Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Μάριος Πλωρίτης, Περί «ελληνοχριστιανισμού». Marios Ploritis, About “Greek Christianity”

Νικόλαος Αλεκτορίδης, Ο Άθεος, π. 1900

Όλες τις μέρες του ιερού περί ταυτοτήτων πολέμου, οι σύγχρονοι σταυροφόροι, από του ανωτάτου μέχρι του κατωτάτου, κραδαίνουν αδιάκοπα τα συνθήματα: «Η Ορθοδοξία είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας των Ελλήνων»… «Χριστιανική Εκκλησία και Ελληνικό Έθνος είναι έννοιες αλληλοσυμπληρούμενες» και τα παρόμοια.

Αξίζει, λοιπόν, να δούμε πόσο αληθεύουν αυτά τα «σλόγκαν». Και, για τούτο, ας γυρίσουμε πίσω στις ρίζες, στην εποχή όπου ο Χριστιανισμός καθιερώθηκε ως επίσημη θρησκεία του Βυζαντινού κράτους, και θεμελιώθηκε η συνύπαρξη κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας.

Απεικόνιση της νίκης του Λέοντα Φωκά στην Άδραστο, σε χειρόγραφο του Σκυλίτζη, Μαδρίτη. Depiction of Leo's victory at Andrassos, from the Madrid Skylitzes.

Η ιστορία αρχίζει με μια γοερή αντίφαση: Οι Βυζαντινοί ένιωθαν συνεχιστές των αρχαίων Ελλήνων, διατηρούσαν πάμπολλα έθιμά τους, μιλούσαν τη γλώσσα τους, οι λόγιοί τους μελετούσαν την αρχαία Γραμματεία, τη «συντηρούσαν» αντιγράφοντας τα κείμενά της. Και, γι’ αυτό το τελευταίο, τους χρωστάμε άπειρες χάρες, αφού χωρίς τον δικό τους μόχθο, μεγάλο μέρος του αρχαίου θησαυρού θα είχε χαθεί για πάντα.

Απ’ την άλλη, όμως, αποστρέφονταν την Ελλάδα και τους Έλληνες, επειδή τους ταύτιζαν με την επάρατη ειδωλολατρία, τον εχθρό και αλλοτινό διώκτη της χριστιανικής θρησκείας. Έτσι, έγιναν αυτοί διώκτες ανελέητοι των παλιών διωκτών τους. Και, φυσικά, πρωταρχικό ρόλο στο μίσος κατά «παντός του ελληνικού» και στον λυσσαλέο κατατρεγμό του, έπαιξε η Εκκλησία, που ήταν ο φορέας και λειτουργός της νέας θρησκείας και ο μοναδικός σχεδόν πνευματικός οδηγητής των Βυζαντινών.

«Εάν κάποια αγάλματα βρίσκονται ακόμη μέσα στους Ναούς και τα Ιερά και έχουν δεχθεί ή δέχονται ακόμη την λατρεία των ειδωλολατρών, όπου κι αν συμβαίνει αυτό, θα ξεριζωθούν εκ θεμελίων, αναγνωρίζοντας ότι αυτό έχει διαταχθεί κατ' επανάληψη και πολύ συχνά. Τα ίδια τα κτίρια των Ναών που βρίσκονται μέσα σε πόλεις ή κωμοπόλεις, ή έξω από αυτές, θα παραδοθούν σε δημόσια χρήση και θα καταστραφούν οι ανά τόπους βωμοί». (Θεοδοσιανός Κώδιξ 16.10.19.) «Απαγορεύουμε σε εκείνους που έχουν μιαρές ειδωλολατρικές πεποιθήσεις να προσφέρουν τις καταραμένες τους θυσίες και να ασκούν όλες τις άλλες καταδικαστέες πρακτικές τους. Διατάσσουμε δε όλα τα Ιερά και οι Ναοί τους που στέκουν ακόμη, να καταστραφούν με πρωτοβουλία των τοπικών διοικητών και να εξαγνισθούν τα απομεινάρια τους με την ύψωση του σημείου της σεβαστής χριστιανικής θρησκείας. Όλοι ας γνωρίζουν ότι αν παραβάτης του παρόντος νόμου παραπεμφθεί με επαρκείς αποδείξεις ενώπιον δικαστού, θα τιμωρηθεί με την ποινή του θανάτου». (Θεοδοσιανός Κώδιξ 16.10.25.)  Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Ι με άλω, σε σύγχρονο αργυρό δίσκο (Βασιλική Ακαδημία Επιστημών, Μαδρίτη).

Η πρώτη τους κίνηση ήταν να καταστρέφουν τους ναούς και τα αγάλματα των Ελλήνων ­ στερώντας, έτσι, τον κόσμο από ανεπανάληπτα δημιουργήματα της αρχαίας τέχνης, για να μη μείνει ίχνος από τη «βδελυρή θρησκεία των ειδώλων».

The original image is a photograph of a 19th-century B&W Artistic Rendering of the Library of Alexandria by O. Von Corven, created based on some archaeological evidence. This version of the image has been resized and colorized by K. Vail Abdelhamid December 2015.

Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, πρωτοστάτησε, το 391, στην πυρπόληση της βιβλιοθήκης του Σεραπείου, με τους 42.000 τόμους της ­ μοναδική κιβωτό της αρχαίας γνώσης και λογοτεχνίας… Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’ κατάργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες (395) και ο πολύς Ιουστινιανός έκλεισε τις φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας (529)…

Και να ήταν μόνο τα άψυχα; Οι πρόδρομοι των σημερινών ζηλωτών επιδόθηκαν σε φοβερούς διωγμούς και σφαγές των «εθνικών», που τις ομολογούν και οι χριστιανοί χρονικογράφοι… 

«Μπήκε στην Πρωτεύουσα ο Ιουλιανός με τον Πλάτωνα και με τον Αριστοτέλη στην αμασκάλη. Μαθόντας από τον έναν πως έπρεπε ο αληθινός Βασιλέας να είναι θεϊκώτερος από κοινούς ανθρώπους, κι από τον άλλον πως φυσικιά του είναι και κάποια αγριωσύνη, βάλθηκε να πνίξη κάθε άγρια όρεξη μέσα του και νανεβάση το νου του στα σύννεφα. Καταπιάστηκε μ’ άλλους λόγους να κάμη το θρόνο του βωμό Πλατωνικής αρετής…». Απόσπασμα από τον πρώτο τόμο του βιβλίου του Αργύρη Εφταλιώτη «Ιστορία της Ρωμιοσύνης», που εκδόθηκε στην Αθήνα από το Τυπογραφείο της Εστίας (1901). Julian the Apostate presiding at a conference of sectarians, by Edward Armitage, 1875.

Ο ελληνολάτρης αυτοκράτορας Ιουλιανός όχι μόνο συκοφαντήθηκε και αναθεματίσθηκε σαν «αποστάτης» και «παραβάτης» αλλά και δολοφονήθηκε (πιθανότατα) από χριστιανό, ενώ πολεμούσε εναντίον των Περσών…

Hypatia (1885) by Charles William Mitchell, believed to be a depiction of a scene in Charles Kingsley's 1853 novel Hypatia.

Ο ανεψιός και διάδοχος του πατριάρχη Θεόφιλου, ο Κύριλλος, θεωρείται ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της σπουδαίας νεοπλατωνικής φιλοσόφου Υπατίας (415)… Και το 797, η Σύνοδος της Νίκαιας αναθεμάτιζε όσους «μελετούσαν διεξοδικώς τα ελληνικά μαθήματα»…

Ακόμα και το όνομα «Έλλην» πήρε νόημα υβριστικό και αποκρουστικό. Το Βυζάντιο «πολέμιον υπελάμβανε (θεωρούσε εχθρικό) το των Ελλήνων όνομα, καθ’ όσον ανέκαθεν το όνομα τούτο εταυτίσθη μετά της εννοίας του ειδωλολάτρου», γράφει ο ­ κάθε άλλο παρά «αντίχριστος», βέβαια ­ ιστορικός Κ. Παπαρηγόπουλος[1]. «Ανόσιους, μυσαρούς, παμμίαρους» αποκαλούσαν τους Έλληνες οι αυτοκρατορικοί νόμοι και οι εκκλησιαστικοί πατέρες.

O Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει στην ομιλία του εις Άγιον Ιωάννην τον Ευαγγελιστήν: «Αν κοιτάξεις στα ενδότερα (των ελληνικών σκέψεων) θα δεις, τέφρα και σκόνη και τίποτε υγιές, αλλά τάφος ανοιγμένος είναι ο λάρυγγας (των Ελλήνων φιλοσόφων!), όλα δε είναι γεμάτα ακαθαρσίες και πύον, και πάντα τα δόγματα τους βρίθουν από σκουλίκιαν...».  Και ο Γρηγόριος Νανζιαζηνός: «Η μητέρα μου πρόσεχε να μη φιλήσουν τα χείλη μου Ελληνικά χείλη, να μην αγγίξουν τα χέρια μου Ελληνικά χέρια και ούτε Ελληνικά τραγούδια να μολύνουν τα αυτιά και την γλώσσα μου». Οι Τρεις Ιεράρχες (από αριστερά στα δεξιά): Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος και Γρηγόριος Ναζιανζηνός. Three Holy Hierarchs (russian icon, Pskov).

Ο Αθανάσιος κατακεραύνωνε τους «μιαρούς» Έλληνες… ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός στηλίτευσε την «κίβδηλον ποίησιν» των αρχαίων… και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρούσε πως Χριστιανισμός και Ελληνισμός είναι ασυμβίβαστοι, ­ διαφωνώντας με τους νυν ελληνοχριστιανικούς κήρυκες…

Entrance of the emperor Nikephoros Phocas (963-969) into Constantinople in 963 from the Chronicle of John Skylitzes.

«Το όνομα Έλλην κατήντησε θρησκευτικόν και ελέγετο περί μη χριστιανών και αν ακόμη ούτοι ήσαν Σαρακηνοί», λέει ο ιστορικός Κ. Άμαντος[2]. Και, αυτό, όχι μόνο από τους τότε ζηλωτές και «θεούσες». Ακόμα και κορυφαίοι διανοητές, όπως ο πατριάρχης Φώτιος (9ος αιώνας) έγραφε πως οι Ρώσοι, προτού εκχριστιανισθούν, είχαν «ελληνικήν και άθεον δόξαν», ενώ ο «πλατωνιστής» Μιχαήλ Ψελλός (11ος αιώνας) έλεγε πως οι Κινέζοι ήταν «Έλληνες το δόγμα»! Και όταν, το 968, απεσταλμένοι του Πάπα εγχείρισαν στον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά γράμματα του Ποντίφηκα με την προσφώνηση «αυτοκράτωρ των Ελλήνων», ο Φωκάς τους έριξε στη φυλακή!

Ο Βαρλαάμ (1290-1348) (Bernardo Massari) ήταν λόγιος μοναχός από την Καλαβρία, ο οποίος σπούδασε στη Ρώμη (μαθηματικά, φιλοσοφία και θεολογία). Επιγραφή στο Γκρίκο χωριό Γκεράτσε (Gerace, Γεράκιον) της Καλαβρίας, όπου ο Βαρλαάμ αναφέρεται ως δάσκαλος ελληνικών και λατινικών των Πετράρχη και Βοκάκιου κατά την περίοδο όπου είχε διατελέσει επίσκοπος της περιοχής.

Είναι αλήθεια πως, από τον 10ο και, περισσότερο, από τον 13ο αιώνα, οι βυζαντινοί ανθρωπιστές προσπάθησαν να ξαναδώσουν στα ονόματα «Ελλάς» και «Έλληνες» την παλιά τους αίγλη, και διεκδίκησαν την πνευματική «κληρονομιά» της Αθήνας. Ωστόσο, αυτή η «αποκατάσταση» δεν εξάλειψε τον (κληρικό προπάντων) ανθελληνισμό ως το τέλος της αυτοκρατορίας. Ο μέγας λογοθέτης (πρωθυπουργός) του Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου, Θεόδωρος Μετοχίτης (αρχές 14ου αιώνα), θεωρούσε τους Έλληνες «εχθρούς του κράτους» και ευχόταν να «εξολοθρευθούν με την βοήθειαν του Θεού», ενώ ο προοδευτικός θεολόγος Βαρλαάμ (14ος αιώνας) θα κατηγορηθεί, ανάμεσα στ’ άλλα, και σαν «ελληνομανής». Και ο Γεννάδιος Σχολάριος (ο κατοπινός πρώτος πατριάρχης της Τουρκοκρατίας), όταν ρωτήθηκε, τρία χρόνια πριν απ’ την Άλωση, αν είναι Έλλην, απάντησε με αποστροφή: «… ει τις έροιτό μοι (αν με ρωτήσει κανείς) τις ειμί, αποκρινούμαι Χριστιανόν είναι».

Και ο ιστορικός Παύλος Καλλιγάς επιλέγει: «Αυτούς τους διώκοντας τον Χριστιανισμόν Τούρκους, αποκαλεί η Εκκλησία «νέους Έλληνας», διότι το όνομα Έλλην ήτο τότε συνώνυμον τω αντιχρίστω… Οι περισωθέντες επίσημοι αναθεματισμοί του ελληνικού ονόματος, αποδεικνύουν ότι οι ακαταλόγιστοι εκείνοι άνθρωποι ενόσουν (έπασχαν από) αληθή ελληνοφοβίαν»[3]….


Απόσπασμα από ηχογραφημένο μάθημα του Λιαντίνη προς τους μετεκπαιδευόμενους δασκάλους του Μαράσλειου Διδασκαλείου στις 7/4/1998.

Αυτά τα ολίγα. Εκτός αν οι σημερινοί «ελληνοχριστιανοί» υποστηρίζουν πως το Βυζάντιο δεν έχει σχέση με το ελληνικό έθνος ­ ξεχνώντας πως εκεί βρίσκονται οι απαρχές του νέου ελληνισμού, πως πλήθος παραδόσεις του συνεχίζουμε και ­ προπάντων ­ πως, στην εποχή του βυζαντινού κράτους, οι πατέρες της Εκκλησίας και οι Οικουμενικές σύνοδοι χάραξαν τις αρχές και τους κανόνες, όπου στηρίζεται και σήμερα η Ορθοδοξία.


«…Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην Αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση και αναζήτηση. Ο βυζαντινός πολιτισμός είναι πολιτισμός θεοκρατικής ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμιση σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου…». Κορνήλιος Καστοριάδης (απόσπασμα) από διάλεξη στον Τριπόταμο Τήνου στις 20/8/1994, δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 21/8/1994.

Είναι αυτονόητο ­ θα το ξαναπώ ­ ότι δεν παραγνωρίζω διόλου τη συμβολή του κλήρου στην στήριξη του υπόδουλου γένους, πως θαυμάζω ­όπως άπειροι άλλοι ­τη βυζαντινή θρησκευτική τέχνη, αρχιτεκτονική, εικονογραφία, υμνογραφία. Άλλο, όμως, αυτό και άλλο οι κορώνες πως «ορθοδοξία και ελληνισμός είναι ταυτόσημοι». Ο βυζαντινός ιερός πόλεμος κατά των Ελλήνων, που κράτησε έντεκα αιώνες, απόδειξε πόσο τυφλώνει ο δογματικός φανατισμός, αλλά και πόσο ανέσπερη αλκή έχει ο ελληνικός πολιτισμός, αφού κατόρθωσε να επιβιώσει ακόμα κι όταν τον μαχόταν ανένδοτα η πιο κραταιή (μαζί με τον αυτοκράτορα) δύναμη του Βυζαντίου, η ιεραρχία…

Ας με συγχωρέσουν (πράγμα απίθανο) οι άγιοι πατέρες, αλλά… «ει μη φίλα λέγω, ουχ ήδομαι, το δ’ ορθόν εξείρηχ’ όμως» ­ «αν δε λέω πράγματα ευχάριστα, λυπάμαι, είπα όμως την πάσα αλήθεια»[4]…

[1] Ιστορία, Δβ’, σελ. 6.
[2] Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους (1933), σελ. 180.
[3] Μεσαιωνικός βίος του Ελληνικού Έθνους, «Εστία», 1883, αριθ. 387.
[4] Σοφοκλής, Τραχίνιαι, στ. 373.

Πηγή: Το Βήμα