Arts Universe and Philology

Arts Universe and Philology
The blog "Art, Universe, and Philology" is an online platform dedicated to the promotion and exploration of art, science, and philology. Its owner, Konstantinos Vakouftsis, shares his thoughts, analyses, and passion for culture, the universe, and literature with his readers.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Έλλη Αλεξίου, «Κενές ώρες». Elli Alexiou, "Empty Hours"

Η Έλλη Αλεξίου αναδεικνύει τον κόσμο των εκπαιδευτικών μέσα από τη ρουτίνα, τις ανθρώπινες σχέσεις και τα μυστικά που αποκαλύπτονται στο σχολικό περιβάλλον. Felix Nussbaum (1904–1944), The Secret (1939), oil on canvas, 61 x 74 cm, Private collection. Wikimedia Commons.

Φανταστείτε έναν άνθρωπο, μια γυναίκα, την Ανθή, που στις πέντε το πρωί αποφασίζει πια ν’ αυτοκτονήσει. Είναι γι’ αυτήν η μοναδική λύση, και λύση όχι ευκαταφρόνητη. Άλλοτε αυτή η ώρα της ημέρας, το ξημέρωμα, το ξύπνημα των πουλιών, με τα δειλά τους πρώτα τιτιβίσματα, σα να γυρεύουνε να βρούνε τον τόνο, τη γέμιζε ευφροσύνη. Ένιωθε ως μέσα της ένα αφάνταστο πλημμύρισμα χαράς. Τώρα, τα ίδια τα κίνητρα που άλλοτε της έδιναν τη χαρά, έχουνε γίνει πηγή καταθλιπτικής δυσθυμίας. Θα επιθυμούσε πολύ, λόγου χάρη, να μη ’ρθουνε φέτος τα χελιδόνια. Την ενοχλεί αυτή τους η αεικίνητη φροντίδα, να χτίσουνε φωλιά, να ’τοιμάσουνε νοικοκυριό, ν’ αγαπηθούν, να κάμουν μικρά... και δε θα ήθελε οι τριανταφυλλιές και τ’ αγιοκλήματα του κήπου να ξανανθίσουν. Κι όμως ανθίσανε όλες τους τόσο πλούσια, όσο ποτέ, και τα δέντρα φορτώθηκαν καρπούς, αδιάφορα, αναίσθητα, σα να μην έχει μέσα στο σπίτι τίποτε αλλάξει...

«Κάποτε βέβαια θα πεθάνω, λέει η Ανθή, ζητώντας να τονωθεί στην απόφασή της, αμφιβολία πάνω σε τούτο δε χωρεί. Και θα ’ναι ή από πνευμονία, ή από καρκίνο, ή από συμφόρηση, ή ποιος ξέρει από ποιαν άλλη αρρώστια, όλες το ίδιο βασανιστικές με κρεβατώματα και πόνους. Και θα γίνω στους γύρω μου αβάσταχτο βάρος, και θ’ ακούω καθώς θα ’μαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι να σιγαλοψιθυρίζουν στο διάδρομο: ναι ο θάνατός της είναι παρακαλετός... ο θεός ας την ξεκουράσει... Τώρα. θα πεθάνω με τη δική μου θέληση· γερή και καλή. Και δε θα δώσω βάρος σε κανέναν και το σπουδαιότερο θ’ αλαφρώσω απ’ τις πίκρες που βαραίνουν απάνω μου και δεν τις αντέχω άλλο. Υπομονή έκανα αρκετές μέρες, γιατί είμαι ένας άνθρωπος πολύ λογικός. Αποφάσεις δεν παίρνω ποτέ εύκολα· εξαντλώ πρώτα κάθε όριο. Σκέφτηκα πως όλα περνούν, και δεν αποκλείεται και οι δικές μου πληγές να επουλωθούνε κι ας τις νόμιζα αθεράπευτες. Και... περίμενα... Αλλά όχι! τώρα πια πιστεύω, πως δε βγαίνει τίποτα. Το δοκίμασα κι αυτό και ησύχασα· τώρα ξέρω στα σίγουρα, πως η αυτοκτονία είναι η μοναδική λύση, γιατί ούτε καταφέρνω ύστερα από τόσες μέρες να ηρεμήσω, ούτε να κοιμηθώ, ούτε καν να περισπάσω την προσοχή μου. Λοιπόν δεν πρέπει και να περιμένω. Καθώς είμαι ιδιοσυγκρασίας νευρασθενικής, δεν αποκλείεται και να τρελαθώ, μόνο ποιος τρόπος να ’ναι άραγε ο καλύτερος. Λένε η μορφίνη... Το βερονάλ... επειδή φέρνουν ύπνο. Παίρνεις μερικές συνηθισμένες αμπούλες μορφίνης, τις σπάζεις μέσα σ’ ένα ποτήρι, και τις πίνεις. Αυτά τα δυο είναι ιδεώδη· γιατί το σουμπλιμέ ή η στρυχνίνη είναι φρικώδη φάρμακα. Ούτε λόγος να γίνεται γι’ αυτά. Θυμάμαι τη Μερόπη, το καημένο το κορίτσι! αυτή αυτοκτόνησε πολύ νωρίς δεκαοχτώ χρονώ, και τι ωραίο, καθώς το θυμάμαι, το μουτράκι της! Όταν μου ’παν πως δε μπορεί κι έτρεξα... τι φριχτές αναμνήσεις διατηρώ! τι πόνους τράβαγε! συσπαζότανε, στριφογύριζε πάνω στο κρεβάτι και φώναζε: «Σώστε με!», «Σώστε με!» «Σώσε με γιατρέ!» μα ήτανε αργά, είχε πάρει μεγάλη δόση σουμπλιμέ, κι είχε μελανιάσει κι είχε παραμορφωθεί το ψημιδευτό της προσωπάκι. Μια Μερόπη αγνώριστη! Βιάστηκε ν’ αυτοκτονήσει... πολύ βιάστηκε! επειδή δεν της δίνανε τον άνθρωπο που αγαπούσε...., και ποιος τη βεβαίωνε πως ο άνθρωπος αυτός, που τον αγαπούσε τόσο πολύ, δε θα την πίκραινε αργότερα σε σημείο που πάλι να καταλήξει στην αυτοκτονία; αυτά κανένας δε μπορεί να τα προμαντέψει, και πάλι το βερονάλ δεν πουλιέται σε μεγάλες δόσεις· μπορείς όμως να πας ν’ αγοράσεις από πεντέξη φαρμακεία συγχρόνως κι έτσι να μην κινήσεις υποψίες. Ένα γιατρό είχα γνωρίσει μια φορά, που έπλεκε το εγκώμιο κάποιου φάρμακου, αν θυμάμαι καλά το ’λεγε υδροκυάνιο· «ένα», έλεγε «είναι το φάρμακο που θεραπεύει όλες ανεξαιρέτως τις αρρώστιες από τις πιο αθεράπευτες ως τις πιο παραμικρές. Αυτό έπρεπε να συνιστούμε μεις οι γιατροί στους μισούς τουλάχιστον από τους αρρώστους μας. επειδή έχει και το μεγάλο προτέρημα να ’ναι δραστικό, αποτελεσματικό· μόνο να το αγγίξεις στη γλώσσα σου, θεραπεύεσαι για πάντα. Πεθαίνεις αυτοστιγμής από συγκοπή. Αλλά το φάρμακο αυτό πού να το βρεις! Ποιος να σου κάμει αυτή τη μεγάλη εκδούλευση!...».

René Magritte (1898-1967), The Blank Signature (1965), oil on canvas, 81.3 x 65.1 cm, Collection of Mr. and Mrs. Paul Mellon.

Έπειτα άπλωσε η Ανθή το χέρι της δίπλα στο κρεβάτι, ψαχούλεψε, βρήκε το ρολόι της και κοίταξε την ώρα: εφτά παρά δέκα! Ίσια ίσια που προφταίνω να ντυθώ, να ετοιμαστώ, και να βρεθώ στη δουλειά μου με την ώρα μου.

Οχτώ μ’ εννιά είχε μάθημα στην Έκτη περί της «χρήσεως του απαρεμφάτου». Ύστερα ένα κενό, και ξανά τρία μαθήματα σειρά σε διάφορες τάξεις. Για φανταστείτε λοιπόν αυτή τη γυναίκα, που στις πέντε αποφασίζει ν’ αυτοκτονήσει και κανονίζει τις λεπτομέρειες, και στις οχτώ αρχίζει και διδάσκει μπροστά στον πίνακα περί απαρεμφάτου... να ’ναι άραγε το φαινόμενο τούτο κωμικό ή τραγικό; και ποια η ανάγκη να πηγαίνουμε στο θέατρο; Πρόκειται το θέατρο να θαυμάσουμε ηθοποιούς δυνατότερους από μας τους ίδιους: Ποια πρωταγωνίστρια από τις γνωστές η τις άγνωστες, θα ‘παιζε τούτο το ρόλο, με τη φυσικότητα που τον έπαιξα εγώ; έτσι συλλογιέται η κ. Ανθή καθώς βγαίνοντας από την τάξη διασχίζει το ατελείωτο κοριντόρ, που οδηγεί στο βάθος, στο Γραφείο των καθηγητών.

Στο Γραφείο μπαίνανε τώρα ένας ένας οι διάφοροι καθηγητές· άλλοι βιάζονταν ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους, άλλοι να γράψουν στο «βιβλίο ύλης», άλλοι να βγούνε στην ταράτσα να περπατήσουν πάνω κάτω στον καθαρόν αέρα. Καθένας κι απάνω του. Η Ανθή νόμιζε πως δεν είχε με κανένα τους κείνη την ψυχική συγγένεια, που σε κάνει ν’ ανοίγεις την καρδιά σου και ν’ ανακουφίζεσαι. Τους αγαπούσε όλους, γιατί ήσανε καλοί και συμβιούσαν μέσα σε θερμήν ατμόσφαιρα συναδέλφωσης· κάνανε αστεία μιλούσαν και γελούσαν, μα στην ψυχή της έμενε πάντα ένας μικρούτσικος χώρος για την ατομική της μόνο κυκλοφορία. Ολότελα με το θεολόγο τους τον κ. Πέπα, η το μαθηματικό τους τον κ. Βαλτή η απόσταση ήτανε μεγάλη. Δέκα φράσεις δεν είχανε ανταλλάξει τα χρόνια που συνυπηρετούσαν. Ποιος έφταιγε; η Ανθή που δεν τους έμοιαζε σε τίποτα; ή αυτοί που δε μοιάζανε σε τίποτα της Ανθής;

Η Ανθή καθισμένη σε μια καρέκλα παρακολουθούσε τους καθηγητές που κυκλοφορούσαν να γύρο, κι έλεγε: «Πότε να τελειώσει το διάλειμμα! Ν’ ακουστεί το κουδούνι που θα τους μαζέψει πάλι όλους και θα τους ξανακλείσει στις τάξεις! Να χαρώ την κενή μου ώρα, να μείνω μόνη, να παραδοθώ ανενόχλητη στα σχέδιά μου...».

Βγήκαν επιτέλους πάλι όλοι από το Γραφείο, η Ανθή έκλεισε καλά την πόρτα, κι άρχισε να κάνει βόλτες πάνω κάτω. Ύστερα άνοιξε το τζάμι για να δει με μεγαλύτερη διαύγεια τη θάλασσα. Απλωνότανε μισή καταπράσινη, πέρα κατά το βάθος, και μισή γαλάζια. «Το σκολειό μας είναι σ’ εξαιρετική θέση χτισμένο. Αγναντεύει μια κατά τη θάλασσα και μια κατά τα περιβόλια κι είναι η κοινωνία του γεωργοί, αγαθοί ανθρώποι... τα παιδιά καλόκαρδα, μα πως το ’λεγε η μητέρα; ήτανε τότες, που είχαν νοικιάσει οι γονείς μου κείνο το ξανοιχτό σπίτι... που υψωνότανε ανάμεσα σε λεμονιές και νεραντζιές που μοσκομύριζαν... μα η μητέρα ήτανε πολύ πικραμένη. Δε μπορούσαν τα μάτια της να δούνε τις ομορφιές του σπιτιού· η θλίψη έπλεκε υφάδι και της εμπόδιζε την όραση. Κι όταν της το παίνευαν και της λέγανε, το σπίτι σας είναι παράδεισος, «τι το θέλεις το χρυσό το τάσι, τους αποκρινότανε, άμα είναι να φτύνεις αίμα μέσα;» Έτσι είναι τα καλοχτισμένα σκολειά, και την όμορφη θέα, και τα καλά παιδιά, ας τα χαίρονταν εκείνοι που ήτανε στο χέρι τους· η Ανθή τα ’βλεπε, κι είχε την εντύπωση πως ετοιμάζεται για ταξίδι και πως αποχαιρετάει. Ύστερα πήγε κατά το πιάνο, το άνοιξε, το ξεσκόνισε και κάθισε. Έκαμε να παίξει μα οι ήχοι του την ενόχλησαν· το ξανάκλεισε. Πήρε δυο καρέκλες και κάθισε, απλώνοντας τα πόδια της στη μια. Ένιωθε φοβερή κούραση. Ακούμπησε και το κεφάλι στην ανοιχτή παλάμη σκεπάζοντας συγχρόνως τα μάτια της. Δεν είχε καλά καλά ταχτοποιηθεί, κι η πόρτα του Γραφείου άνοιξε και μπήκε μέσα ο μαθηματικός τους ο κ. Βαλτής. Δεν είπε ούτε καλημέρα στην Ανθή, τίποτα. Πλησίασε στο τραπέζι, σωριάστηκε σε μια καρέκλα, έβγαλε από την τσέπη του το μαντήλι του κι άρχισε να κλαίει φωναχτά σα μωρό· έκλαιγε κι έλεγε, έλεγε!... Η Ανθή τα ’χασε. Τρόμαξε. Μα ο κ. Βαλτής τώρα και τέσσερα χρόνια, που συνυπηρετούσαν, δεν είχε ανοίξει το στόμα του να πει πέντε λόγια! Οι πληροφορίες των συναδέλφων για την εν γένει ιδιωτική του ζωή, συμποσούνταν στις πενιχρές απαντήσεις, που έδινε αυτός ο ίδιος κάθε χρόνο συμπληρώνοντας το ατομικό του δελτίο: Έγγαμος: ναι. Τέκνα: τέσσερα... Μα μήτε πού καθότανε ξέρανε οι συνάδελφοι — έφευγε από το σχολείο με τα πόδια κι έκοβε μέσα από τα χωράφια — ούτε τι σκαρί ήτανε η γυναίκα του, και τα «τέσσαρά» του τέκνα δεν τα είχανε δει ποτέ στα μάτια τους. Τις παρέες με το σύλλογο τις απόφευγε. Στην εικοστή πέμπτη Μαρτίου, στην εορτή των Τριών Ιεραρχών, στα «αποτελέσματα» που ο Γυμνασιάρχης καλούσε το σύλλογο να του προσφέρει μια μπύρα, ένα γλυκό, ο κ. Βαλτής δεν ερχότανε: «ευχαριστώ πολύ, κ. Γυμνασιάρχα, δυστυχώς δε θα μπορέσω». Στις εκδρομές που όλοι οι συνάδελφοι ακολουθούσαν οικογενειακώς, εκείνος προφασιζότανε, πως κάποτε είχε πάθει ρευματισμούς κι αποφεύγει τη σωματική κόπωση. Λιγομίλητος, μαζεμένος, ανεκδήλωτος. Και τώρα!... ό,τι μάζευε τόσα χρόνια ό,τι κράταγε κρυμμένο μέσα του τόσους καιρούς, με ευλάβεια και φανατισμό, τώρα; το σκορπούσε χωρίς να του το ζητάει κανένας. Το ποτήρι είχε ξεχειλίσει... Έλεγε, έλεγε, τόσα πολλά που δεν πρόφταινε κανένας ν’ ακούει: «ήρθανε, ξαναήρθανε ένα σωρό γιατροί, τι κάμανε; τίποτα. Ήρθε ο Μαρούλης, ήρθε ο Κιστήνιος, ήρθε ο Οικονομόπουλος. Τη βασανίζουνε. Την ταλαιπωρούνε χτύπησε, ξαναχτύπησε, ακροάσου, τρύπησε, ξανατρύπησε, την περασμένη βδομάδα, την Τρίτη, λένε χρειάζεται σανατόριο. Τρέχω πάνω κάτω, προεξοφλώ τέσσερις μισθούς, γιατί είχα και χρέη, και την πηγαίνω στα Μελίσσια... τώρα, αφού είδανε πως την έβλαψε το σανατόριο, μου ξαναλένε πίσω! κλινική! τι θα γίνω! που θα μείνουν τέσσερα μωρά! Είμαστε ξένοι· είμαι ξένος!

- Μα τι έχετε, κ. Βαλτή, τι σας συμβαίνει;

- Μένω έρημος... μα το περισσότερο, εκείνη κλαίω, είκοσι οχτώ χρονώ γυναίκα. Και δε γνώρισε κοντά μου μήτε τόση δα! να! τόση δα χαρά! Την πήρα μικρή μικρή από τη μάνα της, άμα μετατέθηκα στη Σάμο κι ήμουν εγώ βαρύς κι αυτή είχε ψυχή αγγέλου...

- Μα νομίζετε πως έχει σημασία ποιος απ’ τους δυο είναι βαρύς...

- Δε χάρηκε κοντά μου στο παραμικρό! κι όλα στενόχωρα. Ένας δασκαλίστικος μισθός πού να φτάξει... άμα είχαμε ρούχο, δεν είχαμε παπούτσια, κι άμα είχαμε παπούτσια, δεν είχαμε καπέλο... Τα ’χει δει κανένας σας τα παιδιά μου; την ξέρει κανένας σας τη γυναίκα μου; ξέρει κανένας σας πού κάθουμαι; και ήτανε αδύνατη η καρδιά της, έλεγε ο γιατρός ξεκούραση, κι αυτή έκανε ως και τη μπουγάδα μονάχη της, όλες τις δουλειές τις έκανε δίχως κανένα βοηθό, έτρεχα άμα σκολνούσα, με τα πόδια, για να γλιτώνω τα έξοδα του τραμ, κι είχα την αγωνία πότε θα φτάσω... κι όλο με το γέλιο... να βγαίνει η ψυχή της κι αυτή να γελά... τι θα γίνω! Τι να κάμω!

- Υπομονή να κάμετε, κ. Βαλτή, υπομονή κάνουμε όλοι μας και περνάμε τούτη την αχάριστη κι άσκοπη ζωή.

- Είμαι ξένος... πενήντα χρονώ με τέσσερα μωρά. Τα τελευταία, τα δίδυμα, είναι τριάμισι χρονώ. Δεν τ’ αφήνουμε να πάνε κοντά της, μα τα μικρά τη θέλουνε, εκείνη δεν έφερε καθόλου την ομιλία τους... σα να μην έχει παιδιά... δε μπορεί και να μιλήσει... χτες όμως ακούστηκε στο διάδρομο της κλινικής ένα παιδάκι που γελούσε και πρόσεξα το βλέμμα της, που στράφηκε μονομιάς κατά την πόρτα, κι είχε μιαν αγωνία! κι ύστερα, βούρκωσε, μα δε μου ’πε τίποτα... Μα ξέρετε τι θα πει άγγελος; ξέρετε τι θα πει άγγελος;

- Οι δυστυχίες είναι για μας... όλος ο κόσμος το ίδιο βασανίζεται... μα είναι που σεις δεν το ξέρετε και θαρρείτε πως είστε μονάχος... είναι ανθρώποι που έχουνε μερόνυχτα στη σειρά να κλείσουν μάτι, που στέκονται στα πόδια τους με τις ασπιρίνες και με τους καφέδες...

René Magritte (1898-1967), The Indiscreet Jewels (Les bijoux indiscrets) 1963), lithograph in colors, on Arches paper, MoMA, New York City. © 2026 C. Herscovici, Brussels / Artists Rights Society (ARS), New York.

- Είκοσι οχτώ χρονώ γυναίκα! κι είναι πια σα σκελετός, να δείτε το χέρι της, να! εδώ! καθώς το σηκώνει... μόνο ανάσα που παίρνει, για να με παρηγορά πως ζει ακόμη... Την έχουνε στηλωμένη με τα μαξιλάρια, γιατί γέρνει...

- Μα γιατί κλαίτε διαρκώς και δεν ακούτε και μένα τι σας λέω;

- Ακούω... ακούω... Αχ! τι θα γίνω! Φεύγει από κοντά μου και δε μπόρεσα να της δώσω τόση χαρά! Στα χέρια μου γνώρισε μόνο στέρηση... ούτε τόση χαρά!

- Είναι ανθρώποι, κ. Βαλτή, σκαλιά και σκαλιά πιο δύστυχοι από σας, γιατί ό,τι προέρχεται από τη φύση, όπως είναι ο φυσικός θάνατος, σηκώνει παρηγοριά. Έτσι είναι πλασμένος ο κόσμος να παρηγοριέται γρήγορα στο θάνατο. Χάνουμε τα παιδιά μας, τους προστάτες μας, ό,τι αγαπούμε και σ’ να μήνα μέσα έχουμε ξεχάσει... για διαβάστε στην εφημερίδα τις αυτοκτονίες... κοιτάξετε τα αίτια που τους έφεραν ως εκεί... όσοι δεν είναι νευρασθενικοί, αυτοκτονούνε για λόγους αισθηματικούς: χάσανε τον άνθρωπο που αγαπούσαν. Αν ο άνθρωπός τους όμως πέθαινε, να δείτε, που δε θα τους περνούσε στο μυαλό ν’ αυτοκτονήσουν. Κάθε μέρα ο θάνατος παίρνει τόσα προσφιλή πρόσωπα· γονείς χωρίζουνται από τα μοναχοπαίδια τους οι μανάδες τους, όμως γρήγορα παρηγοριούνται!

- Κι είχε κάμει μια χαρά προχτές... Όχι! την Τετάρτη το βράδυ ήτανε, που μου ζήτησε και λίγο γιαούρτι. Της άρεσε το δωμάτιο, που την έβαλαν. Κοίταζε από το παράθυρο κι έλεγε: Τι ωραία! φαίνεται όλο το δασάκι του Λυκαβηττού. Την είχε βρει ο γιατρός πολύ καλύτερα και μου ’πε: μη στενοχωριέσαι! η καρδιά της θ’ αντιδράσει....

- Μα είναι πολύ καλύτερό αυτό... να είναι βαριά άρρωστη και να καρτερείς πως σήμερα, αύριο θα ξεψυχήσει... Γιατί θα πεθάνει ο άνθρωπός σου, μα θα πεθάνει για όλον τον κόσμο. Θα θέλατε όμως η γυναίκα σας να πεθάνει μόνο για σας; Μα για προσέξτε αυτό που σας λέω... να πεθάνει μόνο για σας και για όλους τους άλλους να ζει...

- Αν, κ. Ανθή, δεν της έμπαινε πυρετός... Μα ξέρετε τι είναι; σ’ αυτό το βασανισμένο κορμί να μπει 39ο  πυρετός; τι θα κάνει η καρδιά; τι θα γίνω! τι θα γίνω!

- Να μπει 40ο, να μπει 41ο, κι ύστερα να πεθάνει· και να ξέρεις πως τα μάτια αυτού του ανθρώπου, που θα του τα κλείσεις εσύ με τα χέρια σου, δε θα βρεθούνε άλλα χέρια να του τ’ ανοίξουν. Εσύ να ’σαι ο τελευταίος άνθρωπος που θ’ ασχοληθεί μ’ αυτόν. Θα θέλατε, κ. Βαλτή, να είναι η γυναίκα σας γερή και καλή, και στα καλά καθούμενα να σηκωθεί ένα πρωινό να σας πει χαίρετε! να σας πει πως αρκετά βάστηξε αυτή η συγκατοικία κι είναι καιρός να διαλυθεί; εσύ να φοβηθείς και ν’ ανησυχείς μην τρελάθηκε... και να της λες γιατί; τι συμβαίνει; τι έπαθες; κι αυτή να σου λέει: κείνο που μου συμβαίνει είναι, πως αποφάσισα με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο να διαλύσω την εταιρία... κι είστε, κ. Βαλτή, μεγάλος, όπως λέτε στην ηλικία! και κείνη δεν το λογαριάζει, μόνο σας κοιτάζει απολιθωμένη, βλέπουνε τα μάτια της πολύ καλά την απόγνωσή σας, μα έχουνε στην έκφραση την απάθεια και την αδιαφορία που παίρνουνε τα πρόσωπα των τρελών. Μιλήσατε ποτέ σας με τρελούς; Τι φοβερό! εσύ τους μιλάς με την ανθρώπινη, τη συνηθισμένη λογική, ενώ αυτοί έχουν αρχίσει πια να συνεννοούνται με δικό τους κώδικα... Καταλαβαίνεις τότε πως χάνεις τα λόγια σου. Έχεις να πεις πολλά, πολλά, και δε λες τίποτα· μήτε μια λέξη! Έχεις δει πως είσαι απομονωμένος. Ενώ ως χτες βαδίζατε μαζί σ’ αυτόν το μακρινό, αγκαθερό δρόμο και πότε ακουμπούσε αυτή απάνω σου και πότε συ απάνω σ’ αυτήν, και νιώθατε ανακούφιση, μια στιγμή την έχασες! κοιτάζεις δεξιά, αριστερά, μπρος, πίσω, τίποτα! άφαντη! Λοξοδρόμησε δίχως να την πάρεις είδηση. Κι ο δρόμος που περάσατε μαζί μπορεί να ’τανε εξαιρετικά δύσβατος κι αγκαθερός, μα ήτανε τουλάχιστον ίσιωμα, μα από τώρα κι ύστερα αρχίζει όλο ανηφορικός...

Τώρα αρχίζει να κλαίει και η Ανθή. Βγάζει κι αυτή το μαντίλι της και κλαίει. Κλαίνε κι οι δυο τους. Ο ένας στη μιαν άκρη του τραπεζιού κι ο άλλος στην άλλη.

- Εγώ λυπάμαι το περισσότερο τα δυο μικρά, μάλιστα το κοριτσάκι, που είναι από φυσικό του χαδιάρικο και ήτανε πάντα κρεμασμένο στην ποδιά της. Τώρα την αναζητάει. Δεν έχει πού ν’ ακουμπήσει...

- Ναι! αλήθεια! αυτό είναι φοβερό· άμα δεν έχει κανένας πού ν’ ακουμπήσει... Είναι το φοβερότερο πράμα που υπάρχει στον κόσμο...


Χτύπησε πάλι το κουδούνι. Τέλειωσε η «κενή ώρα» κι άρχιζαν ένας ένας οι καθηγητές να μαζεύονται στο γραφείο. Ο κ. Βαλτής πρόφτασε προτού μπούνε οι άλλοι κι έφυγε. Θα περνούσε από το γραφείο του κ. Γυμνασιάρχη.

- Χαίρετε! κ Ανθή, πηγαίνω να ζητήσω άδεια να φύγω... Εδώ ήμουνα κι ο νους μου πετούσε άλλού... μα σαν ήρθα, είχε ήδη μπει στο μάθημα... χαίρετε!

- Χαίρετε!...

- Τα μάτια σας κ. Ανθή, είναι κατακόκκινα! κλαίγατε! Τι έχουν;

- Ναι! Έκλαιγα... Ήταν εδώ ο κ. Βαλτής και μου πόνεσε η καρδιά, καθώς τον άκουγα να μιλάει για τη γυναίκα του... φαίνεται πως είναι στα τελευταία της. Κι είναι, λέει, πολύ νέα, καλή, και του αφήνει και τέσσερα μικρά παιδιά.

- Το δυστυχή! γι’ αυτό ο καημένος απουσιάζει τόσες μέρες...

René Magritte (1898-1967), The Mysteries of the Horizon (1955), on canvas, 50 cm × 65 cm, Private collection. Wikimedia Commons.

Στο σπίτι της οδού Θεσπρωτέως με φόντο το πορτρέτο του Καζαντζάκη.

Η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε  το 1894 στο Ηράκλειο της Κρήτης, σε μια οικογένεια λόγια. Ο πατέρας της, Στυλιανός Αλεξίου, ήταν εκδότης και διανοούμενος, η αδελφή της, Γαλάτεια, επίσης συγγραφέας και μετέπειτα σύζυγος του Νίκου Καζαντζάκη, ο αδελφός της Λευτέρης ήταν ποιητής και εκπαιδευτικός.

Η Λιλίκα (όπως την έλεγαν οι δικοί της) αποφοίτησε από το Ανώτερο Παρθεναγωγείο Ηρακλείου, σπούδασε επίσης Παιδαγωγικά και Φιλολογία στην Αθήνα, ενώ το 1945 παρακολούθησε με υποτροφία μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι, απ’ όπου έλαβε δίπλωμα Φωνητικής και Γαλλικής.

Υπηρέτησε την Εκπαίδευση στην Ελλάδα και το εξωτερικό από διάφορες θέσεις επί 42 χρόνια.

Ασπάστηκε τις σοσιαλιστικές ιδέες (έγινε μέλος του Κ.Κ.Ε. το 1928), γεγονός που της στοίχισε διώξεις, στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας, αυτοεξορία, ακόμα και κράτησή της στις φυλακές Αβέρωφ. Συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση κατά την διάρκεια της Κατοχής μέσα από το ΕΑΜ λογοτεχνών.

Εκτός από το εκπαιδευτικό και το λογοτεχνικό της έργο η δράση της ήταν πολυσχιδής. Μεταξύ άλλων συμμετείχε στην ίδρυση της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (1934), ενώ λόγω της τεράστιας προσφοράς της κλήθηκε και συμμετείχε σε διεθνή συνέδρια για την ειρήνη, την εκπαίδευση, την λογοτεχνία, το παιδί και την γυναίκα (Ρουμανία 1949, Βιέννη 1952, Βερολίνο 1957, Κοπεγχάγη 1953).

Το συγγραφικό της έργο είναι μεγάλο και ποικίλο (διηγήματα, μυθιστορήματα, παιδική λογοτεχνία, θέατρο, εκπαιδευτικά βιβλία, ανθολογίες, μεταφράσεις, μελέτες). Η πεζογραφία της εκφράζει τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό της και χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό, με έντονο το συναισθηματικό και ψυχογραφικό στοιχείο. 

Η ίδια είχε δηλώσει: «Όταν διορίστηκα δασκάλα σε δημοτικό σχολείο στο Ηράκλειο, βρέθηκα σε μια ατμόσφαιρα απύθμενης δυστυχίας, πρωτόγνωρης, που χτύπησε ανελέητα την πιο αθώα πλευρά της ζωής, τα μικρά παιδιά. [...] Από τα πρώτα κιόλας βιβλία μου συμμάχησα με τους αδύνατους και τους αδικημένους. Και τη συμμαχία αυτή την κράτησα πιστά σ’ όλη μου τη ζωή».

Πέθανε το 1988 σε ηλικία 94 ετών.




Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Ανδρέας Καρκαβίτσας, «Κρυφός καημός»

Σουλιώτισσες, ελαιογραφία του Γεώργιου Μηνιάτη (1823-1895), β’ ήμισυ του 19ου αι. Οι θαρραλέες γυναίκες, που πρωταγωνίστησαν στους αγώνες των Σουλιωτών, απεικονίζονται να βαστούν ντουφέκια και να μάχονται. Ο δημιουργός τονίζει το ηρωικό πνεύμα της εποχής με χαρακτηριστικό το υψηλό ήθος των προσώπων. Η σύνθεση και οι χρωματικές επιλογές του καλλιτέχνη παραπέμπουν στην περίοδο του Ρομαντισμού, με μακρινά παράλληλά του έργα, όπως η «Σφαγή της Χίου» του Ντελακρουά.

Η μάνα μου ήταν καλή και αγαθή, όπως όλες οι γυναίκες του καιρού της. Γλυκιά ημέρα ωστόσο δεν είδε με τον πατέρα μου γιατί ― λες κι έφταιγε η δόλια! ― έκανε όλο κορίτσια. Ξέρεις τι θα ειπεί φτω­χός και κορίτσια! Έξω απ’ αυτό ακόμη όριζαν Τούρ­κοι στα Μοριά κι ήταν καλύτερο να μην απόχταε κανείς παιδί παρά ν’ αποχτήσει θηλυκό. Κάθε νοικο­κύρης που έβλεπε να πηγαίνει το σπίτι του μπροστά θλιβότανε περισσότερο από κείνον που δεν είχε τίποτα. Για τούτο κι ο πατέρας μου δεν έπαυε κάθε τόσο να της χτυπάει, κάπως στα χωρατά, μα πάντα πικραμένα:
― Μωρέ γυναίκα· δεν κάνεις και συ ένα σερνικό!
Μια βραδιά μπήκε στο σπίτι ολόχαρος.
― Τέλειωσε, Καλομοίρα· είπε μόλις πάτησε στην πόρτα. Ό,τι παιδί κάνεις ― ήταν ετοιμόγεννη η μάνα μου ― θέλω να είναι σερνικό.
Σε λίγο γεννήθηκα εγώ. Όταν πήγαν να του πά­ρουν τα συχαρίκια, στέναξε βαθιά. ― Ο γέρο Βαρσάμης, σκέφτηκε, οχτώ ντουφέκια· ο Βασίλης πέντε· ο κουμπάρος μου ο Ανέστης τέσσερα ― και τι; ― ένα κι ένα! Εγώ τίποτα για το Γένος! Εμείς θέλουμε ανθρώπους για σπαθί κι η γυναίκα μου γεννάει για τη ρόκα!… Και με το γρόθο του έδωκε μια κι έσπασε το τραπέζι.
― Μα δεν πειράζει· είπε σε λίγο. Εγώ θα το κάμω σερνικό. Θα γένει καλύτερο από σερνικό.
Το είπε κι έγινε. Μόλις μεγάλωσα λίγο, μου φόρεσε αντρίκια και μ’ έλεγε Χρύσαντο από Χρυσή που ήταν τ’ όνομά μου. Στη μάνα μου, σε όλους έτσι έλεγε να με φωνάζουν. Από μικρή με έμαθε στ’ άρματα. Μέρα νύχτα με δασκάλευε να παίζω το σπαθί, να λυγίζω το κορμί, να ρίχνω στο σημάδι. Την καθεμερνή μ’ έπαιρνε στο χωράφι· τη γιορτή στο κυνήγι να κυνηγούμε τους λύκους και τ’ αγριογούρουνα στη Δροσελή.
― Θέλω… να περνάς το βόλι απ’ το δαχτυλίδι· μου έλεγε.

Πιθανή απεικόνιση της Ασημίνας Γκούρα από το έργο του Nicolas Louis Francois Gosse Η μάχη της Ακρόπολης (1827). Ελαιογραφία σε μουσαμά Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Πέρασαν έτσι κάμποσα χρόνια. Οι ραγιάδες άρχισαν κάπως ν’ ανακατώνονται. Στις εκκλησιές διαβάζανε κάτι παράξενα τροπάρια για τους Αγαρηνούς. Οι χαλ­κιάδες κι οι τουφεξήδες νύχτα δούλευαν τα σύνεργα του πολέμου. Τα παλικάρια γυμνάζονταν στ’ άρματα, έχυναν βόλια, τραγουδούσαν τα κλέφτικα. Α! πως έγινε και κείνο το αγουροξύπνημα! Την παραμονή του Βαγγελισμού ― Πέφτη θυμούμαι ήταν ― βλέπουμε κατά το κοντόβραδο το Σισίνη από τη Γαστούνη, το Σταματόπουλο από τα Λεχαινά και τον καπετάν Αντω­νάκη από τη Μανωλάδα με καμιά τρακοσαριά παλικάρια. Ο πατέρας μου είχε ρεματισμούς και δε μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Με φώναζε να πάω κοντά, μου έζωσε το σπαθί, μου έδωκε το καρυοφύλλι στο χέρι και·
― Σύρε με την ευκή μου· λέει. Ξέρεις, δεν είσαι γυναίκα, είσαι άντρας· πρέπει να είσαι άντρας! Πέφτε άφοβα στη φωτιά· σκότωνε όσους άπιστους μπορείς. Ο παπα-Δημήτρης λέει, όσο περσότερους σκοτώνεις τόσα κρίματα συχωριώνται.

«Νεαρή Ελληνίδα με Βεντάλια», έργο Γαλλικής σχολής, μέσα 19 ου αιώνα.

Η μάνα μου και τα κορίτσια παράμερα κρυφόκλαιαν. Εγώ ήθελα να κρατηθώ, μα τα έρμα μάτια μου ψιχάλιζαν. Η ώρα του μισεμού ανάστησε στην καρδιά μου κάτι που δεν το ένιωθα πριν. Το σπίτι με τράβαε. Έβλεπα τα στρωσίδια του κρεβατιού, τον αργαλειό, την ανέμη, τ’ άλλα του σωθέματα και πίστευα πως ήταν δικά μου εργόχειρα. Έβλεπα τις γυναίκες και κάτι μέσα μου μ’ έσπρωχνε να τρέξω, να τυλιχτώ στα φουστάνια τους, φυλαχτό να τα βάλω στην τρέλα του πατέρα μου. Α! το σπιτικό πουλί κι αν το φερε η μοίρα να κρεμάσει αϊτού φτερά, πάντα τρο­μάζει να πετάξει στα κορφοβούνια! Κρύος ίδρωτας με τσάκισε και το κορμί λάγκευε κάτω από τ’ άρματά μου. Σαν να το μάντεψε ο γέροντας, πήδησε από το στρώμα του, μ’ έσπρωξε στην πόρτα και με φίλησε.
― Σύρε στο καλό, λέει με τρεμουλιαστή φωνή! Σα φύγουν οι Τούρκοι από το Μοριά, τότε να γυρίσεις και συ.

Ευγένιος Ντελακρουά, Μάχη Έλληνα και πασά, 1835.

Η Γαστούνη εκείνον τον καιρό ήταν κεφαλοχώρι. Εκεί καθότανε ο βόϊβοντας, ο κατής, άλλοι μεγάλοι Τούρκοι κι ο Σισίνης που ήταν Μορογιάνης του Σουλ­τάνου. Ανήμερα του Βαγγελισμού την πατήσαμε. Οι Τούρκοι υποψιάστηκαν και δεν ήβραμε ψυχή από δαύ­τους. Εκεί να έβλεπες το ρωμαίικο τ’ ασκέρι! Ρίχτη­καν στα τούρκικα κονάκια, άρπαξαν ασημικά, άρπα­ξαν ρούχα, τα φόρτωσαν στ’ άλογα και δρόμο για τα χωριά τους.
― Σταθείτε, μωρέ παιδιά· εμείς ήρθαμε να πολε­μήσουμε! τους φώναζαν οι καπετανέοι.
Πού εκείνοι! Σε λίγη ώρα μαθαίνουμε πως οι Τούρ­κοι γύριζαν πίσω. Πήγαν να περάσουν στου Λάλα, μα στο Στενό τούς χτύπησε ο καπετάν Βιλαέτης με τους Πυργιώτες και τους ανάγκασε να πισωπατήσουν.
― Τι θα κάνουμε τώρα: ρωτάει ο Σισίνης,
― Τι θα κάνουμε! Θα τους βαρέσουμε· λέει ο κα­πετάν Αντωνάκης.
Όσοι μείναμε κινήσαμε να βαρέσουμε τους Τούρ­κους. Τους απαντήσαμε ανάμεσα Ροβιάτα και Σαβάλια. Καθώς μας είδαν έβαλαν τα χαρέμια στη μέση, και με φωνές χύθηκαν απάνω μας. Σκορποχώρι εμείς. Ούτε του πατέρα μου τα λόγια συλλογίστηκα ούτε ντροπή. Άκουα το άλα! άλα! των Τούρκων πίσω μου, τ’ άγρια ποδοβολητά τους κι έλεγα τώρα το βόλι θα χωθεί στην πλάτη μου. Πήδαγα τράφους, χαντά­κια, αγριάγκαθα, χωρίς να σκέφτομαι άλλο παρά πώς να ξεφύγω τη λύσσα τους. Άξαφνα βλέπω μπροστά μου το Σταματόπουλο. Ήταν γέρος και παχύς· μόλις μπορούσε να κουνηθεί. Το κοπέλι του με το πρώτο τσάκισμα καβάληκε τ’ άλογο του κι έφυγε.
― Σώσε με, παλικάρι, ν’ αγιάσουν τα πεθαμένα, σου· φωνάζει αγκομαχώντας. Ντροπή στα νιάτα ν’ αφήνουν πίσω τα γεράματα…
Σταμάτησα. Χωρίς να ειπώ λέξη, γονάτισα, τον πήρα στον ώμο και τραβώ για τη Γαστούνη. Μα οι Τούρκοι σε λίγο μας έφτασαν.
― Τώρα, γέρο μου, του λέω, κάμε το σταυρό σου. Η Παναγιά ας βάλει το χέρι της.
Τον απίθωσα χάμω και στάθηκα μπροστά του με το καρυοφύλλι. Σε λίγο έριξα, μα δεν ξέρω αν σκότωσα κανένα. Ένιωσα μια κοπανιά στο κεφάλι· τα μάτια, μου θαμπώσανε και σωριάστηκα χάμω.
Τι έγινε ύστερα δεν ξέρω· για το γέρο Σταματόπουλο δεν άκουσα τίποτα. Όταν συνήρθα, ήμουν ξα­πλωμένη στο κρεβάτι κι ένα όμορφο παλικάρι έστεκε απάνω από το κεφάλι μου.
Ήταν καλή καρδιά ο Δήμος ο Βαρόσης· εκείνος μ’ έσωσε από τα χέρια των Τούρκων. Από τότε γινή­καμε φίλοι· νύχτα ημέρα μαζί. Θα πήγαινε κείνος στη βάρδια; Κοντά και γω. Θα μ’ έστελναν με τον καπετάν Λάππα να στρατολογήσω στα χωριά; Κοντά εκείνος. Ο πικρός σίφουνας που άρχισε την ημέρα του Βαγγελισμού όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Πόλεμος στου Λάλα, στην Πάτρα, στο Σανταμέρι, στο Χλιμούτσι! Αίματα, φωτιά, δάκρυα, εκδίκησες! Ο ρα­γιάς άλλαζε· σήκωσε κεφάλι και κοίταζε άφοβα τον αγά, τον προεστό και το θάνατο.
Έτσι λίγο λίγο άλλαξα και γω. Ό,τι δεν έκαμαν τα λόγια του πατέρα μου, έκαμε ο κίντυνος κι η κακοπάθεια. Δε με τρόμαζαν πια οι σκοτωμένοι και τα αίματα ούτε με συγκινούσαν τα δάκρυα, ο χωρισμός, η ορφάνια. Σ’ ένα μονάχα δε μπόρεσα ν’ αλλάξω, στη ματιά του Δήμου μου. Αχ, το κακοθήλυκο! Το κακοθήλυκο! Τι να κάμουν τ’ άρματα και τα φορέ­ματα: Τι να κάμει το θέλημα του γονιού; «Θέλω να είσαι άντρας!» Ε καλά! Και γω το ήθελα· μα πώς; Πού θα βρεθεί η ασημόβεργα της μάγισσας ν’ αλλάξει τη γυναίκια φύση, όπως αλλάζει σε κάρβουνα τους θησαυρούς στα παραμύθια; Ωχ! τι αγρύπνιες μέσα στον κάματο και τι φαρμάκια στη χαρά της νίκης! Πόσες φορές την αγάπη μου την έπνιξα σε θυμούς και πικρά λόγια εναντίον του! Ήρθαν στιγμές που σήκωσα ν’ αδειάσω την πιστόλα στα στήθη του, να σβήσω στο αίμα του τη λαύρα που με δαιμόνιζε. Δο­κίμασα να φύγω από κοντά του, να πάω με άλλον καπετάνιο. Μα τα πόδια μου μ’ έφερναν πάλι πίσω, όπως το τυφλάλογο στο πράσινο λιβάδι.

Θεόδωρος Βρυζάκης, Η μάχη στα στενά των Δερβενακίων, 1860.

Μια ημέρα λίγο έλειψε να προδοθώ μοναχή μου. Όσο τη θυμούμαι κείνη τη μέρα, ανατριχιάζω. Ο Σι­σίνης μας έστειλε μ’ εκατόν πενήντα παλικάρια στον Κολοκοτρώνη. Είμαστε στα Δερβενάκια κι είχαμε καρτέρι του Δράμαλη, που γύριζε για την Κόρθο. Εμείς με το Νικηταρά είχαμε τον Αϊ-Σώστη. Οι Αλωνιστιώτες το Αγριλόβουνο, ο Αντωνάκης Κολοκοτρώ­νης το Ζυγό. Εγώ κι ο Δήμος είμαστε γονατιστοί πίσω απόνα πουρνάρι και καρτεράγαμε να μπούνε οι Τούρκοι στη ρεματιά. Εκείνος με κοίταζ’ έτσι γονα­τιστή και θάμαζε. Εγώ – ξέρεις ― μη με τηράς τώρα· τότε ήμουν όμορφη, πολύ όμορφη! Έχωνα στην τρα­χηλιά το λαιμό μου, έκρυβα τα χέρια, έσφιγγα τα στήθη μου, άλλαζα τη φωνή μου, μα πού! Τα κατα­καημένα νιάτα φαίνονται, βλέπεις!
― Ορέ αδερφέ Χρύσαντε, τι χεράκια είναι φτούνα; μου λέει άξαφνα. Δεν κάνουν για σπαθί παρά για βελόνι.
Αλαφιάστηκα· έριξα τα μάτια χάμω και με έπι­ασε σύγκρυο.
― Μα το σταυρό, λέει πάλι· αν δε σε γνώριζ’ από καιρό, θα λίγα πως είσαι γυναίκα. Και πώς σ’ αγάπησα! όχι· άλλον άνθρωπο δεν αγάπησα έτσι!…
Ξύπνησε μέσα μου το φίδι! Τα λόγια του ανάδε­ψαν στα φυλλοκάρδια μου τον αμαρτωλό σπόρο της Εύας. Γύρισα τα μάτια ψηλά· κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος. Τ’ απόσκια πέφτανε στη ρεματιά! Εκείνο το σιγαλό μουρμούρισμα του νερού, το παθητικό τσιτσίρισμα των πουλιών κι η μοσκοβολάδα. που έβγαινε από τα θυμάρια, όχι, δεν ήθελαν πόλεμο· έκραζαν την αγάπη. Άναψαν τα μάγουλά μου και τα μάτια μου μισόκλεισαν. Έτρεμα ολόκορμη· τα μέλη μου έγιναν βαριά και μαλακά σαν προζύμι. Ένιωθα κατιτί στυφό στο λάρυγγά μου, που δε με άφηνε να πάρω ανάσα. Σήκωσα τα μάτια να τον ιδώ, και τα χείλη του, τα κόκκινα χείλη του, με τραβούσαν στην Κόλαση.
― Μπαμ! βρόντηξε μια ντουφεκιά.
Πήδησα ορθή. Έπεσε το πρώτο ντουφέκι κι ακού­στηκε η φωνάρα του Κολοκοτρώνη. Οι Τούρκοι μπή­κανε στη ρεματιά· οι καπεταναίοι τους χτύπησαν και τους έστειλαν απάνω μας. Τους χτυπήσαμε και μεις· τα έχασαν, θέλουν να πισωπατήσουν, μα δεν έχουν πούθε να κάνουν κι άλλοι γκρεμίζονται και τους συνε­παίρνει το ρέμα, άλλοι σκοτώνονται συνατοί τους. Τι φονικό που γίνηκε! Ακόμη σωροί κείτονται τα κόκαλά τους εκεί.
Ο Δήμος ήταν μαζί μου στην αρχή· μα τον έχασα. Τον γύρεψ’ αποδώ, αποκεί, φώναξα. Πού ν’ ακουστείς μέσα στην ανακατωσούρα και την αντάρα! Έβλεπες το σπαθί και χτύπαε στο κόκαλο και πέταε σπίθες. Δυο ώρες βάσταξε το πελέκι. Όσοι γλύτω­σαν, έφτασαν κακοί κακώς στην Κουρτέσα. Τα παλικάρια τότες ρίχτηκαν για λάφυρα.
Εγώ είχα μια σπαθιά στο κεφάλι και το αίμα μου θάμπωνε τα μάτια. Έκατσα σ’ ένα κοτρόνι να ξεκου­ραστώ. Το φεγγάρι ξετύλιγε χλωμά σάβανα στο μα­κελειό. Άλογα έτρεχαν χλιμιντρίζοντας και φτερνοκοπώντας τα χαλίκια· άλλα έσερναν ακόμη στη σέλλα νεκρά τ’ αφεντικά τους. Ίσκιοι φάνταζαν στα πλά­για πελώριοι· κάπου άστραφτε μια πιστολιά. Αναστενάγματ’ αποδώ, κλάματ’ αποκεί, που ήταν να φρίξει κανείς.
Άξαφνα θυμήθηκα το Δήμο κι ανατρίχιασα. Τάχα τι να γίνηκε; Τινάχτηκ’ απάνω κι έτρεξα πέρα δώθε πατώντας τους σκοτωμένους και φωνάζοντας. Φώναζα, ούρλιαζα και γω δεν ξέρω τι έκανα. Σε λίγο απόστασα και στάθηκα. Φωνάζω πάλι· μάτα φωνάζω. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Το αίμα έτρεχε από την πληγή μου. Κατάλαβα πως θα λιγοθυμούσα κι έπεσα σ’ ένα θυμάρι. Εκεί ακούω σαν σιγαλό βογκητό πίσω μου. Γυρίζω, βάζω φωνή·
― Δήμο! Δήμο μου!
― Χρύσαντε αδερφέ μου!…
Πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου, κόλλησαν τα χείλη μου στα δικά του. Αχ! τον έφαε το βόλι το πικρό. Τι δε θα ’δινα για να του δώκω ζωή! Τι δε θα ’κανα για να γνωρίσει τι λογής ήταν η αγάπη μου!
― Άκου, Δήμο μ’! άκου, καλέ μου! έκραζα με­γαλόφωνα στ’ αφτί του.

Ήθελα με το μυστικό μου να του σταματήσω το θάνατο. Του κάκου! Παίξανε τα ματόφυλλα μια στι­γμή κι οι κόρες του στυλώθηκαν απάνω μου. Κι είχαν κάτι σαν ξάφνισμα και σαν παράπονο. Το άκουσε τάχα; Τάχα λυπήθηκε, όπως εγώ, που δεν το έμαθε πρωτύτερα; Ποιος ξέρει. Μα τι φταίω και γω; Άλ­λοι τότε ήταν οι καιροί και κείνο που έχτιζε η αγάπη γρήγορα το χάλαε η καταδρομή. Για τούτο και γω δεν πάτησα το θέλημα του πατέρα μου. Έγινα κι έμεινα άντρας.

Τι κακομοιριές κι οι δικές μας!

Μετά την πτώση του Γαλαξιδίου η Αλεφάντω, σύζυγος του Ζάνα,  που φονεύθηκε πολεμώντας στην Κυλλήνη μερικούς μήνες πριν, κατέφυγε στον Κάλαμο της Λευκάδας μαζί με την κόρη της και, κάποια χρονική στιγμή άγνωστο πότε, φθάνει στο Μεσολόγγι. Είναι παρούσα στη Δεύτερη Πολιορκία και παραμένει εκεί μέχρι την Έξοδο (10 Απριλίου 1826). Κατά την Έξοδο η Αλεφάντω με την κόρη της συλλαμβάνονται και οδηγούνται στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου. Η Αλεφάντω ζει ως δούλη για πολλά χρόνια και η κόρη της αλλαξοπιστεί. Καταφέρνει να επιστρέψει  στη πατρίδα της το Γαλαξίδι γύρω στα 1870. 

Από τη συλλογή «Παλιές αγάπες» (1900).

O Aνδρέας Kαρκαβίτσας (1865-1922), γεννήθηκε στα Λεχαινά της Ηλείας και πέθανε στο Μαρούσι της Αττικής. Σπούδασε ιατρική και υπηρέτησε ως γιατρός στο εμπορικό ναυτικό και στον στρατό. Ταξίδεψε σε διάφορα σημεία της χώρας και γνώρισε από κοντά τη ζωή των ναυτικών και στεριανών ανθρώπων που περιγράφει στο έργο του. Το 1889 στρατεύτηκε και κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Μεσολόγγι γνώρισε τις άθλιες συνθήκες ζωής της ελληνικής υπαίθρου. Τις εντυπώσεις του κατέγραψε σε μια σειρά οδοιπορικών σημειώσεων, που αξιοποίησε στη νουβέλα του Ο ζητιάνος το 1897.

Ανήκει στη γενιά της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Η πεζογραφία του κινήθηκε αρχικά στα πλαίσια της ειδυλλιακής ηθογραφίας με αρκετά λαογραφικά στοιχεία και πέρασε σταδιακά προς τον ρεαλισμό με στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού, με σχηματικό ορόσημο τη Λυγερή (1890) και κορυφαία έκφραση τον Ζητιάνο (1897). Στο τελευταίο έργο του Ο αρχαιολόγος (1904) προσπάθησε να λειτουργήσει διδακτικά, προβάλλοντας τις ιδέες του για μια γόνιμη σχέση των νεοελλήνων με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Έγραψε στην αρχή στην καθαρεύουσα και στη συνέχεια στη δημοτική γλώσσα, της οποίας υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Δημοσθένης Βουτυράς, «Οι διηγήσεις του Ατσίγγανου»

Dame Laura Knight, The Gypsy, exhibited 1939. oil on canvas, 610 x 406 mm. The Tate Gallery, London. 

Τι θέλει αυτός εδώ; είπε δυνατά μια φωνή και όλοι στραφήκανε να δούνε.

Στο μεγάλο τραπέζι και δίπλα σ’ έναν φορτωμένον παράσημα, ένας μαυροντυμένος άνθρωπος είχε καθίσει, κίτρινος κίτρινος, που θα φαινότανε δίχως ζωή, αν δυο μάτια, που λάμπανε σα δυνατά φωσάκια, δεν έδειχναν όχι μόνο το ενάντιο, αλλά και κάτι περισσότερο ακόμα.

Ο άνθρωπος έγειρε λίγο το κεφάλι, σαν από το βάρος των τόσων ματιών, που στυλωθήκανε πάνω του.

- Τι θέλεις εδώ εσύ; τον ρώτησε ο οικοδεσπότης, άρχοντας μεγάλος.

Ο άγνωστος τον κοίταξε με τα λαμπερά του μάτια, έπειτα είπε, κατεβάζοντας τα μάτια στο γεμάτο από αχνίζοντα φαγιά τραπέζι.

- Βρήκα την πόρτα ανοιχτή, τους φύλακες να μιλούνε με ωραία κορίτσια, και μπήκα. Πεινούσα!

- Ωραία!

- Αυτός το πήρε για μοναστήρι!

- Έτσι φαίνεται…

Όπως πριν τα μάτια, τώρα τα λόγια φάνηκαν να τον βαραίνουν.

Ο πρίγκιπας πάλι μίλησε:

- Ποιος είσαι; Πώς σε λένε; Τι κάνεις;

- Τραγουδώ και λέγω ιστορίες! απάντησε αυτός με σιγαλή φωνή.

Όλοι γελάσανε.

- Σιωπή!... φώναξε ο άρχοντας, γυρίζοντας το βλέμμα στο τραπέζι.

Έγινε σιωπή. Έξω ακούστηκε η θύελλα να δυναμώνει. Τα παράθυρα ταραχθήκανε σ’ ένα δυνατό χτύπημα του ανέμου και μια αστραπή έλαμψε· Το χαλάζι χτύπησε τα γυαλιά των παραθύρων.

- Ωραία! είπε ο άρχοντας, φέροντας το βλέμμα στον άγνωστο, απ’ τα παράθυρα, που τα χτυπούσε το χαλάζι. Ύστερα, γυρίζοντας στις κυρίες:

- Ορίστε! Σα να τον είχατε παραγγελία για ιστορίες που σας αρέσουν! Όχι τραγούδι. Τώρα όμως, πρώτα πρώτα εμπρός στο φαΐ, γιατί σχεδόν εκρύωσε!

Για λίγη ώρα μέσα στη μεγάλη αίθουσα έγινε ησυχία από φωνές. Μόνον ο κρότος των πιάτων, περουνιών και κάποια ρώτηση ακουγόταν.

Ο άνεμος έξω βογκούσε, η αστραπή έλαμπε και η βροχή και το χαλάζι χτυπούσανε κάθε τόσο τα παράθυρα, σα να κοιτάζανε μέσα.

- Τώρα θα μας κάνεις αρχή απ’ τη δική σου ιστορία! είπε ο άρχοντας άμα τέλειωσαν, σφογγίζοντας τα χείλια του.

Ένα χαμόγελο μικρό με δυσκολία άνοιξε τα χείλια του αγνώστου.

- Την ιστορία μου; είπε. Καλά! Μα όχι, θα σας πω την ιστορία ενός άλλου και μαζί είναι και η δική μου ιστορία.

Ο άρχοντας σήκωσε το ποτήρι.

- Εις υγείαν!

- Εις υγείαν! απάντησαν οι άλλοι και φέρανε τα ποτήρια στα χείλια.

Μια αστραπή έλαμψε, δείχνοντας τη μαύρη κορυφή ενός κυπαρισσιού να σαλεύει τρελά έξω απ’ το παράθυρο.

Ο άγνωστος άρχισε, άμα είδε τα ποτήρια να έρθουνε στο τραπέζι και τα μάτια να στυλώνονται σ’ αυτόν.

Author unrecognized (19th century), The Fiddler and the Gypsy  ("Consolation") according to Louis Gallait (After 1851), oil on canvas,  107 x 89 cm, Collection of Grazyna Kulczyk, Poland.

- Ήτανε ένας ξεπεσμένος άνθρωπος, αλήτης, δυστυχισμένος. Έτσι το νόμιζα! Γύριζε κι έπαιζε στα χωριά βιολί για να ζήσει. Έπαιζε στα πανηγύρια, στους στενούς δρόμους του χωριού, για να χορέψει η μάνα το παιδί της και να πηδήσουνε τρελά τα χωριατόπαιδα… Τον ήξερα, πολλές φορές τον είδα να παίζει βιολί στη μικρή πλατεία του χωριού μου, κάτω απ’ τα μεγάλα πλατάνια.

Μια βραδιά τον απάντησα, καθώς γύριζα έτσι άκοπα. Και μη γνωρίζοντας τι να κάνω, τον ακολούθησα. Αυτός προχωρούσε έξω, προς τις ερημιές, πολύ έξω. Εκεί που η ερημιά τη φωνή του λύκου γνωρίζει μόνο, και η σιωπή έχει στήσει τη σκηνή της.

Εκεί έβγαλε το βιολί του.

Ο ουρανός κείνη τη νύχτα είχε στολιστεί σα να εόρταζε, και ο αέρας ήτανε γεμάτος από μυρουδιές αγρίων λουλουδιών.

Εννόησα ότι ο Ατσίγγανος θα έπαιζε τώρα, για το λαμπροστόλιστο ουρανό, για τη φύση, που εόρταζε. Και άρχισε. Ο σκοπός που έπαιζε δεν ήταν όμοιος με κείνους, που χτυπούσε στα πανηγύρια, στις πόρτες, στις πλατείες. Ήτανε μια μελωδία που δεν είχα ακούσει έως τότε, και που ήτανε όμοια άλλοτε με τραγούδι νεράιδας ερωτευμένης άνθρωπο, και άλλοτε με θρήνο δαίμονος που θυμάται ότι υπήρξε άγγελος!

Σε λίγο άρχισε και η φωνή του να συνοδεύει το βιολί, μια βαθιά βαθιά φωνή και βραχνή, σαν τους στεναγμούς του ανέμου. Και έψελνε τα δάση, τα λαγκάδια, τις πεδιάδες, τη νύχτα με τη μαύρη καλλονή της και τη ζωή, τη ζωή την ελεύτερη του Ατσίγγανου, που δεν έχει κατοικία, παρά όλη τη γη με τον ελεύτερο ουρανό… Και ψάλλει, ψάλλει, και το βιολί του τον συνοδεύει, κι εγώ αισθανόμουνα μέσα μου τα λόγια εκείνα, τα γεμάτα ελευτεριά και μυρουδιά των άγριων δασών να παίρνουν ζωή! Και τότε, χωρίς να μπορώ να σταματήσω κάτι που μ’ έσερνε να πλησιάσω κοντά του, βγήκα απ’ το μέρος που ήμουν κρυμμένος, και τον πλησίασα.

Στο βήμα μου, που τάραξε την ησυχία που μέσα χυνόταν το τραγούδι της ελεύτερης ζωής, ο Ατσίγγανος έπαψε και στράφηκε.

Είδα τότε το πρόσωπό του.

Ήτανε όμοιο, ομοιότατο με το δικό μου πρόσωπο!

Και πριν προφτάσω να σκεφθώ, μεμιάς, μ’ αυτό που είδα, παρουσιάσθηκα εγώ στη θέση του! Ο Ατσίγγανος που έπαιζε, ήμουν εγώ ο περαστικός, που τον είχα ακολουθήσει! Και απ’ εκείνη τη νύχτα δεν είμαι πια εγώ εκείνος που ήμουν, είμαι ο Ατσίγγανος που δεν έχω ούτε σπίτι, ούτε πατρίδα! Αυτή είναι η ιστορία μου!

- Η ιστορία σου;

- Είσαι βαγαπόντης!

- Κανένας κατεργάρης θα ’ναι!

Lovis Corinth (1858–1925), Storm off Cape Ampelio (1912), oil on canvas, 49 × 61 cm, Staatliche Kunstsammlungen, Gemäldegalerie Neue Meister, Dresden. Wikimedia Commons.

- Όχι! είπε σιγά σιγά και με μελαγχολία ο άγνωστος, σα να μιλούσε μόνος του, είμαι παιδί της τρικυμίας, και αυτή μ’ έριξε δω.

- Σ’ έριξε η τρικυμία! φώναξε κάποιος που τον άκουσε.

- Ναυαγός θα ’ναι!... Μια φωνή γυναικεία συμπαθητική ακούστηκε μέσα στο θόρυβο του γέλιου.

- Όχι, όχι! Είναι, λέει, παιδί της!

- Για πες μου πώς ήρθες; διέταξε ο άρχοντας.

- Πώς ήρθα; Να, σ’ ένα πλοιάρι μπήκα, φτιαγμένο από δέντρο που το είχε χτυπήσει κεραυνός, και το ρεύμα του ποταμού με έφερε δω!

- Μα τούτος είναι τρελός!

- Άστε τον! φώναξε πάλι ο άρχοντας. Κι έπειτα είπε στον άγνωστο:

- Για πες μας τώρα καμιά ιστορία…Για τις κυρίες.

Ο άγνωστος άρχισε:

Jean-Louis Forain (1852–1931), Trial Scene (1904), oil on canvas, 61 x 81.2 cm, Private collection. The Athenaeum.

- Χθες είδα έναν άνθρωπο, που δικάζανε σ’ ένα δικαστήριο για κάποιο λάθος που είχε κάνει. Στο σπίτι τον περίμεναν γυναίκα, παιδιά για να πάει, και προσευχότανε όλοι μαζί στον Πλάστη για να βοηθήσει τον προστάτη τους και να τον σώσει απ’ το στόμα του Νόμου. Απ’ τα χέρια του ζούσαν! Έχετε δει, κυρίες, δικαστές; Έχετε δει; Να, κάθονται σε έδρες ξαπλωμένοι και δικάζουνε. Κάποτε είναι σοβαροί, συχνά όμως γελούνε και ο πονεμένος, που κάθεται κάτω, βλέπει το γέλιο τους και γελιέται! Αλίμονο! Αλίμονο σε κείνον που δεν έχει στον κόσμο τούτον Θεό! Λοιπόν. Οι δικαστές κείνη την ημέρα γελούσαν περισσότερο και δικάσανε πιο αυστηρά τον δυστυχή, που καθότανε κάτω, και που για μια στιγμή, βλέποντας τα γελαστά πρόσωπα των δικαστών, έγινε κι αυτός γελαστός! Τι θα γίνει τώρα η οικογένεια του φτωχού εκείνου;

- Ουφ!

- Μωρέ ιστορία!

- Πού τη βρήκες;

- Δε σας αρέσει; Δε σας ενδιαφέρει για τον φτωχό εκείνον, καλοί μου άρχοντες; Καλά! Άλλη…

- Όχι σαν κι αυτή!

Ο άγνωστος φάνηκε να ακροάζεται τη θύελλα. που πάλευε έξω, κι έπειτα είπε:

Antonino Gandolfo (1841–1910), Compensation (1880-85), oil on canvas, 84 x 51 cm, location not known. Image by Luigi Gandolfo, via Wikimedia Commons.

- Χθες, καθώς περνούσα από ένα δρόμο παλιό, γεμάτο ερείπια άκουσα μια γριά να μιλά με μια νέα που καθισμένη στο κατώφλι της μικρής πόρτας του σπιτιού της, έκλαιε, σφογγίζοντας τα μάτια της με την ποδιά της τη μαύρη.

- Κλαις εσύ; με τα τόσα νιάτα και κάλλη! Αχ, να τα ’χα!

- Και τι θες να τα κάνω; Δεν υπάρχει μέσα ούτε ψωμί, κι η μάνα άρρωστη, κοντεύει να πάει απ’ την πείνα! της είπε η κόρη.

- Καλέ, της λέγει η γριά πάλι, έτσι να την κάνεις εσύ, και θα παρουσιασθούνε χιλιάδες να σου δώσουν ό,τι θέλεις!

- Φεύγα! της έκανε η κόρη και σηκώθηκε, καλύτερα το ποτάμι!..

- Τι κουτή! έλεγε η γριά φεύγοντας. Αχ, να ’μουν νέα!

Και όμως, όταν ήτανε νέα η γριά, ήτανε τίμια!

- Τι θες να πεις;

- Θα μας πεις τίποτα καλύτερο;

Ο άγνωστος περίμενε να πάψει ο θόρυβος, χτυπώντας σιγά το τραπέζι με το δάχτυλο κι έπειτα άρχισε πάλι:

Rembrandt Harmensz. van Rijn (1606-1669), Daniel and Cyrus before the Idol Bel (1633), oil on panel, 23.5 x 30.2 cm, The J. Paul Getty Museum, Los Angeles, CA. Courtesy of the Getty Center, via Wikimedia Commons.

- Σ’ ένα χωρίο αγρίων… έχει ιδεί, κυρίες, αγρίους; Είναι παντού. Φτάνει να προσέξει λίγο κανείς! Λοιπόν! Σ’ ένα χωριό αγρίων είχανε ένα θεό μέσα σ’ ένα μεγάλο ναό! Τον είχανε σκεπασμένο μ’ ένα χρυσό πανί και κανείς δεν τον έβλεπε, εκτός απ’ τους παπάδες και τους μεγάλους!

Μια μέρα ένα περίεργος, γιατί υπάρχουνε περίεργοι και μέσα στους αγρίους, μπήκε κρυφά μέσα στο ναό και πήγε να δει το θεό. Αυτός ο θεός, καθώς φαίνεται, κοιμότανε, γιατί τον άφησε να πλησιάσει! Μη νομίζετε ότι δεν κοιμούνται και οι θεοί. Να, απόδειξη κι ο δικός μας, ο αληθινός, που κοιμάται απ’ τον καιρό που έκανε τον κόσμο! Λοιπόν… Πήγε σιγά σιγά, ο περίεργος, και πιο σιγά σήκωσε το χρυσό πανί, που σκέπαζε το θεό, και είδε. Μα και τι νομίζετε είδε; Ο θεός που προσκυνούσαν όλοι, ήτανε ένα χονδρό χονδρό κούτσουρο!

Φωνές άγριες διέκοψαν τον άγνωστο.

- Πάψε!

- Βλαστημάς!

- Θεός ψεύτικος ή αληθινός, σεβαστός είναι! φώναξε ο άρχοντας.

Ο άγνωστος, μόλις έπαψε ο θόρυβος, άρχισε πάλι, χωρίς να του πει κανείς:

Jean-Joseph Weerts (1846–1927). The Death of Barra (1880), oil on canvas, 350 x 250 cm, Musée d’Orsay, Paris. Wikimedia Commons.

- Σε μια ερημιά, κάτω από ψηλά δέντρα, στη σκιά τους, κοιμόντανε πολλοί δυστυχισμένοι. Ζητούσαν στον ύπνο να βρούνε την ευτυχία. Από πάνω τους, στα δέντρα, τα πουλιά ψέλνανε την ελεύτερη ζωή. Αυτοί κοιμόντανε και δεν άκουγαν τίποτα! Κάποιος περαστικός τους είδε, τους ξύπνησε και τους έβαλε στο χέρι ένα μαχαίρι.

- Στον ύπνο μη ζητάτε την ευτυχία, μ’ αυτό θα τη βρείτε! τους είπε.

- Τι θες να πεις; φώναξε ο άρχοντας άγριος και σηκώθηκε.

Μαζί του όλοι σηκωθήκανε και αρχίσανε να φωνάζουνε. Κι ο άγνωστος είχε σηκωθεί.

- Φωνάξετε τους φύλακες! είπε ο άρχοντας.

- Φύλακες! φωνάξανε πολλές φωνές. Αλλ’ ο άγνωστος όρμησε ξαφνικά γρήγορος έξω, ρίχνοντας κάτω ένα φύλακα, που κείνη τη στιγμή έτρεχε να δει τι συνέβηκε.

Τον ακολούθησαν, ενώ ο φύλακας φώναζε και άλλους να τρέξουν.

Έξω είδαν τη νύχτα τη μαύρη, την αστραπή να σχίζει γρήγορη το σκοτάδι, τον άνεμο, τη βροχή, το βόγκο του πελάγους άκουσαν.

Ο άνθρωπος είχε χαθεί! Έψαξαν. Τίποτα.

Ίσως, είπε κάποιος, θα ήτανε κανένα στοιχειό της τρικυμίας, της θύελλας, κι ενώθηκε μ’ αυτή!

Gustav Klimt (1862–1918), Approaching Thunderstorm (The Large Poplar II) (1903), oil on canvas, 100.8 x 100.7 cm, Leopold Museum (Die Sammlung Leopold), Vienna, Austria. Wikimedia Commons.

Από τη συλλογή «Τριανταδύο διηγήματα» (1921)

Ο Δημοσθένης Βουτυράς, γιος του συμβολαιογράφου Νικολάου Βουτυρά και της Θεώνης, το γένος Παπαδή, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1872, όπου πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια και ο πατέρας του εργαζόταν ως δάσκαλος. Μετά από μερικά χρόνια εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου ο πατέρας του διορίστηκε ως συμβολαιογράφος. Εκεί τέλειωσε το Δημοτικό και ξεκίνησε τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο, την οποία όμως διέκοψε, καθώς παρουσίασε κρίσεις επιληψίας. Η ιδιαιτερότητά του προκάλεσε την υπερπροστατευτικότητα των γονιών του και έτσι πέρασε τα εφηβικά χρόνια χωρίς στερήσεις. Παρακολούθησε μαθήματα μουσικής, ξιφασκίας, γράφτηκε στη Σχολή Μαχαιριάδη, τα διέκοψε όλα όμως λόγω της ιδιοσυγκρασίας του. Το 1900 πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση στον χώρο των γραμμάτων δημοσιεύοντας ένα άρθρο στην καθαρεύουσα στο περιοδικό του Πειραιά Χρονογράφος και ένα στο Περιοδικόν μας του Γεράσιμου Βώκου (με τον οποίο ακολούθησε σταθερή συνεργασία). Γύρω στο 1902 ο πατέρας του εγκατέλειψε την εργασία του και ασχολήθηκε με οικοδομικές επιχειρήσεις. Στο εργοστάσιο σιδηρουργίας που έχτισε εργάστηκε αρχικά και ο Δημοσθένης. Στην περίοδο αυτή τοποθετείται η δημοσίευση του διηγήματος Ο Λαγκάς που έγινε δεκτό με επαινετικά σχόλια από τον Παλαμά και τον Ξενόπουλο (1903). Ακολούθησαν νέες δημοσιεύσεις έργων του σε λογοτεχνικά περιοδικά, μεταξύ άλλων και στα Παναθήναια. Γύρω στο 1904 παντρεύτηκε τη Μπετίνα Φέξη, με την οποία απέκτησε μερικά χρόνια αργότερα δυο κόρες. Η ζωή του άλλαξε δραματικά μετά την οικονομική καταστροφή και την αυτοκτονία του πατέρα του το 1905. Προσπάθησε να αναλάβει τη συνέχιση της επιχείρησης, απέτυχε όμως και την οδήγησε στην ολοκληρωτική πτώχευση. Δυο χρόνια αργότερα μετακόμισε με τη σύζυγό του στο Κουκάκι και στράφηκε στην επαγγελματική πεζογραφία, πουλώντας διηγήματα σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Η καταξίωσή του ως πεζογράφου προήλθε αρχικά από τον ελληνισμό της Διασποράς, συγκεκριμένα από την Αλεξάνδρεια. Μετά το 1920 άρχισε να γίνεται γνωστός και στην Αθήνα. Η πορεία του ήταν ανοδική και μέχρι το 1923, οπότε τιμήθηκε με το Αριστείο των γραμμάτων και των Τεχνών, είχαν τυπωθεί ήδη δέκα βιβλία του. Λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής του ανέχειας ασχολήθηκε επίσης με τη συγγραφή σχολικών συγγραμμάτων σε συνεργασία με τον Μ. Παπαμιχαήλ, η προσπάθεια όμως ναυάγησε καθώς το αναγνωστικό της τρίτης δημοτικού που ολοκλήρωσαν καταργήθηκε από τη δικτατορία του Παγκάλου. Συνέχισε να ζει από τη συγγραφή και το 1931 τιμήθηκε με το Αριστείο του Δήμου Πειραιώς. Λίγους μήνες πριν την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία πρόλαβε να γιορτάσει τα σαράντα χρόνια της λογοτεχνικής του δράσης στην ταβέρνα Μπογράκου στην Κυψέλη, όπου σύχναζε. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής τάχθηκε υπέρ της Αντίστασης. Μετά το τέλος του Εμφυλίου, σε ηλικία 80 χρόνων δημοσίευσε το Αργό Ξημέρωμα. Ως τον θάνατό του έζησε κατάκοιτος, φτωχός και παραγνωρισμένος από την κρατική εξουσία (η Ακαδημία Αθηνών αρνήθηκε την πρόταση για υποψηφιότητά του σε δυο συνεχείς εκλογές). Πέθανε το 1954.

Το πεζογραφικό έργο του Βουτυρά, σχεδόν αποκλειστικά διηγηματικό, εντάσσεται στο πλαίσιο του κοινωνικού ρεαλισμού και οριοθετεί το πέρασμα από την ηθογραφία στην αστική πεζογραφία. Ως μόνιμο θέμα του κυριαρχεί η ζωή των περιθωριακών (λούμπεν) ομάδων της Αθήνας και του Πειραιά. Έχοντας ζήσει κοντά τους ο Βουτυράς περιέγραψε τη ζωή και την ψυχοσύνθεσή τους με έντονα ζοφερά χρώματα και καταθλιπτικό ύφος, παρουσιάζοντας ωστόσο και μια τάση προς την ουτοπία. Παράλληλα απεικόνισε την άρνηση των ομάδων αυτών να ενταχτούν στην οργανωμένη κοινωνία, άρνηση η οποία αποτυπώθηκε και στην άναρχη δομή των έργων του, σε κάποια από τα οποία συναντούμε επίσης στοιχεία μεταφυσικής και επιστημονικής φαντασίας, τα οποία λειτουργούν συμβολικά.

Πηγή: Ε.ΚΕ.ΒΙ - https://users.sch.gr/ipap/log-keimena/boutiras_diigimata2.htm