Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Ριπές λέιζερ μετατρέπουν ποντικάκια σε δολοφόνους. Scientists switch on predatory kill instinct in mice

Η μελέτη αποκαλύπτει τα αρχαία νευρωνικά κυκλώματα που ρυθμίζουν το ένστικτο του κυνηγιού στους θηρευτές. Researchers have isolated the brain circuitry that coordinates predatory hunting, according to a new study. One set of neurons in the amygdala, the brain's center of emotion and motivation, cues the animal to pursue prey. Another set signals the animal to use its jaw and neck muscles to bite and kill. This photograph depicts a mouse demonstrating instinctual predatory behavior with a cricket. Credit: Courtesy of Ivan de Araujo

Θυμίζει ταινία τρόμου με ζόμπι: νευροεπιστήμονες στις ΗΠΑ χρησιμοποίησαν λέιζερ για να παρέμβουν στον εγκέφαλο πειραματόζωων, μετατρέποντας άκακα ποντικάκια σε φονικές μηχανές που δάγκωναν και σκότωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους.

Με τον ίδιο τρόπο οι ερευνητές κατέβασαν στη συνέχεια τον «διακόπτη» και επανέφεραν τα τρωκτικά στην προηγούμενη, αγαθή κατάστασή τους.

Τα αρχαία εγκεφαλικά κυκλώματα του... κυνηγιού

Οι ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Γέιλ αναφέρουν στην έγκριτη επιθεώρηση Cell ότι η έρευνά τους αποκάλυψε τα αρχαία κυκλώματα εγκεφαλικών κυττάρων που ρυθμίζουν το ένστικτο του κυνηγιού στους θηρευτές. 

Διαπιστώθηκε ότι μια ομάδα νευρώνων πυροδοτεί την καταδίωξη της λείας και μια ξεχωριστή ομάδα ωθεί το ζώο να σκοτώσει. Οι δύο ομάδες νευρώνων κατέστη δυνατό να ενεργοποιηθούν ή να απενεργοποιηθούν είτε ξεχωριστά, είτε από κοινού.

Με χρήση της οπτογενετικής

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν τη λεγόμενη οπτογενετική τεχνολογία για να ενεργοποιήσουν ή να απενεργοποιήσουν με φως συγκεκριμένους εγκεφαλικούς νευρώνες στην κεντρική περιοχή της αμυγδαλής. «Μόλις ανάβαμε το λέιζερ, τα ποντίκια θα ορμούσαν σε ένα αντικείμενο, θα το άρπαζαν με τα σαγόνια τους και θα το δάγκωναν με μανία, σαν να ήθελαν να το σκοτώσουν» αναφέρουν.

Τα πειραματόζωα επιτίθεντo σε άλλα μικρότερα ζώα και έντομα, που αμέσως καταβρόχθιζαν, καθώς και σε κάθε είδους αντικείμενα όπως πλαστικά παιχνίδια, τα οποία κανονικά αποφεύγουν. Όμως δεν επιτίθεντo σε άλλα ποντίκια στο κλουβί τους, ούτε σε αντικείμενα μεγαλύτερα σε μέγεθος από τα ίδια, κάτι που δείχνει ότι η επιθετικότητά τους είχε κάποια όρια.

Το ποιες πρακτικές εφαρμογές μπορεί να έχει μια τέτοια έρευνα παραμένει πάντως ασαφές.

Πηγή: Wenfei Han, Luis A. Tellez, Miguel J. Rangel Jr., Simone C. Motta, Xiaobing Zhang, Isaac O. Perez, Newton S. Canteras, Sara J. Shammah-Lagnado, Anthony N. van den Pol, Ivan E. de Araujo. Integrated Control of Predatory Hunting by the Central Nucleus of the AmygdalaCell, 2017; DOI: 10.1016/j.cell.2016.12.027




Ζόσεφ Κουντέλκα, Τσιγγάνοι. Josef Koudelka, Gypsies

Ο Ζόσεφ Κουντέλκα γεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1938 στη Boskovice της Μοραβίας, στην πρώην Τσεχοσλοβακία. Ξεκίνησε φωτογραφίζοντας την οικογένειά του και τους γύρω του με μια μηχανή Bakelite 6x6. Το 1961 πήρε το πτυχίο του από το Πολυτεχνείο της Πράγας και την ίδια χρονιά έκανε την πρώτη έκθεση φωτογραφίας. Αργότερα εργάστηκε ως αεροναυπηγός στην Πράγα και την Μπρατισλάβα.


Ξεκίνησε τη φωτογραφική του καριέρα παίρνοντας δουλειές για θεατρικά περιοδικά, χρησιμοποιώντας μια παλιά Rolleiflex


Το 1961 συναντάει την Anna Farova, ιστορικό τέχνης, με την οποία συνεργάζεται για πολλά χρόνια. Την ίδια χρονιά ταξιδεύει για πρώτη φορά εκτός Τσεχοσλοβακίας, ως μουσικός ενός παραδοσιακού συγκροτήματος, στην Ιταλία. Σε αυτό το ταξίδι εικάζεται και η πρώτη του συνάντηση με τους τσιγγάνους. Αρχικά ερωτεύτηκε την φυσική ομορφιά των τσιγγάνων της Ανατολικής Ευρώπης, ενώ σύντομα συνειδητοποίησε ότι αυτό που τον γοήτευε περισσότερο, ήταν ο τρόπος ζωής τους.

Το 1967 αποφασίζει να ασχοληθεί κατά αποκλειστικότητα με την φωτογραφία. Την επόμενη χρονιά ταξιδεύει με την κοινωνιολόγο Milena Hubschmannova στην Ρουμανία, για να φωτογραφίσει την φυλή των Ρομά. Την ημέρα, που επιστρέφει στην Πράγα, γίνεται η εισβολή των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Πράγα (Αύγουστος 1968) και φωτογραφίζει όλα τα γεγονότα εκείνης της ημέρας. Οι φωτογραφίες του φυγαδεύονται στις Η.Π.Α., όπου το πρακτορείο Magnum τις δημοσιεύει ανώνυμα (ένας ανώνυμος τσεχοσλοβάκος φωτογράφος), σε πολλά διεθνή περιοδικά και εφημερίδες. Κερδίζει το Robert Capa Award. Έτσι γίνεται και η πρώτη του επαφή με το μεγάλο πρακτορείο. Λίγο αργότερα αναπτύσσεται μια εξαιρετική φιλία με τους ιδρυτές του πρακτορείου και ιδιαίτερα με τον Elliott Erwitt, τον Henri Cartier-Bresson και τον Robert Delpire. Επίσημο μέλος του πρακτορείου γίνεται το 1974.


Πολιτικός εξόριστος μετά τα γεγονότα της Πράγας, αλλά αγαπημένο πνευματικό παιδί του Henri Cartier-Bresson και του Magnum, φωτογραφίζει Τσιγγάνους στην Ουγγαρία στην Γαλλία και στην Ισπανία. Μαζί με τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει ήδη στην Ρουμανία και στην Σλοβακία συγκροτεί ένα έργο που έμεινε γνωστό ως “Οι Τσιγγάνοι του Ζόσεφ Κουντέλκα”, ένα από τα φωτογραφικά ορόσημα του 20ου αιώνα. Το πρώτο λεύκωμα από αυτή την δουλειά με 60 φωτογραφίες εκδίδεται το 1975 στο Παρίσι με τον τίτλο Gitans: la fin du voyage. Ενώ την ίδια χρονιά το Aperture εκδίδει το λεύκωμα στην Αμερική με τον τίτλο Gypsies.


Ο Κουντέλκα δε φωτογραφίζει τις αυτοεξόριστες μικροκοινωνίες των Τσιγγάνων σε κάθε χώρα σαν ένα κοινωνικό πρόβλημα που χρειάζεται λύση. Αυτοεξόριστος και ίδιος, άπατρις και νομάδας (Το 1987 του δόθηκε η Γαλλική υπηκοότητα και το 1990 μετά από 22 χρόνια μπόρεσε να ξαναταξιδέψει στην πατρίδα του), με ένα σακίδιο, ένα υπνόσακο και την φωτογραφική του μηχανή, αλλά με τρομερή ευαισθησία και με μια εντελώς διαφορετική φωτογραφική ματιά, καταγράφει την καθημερινή ζωή σαν να συμμετέχει και ίδιος σε μια αρχέγονη παράσταση  με το μυστήριο αλλά και την χαρά της ζωής συνεχώς παρόντα.


Καταφέρνει να επιστρέψει στην Τσεχοσλοβακία το 1990, για να φωτογραφίσει το Black Triangle, μια φωτογραφική μελέτη για τις περιβαλλοντολογικές καταστροφές στην χώρα του. Το 1994 δέχεται την πρόσκληση του Eric Heumann, συμπαραγωγού της ταινίας «Το βλέμμα του Οδυσσέα», του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, για να ακολουθήσει τα γυρίσματα και να φωτογραφίσει το οδοιπορικό της ταινίας σε Ελλάδα, Αλβανία, Ρουμανία και πρώην Γιουγκοσλαβία. Εγκαταλείπει τα γυρίσματα, λίγο μετά τον θάνατο του ηθοποιού Gian Maria Volonte, στις 6 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς.


Πλέον ζει στην Γαλλία, κάνει σπάνιες δημόσιες εμφανίσεις και φωτογραφίζει κυρίως ευρωπαϊκά τοπία, χρησιμοποιώντας πανοραμική φωτογραφική μηχανή.






































































































Παρ’ όλο που ο Κουντέλκα επιμένει να περιγράφει σκοτεινά τοπία, την απελπισία ή την αλλοτρίωση σ’ όλη τη διάρκεια του έργου του, μας δείχνει και την αντοχή της ανθρώπινης προσπάθειας σε αντιπαράθεση με την ευαισθησία του.