Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Κάμα Σούτρα: Ο ινδικός ηλιακός έρωτας. Kâma-sûtra: L'érotisme solaire de l'Inde

Το Κάμα-σούτρα ή Το Εγχειρίδιο του Έρωτα είναι διάσημο σε όλο τον κόσμο, αλλά παραμένει ταυτόχρονα βαθιά παραγνωρισμένο· ελάχιστοι το έχουν διαβάσει ολόκληρο. Είναι ελάχιστες οι πλήρεις μεταφράσεις του κειμένου, και μάλιστα απευθείας από τα σανσκριτικά. Η μοναδικότητά του έγκειται στο γεγονός ότι πραγματεύεται το θέμα της σεξουαλικής απόλαυσης χωρίς την παραμικρή συστολή ή ντροπή. The Kama Sutra is an ancient Indian text which is considered the primary Sanskrit work on human sexuality. It was written by Mallanaga Vatsyayana in the 2nd century CE. This is one of the first systematic studies of human sexual behavior in world literature. It also documents the sociology of sex in India eighteen centuries ago.

Πέρα από την ερωτική ανάπτυξη υποθετικών και μυστηριωδών απολαύσεων, το Κάμα-σούτρα αποτελεί, με εντυπωσιακό τρόπο, ένα ασύγκριτο κείμενο πολιτισμού.

Ο πουριτανισμός, η θρησκευτικότητα και ο λανθάνων μυστικισμός που επικρατούν στη σύγχρονη Ινδία δεν υπάρχουν στην κοινωνία που περιγράφει ο Βατσυαγιάνα (περ. 2ος - 5ος αι.) και οι πρόδρομοί του. Ο Βατσυαγιάνα ήταν ένας Βραχμάνος, σπουδαίος άνθρωπος των γραμμάτων σε μια εποχή πολιτιστικού αναβρασμού. Η ερωτική τέχνη, που την θεωρούσαν ως μία επιστήμη που συνδεόταν με τη θρησκευτική παράδοση, αποτελούσε μέρος της εκπαίδευσης των παιδιών και των εφήβων.

Πρώτης τάξεως ντοκουμέντο για τις βάσεις της θρησκείας, της ηθικής και της κοινωνίας της Ινδίας, το Κάμα-σούτρα προσφέρει ένα πανόραμα των ανδρών και των γυναικών στην αναζήτηση της ευτυχίας με όλους τους δυνατούς τρόπους.

Ο γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Ονφρέ στο βιβλίο του «Η αναζήτηση των ηδονών. Δημιουργία ενός ηλιακού ερωτισμού» καταγγέλλει τον χριστιανισμό ότι μόλυνε τη σεξουαλική ζωή και προτείνει ως αντίδοτο τον ερωτισμό του κάμα-σούτρα:

Είμαστε ψυχροί, ασθενικοί και αγχώδεις διότι έχουμε οικοδομήσει μια εντελώς αφύσικη σχέση με το σώμα μας και με το σώμα των άλλων. «Ο χριστιανισμός αρνήθηκε το σώμα, τα σώματα, απαίτησε την αγαμία, την εγκράτεια, την αγνότητα. Θεωρητικοποίησε το μίσος κατά των γυναικών, έχτισε ένα εννοιολογικό οικοδόμημα αντιφεμινιστικό και φαλλοκρατικό. Στιγμάτισε δημοσίως την επινόηση της ευφυΐας, ένα προϊόν που σφραγίστηκε ρητά από την Εύα. Δόξασε το άρρωστο, ακρωτηριασμένο, βασανισμένο, εξευτελισμένο σώμα. Απόλαυσε το μαρτύριο. Μετέτρεψε τη σεξουαλικότητα σε κατάρα. Καταδίωξε μέχρι θανάτου κάθε εραστή της ζωής, κάθε αγάπη για το σώμα, κάθε ενθουσιασμό για τη ζωή (...) διακήρυξε τη μη καθαρότητα των γυναικείων οργάνων, αυτών των απαράμιλλων ανθών της σάρκας. Απαγόρευσε τα μοναδικά χάδια, τα φιλιά του φωτός, τις σαρκικές τρυφερότητες, το μοίρασμα των ηδονών. Εφηύρε έναν νυχτερινό έρωτα που μέσα στο σκοτάδι του τα σώματά μας συνεχίζουν να κείτονται σαν μέσα σε ένα σάβανο χωρίς αρώματα». 

Παραμένουμε ερωτευμένοι με το απονεκρωμένο σώμα του μυθικού Ιησού, ένα σώμα που δεν τρώει, που δεν πίνει, δεν απολαμβάνει τον έρωτα. Και φθάνουμε (μέσω του Παύλου από την Ταρσό, στη διδασκαλία του οποίου βασίζεται ο χριστιανισμός) στην πρόταση της μίμησης ενός δεύτερου προτύπου, του σώματος του Χριστού, δηλαδή ενός πτώματος. Με άλλα λόγια, ο χριστιανός καλείται «να ζήσει κατά το δυνατόν σύμφωνα με αυτόν τον θανατηφόρο, θανατοφιλικό, εξιλεωτικό κανόνα. Κάθε ύπαρξη που τίθεται υπό το σύμβολο του Γολγοθά, του Σταυρού, του Πάθους, της Σταύρωσης, επισπεύδει το ένδοξο πεπρωμένο». 

Ο μηδενισμός της σάρκας φθάνει σε μας και από τον Σαντ και ύστερα με τον Μπατάιγ, δύο απρόσμενους υποστηρικτές του χριστιανικού νυχτερινού έρωτα. Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ επιδιώκει μια εντελώς εγωιστική απελευθέρωση της σάρκας, ενώ για τον Μπατάιγ η ηδονή ενεργοποιείται με την αγωνία, η ερωτική πράξη με τη θυσία, ο οργασμός με τη θλίψη, η εκσπερμάτιση με την αγωνία του θανάτου, η απόλαυση με τον πόνο, η γυναίκα με τον βιασμό. Όλα παραλλαγές του ίδιου μοτίβου: κάθε πόθος κινητοποιεί την επιθυμία του φόνου. 

Ο Μισέλ Ονφρέ, φοιτητής ακόμη, διαβάζοντας για την Ελλάδα και τη Ρώμη ανακάλυψε βιβλία που έδιναν τη δυνατότητα για μια ενασχόληση με την «τέχνη του έρωτα» με μη χριστιανικό τρόπο. Έτσι βρέθηκε μπροστά στο κάμα-κάλα, με υπότιτλο «Φιλοσοφική ερμηνεία των ινδουιστικών ερωτικών γλυπτών». 

Το ερωτικό μάθημα ξεκινάει από τα γλυπτά των ινδικών ναών. Φιλιά, πεολειχίες, ομαδικές συνουσίες, ακροβατικά συμπλέγματα, αυνανισμοί. Το μοναδικό αντίδοτο στην απονεκρωμένη, καταπιεσμένη, όλο ταμπού σεξουαλικότητα της Δύσης. 

Στην ινδική εικονογραφία το γυναικείο στήθος είναι χυτό, διογκωμένο, προκλητικό, στρογγυλό σαν τον κόσμο, προκαλεί το χέρι του άνδρα να το χαϊδέψει, όχι το στόμα το βρέφους να το θηλάσει. Η εξύμνηση της ζωής, η συντροφικότητα των σωμάτων, η θετικότητα της ηδονής, η φυσική έκσταση, οι γυναίκες συνένοχοι, οι δυνατότητες του σπέρματος, «όλα οδηγούν σε ένα είδος οικοσοφίας, παγκόσμιας, κοσμικής σοφίας, όπου τα μέρη της φύσης συνυπάρχουν αρμονικά σε μια μεγάλη σπινοζική Ενότητα». 

"Ce qu'il y a de bien avec Onfray, c'est qu'il creuse un sillon, toujours le même, en l'approfondissant depuis une cinquantaine de livres. L'inépuisable et fécond sillon du nietzchéisme. Certes remixé pour cause d'adaptation aux temps modernes mais c'est le propre des grands systèmes de pensée de bien résister à ces modulations. Une fois encore, il le met au service de sa dénonciation du christianisme. Sauf que cette fois, il s'agit de montrer en quoi il fut et demeure un attentat contre la vie puisqu'il est coupable d'avoir fait de la sexualité une chose impure. Onfray brasse de références philosophiques et religieuses, tapant toujours sur le même clou non sans talent. Pour aboutir à quoi au fond?

A conclure que l'éros indien rend bien plus libre et heureux que l'éros chrétien, que Shiva est une divinité hédoniste et que le Kâma-Sûtra devrait chasser de nos têtes la Cité de Dieu d'Augustin. Pas seulement les images du Kâma-Sûtra et les techniques de position qui y sont inventoriées, mais bien son texte, largement ignoré, aux antipodes du nihilisme chrétien de la chair.

A le suivre, on en finirait par se demander si ce n'est pas là que le sacré s'est finalement réfugié ! Il n'est de meilleur bible à ses yeux pour épuiser le champ des possibles. Il y voit l'antidote au culte de Jésus, corps qui ne boit, ne mange, ni ne rit, pas plus qu'il ne fait l'amour, "autrement dit un anticorps". Pierre Assouline.














  





















































«Πιστεύουμε ότι αγαπάμε, αλλά ενεργούμε ως έρμαιο της φύσης, που μας οδηγεί όπου θέλει αυτή: να κάνουμε παιδιά, να αναπαραχθούμε, να εξασφαλίσουμε τη διαιώνιση του είδους στον πλανήτη... Η έλξη του Ρωμαίου για την Ιουλιέτα δεν αποκαλείται Έρωτας, αλλά ενστικτώδης τροπισμός των αναπαραγωγικών όντων. Εξ ου και οι παρεξηγήσεις των δύστυχων που έχουν πιαστεί στα δίχτυα του γάμου, μια πραγματική παγίδα, στην οποία πέφτουν οι περισσότεροι: παντρευόμαστε πιστεύοντας ότι ενώνουμε τη ζωή μας με τη ζωή του άλλου μας μισού, αγαλλιάζουμε στην ιδέα ότι έχουμε βρει το alter ego, κάνουμε οικογένεια, φέρνουμε στον κόσμο παιδιά, και μόλις αυτός ο σκοπός πραγματοποιείται και το είδος ικανοποιείται, τίποτα πλέον δεν δικαιολογεί τη δέσμευση που η κοινωνία θέλει να συνεχίζεται μέχρι τον θάνατο ενός από τους δύο. Εξ ου οι ψυχοπαθολογίες που συνδέονται με αυτή την κατάσταση: νεύρωση, ψύχωση, διανοητικές παθήσεις, διάφορες διαταραχές...»

«Ο ινδουιστικός πολυθεϊσμός παραπέμπει πάντα σε μια άφατη δύναμη που γίνεται αντιληπτή από το σώμα και ασκείται πνευματικά μέσω του ερωτισμού. Μπορεί το κάμα-σούτρα να είναι ένα διάσημο βιβλίο κυρίως λόγω των απεικονίσεων απίστευτα δύσκολων σεξουαλικών στάσεων, αλλά η σημασία του βρίσκεται αλλού. Διδάσκει ουσιαστικά μια ερωτική πνευματικότητα της ζωής που βρίσκει την εφαρμογή της στη σεξουαλική πράξη: την κατασκευή ενός σώματος που συνεργάζεται με τη φύση, τη δημιουργία μιας απόλαυσης για δύο, το ενδιαφέρον για τον άλλον, τις απαραίτητες αρετές: λεπτότητα, προνοητικότητα, γλυκύτητα, στοργή, επινοητικότητα, φαντασία. Αυτή η ινδική ισότητα υπαρξιακής μεταχείρισης ανδρών και γυναικών δεν απαλείφει τις διαφορές. Αντιθέτως, μας κάνει να σκεφτούμε τις διαφορές σε σχέση με τη φυσιολογία του καθενός

Vingt siècles de christianisme ont imposé une conception du corps déplorable et une sexualité catastrophique, par l'imitation d'un corps qui ne boit pas, ne mange pas, ne rit pas et n'a pas de sexualité. Si les Pères de l'Eglise ont développé une théologie de l'Eros chrétien avec la souffrance et la négation du corps, Sade et Bataille seront les défenseurs du versant «nocturne» de cet Eros: mépris des femmes, dégoût des corps, volupté dans la mort. Quel antidote à ce nihilisme de la chair? À ce mépris d'un Occident castrateur, Michel Onfray substitue un érotisme solaire, directement inspiré du Kâma-Sûtra et de la spiritualité indienne. Un essai salvateur “Le souci des plaisirs: construction d'une érotique solaire” propose une philosophie des Lumières sensuelle: construire un corps radieux pour une existence jubilatoire.

Πηγή: Κατερίνα Δαφέρμου, Αφήστε τα σώματα να ανθήσουν, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 8.2.2009