Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Ημερολόγια Καταστρώματος: Γιώργος Σεφέρης


Ωραίο φθινοπωρινό πρωί

Για την κυρία Ντονογκό

Νά που μ’ αρέσουν επιτέλους αυτά τα βουνά μ’ αυτό το φως
με δέρμα ρυτιδωμένο σαν την κοιλιά του ελέφαντα
όταν τα μάτια του στενεύουν απ’ τα χρόνια.
Νά που μ’ αρέσουν αυτές οι λεύκες, δεν είναι πολλές

σηκώνοντας τους ώμους μέσα στον ήλιο.
Οι αψηλοί γκέγκηδες οι κοντοί τόσκηδες
το καλοκαίρι με τα δρεπάνια και το χειμώνα με τα τσεκούρια
κι όλο τα ίδια ξανά και ξανά, ίδιες κινήσεις
στα ίδια σώματα: κόπηκε η μονοτονία.

Τί λέει ο μουεζίνης στην άκρη του μιναρέ; γιά πρόσεξε!
Έσκυψε ν’ αγκαλιάσει μια ξανθή κούκλα στο πλαϊνό μπαλκόνι.
Αυτή ανεμίζει δυο ρόδινα χεράκια στον ουρανό
δεν παραδέχεται να τη βιάζουν.
Ωστόσο γέρνει ο μιναρές και το μπαλκόνι σαν τον πύργο της Πίζας

ακούς μονάχα ψιθυρίσματα, δεν είναι τα φύλλα μήτε το νερό
«Αλλάχ! Αλλάχ!» δεν είναι μήτε τ’ αγεράκι, παράξενη προσευχή.
Ένας κόκορας λάλησε, πρέπει να ’ναι ξανθός
ω ψυχή ερωτευμένη που πέταξες στα ύψη!
Νά που μ’ αρέσουν επιτέλους αυτά τα βουνά, έτσι κουλουριασμένα


το γερασμένο κοπάδι τριγύρω μου μ’ αυτές τις ρυτίδες
σκέφτηκε κανείς να πει τη μοίρα ενός βουνού όπως κοιτάζει μια παλάμη
σκέφτηκε κανείς;… Ω εκείνη η επίμονη σκέψη
κλεισμένη σ’ ένα κουτί αδειανό, θεληματική
χτυπώντας αδιάκοπα το χαρτόνι, όλη τη νύχτα

σαν ποντικός που ροκανίζει το πάτωμα.
Κόπηκε η μονοτονία, ω εσύ που πέταξες στα ύψη, νά που μ’ αρέσει
κι αυτό το βουβάλι του μακεδονίτικου κάμπου τόσο υπομονετικό
τόσο αβίαστο, σα να το ξέρει πως δε φτάνει κανείς πουθενά
θυμίζει τ’ αγέρωχο κεφάλι του πολεμόχαρου Βερκινγετόριξ

Tel qu’ en lui-même enfin l’éternité le change.

Κορυτσά, 1937

Η σκέψη και το έργο του βραβευμένου με Νόμπελ ποιητή, μέσα από κείμενα, κριτικές, φωτογραφίες, ντοκουμέντα της εποχής και επισκέψεις στους χώρους όπου έζησε ο Γιώργος Σεφέρης.

Σκηνοθεσία: Στέλιος Χαραλαμπόπουλος
Σενάριο: Στέλιος Χαραλαμπόπουλος
Αφηγητής: Δημήτρης Καταλειφός
Κατηγορία: Ταινία Τεκμηρίωσης (Ντοκυμαντέρ)
Παραγωγή: Θάνος Λαμπρόπουλος
 Διάρκεια: 1:10:16

Τα γυρίσματα έγιναν σε τόπους όπου έζησε και έδρασε ο ποιητής: Ελλάδα, Παρίσι, Λονδίνο, Κύπρο, Μικρά Ασία.

«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός». Φωτογραφίες του Γιώργου Σεφέρη.








Φωτογραφικός Σουρεαλισμός. Surrealism Photography

Μετά τον A' Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Ευρώπη πραγματοποιείται μια συνολική καλλιτεχνική εξέγερση θα λέγαμε. Πολλά καλλιτεχνικά κινήματα πρωτοεμφανίστηκαν εκείνη την εποχή στην Ευρώπη. Εκ των οποίων και τα δύο ριζοσπαστικά κινήματα τα οποία προκάλεσαν με την παρουσία τους, το συμβατικό μικροαστικό κόσμο.

Πρώτο ήταν ο Ντανταϊσμός (1916-1922), μέσω του οποίου οι καλλιτέχνες κήρυξαν τον πόλεμο στην παραδοσιακή τέχνη και ηθική, και έπειτα ήρθε ο Σουρεαλισμός, που ιδρύθηκε το 1924 από τον André Breton, ο οποίος, επηρεασμένος από τη Φροϋδική ψυχολογία, έθεσε ως στόχο του να ανοίξει τις δυνάμεις του ασυνείδητου, διαταράσσοντας συστηματικά καθιερωμένες πρακτικές της αντίληψης και της κατανόησης.

Η φωτογραφία έπαιξε καθοριστικό ρόλο και στα δύο κινήματα, και ιδιαίτερα στο Σουρεαλισμό. Ο André Breton (1896–1966) υποστήριζε ότι η όραση ήταν κατά πολύ ανώτερη των άλλων αισθήσεων, και από το 1925 άρχισε να δείχνει μεγαλύτερη προτίμηση στη φωτογραφία: "Πότε θα αρχίσουν, λοιπόν, τα σπουδαία βιβλία να εικονογραφούνται όχι με σχέδια, αλλά με φωτογραφίες;".

Η δεύτερη τεχνοτροπία αφορούσε στις παρεμβάσεις στην εικόνα, όπως στα διαφόρων ειδών Φωτογράμματα (ιδιαίτερα στα Rayograms του Man Ray), στα Fotoplastiks του Herbert Bayer (1900-1985), στις double exposures του Maurice Tabard (1897-1984), στα κομμένα αρνητικά του Raoul Ubac (1910-1985) αλλά και στις αρνητικές εκτυπώσεις του Roger Parry (1953-).

Οι σουρεαλιστές χρησιμοποιούσαν τις παρεμβάσεις στην εικόνα της φωτογραφίας όχι μόνο σαν μια καινούργια γλώσσα συνδεδεμένη με μια νέα αντίληψη πραγματικότητας, αλλά ταυτόχρονα και μια στρατηγική μετάλλαξή της απλοϊκής σχέσης μας με την πραγματικότητα και τις συμβάσεις της.

Ένα από τα κυριότερα ενδιαφέροντα της ευρωπαϊκής σουρεαλιστικής φωτογραφίας ήταν το γυναικείο σώμα, παρουσιασμένο είτε ως πεδίο ερωτισμού (το φωτομοντάζ του Brassai είναι ένα εξαίρετο παράδειγμα), είτε ως αφορμή για σεξουαλικό φετιχισμό (όπως στο έργο του Hans Bellmer Dolls, 1932, και στις αυτοπροσωπογραφίες του Pierre Molinier των δεκαετιών του 1950-1960).

Μια άλλη σουρεαλιστική ασχολία ήταν το παράξενο, που ενέχεται στην πραγματικότητα και που είναι ιδιαίτερα εμφανές στα αντικείμενα και στο σώμα. Ένας τρόπος των σουρεαλιστών για να υπονομεύουν την ομαλότητα ήταν το να καθιστούν την πραγματικότητα οπτικά παράδοξη, φωτογραφίζοντας μια πόλη τη νύχτα (όπως έκανε ο Brassai με το Παρίσι), τραβώντας κοντινά πλάνα προσώπων (ο Man Ray και το έργο του Tears, 1930) και αντικειμένων, αποκόπτοντας και εξαρθρώνοντας αναπαραστάσεις του σώματος (όπως στις σεξουαλικά φορτισμένες εικόνες των Claude Cahun και Bellmer), φέρνοντας σε επαφή απρόσμενα αντικείμενα (όπως έκανε ο Cartier- Bresson στο Martigues, 1932) ή χρησιμοποιώντας ασυνήθιστο φωτισμό.



Ένας νεότερος υποστηριχτής του σουρεαλιστικού  κινήματος μπορεί να θεωρηθεί ο Teun Hocks (1947-). Φωτογράφος, ο οποίος σκηνοθετεί τις φωτογραφίες του στο προσωπικό του στούντιο, δημιουργώντας ένα σουρεαλιστικό περιβάλλον στο οποίο πρωταγωνιστεί πάντα ο ίδιος.

Nakamura Hiroshi, Circular Train (Telescope Train). 1968. Oil on canvas. 71 5/8 x 89 9/16″ (182 x 227.5 cm). Museum of Contemporary Art Tokyo. © Nakamura Hiroshi, courtesy Museum of Contemporary Art Tokyo

Στην Ιαπωνία, ο Σουρεαλισμός είχε τεράστια επίδραση στη φωτογραφία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, ενθαρρύνοντας την ίδρυση πολλών Αvant-garde club  -για παράδειγμα, του Nagoya Photo Avant- Garde.