Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

Γιώργος Σκούρτης, «Αυτός ο μπάτσος»

Γιάννης Τσαρούχης, Χωροφύλακας καθιστός σε κρεβάτι και ένα πεσμένο τριαντάφυλλο, 1947

Θα μου πείτε, ίσως: «Και τι μας ενδιαφέρει εμάς η ιστορία κάποιου μπάτσου;» ∆εν ξέρω… Κι εγώ θα προτιμούσα να ήμουνα κολγκέρλ ή, ας πούμε, ο λωποδύτης-φάντασμα, αλλά μια που είμαι μπάτσος μ’ αρέσει να λέω και ν’ ακούω μονάχα για μπάτσους. Κι είναι και τ’ άλλο: ζούμε σε κοινωνία μπάτσων και, πώς να το κάνουμε, κάθε ιστορία για μπάτσο –έστω για κάποιον τυχαίο– ενδιαφέρει τους πάντες. Και πρώτα απ’ όλα τι σημαίνει μπάτσος, ε; Αυτό με είχε ρωτήσει τις προάλλες ένας νιόβγαλτος. Του λέω: «Ποιος σε χαστούκισε όταν ήσουνα πιτσιρικάς;» «Ο πατέρας μου», μου λέει. «Και μετά τον πατέρα σου;» επιμένω. «Ο δάσκαλος». «Και μετά το δάσκαλο;» «Ο χωροφύλακας», μου είπε το παιδί. «Ε, τότε», του λέω, «ο πατέρας σου ήτανε ο πρώτος μπάτσος της ζωής σου, ο δάσκαλος ο δεύτερος, ο χωροφύλακας ο τρίτος και πάει λέγοντας.

Norman Lewis, Untitled (Police Beating), 1943

Μπάτσος σημαίνει χαστούκι, σημαίνει εξουσία, σημαίνει ρουφιανιά –“τούτοι οι μπάτσοι που ’ρθαν τώρα, τι γυρεύουν τέτοια ώρα”-–, σημαίνει να χτυπάει το κουδούνι σου το πρωί, να βγαίνεις στην εξώπορτα και να βλέπεις το γάλα χυμένο και το γαλατά μπουζουριασμένο». Με κοίταζε το παιδί. «Ευχαριστώ, κύριε συνάδελφε», μου είπε. Καλό παιδί. Πάνω απ’ όλα το καθήκον. Του λένε «βάρα αυτόνε» και τον βαράει. Εγώ το μόνο που έχω βαρέσει είναι το κεφάλι μου στον τοίχο. Γιατί; Να, έτσι… Κι όταν δεν άντεχα να το χτυπάω, πήγαινα κι έπινα στα μπαράκια. Ως μπάτσος, ναι. Μου τη δίνει που δε μ’ αφήνουνε να πληρώσω. Έτσι και βγάλω λεφτά να δώσω στην μπαργούμαν, επεμβαίνει το αφεντικό και της κλείνει το μάτι. Γιατί, ρε φίλε; Πελάτης δεν είμαι κι εγώ; Όχι. Εγώ είμαι μπάτσος. Ούτε καν άνθρωπος δε γίνεται να είμαι. Ένας μπάτσος δεν μπορεί παρά να είναι ένα και μόνο: Μπάτσος. Υπάρχει και ο «μπάτσμαν» και το «μπατσόνι» και ο «μπάτσος-γουρούνι» («πήρα απ’ την καντίνα ένα βρόμικο με μπάτσο, τυρί, ντομάτα»), αλλά και τα «μπατσικό» – «μπατσαρία» – «μπασκίνας» – «μπασκούλης». Στα τούρκικα τον λένε baç, όπως στα γίντις το χαστούκι το λένε patch, αλλά μπορούµε και να το ακούσουμε «μπααατς!», το χαστούκι. Ε, ναι, υπάρχει και ο «μπατσονόμος». Υπάρχει και το ανέκδοτο. Ένας μπάτσος κι ένας φασίστας πέφτουνε από τον όγδοο όροφο, ποιος σκοτώνεται πρώτος; Απάντηση: Στ’ αρχίδια μας.

Πιάσ’ τ’ αβγό και κούρευ’ το… 

(Ακόμα και τώρα που έχω φύγει από το Σώμα, ε, όλοι μπάτσο με ανεβάζουνε και μπάτσο με κατεβάζουνε, κι είμαι σίγουρος πως και όταν ακόμα διαβάσετε αυτή την «πονεμένη ιστορία» ενός μπάτσου και πάθετε την πλάκα σας, πάλι θα πείτε: «Βρε τον μπάτσο, ωραία μας την έκανε!»)

Νίκος Αλεξόπουλος, ATHENS 2009-2014

Και να σας ρωτήσω: Τι καλό μπορεί –και ΠΩΣ, ε– να κάνει ένας μπάτσος σήμερα μέσα σ’ αυτή την Κωλοελλάδα που ζει; Διαφθορά, ανεργία, κερδοσκοπία, μετανάστες, πρεζόνια, τιβί… Πορνεία, μοντέλες, καλλιστεία, γυμνές βίζιτες… άγριες ληστείες για μια χούφτα ευρουλάκια, καλάσνικοφ, δολοφονίες με συμβόλαια, ξεκαθάρισμα λογαριασμών, απαγωγές πλουσίων, παραδικαστικό, δικηγόροι, μπάτσοι επίορκοι, κατάσταση στις φυλακές, μνημόνια και μνημόσυνα της πάλαι ποτέ ενδόξου Ελλάδας μας, στο πτώμα της οποίας δημαγωγούν οι χρυσαυγίτες; Τι μπορεί να κάνει ένας μπάτσος σήμερα που ζούμε ολική οικονομική και ανθρωπιστική κρίση, σε μια χώρα, την Ελλαδίτσα μας, που κατάντησε πειραματόζωο των αγορών, «δανείου τόπος» και «προλετάριοι όλων των χωρών αϊ γαμηθείτε ή χρεωθείτε;» (Κάπως έτσι δεν τα λένε;) Ευτυχώς που βρίσκω δανεικά από δω κι από κει. Προχτές συνάντησα ένα φίλο που του χρωστάω εκατό ευρώ κι αφού είπαμε τα καθημερινά μας, τσακ, μου τη λέει: Εκείνα τα εκατό ευρώ τα ’χεις ξεχάσει, ε; Ε, και τι να πω; Ναι, ρε φίλε, εντάξει, έχεις δίκιο… δώσε μου μια βδομάδα καιρό και… θα τα ξεχάσω! Γέλασε. «Καλά να ’σαι», μου είπε. Σωστός ο παίκτης! Χρωστάω άρα υπάρχω! Ποιος δανειστής μου θα ευχόταν να πεθάνω; Και ξαναρωτάω: Τι μπορεί να κάνει ένας μπάτσος μέσα σε όλη αυτή τη σχίζα; Απάντηση: Να τρελαθεί. Ε, αυτό έκανα κι εγώ. Έκανα τον εαυτό μου πειραματόζωο του πάθους. Κι από ζώο έγινα άνθρωπος. 

Γιάννης Τσαρούχης, Το όραμα του Δαυίδ, 1968-74

Υπάρχει και το άλλο. Να είσαι μπάτσος, να φιλάς τη μάνα σου και τ’ αδερφάκι σου το πρωί, να λες στη μάνα σου «κάνε, ρε μάνα, αυτό το υπέροχο ιμάμ μπαλντί», και να σ’ το φτιάχνει και να σε περιμένει να φάτε ως οικογένεια και πάνε οι δικοί µου και της λένε «ελάτε στο νεκροτομείο για αναγνώριση». Αυτό είναι που έχω πει στ’ αδερφάκι μου τον Στέλιο, άμα με δει ακίνητο και άσπρο να ορκιστεί ότι θα «βγει» από την άσπρη την οχιά. Αυτά όμως είναι γι’ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν… Που πιπιλάνε την καραμέλα «έχει ο Θεός». Τι έχει πια αυτός ο Θεός; Ή υπάρχει κι είναι εγκληματίας ή δεν υπάρχει, και τότε γιατί ελπίζουμε σε κάτι ανύπαρκτο; Εγώ έλεγα «έχει η μάνα μου» και το εννοούσα. Όποτε δεν είχα μία –τι να πρωτοκάνεις με το μεροκάματο ενός μπάτσου;– όλο στο άγιο χεράκι της κατέληγα. Κι η χειρότερη βρισιά για μένα είναι «σου γαμώ τη μάνα» και τα παράγωγα. Κι όποιον ακούσω να το λέει τον σιχαίνομαι. Κι όποιος το πει σ’ εμένα του κόβω τη γλώσσα.

David Burliuk, Time, 1918

Όλα όμως είναι παρελθόν. «Γεννήθηκα στο παρελθόν – στο μέλλον θα πεθάνω – και στο παρόν τρελαίνομαι – μπορεί και να την κάνω». (Ωραίο σκυλάδικο, ε;) Ψάχνω να βρω μια άκρη… Από πού ξεκίνησαν όλα και πώς τελείωσαν. Μου ’ρχεται το ένα, το άλλο, μπερδεύονται και μπερδεύομαι κι εγώ… Σαν να μουδιάζει το μυαλό μου. Σαν να με βάφουνε με θανατερή μπογιά.

Georges Rouault, Prostitute before a Mirror, 1906

Δηλαδή, πώς έγινε να σκοτώσουνε τη Σούζη, το μωρό μου; Κι όχι απλό σκότωμα, την πετσόκοψαν, την έβαλαν σε τρεις σακούλες και την πέταξαν σε τρεις διαφορετικούς κάδους, σε τρία διαφορετικά σημεία της Αθήνας. Στον έναν απ’ αυτούς, κάπου στο «ιστορικό τρίγωνο», βρήκε μια σακούλα το αδερφάκι μου ο Στέλιος. Τρόμαξε. Με πήρε στο τηλέφωνο. «Τι να κάνω, αδερφέ;» με ρώτησε, έτρεξα κοντά του, αφού πρώτα είχα ειδοποιήσει την Υπηρεσία, πήρανε τη σακούλα, αλλά όχι, δεν ήτανε της Σούζης, κάποιας άλλης, ιερόδουλης, που την είχε σφάξει κάποιος μανιακός. Τέτοια φριχτή κίνηση για το μωράκι μου τη Σούζη!…

Walter Gramatté, The Drinker, 1922

Πρεζόνι το αδερφάκι µου. Όλο θα βγω και θα βγω μου έλεγε κι όλο του απαντούσα «∆ε θα βγεις, Στέλιο, δε θα βγεις». Η μάνα μου με τον καημό του πέθανε. Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο, εγώ ο μπάτσος έχω αδερφό πρεζόνι! (Δηλαδή ε ί χ α… ∆ώσαμε πολλές μάχες και τις κερδίσαμε. Μαζί.) Κι είχε ένα κορίτσι κάποτε, όμορφο κι ερωτευμένο, το οποίο όμως ήταν ήδη στην πρέζα κι όταν το ’μαθε το αδερφάκι μου ο Στέλιος τα πήρε στο κρανίο, ζουρλάθηκε, προσπάθησε να «τη βγάλει», αλλά τίποτα, ώσπου αποφάσισε να «μπει» κι αυτός με σκοπό να τη βοηθήσει «από κοντά» και νιώθοντας κι αυτός τα ίδια με το κορίτσι του. Ορίστε; Ναι, φυσικά. Το κορίτσι τα τέζαρε στη Μενάνδρου ένα βράδυ με τη σύριγγα στο βυζί της… Και ο Στελάκος μου έμεινε μόνος του κι απελπισμένος, γύριζε από πιάτσα σε πιάτσα να βρει τη δόση του – ζητούσε λεφτά από τη μάνα μας κι αυτή του έδινε τη μισή της σύνταξη, αλλά εγώ δεν ήξερα τίποτα, χαμπάρι δεν είχα πάρει. Εγώ ο μπάτσος! ∆εν κάναμε και παρέα, να πεις, εγώ με μπάτσους, αυτός στα Εξάρχεια, εγώ γύριζα όλη μέρα και νύχτα με τη μοτοσικλέτα της Υπηρεσίας ή το περιπολικό ή το συμβατικό, στη Δίωξη ήμουνα, ο Στελάκος με τα δικά του φιλαράκια μίλαγαν για πολιτική, για το μέλλον τους, λέγανε τα όνειρά τους, έστω κι αν μοιραζόντουσαν μια φραπεδιά στα πέντε και –φυσικά– κανείς τους δεν ήξερε πως έχει αδερφό «γουρούνι», που πότε κυκλοφορεί με κράνος, γάντια και μοτοσικλέτα της Υπηρεσίας, πότε κυκλοφορεί άγνωστος ανάμεσα σε γνωστούς κι αγνώστους και πάλι με κράνος, γάντια και μοτοσικλέτα, αλλά δική του και μεγάλου κυβισμού με τ’ όνομά της βαφτισμένο, κι όλοι την ήξεραν «η Σούζη, το μωρό μου». Τ’ αδερφάκι μου πήγαινε στην Καλών Τεχνών, ζωγράφος ήθελε, οι καθηγητές του που ρώταγα καμιά φορά μου έλεγαν «μεγάλο ταλέντο ο μικρός». Και στο σπίτι σπάνια συναντιόμασταν, Κυριακή παρά Κυριακή, έτσι, για να κάνουμε το χατίρι της μάνας «μια φορά να φάμε σαν οικογένεια!» Ο πατέρας, φευγάτος από χρόνια, πήγε «στην Αυστραλία» έλεγα στα φιλαράκια μου και γελούσαμε, ο γέρος μου την έκανε απ’ το πολύ τσιγάρο και ποτό, και το όνειρό του ήταν «θέλω να πεθάνω με το τσιγάρο στο στόμα». Γι’ αυτό και δάγκωνε τα σωληνάκια. Τα περνούσε για τσιγάρο… 

«Στην Αυστραλία» είπα; Ναι… Πέρυσι σκοτώσαν ένανε δικό μου, πήγε για μια ληστεία, τον πυροβόλησαν με καλάσνικοφ, πάει καλιά του. Κι όταν αργότερα συνάντησα σ’ ένα μπαράκι κάποιον παλιότερο που είχε καιρό να φανεί στα μέρη μας, «τι κάνει αυτό το παιδί;», τι να του πω εγώ, ότι τον ξαπλώσανε στη μέση του δρόμου; Α, του είπα, έφυγε αυτός, τον ερωτεύτηκε μια Αυστραλέζα που έχει φάρμα δικιά της και τον πήρε εκεί για πάντα. Χάρηκε ο φίλος. «Τυχερός ο μπαγάσας, τον ζηλεύω!» Έλα όμως που ξαναρώτησε και άλλους συναδέλφους κι αυτοί του είπαν τη μαύρη αλήθεια. Κι ήρθε πάλι στο μπαράκι να με βρει και να μου πει «τι ωραία που μου το είπες αυτό για την Αυστραλία! Τον σκεφτόμουνα και χαιρόμουνα…»

Και σάμπως θα ξαναρχότανε; Όχι. Θα άφηνε τα άλογα και τις αγελάδες, τα σκυλιά του και τις κότες του και το περιβόλι σπαρμένο με όλα τ’ αγαθά, τα βουνά και τα λαγκάδια, τα ποτάμια και τα ποταμάκια για να γυρίσει στην Αθήνα; Τρελός ήταν; Ούτε τηλέφωνο δε θα ξαναέπαιρνε. Θ’ άφηνε τον παράδεισο για να ξαναμπεί στην κόλαση;

Άρα σαν να είχε πεθάνει για μας εδώ. Όμως άλλο είναι να πεθαίνεις κι άλλο να πηγαίνεις «στην Αυστραλία», ρίχνοντας πίσω σου την πέτρα του Σίσυφου. (Κάτι λέγανε γι’ αυτόν ένα βράδυ στην μπάρα…)

Μεγάλο μπλέξιμο, λοιπόν. Σκοτώσανε τη Σούζη. Ποια ήτανε η Σούζη; Κανείς δεν ήξερε.

George Grosz, Vor Sonnenaufgang / Before Sunrise (1922). Offset color lithograph after a watercolor for Ecce Homo, 1922.

Εγώ ήμουνα έρμαιο της πολυγαμίας, αναζητώντας τη μονογαμία. Κι όταν ήμουνα µε τη Σούζη δεν ήθελα καμιά άλλη. Δεν υπήρχε για μένα άλλη γ υ ν α ί κ α, τις άλλες τις έβλεπα ως ανθρώπινα όντα, ως φίλες, ως συνομιλήτριές μου, ως συμπότισσες στα μπαρ. Γιατί η πολυγαμία, η αναζήτηση κάθε μέρα, κάθε βράδυ, στον ύπνο και στον ξύπνιο μου, μιας ακόμα γυναίκας, δε γέμιζε το κενό που ένιωθα μέσα μου, το μεγάλωνε, το βάθαινε, εγώ ήθελα μια αγκαλιά, μια γαλήνη, όχι μόνο σεξ σεξ σεξ! Τον Χριστούλη μου, δηλαδή! Και με πόσες όμορφες και λαχταριστές γυναίκες θα μπορούσα να συνευρεθώ; Με δέκα, με εκατό, με χίλιες; Και οι άλλες χιλιάδες; Και τα άλλα εκατομμύρια; ∆ε θα υπάρχουν και διακόσια εκατομμύρια γκομενάρες Κινέζες; Θα τις συναντήσω ποτέ; Θα τις αγκαλιάσω; Όχι. Και τα άλλα εκατομμύρια των μαύρων γαζελών; Και οι Βραζιλιάνες; Και οι Γιαπωνέζες γκέισες; Και όλα τα άλλα εκατομμύρια από τα καυλωμένα Βαλκάνια; Γι’ αυτό σας λέω… Λαχταράω να είμαι με μια γυναίκα που να είναι –για μένα που θα τη λατρεύω– όλα αυτά τα εκατομμύρια. Όλες σ’ ένα πρόσωπο, στο δικό της, μόνο στα δικά της τα μάτια, στο δικό της φιλί, στη δική της μυρωδιά, στο άκουσμά της, στη δική της πλατούλα όταν μου γυρίζει πλευρό να κοιμηθεί κι εγώ ταξιδεύω στα όνειρά μου μαζί της, χεράκι χεράκι. Η μονογαμία μ’ απελευθερώνει. «Ναι, εντάξει», θα μου έλεγε και η Δανάη, «αλλά όταν είμαστε στο “είχαμε, αλλά μας τελείωσε”, τι κάνουμε;» Ε, τι κάνουμε, μωρό μου, χωρίζουμε και ξανά προς τη δόξα τραβάμε, ξανά στο μουνοπήγαδο! Ξανά, μπουμ, στο κενό. Κι άντε πάλι στο ψάξιμο. Κουραστικό, πολύ κουραστικό. Είναι όμως και το άλλο: Όταν στη μονογαμία μπει το σιχαμένο ερπετό της ζήλιας –καληώρα σαν και εμένα– τότε σπάει, όπως το κρύσταλλο από σφαίρα. Και τότε πρέπει να φεύγεις –καλύτερα να είχες προλάβει να φύγεις νωρίτερα– γιατί εύκολο να πεις «εγώ φεύγω», αλλά πολύ πολύ δύσκολο να το κάνεις. Η Σούζη το μωρό μου δεν πρόλαβε. Είχε καταλάβει πως κάτι σ’ εμένα πήγαινε κατά διαόλου κι ήθελε να το σκάσει, για να σωθεί και να με σώσει. Για μένα ήταν αργά. Ή έπρεπε να φύγω ή να σκοτώσω και να σκοτωθώ.

Walter Richard Sickert, L'Affaire de Camden Town, 1909

Με πρόλαβε όμως κάποιος άλλος. 

Απόσπασμα από το βιβλίο. 

Ο Γιώργος Σκούρτης (1940-2018) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Έγραψε πολλά θεατρικά έργα, που παίχτηκαν κυρίως στο Θέατρο Τέχνης με μεγάλη επιτυχία. Έγραψε, επίσης, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα και σενάρια και σκηνοθέτησε όλα του τα θεατρικά έργα, στη σκηνή, στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο. Έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2018, σε ηλικία 78 ετών.