ανήκε στο είδος των δοκιμιογράφων, των essayistes, δηλαδή των δημιουργικά απείθαρχων συγγραφέων, που στοχάζονται, καταπιάνονται και γράφουν, συχνότατα με τρόπο βιωματικό και εξομολογητικό, για ποικίλα θέματα του σώματος, της ψυχής, της τέχνης, της ιστορίας, χωρίς να βαραίνει στον λόγο τους το άγχος της εξειδίκευσης.

... Κάθε γνήσιο μεθύσι καταλήγει σε πλήρη κατάπτωση, σε γκρέμισμα, σαν μικρός θάνατος. Γι' αυτό η επιστροφή στο σπίτι - δεν αρμόζει να μεθάμε σπίτι μας - αποτελεί πάντα μια μικρή περιπέτεια. Ας σεβόμαστε αυτά τα κουφάρια που κατορθώνουν να βαδίζουν. Όποιος κι αν είναι ο δρόμος μας, εκείνοι είναι πρόδρομοι. Ο μεθυσμένος δε γυρεύει πια τίποτα. Άλλη μια φορά έπαιξε, κέρδισε τα πάντα και φυσικά τα έχασε. Είναι τέκνο της απώλειας σαν όλα τα αδέλφια του που αποφεύγουν να το μάθουν. Θα παραδοθεί σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα αδιαφορώντας για έμψυχα και άψυχα. Ecce homo: μια πέτρα αμέθυστου, όπου ένα ασώματο χέρι σκαλίζει τραυλά τη μορφή της μάνας του. Αν ο μεθυσμένος ξυπνήσει, ξυπνάει πάντα σαν πλατωνική φράση: "πάνυ χαλεπώς έχω υπό του χθες πότου και δέομαι αναψυχής τινός. Ματαίως... (Από τον πρόλογο της έκδοσης)

Αρχίζοντας από το «Περί μέθης» (1987), μια εξιστόρηση και βίωση της μέθης, που τόσο αγαπήθηκε, αν και είχε προηγηθεί το «Σωκράτης, Ο νομοθέτης που αυτοκτονεί» (1978), μια πολιτική ανάγνωση του πλατωνικού έργου, ο Κωστής Παπαγιώργης μας οδήγησε στον κόσμο της ζήλιας και της ζηλοτυπίας (Ίμερος και κλινοπάλη), της καθημερινής μεταφοράς (Λάδια ξίδια), της μισανθρωπίας και των ανθρωπίνων σχέσεων (Η κόκκινη αλεπού/ Οι ξυλοδαρμοί), των νεκρών (Ζώντες και τεθνεώτες), της ανθρώπινης ουσίας (Σιαμαία και ετεροθαλή), των αρνητικών παθών και των ολόψυχων αφοσιώσεων (Μυστικά της συμπάθειας), της αγοραφοβίας (Σύνδρομο αγοραφοβίας).

Συνέθεσε, μεταξύ άλλων, ακόμη δύο πολύ προσωπικά πορτρέτα, του Παπαδιαμάντη (Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ) και του Ντοστογιέφσκι, σκιτσάρισε το πρόσωπο του φίλου του συγγραφέα Χρήστου Βακαλόπουλου που χάθηκε πρόωρα (Γειά σου, Ασημάκη) και περιέγραψε τον ομηρικό πολεμιστή και τις αξίες του, που γεννιούνται πάντα μέσα στον κίνδυνο και στον πόλεμο (Η ομηρική μάχη).

Το δέκατο τέταρτο βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη υπό τον τίτλο «Κανέλλος Δεληγιάννης» απέσπασε το 2002 το Κρατικό Βραβείο Χρονικού Μαρτυρίας . Σε αυτό το πρώτο μέρος της τριλογίας του για το 1821 - ακολούθησαν «Τα καπάκια: Βαρνακιώτης, Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος» (2003) και ο «Εμμανουήλ Ξάνθος» (2005) - ο συγγραφέας, κρατά μια στάση άρνησης και συμπάθειας απέναντι στον κοτζαμπάση της Γορτυνίας.

Στηρίχθηκε στα απομνημονεύματα του προκρίτου για να δείξει πώς μια τουρκόφρων τάξη προκρίτων της Πελοποννήσου γίνεται επαναστατική, μέσα από ποιες φατριαστικές και εμφύλιες διαμάχες και πώς στο τέλος απογοητεύεται βλέποντας τους «ξένους», τους «φερέοικους», τους δευτεροκλασάτους, τους ξεβράκωτους κλέφτες, να αποκτούν την εξουσία στο μικρό ελληνικό κράτος.

«Ο μεθυσμένος, όπως παρατήρησε ο Ντοστογιέφκσι, δεν πίνει για να ξεχάσει, απεναντίας πίνει για να θυμηθεί. Δραματοποιεί το παρόν δεξιωνόμενος το παρελθόν εν βρασμώ καρδίας. Ακατάπαυτη ιδεόρροια, σάμπως να φέρει μέσα του τα σπλάχνα δέκα ανθρώπων, δεξιοτεχνία στους δραματικούς αναχρονισμούς, μπουφόνος κατά ευτυχή σύμπτωση και οδυνόμενος κατ’ ανάγκη, παριστάνει τον σωσία του εαυτού του που επανήλθε αψηφώντας τον χρόνο. Σε αυτές τις στιγμές παρατηρούμε ότι δεν νοείται ανάκληση χωρίς δραματικό νόημα. Είτε στο σπίτι του έχασε στα χαρτιά, είτε δεν άντεξε κάποτε μια προσβολή, ο μεθυσμένος αντιδρά σαν έμπειρος υποκριτής, παίζει θέατρο όχι μόνο για να θεατριστεί μπροστά στα (πάντα απαραίτητα) μάτια των άλλων, αλλά κυρίως για να θυμηθεί την αλήθεια του εαυτού του που λανθάνει μισοναυαγισμένη.» [Περί μνήμης σ. 80]

«Θα μπορούσα να γράφω ένα βιβλίο χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, τα θέματα δεν μου λείπουν ούτε και η διάθεση. Αυτό που με σταμάτησε ήταν το μάταιο της όλης υπόθεσης: αν είχα κάτι να πω το εξέφρασα λίγο πολύ σε καμιά εικοσαριά βιβλιαράκια που ευτυχώς διαβάστηκαν και έτσι έδιωξαν από πάνω μου τη σκιά του αδικημένου. Γιατί να συνεχίζω;» διερωτήθηκε ο Κωστής Παπαγιώργης σε μια συνομιλία του με τη συντακτική ομάδα του περιοδικού «Νέο Πλανόδιον» που έγινε στο σπίτι του τον Ιούνιο του 2013 και της οποίας δημοσιεύονται αποσπάσματα στο πρώτο τεύχος.

Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου (όπως ήταν το πραγματικό του όνομα) γεννήθηκε το 1947 στο Νεοχώρι Υπάτης του νομού Φθιώτιδoς όπου υπηρετούσε ο πατέρας του ως δημοδιδάσκαλος. Από το 1951 ως το 1960 έζησε στην Παραλία Κύμης. Το 1966 μετέβη στη Θεσσαλονίκη για νομικές σπουδές όπου και παρέμεινε για έναν χρόνο ώσπου την εγκατέλειψε λόγω της χούντας. Το 1969 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για να σπουδάσει κλασική και σύγχρονη φιλοσοφία.

Εκεί παρακολούθησε επί διετία μαθήματα φιλοσοφίας στο Βενσέν (με τους Ντελέζ, Λυοτάρ, Σατελέ), τα οποία στη συνέχεια εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στην αυτοδιδαχή. Δεν ολοκλήρωσε τελικά ούτε τις σπουδές νομικής ούτε της φιλοσοφίας. Παρά ταύτα «η παθολογική σχεδόν προσήλωση στην ανάγνωση τον οδήγησε συγκυριακά στην εμπορία βιβλίων· κατόπιν, με την επάνοδο στην Αθήνα, στη μετάφραση φιλοσοφικών έργων για βιοποριστικούς καθαρά λόγους και, όψιμα, στη συγγραφή εξομολογητικών εν πολλοίς δοκιμίων».

Στην Ελλάδα επέστρεψε οριστικά μετά το 1975 και επιδόθηκε με αξιοζήλευτη δεινότητα στη μετάφραση του έργου σημαντικών φιλοσόφων και διανοητών (Πασκάλ, Κίρκεγκωρ, Λεβινάς, Σαρτρ, Φουκώ, Ντεριντά και Ρικέρ μεταξύ των άλλων) όπως επίσης στη συγγραφή δοκιμίων «που αγαπήθηκαν και διαβάστηκαν από χιλιάδες αναγνώστες για την πρωτοτυπία των θεμάτων τους (μέθη, ζηλοτυπία, μισανθρωπία, φιλία, φόβος, μνησικακία, θάνατος κ.ά.), για την περίτεχνη γλώσσα και για το ιδιαίτερο ύφος: όλα χαρίσματα ενός μεγάλου σύγχρονου λογίου που διέθετε γνήσια λαϊκή εκφραστικότητα, τόσο στην επαφή του με τους ανθρώπους όσο και στα γραπτά του».

Εξέδωσε το θεωρητικό περιοδικό «Χώρα» και συνεργάστηκε με πλήθος περιοδικών (Αθηνόραμα, Αντί, Το Δέντρο κ.ά) και εφημερίδων (παλαιότερα στην Απογευματινή και πιο πρόσφατα στον Επενδυτή). Ήταν παντρεμένος με την Ράνια Σταθοπούλου.

James Abbott McNeil, Nocturne, 1870-1877

«Πάντα μέσα από ένα διάτρητο παρόν, ο θάνατος πλήττει το μέλλον, όχι το παρελθόν. Ο νεκρός έζησε, αλλά δεν μπορεί να ξαναζήσει, ούτε να αλλάξει κάτι από τα όσα ήδη έχουν παρέλθει. Η ορφάνια του βίου του είναι ότι, ενώ άλλοτε συμπορευόταν με τη ζωή, ακολουθούσε τις καμπές του χρόνου, είχε την ελευθερία να αναμορφώνει κατά βούληση το νόημα του παρελθόντος, τώρα —νικημένη σκιά καθώς είναι— μένει αμέτοχος. Σαν αδέσποτη μνήμη, η ζωή του παραδίδεται στους άλλους ενώ το μέλλον του ξεριζώνεται τελεσίδικα. Κάθε άνθρωπος χωρίς μέλλον, ήτοι κάθε νεκρός, αποκεφαλίζεται, καταντάει ιστορία στα χείλη των άλλων, αφορμή για ατελεύτητες δηώσεις και παρεξηγήσεις. Υπάρχει ένας άταφος βιωμένος χρόνος που κληροδοτείται εξ ολοκλήρου ή εξ αδιαιρέτου στους επιζώντες. Το απισχνασμένο κορμί μπορεί να σφαλίστηκε στο μνήμα, αλλά τα πεπραγμένα του βιωμένου χρόνου δεν περιχωρούνται. Είναι απεριχώρητα. Σβήνουν και ανάβουν με το ρυθμό που σβήνουν και ανάβουν τα ίχνη κάθε αδέσποτης ζωής».

(απόσπασμα από τους «Ζώντες και τεθνεώτες»)

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ