Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

Γιάννης Κοντός, «Δευτερόλεπτα του φόβου». Yannis Kondos, “Instantanés de la peur”

Paul Delvaux, Trains du Soir, 1957

Οι χαμηλές ομιλίες στα τρένα
χρυσάφι για το μέλλον.

Les conversations à voix basse dans le train
réserves d’or pour l’avenir.
----------

August Macke, Portrait de la femme de l`artiste avec des pommes, 1909

Ώριμο μήλο φωτίζει την κουζίνα
και βρίσκω τον δρόμο σου.

Une pomme mûre éclaire la cuisine
et je trouve ton chemin.
----------

Egon Schiele, Nude with Red Garters, 1911

Τα άγουρα σώματα έχουν και αυτά τη γήρανση τους.
Τα περισσότερα είναι φυλλοβόλα.

Les corps immatures ont eux aussi leur vieillissement.
La plupart s’effeuillent.
----------

Amedeo Modigliani, Standing Nude, 1917

Τα κόκκινα μαλλιά σου φωτιά στην γειτονιά.
Τα πράσινα δεν ήρθανε ακόμη.

Tes cheveux rouges, un incendie dans le quartier.
Les verts ne sont pas encore arrivés.
----------

Paul Huet, Le gouffre, 1861

Μια γραμμούλα είναι ο ορίζοντας.
Μετά, τι γκρεμός, Θεέ μου!

L’horizon, un petit trait.
Mais après, quel gouffre, mon Dieu !
----------

Oskar Kokoschka, La Tempête ou la Fiancée du Vent, 1913

Ο αέρας, ο αέρας τα πήρε όλα
και άφησε ένα κατακάθι μνήμης,
μια λάσπη στο μυαλό.

Le vent, le vent a tout emporté
et a laissé un résidu de mémoire,
une boue dans la tête.
----------

Puvis de Chavannes, Le Rêve, 1883

Οι αποθήκες των ονείρων μου
είναι πάντα γεμάτες χώμα.

Les magasins de mes rêves
sont toujours bien remplis de terre.
----------

Odilon Redon, Ophelia, 1903 

Τι μου φταίει το ποίημα,
εάν το ποτάμι δεν περνάει
μέσα από το σπίτι μου.

Ce n’est pas la faute du poème
si le fleuve ne passe pas
à travers ma maison.
----------

Equipo Cronica, Latin Lover, 1966

Το φεγγάρι, σκαλωμένο στο γιακά σου,
σε φιλάει απεγνωσμένα.
Γύρω καπνός, αυτοκίνητα και λύπη.

La lune, pendue à ton col,
t’embrasse désespérément.
Alentour, fumée, voitures et tristesse.
----------

Georg Basel, Bedroom, 1975

Έπεσες σε κενό ανθρώπου.
Προσδέσου.

Tu es tombé dans un vide d’homme.
Attache ta ceinture.
----------

Roy Lichtenstein, Crying Girl, 1963

Στη δεξαμενή των λυγμών σου
πρόσθεσε το όνομα μου.

Dans la citerne de tes sanglots,
ajoute mon nom.
----------

Otto Dix, Mère, 1923

Καπάκια μπίρας πεταμένα μέσα
στο μυαλό της παλιάς γυναίκας,
που τώρα ασπρίζει σιγά σιγά και χάνεται.

Des capsules de bière jetées dans
la cervelle de la vieille femme,
qui maintenant blanchit petit à petit et perd la tête.
----------

Edgar Degas, Seated Bather Drying Herself, 1899

Η γαλάζια πετσέτα σου, που όταν σκουπίζεσαι
γίνεται κατακόκκινη.

Ta serviette de bain bleue, qui quand tu t’essuies
devient toute rouge.
----------

Otto Dix, La Folle, 1925

Τα κινούμενα σχέδια του Χάρου.

Les dessins animés de la Camarde.
----------

Ferdinand Hodler, A Glimpse into Eternity, 1885

Τι φθορά και αυτή η αιωνιότητα.
Τι σκουλήκι.

Quelle usure, aussi, cette éternité !
Quelle vermine.
----------

George Tooker, Mirror, 1962

Τα θραύσματα της χθεσινής ημέρας
με πήραν στο πρόσωπο και μου αφήσανε σημάδια.

Les fragments de la journée d’hier
m’ont touché au visage et m’ont laissé des marques.
----------

Kees Van Dongen, The night or the moon, 1922

Το σαράκι μέσα στην ησυχία της νύχτας
δημιουργεί μουσική και το λαβύρινθο του.

Le ver dans le silence de la nuit
crée sa musique et son labyrinthe.
----------

Giovanni Boldini, Ibis du palais rose au Vésinet, 1910

Τα πουλιά βουτούσαν στο απόγευμα
όπως στο νερό.
Τους άρεσε να παίζουν με τη φωτιά.

Les oiseaux plongeaient dans l’après-midi,
comme dans l’eau.
Ça leur plaisait de jouer avec le feu.
----------

Ferdinand Hodler, Valentine Godé-Darel One Day Before Her Death, 1915

Ο πεθαμένος έβαφε τα παπούτσια του.
Έχει να κάνει δρόμο και δρόμο
σε βραχώδη και σκονισμένα σύννεφα,
μέχρι να ξαναέρθει στη γη
και να κρυφτεί στο σπιτάκι του κήπου.

Le mort cirait ses chaussures.
Il lui restait encore beaucoup de chemin
sur des nuages rocailleux et pleins de poussière,
jusqu’à ce qu’il revienne sur terre
et qu’il se cache dans l’appentis du jardin.
----------

Giorgio de Chirico, The Nostalgia of the Infinite, 1911

Η ντουλάπα θα χαθεί, θα γίνει σκόνη.
Τώρα όμως είναι αιώνια,
κρύβει τα ρούχα σου.

Le placard disparaîtra, il deviendra poussière.
Mais pour le moment il est éternel,
il recèle tes habits.
----------

André Masson, Dans la tour du sommeil, 1938 

Όταν παλεύεις με τον ύπνο
και τον μαύρο κισσό
που έρπει στο σώμα σου
τα ξημερώματα.

Quand tu te bats avec le sommeil
et avec le lierre noir
qui rampe sur ton corps
dans les petits matins.
----------

Marc Chagall, La Révolution, 1937

Το τοπίο ήταν δεδομένα θλιμμένο.
Φύσαγε νοτιάς, σκοτείνιαζε
και όλοι κοιτούσαν κάτω το χώμα.
Κάπου έβρεχε κι ένα παιδάκι έκλαιγε.
Ένα άλογο μάσαγε τον αέρα.
Όμως από το βάθος του τοπίου
ακούγοντας ιαχές και κλαγγές όπλων.
Η επανάσταση ερχότανε
κόκκινη θάλασσα μουγκρίζοντας.

Le paysage était effectivement triste.
Un vent soufflait du Sud, l’obscurité tombait
et tous regardaient à terre.
Quelque part il pleuvait et un enfant pleurait.
Un cheval remâchait le vent.
Pourtant au fond du paysage
retentissaient des vivats et des coups de feu.
La révolution arrivait
grondement de mer écarlate.
----------

Frida Kahlo, Fruits de la terre, Détail, 1938

Ένα φρούτο κύλησε στο δρόμο.
Ψάχνει για χώμα,
για να σαπίσει ήρεμα.

Un fruit a roulé dans la rue.
Il cherche de la terre,
pour pourrir en paix.
----------

Marc Chagall, La nuit de Saint-Paul, 1980

Ασαφή τα όρια αυτής της νύχτας
που σε περιμένω.

Incertaines les limites de cette nuit
où je t’attends.
----------

Valéry Hamelin, La volonté de l’Être et le néant, 2018

Όπως χαλάει ένα ρολόι
και το κάνεις βίδες
για να βρεις το μυστικό του.
Την ψίχα του χρόνου.
Βλέπεις το τίποτα
να αναδύεται καπνός.

Tout comme une montre s’arrête
et tu la démontes
pour trouver son secret.
La mie du temps.
Tu vois le néant
s’élever en fumée.
----------

Emilie Lagarde, Les osselets, 2014  

Από εκείνο τι σπίτι βγαίνει μουσική.
Ανεβαίνει σαν νερό να μας πνίξει.
Κάποιος εκεί μέσα παίζει με τις λέξεις
στα σκοτεινά. Ρίχνει πεσσούς.

De cette maison sort une musique.
Elle monte comme de l’eau pour nous noyer.
Quelqu’un là-dedans joue avec les mots
dans l’obscurité. Il jette des osselets.
----------

Anita Rée, Self- portrait, c.1929

Αφήνεις τα ίχνη σου πάνω μου
και γίνομαι κατάστικτος.
Έτσι με γνωρίζουν στον παράδεισο.

Tu laisses tes traces sur moi
et j’en suis tacheté.
C’est ainsi qu’ils me connaissent, au paradis.
----------

John Singer Sargent, Vespers, 1909

Το μισοσκόταδο μέσα στο εκκλησάκι
άγουρο δαμάσκηνο στο αττικό φως.

La semi-obscurité dans la chapelle,
prune acide dans la lumière de l’Attique.
----------

George Grosz, A Married Couple, 1930

Σκόνη πέφτει, όπως τρίζουν τα δοκάρια
του ουρανού.
Μας ασπρίζουν τα μαλλιά.
Δεν πρόκειται να γίνει καμιά καταστροφή,
απλώς περνάνε τα χρόνια.

De la poussière tombe, quand grincent les poutres
du ciel.
Ça nous blanchit les cheveux.
Non que ce soit une catastrophe,
simplement les années passent.
----------

Marc Chagall, L'Eté, Daphnis et Chloé, 1961

Στην άκρη του καλοκαιριού,
ο μεταξοσκώληκας τρώει φως
και βγάζει μετάξι για την νύχτα.

Dans un coin de l’été,
le ver à soie mange la lumière
et fabrique de la soie pour la nuit.
----------

Edward Hopper, Solitary figure in theater, 1902

Το μισό του προσώπου έσκαβε το φως.
Το άλλο μισό ήτανε στο σκοτάδι.
Ηθοποιός και παίζει τον ίδιο ρόλο μια ζωή.
Κλασσικός έγινε. Ο ίδιος νιώθει σαν να αναβοσβήνει
το φως και κλείνει τις πόρτες.
Έτσι μια μέρα κοκάλωσε.
Τα ξέχασε όλα.
Τα μόνα που έλεγε, όπως χαμένο παιδί
στην ακρογιαλιά : «θα, θα, όταν θα»,
και προσπαθούσε να κλάψει.

La moitié de son visage creusait la lumière.
L’autre moitié était dans l’obscurité.
Acteur, il joue le même rôle toute sa vie.
Il est devenu classique. Lui-même se sent comme s’il allumait et éteignait la lumière et il ferme les portes.
C’est ainsi qu’un jour il s’est figé.
Il a tout oublié.
La seule chose qu’il disait, comme un enfant perdu
sur le rivage : « je vais, je vais, quand je vais »
et il essayait de pleurer.

Traduction : Marie-Laure Coulmin Koutsaftis