Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

Η λειψανοθήκη του Αληθούς Σταυρού. Le reliquaire de la Vraie Croix


Με την περιοδική έκθεση «Η λειψανοθήκη του “Αληθούς Σταυρού”» το Moυσείο Βυζαντινού Πολιτισμού συμμετέχει στο πρόγραμμα της κορυφαίας διοργάνωσης «Έργα τέχνης από το Λούβρο στη Θεσσαλονίκη», από τις 14 Οκτωβρίου 2012 έως τις 27 Ιανουαρίου 2013.

Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού φιλοξενεί, στο πλαίσιο αυτό, ένα σημαντικό έργο της βυζαντινής αργυροχρυσοχοΐας από τις συλλογές του Λούβρου, που χρονολογείται ανάμεσα στον 12ο και τον  13ο αιώνα. «Η λειψανοθήκη του Αληθούς Σταυρού» , όπως ονομάζεται το πολύτιμο αυτό  έργο, έφτασε  από το Βυζάντιο στη Δύση και ειδικότερα στη γαλλική πόλη Jaucourt, πιθανότατα  στο τέλος του 13ου αιώνα, όπως πολλά άλλα κειμήλια,  θησαυροί ή έργα τέχνης, ως αποτέλεσμα των ακραίων λεηλασιών και του διαμελισμού που υπέστη η βυζαντινή αυτοκρατορία με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 και μέχρι  την ανακατάληψή της το 1261.

Το γεγονός της φιλοξενίας της λειψανοθήκης έδωσε την ευκαιρία να «γεννηθεί» μία  περιοδική έκθεση, η οποία έχει ως στόχο να πλαισιώσει αυτό  το, παρότι μικρό, ιδιαίτερα πολύτιμο βυζαντινό έργο  κατά την τρίμηνη παραμονή του στο Μουσείο. Φιλοδοξεί επίσης να διηγηθεί στο κοινό την ενδιαφέρουσα ιστορία, τη σημειωτική – σημειολογία  του σταυρού, ενός συμβόλου ή  με σημερινούς όρους «λογότυπου», που χαρακτήρισε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο την ιστορία και τον πολιτισμικό χαρακτήρα  του ελληνορωμαϊκού ή αλλιώς λεγόμενου «δυτικού» κόσμου.

Εξάλλου το ίδιο το έργο, η  φιλοξενούμενη βυζαντινή λειψανοθήκη, στην πορεία της ιστορίας του  άλλαξε πόλεις ανάμεσα σε  Ανατολή και Δύση, άλλαξε κατόχους και δέχτηκε  μεταγενέστερες προσθήκες  «ευσεβείας» που μετέβαλαν την αρχική του μορφή. Είχαν, όμως, ως  αποτέλεσμα να θεωρείται σήμερα μία πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση που συνδυάζει με επιτυχία αισθητικές εκφράσεις τόσο της  βυζαντινής  όσο και της  δυτικής αργυροχρυσοχοΐας στις αντίστοιχες περιόδους που αυτές εκτελέστηκαν.

Τόσο το γεγονός αυτό όσο και η ονομασία  του έργου ως «Λειψανοθήκη του Αληθούς Σταυρού» δημιούργησαν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά και  μία πρόκληση προκειμένου το φιλοξενούμενο έργο, που κατά μία έννοια γυρίζει  πίσω στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή στην οποία κατασκευάστηκε, να πλαισιωθεί από μία περιοδική έκθεση αντί μιας μεμονωμένης και απλής παρουσίασής του στο Μουσείο. Η ονομασία «Αληθής Σταυρός» αποτέλεσε ουσιαστικά το κλειδί της έμπνευσης του μουσειολογικού σκεπτικού της έκθεσης για δύο λόγους: Πρώτον διότι η εντόπια ορθόδοξη παράδοση της Ανατολής είναι περισσότερο εξοικειωμένη με τον «Τίμιο», όπως συνηθίζεται να λέγεται,  Σταυρό του Χριστού παρά τον «Αληθή», δημιουργώντας έτσι ένα  νέο στοιχείο που θα έκανε  την έκθεση να κεντρίσει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον του κοινού.

Δεύτερον διότι προέκυψε σχεδόν αυτόματα  νοηματική σύνδεση της λειψανοθήκης με την διάσημη στη Δύση «Ιστορία του Αληθούς Σταυρού» ή Leggenda della vera Croce, ιστορία που έχοντας τις πρώτες πηγές της στα Απόκρυφα Ευαγγέλια, γνωστή από χειρόγραφα ή και  προφορική παράδοση,  κωδικοποιείται και συμπεριλαμβάνεται για  πρώτη φορά στο περίφημο μεσαιωνικό, εκκλησιαστικό κείμενο του Jacopo da Varagine, ( ή da Varazze) γνωστό με το όνομα «Legenda Aurea» το οποίο, ωστόσο, υπήρξε σχεδόν τελείως  άγνωστο  στο ορθόδοξο κοινό.

Ναός Αγίου Φραγκίσκου στο Arezzo, Piero della Francesca, 1452-1466. Η αποκάλυψη και η ύψωση του Αληθούς Σταυρού.

Η σύνδεση αυτή μετέφερε με τη σειρά της τη σκέψη στο Αrezzo της Τοσκάνης στην Ιταλία, στο ομώνυμο αριστούργημα του μεγάλου Ιταλού Μαέστρου της Αναγέννησης Piero della Francesca, και ειδικότερα στο περίφημο σύνολο τοιχογραφιών στο ναό του Αγίου Φραγκίσκου, όπου εξιστορείται με  θαυμάσια τέχνη ο διασημότερος κύκλος των επεισοδίων από την «Ιστορία του Αληθούς Σταυρού». Το στοιχείο αυτό αποτέλεσε την αφετηρία του περαιτέρω σχεδιασμού της έκθεσης και του κυρίως κορμού της. Όπως ακριβώς η λειψανοθήκη του Λούβρου, που εκτός της ιερότητάς της, συνδυάζει τη βυζαντινή με τη  δυτική αισθητική έτσι και το σκεπτικό της έκθεσης ακολούθησε τον ίδιο άξονα Βυζάντιο – Δύση. Κάτω από αυτό το πρίσμα αναζητήθηκε στην ανατολική ορθόδοξη θρησκευτική ζωγραφική αντίστοιχο παράδειγμα  με αυτό του Arezzo.

Ναός Τιμίου Σταυρού στο Αγιασμάτι, Κύπρος, 1492. Ο Κωνσταντίνος μπαίνει νικητής στη Ρώμη, με το Σταυρό, μετά τη μάχη στη Μουλβία γέφυρα.

Είναι ευρέως γνωστό  το πόσο μεγάλη σημασία  είχε το ιερό σύμβολο του Σταυρού  στο Βυζάντιο καθώς οι  μεγαλειώδεις λιτανείες και  οι πανηγυρικές εορτές που ετελούντο προς τιμήν του στην Κωνσταντινούπολη, ακολουθούσαν  με κάθε επισημότητα ένα  πλούσιο τελετουργικό τυπικό και διαρκούσαν  πολλές μέρες. Ωστόσο το  ζητούμενο ολοκληρωμένο εικονογραφημένο  παράδειγμα, αν και σπάνιο,  επισημάνθηκε  μέσα από τη βιβλιογραφία στην Κύπρο, στον  μεταβυζαντινό  Ναό του Τιμίου Σταυρού στο Αγιασμάτι και μάλιστα μόνον κατά λίγα χρόνια μεταγενέστερο από το σύνολο στην Τοσκάνη.

Οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη, 1815, Νεοχώρι Χαλκιδικής.

Στο ίδιο σκεπτικό της παρουσίασης της «Ιστορίας του Αληθούς Σταυρού» ήταν αυτονόητη η παρουσίαση και ένταξη στην έκθεση, φορητών  μεταβυζαντινών εικόνων που παριστάνουν σχετικά με το Σταυρό θέματα, πολύ αγαπητά στην Ανατολή, όπως  η  Ύψωση του Τιμίου Σταυρού ή ακόμα τα  πρόσωπα - κλειδιά στην ιστορία του  αλλά και  στην ιστορία ολόκληρου του Χριστιανισμού, δηλαδή τους αυτοκράτορες Άγιους Κωνσταντίνο και Ελένη να κρατούν το «Τίμιο Ξύλο». Οι ίδιοι Άγιοι, εξάλλου παριστάνονται  και στην φιλοξενούμενη λειψανοθήκη.

Η ενότητα αυτή  αποτελεί τον κορμό της  μουσειολογικής σύλληψης  της έκθεσης, η πορεία  της όμως αρχίζει με μιαν άλλη  εισαγωγική  θεματική ενότητα. Σε αυτήν αναλύεται η ιστορία του σχήματος του σταυρού του οποίου η σχεδιαστική δυναμική, μέσα από την απλότητα δύο τεμνόμενων γραμμών, το κατέστησε  πανάρχαιο κοσμολογικό σύμβολο στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ.  Παρουσιάζεται ακόμα η πολυσήμαντη ιστορία και χρήση του σταυρού ως σχήματος, σε διάφορους πολιτισμούς από την εποχή των Φαραώ και των Ασσυρίων μέχρι την καθιέρωσή του ως συμβόλου του Χριστιανισμού.

Η συνέχεια της  έκθεσης δίνεται με τον χριστιανικό σταυρό και το γεγονός - τομή στην ιστορία του, δηλαδή τη σταύρωση του Χριστού, που τον μετέτρεψε από «ατιμωτικό» όργανο θανάτου σε «Τίμιο» Σταυρό, μυστηριακό σύμβολο ζωής, σωτηρίας αλλά και έμβλημα της θρησκείας των χριστιανών.

Η λειψανοθήκη του “Αληθούς Σταυρού” από το Ζοκούρ. Μουσείο του Λούβρου.  Βυζαντινή λειψανοθήκη – σταυροθήκη (12ος – 13ος αι.), έργο πιθανόν εργαστηρίου Θεσσαλονίκης,  με προσθήκη δύο αγγέλων γοτθικού ρυθμού (14ου αι.).

Σε ειδικά διαμορφωμένο  χώρο στο τέλος της πορείας της έκθεσης, το μοναδικό έργο από το Λούβρο, αποτελώντας το επίκεντρο, ολοκληρώνει το σενάριό της   και  διηγείται στο κοινό της Θεσσαλονίκης και  στον κάθε επισκέπτη την δική του  «προσωπική»  ιστορία, ως λειψανοθήκη του «Αληθούς» και «Τιμίου» Σταυρού. 

Ο «Θρίαμβος του  Σταυρού» Θεσσαλονίκη, 17ος αι.


Μία μεταβυζαντινή φορητή εικόνα του 17ου αι. που παριστάνει σχετικό με τη λειψανοθήκη  θέμα, την «θριαμβική» σύνθεση δηλαδή δύο αγγέλων με Σταυρό, επιλέχθηκε να εκτεθεί  διακριτικά στον ίδιο χώρο. Η επιλογή αυτή, όπως και όλο το σκεπτικό της έκθεσης, αποτελεί αναφορά στην  κοινή θρησκευτική και  πολιτισμική ρίζα της Χριστιανικής  Ευρώπης, που τεκμηριώνεται  ακόμα και όταν  η καλλιτεχνική έκφραση  και  τεχνοτροπία διαφέρουν, όπως  γίνεται φανερό στα έργα που παρουσιάζονται  στην παρούσα έκθεση.

Οι διαφορές







Στη δεύτερη ενότητα της έκθεσης, μέσα από ισάριθμες υποενότητες, ο επισκέπτης ξεναγείται στην καλλιτεχνική ζωγραφική απόδοση της ιστορίας του Αληθούς Σταυρού [Leggenda della vera Croce] στην θρησκευτική τέχνη της Δύσης και του Τιμίου Σταυρού στην αντίστοιχη της Ανατολής, ανακαλύπτοντας θέσεις, συνθέσεις και αντιθέσεις, μέσα από τους σημαντικότερους και ολοκληρωμένους εικονογραφικούς κύκλους του θέματος. Πρόκειται για τα έργα του Piero della Francesca στο  ναό του Αγίου Φραγκίσκου στο Arezzo της Τοσκάνης [1452-1466] και του ζωγράφου Φίλιππου Γούλ στο ναό του Τιμίου Σταυρού στο Αγιασμάτι της Κύπρου [1494] αντίστοιχα.

Une oeuvre majeure de l’orfèvrerie byzantine des XIIème-XIIIème siècles, le reliquaire de la "Vraie Croix", qui est arrivé en France, à Jaucourt, probablement en tant que butin après la quatrième Croisade en 1204, combiné plus tard à des interventions d’esthétique gothiques, constitue l’objet central de l’exposition intitulée « Le reliquaire de la "Vraie Croix"» qui est organisée au Musée de la Civilisation Byzantine.

A l’aide de supports pédagogiques mais également avec des oeuvres authentiques des Musées et des collections privées, l’exposition focalise sur l’ "Histoire de la Vraie Croix", très connue principalement en Europe occidentale, et son interprétation artistique dans l’art religieux de l’Occident ainsi que dans l’art post-byzantin de l’Orient, avec des exemples typiques d’Arezzo de la Renaissance, en Toscane et de Chypre. L’exposition a l’ambition aussi de raconter au public l’histoire importante et si intéressante de la Croix et son usage en tant que symbole, depuis l’antiquité jusqu’à aujourd’hui, la sémiotique – sémiologie d’un symbole ou d’un "logotype" selon le terme utilisé de nos jours, qui a marqué plus qu’aucun autre l’histoire et le caractère culturel du monde romain et hellénique ou autrement dit "occidental".





















Μυστικά της Αποκάλυψης του Αιγαίου, Secrets of the Aegean Apocalypse


To 1.200 π.Χ., ένας "Αρμαγεδδώνας" αποδεκάτισε σχεδόν κάθε γνωστό πολιτισμό.

Τι τον προκάλεσε;



Όλες οι θεωρίες για το τι συνέβη περιλαμβάνουν ένα κοινό παράγοντα: μια τεράστια καταστροφή με επίκεντρο το Αιγαίο Πέλαγος, που είχε ως αποτέλεσμα γιγαντιαίες καταστροφές σε όλους τους λαούς της ευρύτερης περιοχής και την εξαφάνιση των πολιτισμών τους σε διάστημα λιγότερο των 50 χρόνων.