Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

today's art: Kathe Kollwitz, Ανάγκη (Need), 1893-94, Statliche Kunstsammlungen Dresden

Η τέχνη του εξπρεσιονισμού δε δίστασε να αποκαλύψει τη δυσάρεστη όψη των πραγμάτων· σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, όχι μόνο δε συγκάλυψε την τραγική κατάσταση στην οποία είχαν οδηγηθεί συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, αλλά επιδίωξε ακριβώς να εστιάσει σ' αυτήν. Χαρακτηριστική η περιπτώση του έργου της Kathe Kollwitz (1867-1945). 

Η Γερμανίδα γλύπτρια και γραφίστρια Käthe Kollwitz γεννήθηκε το 1867 στη γερμανική πόλη Königsberg (Κένιγκσμπέργκ). Το 1881 έκανε μαθήματα σχεδίου σε έναν χαλκογράφο, ενώ από το 1885 έως το 1889 σπούδασε ζωγραφική στον Karl Stauffer-Bern (Κάρλ Στάουφερ- Μπέρν) στο Βερολίνο και στον Ludwig Herterich (Λούντβιγκ  Χέρτεριχ)  στο Μόναχο. Την περίοδο 1895 /1898, επηρεασμένη από το δράμα του Gerhard Hauptmann (Γκέρχαρντ Χάουπτμαν)  «Οι υφαντές» δημιούργησε τον κύκλο έργων της «Η επανάσταση των υφαντών». Την περίοδο 1898-1903 διδάσκει ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Βερολίνου. Από το 1901-1908 ζωγραφίζει τον κύκλο «Πόλεμος αγροτών», για τον οποίο της απονέμεται το βραβείο Villa-Romana. To 1904 εργάζεται για ένα χρόνο στο Παρίσι, όπου έρχεται σε επαφή με τον Auguste Rodin. Γυρνώντας στη Γερμανία συμμετέχει σε πολλές εκθέσεις, ενώ το 1914 χάνει τον μεγαλύτερο  από τους δύο γιους της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Το 1918 έρχεται σε αντιπαράθεση με το Γερμανό ποιητή Richard Dehmel (Ρίχαρντ Ντέμελ), ο οποίος υποστήριζε τον πόλεμο μέχρις εσχάτων, τονίζοντας: «Αρκετούς νεκρούς θρηνήσαμε. Κανένας θάνατος πια. Τους σπόρους για σπορά δεν τους αλέθουμε.» Το 1919 είναι η πρώτη γυναίκα που θα οριστεί μέλος της Πρωσικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών, ενώ ταυτόχρονα της απονέμεται ο τίτλος της καθηγήτριας. Μεταξύ του 1921 και του 1924 εργάζεται σε διεθνείς οργανισμούς αλληλεγγύης κατασκευάζοντας  αφίσες που θα μείνουν στην ιστορία, μεταξύ των οποίων και η αφίσα με τίτλο «Ποτέ πια πόλεμος». 

Τα επόμενα χρόνια εργάζεται στην ξυλογλυπτική ενώ το 1929 της απονέμεται το βραβείο Pour le Mérite για μια σειρά χαλκογραφιών που εξέθεσε στη Βασιλεία της Ελβετίας.  Το 1934/35 εργάζεται σε μια σύνθεση λιθογραφιών με τίτλο «Του Θανάτου», ενώ το 1942 και μετά το θάνατο του εγγονού της στο ρωσικό μέτωπο δημιουργεί τη λιθογραφία της «Σπόροι για σπορά να μην αλέθονται».  Το 1944 βομβαρδίζεται το σπίτι της στο Βερολίνο και καταστρέφεται σειρά έργων της. Η ίδια πεθαίνει τέλος το 1945 σε ηλικία 78 ετών.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ. C.P. Cavafy, Lovely White Flowers

Εικονογράφηση του Γιάννη Τσαρούχη για το ποίημα του Καβάφη, Ωραία λουλούδια και άσπρα που ταίριαζαν πολύ, 1964. Yiannis Tsaroychis, llustration for Cavafy's poem Lovely White Flowers, 1964.

Μπήκε στο καφενείο   όπου επήγαιναν μαζύ.—


Ο φίλος του εδώ   προ τριώ μηνών του είπε,

«Δεν έχουμε πεντάρα.   Δυο πάμπτωχα παιδιά
είμεθα — ξεπεσμένοι   στα κέντρα τα φθηνά.
Σ’ το λέγω φανερά,   με σένα δεν μπορώ
να περπατώ.  Ένας άλλος,   μάθε το, με ζητεί.»
Ο άλλος τού είχε τάξει   δυο φορεσιές, και κάτι
μεταξωτά μαντήλια.—   Για να τον ξαναπάρει
εχάλασε τον κόσμο,   και βρήκε είκοσι λίρες.
Ήλθε ξανά μαζύ του   για τες είκοσι λίρες·
μα και, κοντά σ’ αυτές,   για την παληά φιλία,
για την παληάν αγάπη,   για το βαθύ αίσθημά των.—
Ο «άλλος» ήταν ψεύτης,   παληόπαιδο σωστό·
μια φορεσιά μονάχα   του είχε κάμει, και
με το στανιό και τούτην,   με χίλια παρακάλια.

Μα τώρα πια δεν θέλει   μήτε τες φορεσιές,
και μήτε διόλου τα   μεταξωτά μαντήλια,
και μήτε είκοσι λίρες,   και μήτε είκοσι γρόσια.

Την Κυριακή τον θάψαν,   στες δέκα το πρωί.
Την Κυριακή τον θάψαν:   πάει εβδομάς σχεδόν.

Στην πτωχική του κάσα   του έβαλε λουλούδια,
ωραία λουλούδια κι άσπρα   ως ταίριαζαν πολύ
στην εμορφιά του και   στα είκοσι δυο του χρόνια.

Όταν το βράδυ επήγεν—   έτυχε μια δουλειά,
μια ανάγκη του ψωμιού του—   στο καφενείον όπου
επήγαιναν μαζύ:   μαχαίρι στην καρδιά του
το μαύρο καφενείο   όπου επήγαιναν μαζύ.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Lovely White Flowers

Tamara De Lempicka, Αrums, 1941

He went inside the café where they used to go together.
It was here, three months ago, that his friend had told him:
“We’re completely broke—the two of us so poor
that we’re down to sitting in the cheapest places.
I have to tell you straight out—
I can’t go around with you any more.
I want you to know, somebody else is after me.”
The “somebody else” had promised him two suits,
some silk handkerchiefs. To get his friend back,
he himself went through hell rounding up twenty pounds.
His friend came back to him for the twenty pounds—
but along with that, for their old intimacy,
their old love, for the deep feeling between them.
The “somebody else” was a liar, a real bum:
he’d ordered only one suit for his friend,
and that under pressure, after much begging.

But now he doesn’t want the suits any longer,
he doesn’t want the silk handkerchiefs at all,
or twenty pounds, or twenty piasters even.

Sunday they buried him, at ten in the morning.
Sunday they buried him, almost a week ago.

He laid flowers on his cheap coffin,
lovely white flowers, very much in keeping
with his beauty, his twenty-two years.

When he went to the café that evening—
he happened to have some vital business there—the same café
where they used to go together: it was a knife in his heart,
that dingy café where they used to go together.

Translated by Edmund Keeley/Philip Sherrard

C.P. Cavafy







Προτάσεις για τη διδασκαλία της αρχαιοελληνικής γλώσσας και γραμματείας: ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ ΣΤΗΝ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ - Τα ονόματα. Suggestions for teaching ancient Greek language and literature: FROM HOMER'S ODYSSEY ΙΝ ODYSSEY IN SPACE – The Names

ΦΥΣΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

Τρία είναι τα σημεία στα οποία μπορεί να συνοψιστεί το πνευματικό περίγραμμα και η μοναδικότητα του ύφους των Ελλήνων της προσωκρατικής εποχής.

Το πρώτο είναι η έλξη και η προσήλωσή τους στη μελέτη της φύσης. Η σύλληψη των γενικών ιδεών που διατυπώθηκαν σε γνώμες, και μας περισώθηκαν σαν αποσπάσματα από τη μία, και ο τρόπος με τον οποίο έζησαν από την άλλη, ορμήθηκαν και μορφώθηκαν από ένα μονάχα υπόδειγμα: από τη φύση. Η φύση υπήρξε ο πνευματικός αυτουργός και ο σύμβουλος για τους Προσωκρατικούς. Έξω από τη φύση οι στοχαστές αυτοί δεν γνωρίζουν άλλο καθηγητή.

Ουδείς δε αυτού καθηγάσατο, αναφέρει για το Θαλή ο Διογένης ο Λαέρτιος.

Το δεύτερο είναι η συμπροσπέλαση στο αυτό της μικροκοσμικής και της μακροκοσμικής σύστασης του κόσμου. Αιτία για την επισήμανση και την κατανόηση, σε όλο της το τεράστιο φάσμα των συνεπειών του, αυτού του στίγματος της ισορροπίας, αυτού του σημείου της ευκρασίας και της μεσότητας των κοσμικών εναντιοτήτων, υπήρξε η παρθενική – κόρες και κούροι είναι τα απεργάσματα της γλυπτικής της εποχής εκείνης – η αβίαστη, η καθαρή και ξένη στην όποια σκοπιμότητα όραση με την οποία αντίκρυσαν τη φύση. Ο κόσμος για τους Προσωκρατικούς δεν αποτελείται από την ατελεύτητη ομοιομορφία των φυσικών μονισμών. Ούτε δηλαδή από τους αστέρες-γίγαντες μόνο, ούτε από τα στοιχεία της ύλης αποκλειστικά. Αντίθετα, ο σφυγμός του μυστηρίου του, το θαύμα που τον ζωοποιεί, είναι η συγκατάβαση της οργής των ακροτήτων του σ’ ένα σημείο αρμονίας τόσο βαθειάς, ώστε ο άνθρωπος ζει μέσα της χωρίς να χρειάζεται να την νοιώθει. Ο εσμός των πραγμάτων και των δράσεων, που συμπλέκεται με το ρεύμα της ζωής του καθενός και συμπροπέμπει την υπαρκτική μας πορεία, δεν είναι ούτε οι αστέρες ούτε τα στοιχεία, ούτε τα δεκαοχτώ εκατομμύρια βαθμοί Κελσίου στον ήλιο, ούτε η ταχύτητα της κίνησης του δέντρου που μεγαλώνει, ούτε οι κοσμικές ταχύτητες των υψηλών τάξεων. Αντίθετα, είναι οι συνάνθρωποί μας, τα ζώα, τα δέντρα, το νερό στην ακτή ή στο ποτάμι, και η θαλπωρή του τζακιού. Το πολύ πολύ να μιλήσουμε για μια απόσταση ημεροδρόμων από το Μαραθώνα ως την Αθήνα. Ακόμη και τα μεγάλα μεγέθη του κόσμου οφείλουν να συμπροσπέφτουν στα μέτρα μας. Εάν ο Νείλος ήταν Ηριδανός, δεν θα κυλούσε στην Αφρική αλλά στον ουρανό του Νότου. Επισημαίνοντας έτσι οι Προσωκρατικοί ότι ο σφυγμός του κόσμου βρίσκεται στο σημείο μεσότητας των συστατικών του όρων, οδηγήθηκαν μ’ ένα τρόπο εκπληκτικά φυσικό στη σύλληψη και στην περιγραφή των βασικών οντολογικών όρων, που αποτελούν έκτοτε τα αιώνια προβλήματα της φιλοσοφίας και των επιστημών. Έτσι ξεπήδησαν οι έννοιες μηδέν και είναι, νοείν και μη-νοείν, γίγνεσθαι και είναι, στάση και φιλία, αδικία και τίση, εξέλιξη και σταθερότητα, δημοκρατία και ολιγαρχία, κλπ. Εφόσον η φύση μπορεί να συγ-χωρεί στο αυτό μέγεθος του μύκητα και το μέγεθος του ελέφαντα, υπάρχει τρόπος για τον άνθρωπο να την ακολουθήσει με πιστότητα, και εκεί που φαίνεται πως θα χρειαστεί να θερίσει τα σπαρτά του Ληλάντιου πεδίου με το ψαλίδι, και εκεί που φαίνεται πως θα υποχρεωθεί να περάσει το νερό του Σπερχειού από την τρύπα της βελόνας. Το δρεπάνι που θερίζει τις σταχοφόρες απανωσιές του Βαν Γκογκ ή το μασούρι της φτερωτής που κίνησε αιώνες το νερόμυλο είναι έργα πιστοποιητικά της δυνατότητας του ανθρώπου να συντονίζει την πράξη του με τον ειρμό, πάνω στον οποίο ισορροπούν οι ακραίες ετερότητες του κόσμου.


Το τρίτο είναι η σοφή επίνοια να αναγνωρίσουν στους νόμους της φύσης το ρόλο των συμβόλων σήμανσης για τις ανθρώπινες πράξεις. Να υψώσουν δηλαδή τη σύνταξη του κόσμου, με την όλη ιεραρχία του κανονιστικού της καταμερισμού, στη μήτρα των προτύπων που όφειλε να δώσει το πλαίσιο της συμπεριφοράς των ανθρώπων. Οι Προσωκρατικοί κατανόησαν ότι αυτός ήταν ο αφεύγατος δρόμος, αν ήταν για να είναι το πλαίσιο αυτό να είναι αυθεντικό. Αν ήταν δηλαδή, για να το κοσμήσει η διάρκεια και η στερεότητα του μονίμου. Του μονίμου όχι με την έννοια του αιώνιου – αιώνιο στη φύση, εκτός από την ίδια τη φύση, δεν υπάρχει, αφού και οι ήλιοι της γεννιούνται και πεθαίνουν – αλλά του πολυχρόνιου. Γιατί πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, εφόσον οι ηθικές αλήθειες θα είχαν ξεπηδήσει από τις υποδείξεις της αλήθειας εκείνης που στηρίζει την οικονομία και την αϊδιότητα του κόσμου! Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η διαφορά του προσωκρατικού στοχασμού από τις ανάλογες απόπειρες που έγιναν ύστερα, στο χώρο της φιλοσοφίας της επιστήμης και των θρησκειών, να προχωρήσει ο άνθρωπος σε ενιαίες κοσμοθεωρητικές συλλήψεις, για να στηρίξει επάνω τους καθολικά ηθικά συστήματα. Ο στοχασμός των Προσωκρατικών δε γινόταν να γίνει σύστημα. Ούτε θρησκεία. Στο σημείο μάλιστα αυτό πρέπει να έκαμε ο Πλάτων το λάθος. Γιατί ενώ ο Πλάτων ήταν ο πρώτος –και ο μόνος και ο έσχατος – που διάβασε βαθύτερα απ’ όλους τη φυσική όραση των Προσωκρατικών, ήταν και ο πρώτος – και ο μόνος όπως δεν θα όφειλε – που προχώρησε στο μη περαιτέρω: στο μοιραίο βήμα του τέλους. Από τα αδαμαντωρυχεία των Προσωκρατικών, δηλαδή, κατασκεύασε το βασιλικό στέμμα της φιλοσοφίας του: το ενσυνείδητο και σκόπιμο σύστημά του. Φαίνεται σα να ξέφυγε του Πλάτωνα πως ο στοχασμός των Προσωκρατικών είναι ελεύθερος σαν τους ανέμους, και άπιστος σαν τη θάλασσα, και άπειρος σαν το άπειρο, και άπιαστος σαν το κενό, και αδάμαστος σαν τον κεραυνό και τα ηφαίστεια. Τα ονόματα Αναξιμένης, Θαλής, Αναξίμανδρος, Λεύκιππος, Εμπεδοκλής, Ηράκλειτος συνιστούν παραπομπές και νεύματα στα φυσικά στοιχεία: στον αέρα, στο νερό, στο άπειρο, στο κενό, στην Αίτνα, στη φωτιά. Όλες οι μετά τους Προσωκρατικούς επιγονικές εξάρσεις του ανθρώπινου νου μπορεί να προέβλεψαν και να συνέλαβαν τα πάντα στην εντέλεια. Τους έλειψε όμως το αναγκαίο ένα. Το πρώτον κινούν, θα έλεγα ελληνικά. Η κατανόηση, δηλαδή, της ανάγκης για την απορροή των ηθικών τύπων από τα φυσικά πρότυπα. Για την κατασκευή της ανθρώπινης πανοπλίας στα χυτήρια του φυσικού μετάλλου. Για την ομολογία της γνώσης του ανθρώπου στην αλήθεια της φύσης. Για την εξίσωση intellectus et rei στα πεδία των πράξεων. Είναι σίγουρο πως η διάκριση του στοχασμού των Προσωκρατικών από τις ανάλογες υστερινές απόπειρες δεν θα λάβαινε την απόσταση της υπεροχής που έλαβε, αν περιοριζόταν στο θεωρητικό επίπεδο. Το κλειδί του μυστικού δεν είναι έργο της γνώσης, αλλά της βούλησης. Επιβάλλεται δηλαδή να τονιστεί η εξαιρετική ανδρεία που χρειάστηκε, ώστε το άψυχο μίμημα: φυσικός αρχέτυπος-ηθικός τύπος, να σαρκωθεί από την ανθρώπινη πράξη και να ζωντανέψει. Η φύση είναι οριακά τέλεια, γιατί είναι οριακά σκληρή. Ποτέ σκορπιός ή ασπίδα δεν χτύπησαν άνθρωπο με τη σκληρότητα που τον χτυπά η φύση. Ακόμη και η θηριωδία του κατ’ εξοχήν αιμοβόρου ζώου της φύσης, του πελματοβάμονος ανθρώπου – όφεις και γεννήματα εχιδνών αποκάλεσε ο Χριστός τους ανθρώπους, όταν κύτταξε αυτή την πλευρά τους – ωχριά μπροστά στην αναλγησία της φύσης. Η απλοϊκή πρόταση, που έφτασε ως τη δική μας ηθική σαν παροιμία, ότι δηλαδή η αλήθεια είναι πικρή απηχώντας κάποια πανάρχαιη ανθρώπινη βίωση, θυμίζει εκείνα τα πέτρινα τσεκούρια που ξέπεσαν στα μουσεία μας από τις εποχές του ανθρώπου των σπηλαίων. Του pithecanthrophus erectus, του homo pekinensis και του homo neanderthalis.

Οι Προσωκρατικοί αποδέχτηκαν τη σκληρότητα που κρύβει η φύση με τόση καρτερία, με όση οξύνοια κατανόησαν την αλήθεια που συνέχει αυτή τη σκληρότητα. Την ομορφιά και την αίγλη του στοχασμού τους την έδωκε η νίκη της ανθρώπινης βούλησης επάνω στον ανθρώπινο φόβο. Γι’ αυτό και τους βλέπουμε να πεθαίνουν οι περισσότεροι μ’ έναν ηρωισμό θεληματικό: ο ένας, σαν Αγρίμης στα βουνά, να καταξεσκίζεται από τα σκυλιά. Ο άλλος να δαγκώνει τη γλώσσα του, να την κόβει, και να την φτύνει καταπρόσωπα στον τύραννο της πόλης του. Ο άλλος φορώντας τα χάλκινα πέδιλα να πηδάει στη λάβα της Αίτνας. Αντίθετα, εκείνο που έδωκε τον κίβδηλο χαρακτήρα σε όλα τα μετά τους Προσωκρατικούς συστήματα, ήταν η νίκη του ανθρώπινου φόβου επάνω στην ανθρώπινη βούληση. 


Ο προσωκρατικός αιώνας είναι η αψηλότερη στιγμή της ανθρώπινης συνείδησης. Τα διανοήματα και τα έργα του ανθρώπου πριν και μετά τον προσωκρατικό αιώνα έχουν λάβει διάταξη στην ανωφέρεια και στην κατωφέρεια των οροσειρών που επιστεγάζονται από αυτή την κορυφή. Αν σήμερα πιστεύεται ότι ο άνθρωπος στις μετά τον προσωκρατικό αιώνα εποχές ξεπέρασε εκείνο το ύψος, αυτή η απατηλή πίστη οφείλεται σε δύο αιτίες. Πρώτα, γιατί έρχεται στον άνθρωπο εύκολο να γλιστρά, και δύσκολο ν’ αναρριχιέται στον ίλιγγο αυτής της πέτρας. Και ύστερα, γιατί χαμένη η κορυφή αυτή στην συναστεριά των αστραπών και των καταιγίδων φαίνεται σα να μην υπάρχει, και σα να μην την πάτησαν άνθρωποι ποτέ. Εάν είναι, υπερβαίνοντας ο άνθρωπος στο μέλλον τη σύγχρονη κρίση του, να ξαναφτάσει ψηλά, αναγκαία θα ανεβεί και θα σταθεί – με μια πείρα διαφορετική μόνο – στην ίδια κορυφή. 


Λέγοντας ο Νίτσε τον περασμένο αιώνα ότι το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται από το να μην πεθάνει το τραγικό αίσθημα, εννοούσε αυτό ακριβώς. Γιατί όλα όσα έδωκε ο προσωκρατικός αιώνας ημπορούν να συμφορηθούν στην εκβολή ενός πράγματος: του τραγικού αισθήματος. Από την εποχή του προσωκρατικού έλληνα η φιλοσοφία, με όλη τη χορεία των πνευματικών επιστημών, δεν έχει προχωρήσει στη διατύπωση νέων λόγων. Στην πραγματικότητα αρκέστηκε να αναμασά τις αλήθειες εκείνες, που μοιάζουν με κομμάτια φλόγες αποσπασμένα από τα έμπυρα μετέωρα του θεού:


Κομμάτια πέτρες τα λόγια των Θεών
Κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα του Ηρακλείτου.

Και το χειρότερο είναι που επικάλυψε και παραποίησε μέσα στη λήθη της ανίας και της στείρας επανάληψης εκείνους τους αρχαϊκούς λόγους. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πόσο και πώς, σ’ ένα ύφος περίτεχνης και απολεσμένης μέσα στην ομίχλη των λεπτομερειών δημοσιογραφίας, ο πολύς στις ημέρες μας Καρλ Πόππερ παραποιεί, διαστρέφει, και σκυλεύει τον Ηράκλειτο. Η άποψη που πριν από διόμισυ περίπου αιώνες διατύπωσε ο Λάιμπνιτς ότι η φιλοσοφία πρέπει να προσανατολιστεί στην κατεύθυνση του να εκφράζεται στη λιτή και αναγκαία γλώσσα των φυσικών επιστημών, σε μια lingua adamica όπως την ονομάζει, νομίζω ότι υλοποιείται σωστά, εάν ερμηνευτεί σαν προτροπή επιστροφής στη μελέτη των γεωμετρικών προτάσεων των Προσωκρατικών, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα πνευματικά αντικρύσματα των φυσικών νόμων.


Aπόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Λιαντίνη: HOMO EDUCANDUS - Φιλοσοφία της Αγωγής.

Η Γενιά του Εγώ. Generation Y


Εδώ και μερικές δεκαετίες τα παιδιά του δυτικού κόσμου μεγαλώνουν με κανακέματα και επαίνους και διαρκείς τονωτικές ενέσεις του Εγώ τους σε μια καλών προθέσεων προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησής τους. Πού οδήγησε αυτό; Στην εμφάνιση μιας γενιάς που αν και επισήμως ονομάζεται Γενιά Υ (ως διάδοχος της Γενιάς Χ), τώρα διεκδικεί τον καθόλου κολακευτικό τίτλο της «Γενιάς του Εγώ». Οι εκπρόσωποί της εμφανίζονται εγωκεντρικοί και νάρκισσοι, έχουν υπερτιμημένη άποψη για τον εαυτό τους και διακατέχονται από υπερβολικά υψηλές και έξω από τις δυνατότητές τους προσδοκίες, με αποτέλεσμα να «λυγίζουν» ευκολότερα κάτω από τις δυσκολίες της πραγματικής ζωής και να ρέπουν περισσότερο προς την κατάθλιψη. Το να σπεύσουμε να τους κατηγορήσουμε είναι εύκολο. Είναι όμως πολύ πιο εποικοδομητικό να κάνουμε μια γερή κριτική και να αναθεωρήσουμε τον τρόπο που έχουμε υιοθετήσει ως «καλύτερο» για την ανατροφή των παιδιών μας. Οι ειδικοί έχουν ήδη μπει στη διαδικασία και οι προτάσεις τους είναι πραγματικά ενδιαφέρουσες. «Τους νέους σήμερα συνεχίζουν να τους παραχαϊδεύουν για πολύ καιρό, ενώ θα έπρεπε πολύ νωρίτερα να έχουν αρχίσει να μαθαίνουν ότι δεν είναι τέλειοι». Αυτό ήταν το συμπέρασμα του HS, ενός μπλόγκερ που σχολίαζε ένα άρθρο των «New York Times» το οποίο οίκτιρε την κατάσταση της σημερινής νεολαίας. Το πρόβλημα με τα παιδιά, συνέχιζε, είναι ότι έχουν μια «παραφουσκωμένη» άποψη για τον εαυτό τους επειδή έχουν μεγαλώσει έτσι ώστε να πιστεύουν πως καθετί που κάνουν είναι αξιόλογο και σημαντικό. Δεν επρόκειτο για κάποιον γερογκρινιάρη αλλά για έναν νεαρό που έγραφε για την ίδια του τη γενιά, εκείνους που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1980 και στο 2000 και έχουν ονομαστεί Γενιά Υ ή Γενιά του Εγώ. Όπως καταλαβαίνει κανείς από το όνομά της, η Γενιά του Εγώ έχει προσελκύσει ήδη τα πυρά. Οι εκπρόσωποί της κατηγορούνται ότι είναι κακομαθημένοι, αλαζονικοί και νάρκισσοι, ότι έχουν μια αδικαιολόγητη αίσθηση πως δικαιωματικά όλα τους ανήκουν. Οι καθηγητές παραπονούνται ότι οι σημερινοί φοιτητές απαιτούν μόνιμη προσοχή. Οι εργοδότες δυσκολεύονται να καταπιούν τα υπερδιογκωμένα εγώ των νεαρών υπαλλήλων τους, ενώ οι ψυχοθεραπευτές λένε ότι βλέπουν μια νέα γενιά ασθενών οι οποίοι έχουν κατάθλιψη επειδή δεν μπορούν να φθάσουν στο ύψος των υπερβολικών προσδοκιών τους. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το φταίξιμο βρίσκεται στους γονείς, στους δασκάλους και στους άλλους ενηλίκους οι οποίοι υπερέβαλαν στο να μεγεθύνουν την άποψη που έχουν τα παιδιά για τον εαυτό τους από τα πρώτα τους χρόνια. Οι κατηγορίες αυτές δεν βαρύνουν μόνο τη Γενιά Υ αλλά και μια ολόκληρη φιλοσοφία για την ανατροφή των παιδιών, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και εξακολουθεί να ισχύει ακόμη. Αν είναι βάσιμες, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε την άποψη ότι η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης των παιδιών είναι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλίσουμε το ότι θα εκμεταλλευθούν στο έπακρο τις δυνατότητές τους. Τι λένε λοιπόν τα στοιχεία; Είναι η σημερινή νεολαία πραγματικά πιο εγωιστική από τις παλαιότερες γενιές; Αν είναι έτσι, αποτελεί αυτό πρόβλημα; Και αν η σύγχρονη δυτική κουλτούρα της οικοδόμησης αυτοεκτίμησης είναι ένοχη, τι μπορούμε να κάνουμε γι' αυτό;

Παραφουσκωμένο Εγώ

Ένας από τους πλέον ένθερμους επικριτές της σημερινής νεολαίας είναι η Τζιν Τουένγκι, ψυχολόγος στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας και συγγραφέας τού «Generation Me». Για να βρούμε αποδεικτικά στοιχεία υπέρ του υπερδιογκωμένου Εγώ της Γενιάς Υ αρκεί, όπως λέει, να κοιτάξουμε την ετήσια μελέτη των αμερικανών πρωτοετών φοιτητών που περιλαμβάνει 9 εκατ. φοιτητές κολεγίου. Αποκαλύπτει ότι το 52% των συμμετεχόντων του 2009 θεωρούσε πως είχε επίπεδα κοινωνικής αυτοπεποίθησης υψηλότερα από εκείνα του μέσου γενικού πληθυσμού σε σχέση με το 30% των φοιτητών που δήλωνε το ίδιο στη μελέτη του 1966. Οι σημερινοί φοιτητές επίσης αξιολογούν τη νοητική τους αυτοπεποίθηση, τις δεξιότητές τους στο να μιλούν δημόσια καθώς και τις ηγετικές τους ικανότητες περίπου κατά 50% υψηλότερα από ό,τι οι ομόλογοί τους του 1966. Η υπερβολική σημασία της αυτοεκτίμησης για τη Γενιά Υ σκιαγραφήθηκε σε ένα πείραμα το 2010. Μια ομάδα με επικεφαλής τον Μπραντ Μπούσμαν του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους διαπίστωσε ότι οι φοιτητές έδιναν στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους - π.χ., το να πάρουν μεγαλύτερο βαθμό ή να δεχθούν μια φιλοφρόνηση - μεγαλύτερη αξία από ό,τι στις ανταμοιβές που κινητοποιούν την ανθρωπότητα από τις απαρχές της ύπαρξής της, όπως το να φάει κάποιος το αγαπημένο του φαγητό ή το να επιδοθεί σε σεξουαλική δραστηριότητα. Οι φοιτητές επίσης αξιολογούσαν αυτή την επιβράβευση υψηλότερα από το να κερδίσουν χρήματα, να πιουν αλκοόλ ή να δουν τον καλύτερό τους φίλο. Διερευνώντας περισσότερο οι επιστήμονες ζήτησαν από τους φοιτητές να αξιολογήσουν το πόσο ήθελαν καθεμιά από αυτές τις ανταμοιβές καθώς και την ευχαρίστηση που λάμβαναν από αυτές. Το να θέλει κάποιος κάτι περισσότερο από ό,τι του αρέσει θεωρείται ένδειξη εθισμού. Σε όλες τις περιπτώσεις η ανταμοιβή «τούς άρεσε» περισσότερο από ό,τι «την ήθελαν», αλλά η διαφορά ανάμεσα στα δύο ήταν μικρότερη σε ανταμοιβές που πρόσφεραν ενίσχυση της αυτοπεποίθησης.

Γεγονός ή προκατάληψη;

Η εικόνα δεν είναι ωστόσο τόσο απλή. Ο Μαρκ Λίρι, κοινωνικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ του Ντάραμ της Βόρειας Καρολίνας, προειδοποιεί ότι τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν είναι τόσο ελιτίστικα όσο ήταν τη δεκαετία του 1960 και άρα το δημογραφικό προφίλ των φοιτητών έχει αλλάξει καθιστώντας τις παλαιότερες και τις σημερινές ομάδες φοιτητών μη απόλυτα συγκρίσιμες. «Δεν γνωρίζουμε αν αυτή είναι μια πραγματική αλλαγή ή αν έχει να κάνει με μια αλλαγή των ανθρώπων που εξετάζονται» λέει. Πράγματι, η Κάλι Τρεζνιέφσκι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις ανέλυσε μια μελέτη 400.000 μαθητών γυμνασίου που διεξάγεται τα τελευταία 30 χρόνια, από το 1976, και δεν βρήκε στοιχεία για αύξηση του εγωισμού σε αυτή την ελαφρώς νεαρότερη ομάδα. «Οι βαθμολογίες στην αυτοεκτίμησση δεν έχουν αλλάξει καθόλου» λέει. Υποπτεύεται ότι ορισμένοι ψυχολόγοι, κυρίως μιας μεγαλύτερης ηλικίας, διακατέχονται από μια πανάρχαια προκατάληψη. «Επικρίνουμε την επόμενη γενιά. Αυτό ακριβώς κάνουμε» τονίζει. Είναι πιθανόν, υποστηρίζει, όλοι και όχι μόνο η Γενιά Υ, να έχουμε σταδιακά γίνει πιο εγωκεντρικοί - καθώς όμως τα στοιχεία είναι περιορισμένα στις άλλες ηλικιακές ομάδες, είναι δύσκολο να εξετάσει αυτή την ιδέα της.

Η «Γενναιόδωρη Γενιά»;

Ακόμη πιο επιφυλακτικός είναι ο Τζέφρι Αρνέτ, ψυχολόγος ο οποίος μελετά την εφηβεία στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ της Μασαχουσέτης. Επισημαίνει ότι σήμερα οι νέοι προσφέρουν εθελοντική δουλειά σε φιλανθρωπικά έργα σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ και ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για τις κοινωνικές ανισότητες από ό,τι ενδιαφέρονταν οι γονείς τους. Φθάνει μάλιστα ως το σημείο να ονομάζει τη Γενιά Υ «Γενναιόδωρη Γενιά». Παρ' όλα αυτά, οι περισσότεροι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι έχει σημειωθεί μια πραγματική αύξηση της αυτοεκτίμησης - τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το φαινόμενο έχει μελετηθεί περισσότερο. Το ερώτημα του αν αυτό αποτελεί πρόβλημα παραμένει ανοιχτό. Όταν ο αμερικανός ψυχολόγος Γουίλιαμ Τζέιμς επινόησε τον όρο «αυτοεκτίμηση» τη δεκαετία του 1890, τον είχε προσδιορίσει ως τον λόγο των επιτυχιών ενός ατόμου προς τις «φιλοδοξίες» ή τους στόχους του. Με άλλα λόγια, η αυτοεκτίμηση είναι ένα υποκειμενικό μέτρο της αξίας του καθενός που αυξάνεται καθώς επιτυγχάνει τους στόχους του. Αυτό ταιριάζει με τον ορισμό που δίνει το λεξικό: «Ο σεβασμός ή η ευνοϊκή άποψη κάποιου για τον εαυτό του». Τι το κακό μπορεί να υπάρχει σε αυτό;

Ματαιοδοξία και ναρκισσισμός

Στις ημέρες μας, παρ' όλα αυτά, η αυτοεκτίμηση έχει αποκτήσει ένα δεύτερο νόημα: «Μια αδικαιολόγητα καλή γνώμη κάποιου για τον εαυτό του, ματαιοδοξία». Αυτός είναι ο ορισμός που ταιριάζει καλύτερα στη Γενιά Υ, σύμφωνα με την κυρία Τουένγκι. Και αυτή είναι η πηγή του προβλήματος. Κατ' αρχάς, τα παραφουσκωμένα εγώ δημιουργούν σε πολλά νεαρά άτομα μη ρεαλιστικές προσδοκίες και η ανικανότητά τους να τις εκπληρώσουν μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη. Δεν είναι σύμπτωση, λέει, ότι το αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών στην Ατλάντα της Τζόρτζια ανέφερε τον περασμένο Οκτώβριο πως ένας στους εννέα Αμερικανούς άνω των 12 ετών παίρνει αυτή τη στιγμή αντικαταθλιπτικά - αριθμός τετραπλάσιος από το αντίστοιχο ποσοστό στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η κυρία Τουένγκι βλέπει ένα άλλο δείγμα επικίνδυνα διογκωμένης αυτοεκτίμησης στα αυξανόμενα επίπεδα του ναρκισσισμού. Διαπίστωσε ότι διπλάσιοι φοιτητές είχαν υψηλά επίπεδα ναρκισσισμού το 2006 σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι νάρκισσοι τείνουν να μην ανέχονται την κριτική και έχουν ροπή προς την εξαπάτηση και την επιθετικότητα. «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έρχονται στο γραφείο σου και κάνουν ολόκληρο καβγά για έναν βαθμό» λέει. Επίσης ανησυχούν περισσότερο για την εξωτερική τους εμφάνιση και, όπως τονίζει, οι Αμερικανοί καταφεύγουν στην πλαστική χειρουργική σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ. Στο τελευταίο της βιβλίο, «The Narcissism Epidemic», το οποίο έχει γράψει μαζί με τον Γ. Κιθ Κάμπελ (Free Press, 2009), αφηγείται ανέκδοτα για ανθρώπους που προσέλαβαν δήθεν παπαράτσι για να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι είναι διάσημοι ή αγόρασαν τεράστια σπίτια με δάνεια ως απόδειξη του αμερικανικού παραφουσκωμένου εγώ.

Εγώ και στη... μουσική

«Το έχουμε παρακάνει με τον ατομισμό» λέει η κυρία Τουένγκι και αυτό αντανακλάται και στην ποπ κουλτούρα. Μαζί με τον ψυχολόγο Νέιθαν Ντε Βαλ και άλλους ερευνητές κατέγραψαν μια αύξηση της χρήσης της λέξης «εγώ» στους στίχους των αμερικανικών ποπ επιτυχιών από το 1980 ως το 2007. Ταυτοχρόνως η συχνότητα λέξεων που σχετίζονται με άλλους ανθρώπους, με την κοινωνική αλληλεπίδραση και τα θετικά συναισθήματα έχει μειωθεί. Η κυρία Τουένγκι θεωρεί υπεύθυνους τέσσερις παράγοντες: τις αλλαγές στη συμπεριφορά των γονέων, τη λατρεία της διασημότητας, το Διαδίκτυο και τον εύκολο δανεισμό. «Όλοι αυτοί οι παράγοντες επιτρέπουν στους ανθρώπους να έχουν μια διογκωμένη αίσθηση του εαυτού τους, στην οποία το φαίνεσθαι της επίδοσης είναι πιο σημαντικό από αυτή καθαυτή την επίδοση» λέει. Άλλοι κατηγορούν το κίνημα της αυτοεκτίμησης που ξεκίνησε στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του 1980. Δυστυχώς, λέει ο κ. Λίρι, το κίνημα γεννήθηκε από μια παρανόηση. Μελέτες είχαν δείξει έναν συσχετισμό ανάμεσα στην υψηλή αυτοεκτίμηση και στις θετικές εξελίξεις στη ζωή. «Ο κόσμος βιάστηκε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αυτοεκτίμηση ήταν η αιτία αυτών των άλλων πραγμάτων αλλά δεν είναι» λέει. Ύστερα από τρεις δεκαετίες και πολλά προγράμματα ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης επικρατεί η άποψη ότι ο καλύτερος τρόπος να αναθρέψει κάποιος τα παιδιά του είναι να οικοδομήσει την αυτοεκτίμησή τους μέσα από συνεχείς επαίνους και θετικές αναδράσεις. Τα στοιχεία είναι όμως είναι ασαφή, στην καλύτερη περίπτωση.

Μειωμένη αντοχή στις δυσκολίες

Το 2003 μια ομάδα με επικεφαλής τον Ρόι Μπαουμάιστερ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Φλόριδας στο Ταλαχάσι διεξήγαγε μια μετα-ανάλυση των προηγούμενων ερευνών. Η εικόνα που αναδείχθηκε ήταν σύνθετη. Διαπίστωσαν ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση σχετιζόταν γενικά με πιο χαρούμενη διάθεση και ανάληψη πρωτοβουλίας, ενώ η χαμηλή αυτοεκτίμηση συνδεόταν με κατάθλιψη. Παρ' όλα αυτά, αντίθετα με το αναμενόμενο, τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση καταθλίβονταν περισσότερο σε στιγμές στρες, ενώ εκείνα που είχαν χαμηλή αυτοεκτίμηση έδειχναν μεγαλύτερη αντοχή όταν έρχονταν αντιμέτωπα με τα σκαμπανεβάσματα της ζωής. Φάνηκε επίσης ότι η προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης των μαθητών δεν βελτίωνε τις επιδόσεις τους στα μαθήματα και μπορούσε μερικές φορές να είναι αντιπαραγωγική. Η υψηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να προστατεύει τα κορίτσια από τα νταηλίκια, δεν εμπόδιζε όμως τα παιδιά να καπνίσουν, να πιουν, να πάρουν ναρκωτικά ή να κάνουν σεξ - αντιθέτως, τα ωθούσε στο να δοκιμάσουν αυτά τα πράγματα. Οι καλές επιδόσεις στην εργασία σχετίζονταν μερικές φορές με την υψηλή αυτοεκτίμηση, ο συσχετισμός όμως ήταν ευμετάβλητος και η σχέση της αιτιότητας ασαφής. Η αυτοεκτίμηση δεν μπορούσε να προβλέψει ούτε την ποιότητα ούτε τη διάρκεια των σχέσεων. Η γενική εικόνα ήταν τόσο συγκεχυμένη ώστε ο κ. Μπαουμάιστερ και η ομάδα του θεώρησαν ότι δεν μπορούν να εγκρίνουν προγράμματα για την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης. Σήμερα οι ψυχολόγοι συμφωνούν στο ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση αποτελεί συχνότερα τη συνέπεια θετικών γεγονότων στη ζωή παρά την αιτία τους - ένα μήνυμα το οποίο ακόμη δεν έχει περάσει σε γονείς και δασκάλους. Ο κ. Λίρι φθάνει ως το σημείο να διαβεβαιώνει ότι η αυτοεκτίμηση που ενισχύεται με τεχνητό τρόπο, χωρίς αναφορά σε επιτεύγματα, δεν έχει καμία εγγενή αξία. Εν τω μεταξύ ο εκπαιδευτικός ψυχολόγος Χέρμπερτ Μαρς του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης υποστηρίζει ότι θα πρέπει να σκεφτόμαστε την αυτοεκτίμηση ως ένα τμήμα της ευρύτερης έννοιας ενός πράγματος που ονομάζεται αυτοαντίληψη και το οποίο περιλαμβάνει επίσης τις απόψεις που έχει κάποιος για την εθνοτική και μορφωτική του ταυτότητα, καθώς και για το φύλο του. Πιστεύει ότι η καλή αυτοαντίληψη και η υψηλή εκπαιδευτική απόδοση αποτελούν την αιτία και το αποτέλεσμα η μια της άλλης. «Αυτό είναι που κάνει τόσο δύσκολη τη δουλειά των δασκάλων» λέει. «Δεν πρέπει μόνο να διδάξουν δεξιότητες, πρέπει επίσης να οικοδομήσουν την πίστη των παιδιών στον εαυτό τους και μετά να συνδέσουν αυτά τα δύο».

Πιο σημαντικός ο αυτοέλεγχος

Ο κ. Μπαουμάιστερ υποστηρίζει ότι, αντί να «χτίζουμε» το εγώ των παιδιών, θα πρέπει να οικοδομήσουμε τον αυτοέλεγχό τους. Στο καινούργιο βιβλίο του «Willpower: Rediscovering Our Greatest Strength» (Allen Lane, 2012) παρουσιάζει στοιχεία υπέρ του ότι η δύναμη της θέλησης και όχι η αυτοεκτίμηση είναι το απαραίτητο συστατικό για μια επιτυχημένη ζωή. Υποστηρίζει ότι τα παιδιά θα πρέπει να μάθουν να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους και να επιμένουν σε δύσκολα έργα ώστε να μπορέσουν να επιτύχουν τους στόχους τους, κάτι το οποίο θα ενισχύσει με φυσικό τρόπο την αυτοεκτίμησή τους. Οι γονείς και οι δάσκαλοι μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της αυτοπειθαρχίας ενθαρρύνοντας τα παιδιά να αποκτήσουν καλές συνήθειες. Και αντί να τους παρέχουν διαρκή και επομένως ανούσιο έπαινο, θα πρέπει να ενθαρρύνουν τα πραγματικά επιτεύγματα. Αν η προσέγγιση του κ. Μπαουμάιστερ φαίνεται υπερβολικά αυστηρή, ο κ. Λίρι είναι πιο πραγματιστής. Το μήνυμα που θα πρέπει να στέλνουν οι γονείς στα παιδιά τους, λέει, είναι ότι τα αγαπούν ακόμη και αν δεν είναι τέλεια και ότι μπορούν να βελτιωθούν. «Δώστε τους ειλικρινή πληροφόρηση» επισημαίνει. «Και πάνω από όλα, μη λέτε στο παιδί σας ότι είναι το καλύτερο παιδί του κόσμου γιατί κανένα δεν είναι».

Στροφή προς τους άλλους

Η υπερβολική αυτοεκτίμηση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, το ίδιο όμως ισχύει και για τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Στην εφηβεία τα παιδιά γίνονται ευάλωτα καθώς ο «συμπαγής» εγωκεντρισμός που έχουν στα πρώτα τους χρόνια αρχίζει γρήγορα να αποκτά ρωγμές. Στα κορίτσια η πτώση της αυτοεκτίμησης είναι μεγαλύτερη από ό,τι στα αγόρια, και στα δυο φύλα όμως η αλλαγή είναι μόνιμη. Επίσης σε αυτές τις ηλικίες η αυτοεκτίμηση μπορεί να είναι υψηλή αλλά ταυτόχρονα ασταθής, να καταποντίζεται με την πρώτη κριτική. Οι γονείς φυσικά θέλουν να προστατεύσουν το παιδί τους σε αυτή την κρίσιμη ηλικία, όμως το να το στολίζουν με αβάσιμους επαίνους δεν είναι η λύση. Μια καλύτερη τακτική είναι να ενθαρρύνουν τα παιδιά να σκέφτονται τους άλλους. Μια από τις πολλές μελέτες που δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση έγινε από την Τζένιφερ Κρόκερ και την Εϊμι Κανεβέλο του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους, σε περίπου 200 ζεύγη φοιτητών. Διαπίστωσαν ότι όσοι προσπάθησαν να ενισχύσουν την αυτοεκτίμησή τους βάζοντας τον ή την συγκάτοικό τους να τους αναγνωρίσει τα καλά σημεία τους απέτυχαν: τόσο η αυτοεκτίμηση των ίδιων όσο και η γνώμη των συγκατοίκων τους για εκείνους μειώθηκαν μέσα στους τρεις μήνες που διήρκεσε το πείραμα. «Εκείνο που πραγματικά λειτούργησε ήταν το να δείχνουν έμπρακτα ότι ενδιαφέρονται πραγματικά για τον συγκάτοικό τους» λέει η κυρία Κρόκερ.

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ

today's art: Claude Monet, Eντύπωση, 1872. Παρίσι, Moυσείο Marmottan, Claude Monet, Impression, soleil levant / Impression, Sunrise, 1872

Ο Claude Monet (1840-1926) ήταν από τους πρώτους που διεύρυναν αποφασιστικά τα όρια του καλλιτεχνικού εργαστηρίου, καταργώντας το ουσιαστικά και μεταφέροντάς το εκεί όπου κάθε φορά βρισκόταν το θέμα που τους απασχολούσε. Η έμφαση στο στιγμιαίο, το ενδιαφέρον για ό,τι καθημερινό και συνηθισμένο, η προσήλωση στην αποτύπωση της κίνησης και της διαρκώς μεταβαλλόμενης πραγματικότητας, η απόδοση της φευγαλέας εντύπωσης, είναι κάποια από τα γνωρίσματα που διακρίνουν τη δουλειά του, και των ζωγράφων εκείνων που εκθέτουν μαζί του το 1874. Δεν είναι από σύμπτωση βέβαια που μια έκθεση με ανησυχίες αυτού του είδους πραγματοποιείται στο εργαστήρι ενός φωτογράφου, του Nadar. Ο ειρωνικός μάλιστα σχολιασμός του έργου του Monet, Εντύπωση (Impression) από κριτικό του σατιρικού περιοδικού Charivari, έδωσε στην ομάδα το όνομα Ιμπρεσιονιστές.

Claude Monet, Self-Portrait with a Beret, 1886

Γεννήθηκε στο Παρίσι. Σε ηλικία πέντε ετών μετακόμισε με την οικογένειά του στη Χάβρη. Οι εντυπώσεις από τη ζωή στο λιμάνι χαράκτηκαν βαθειά στο νεαρό Μονέ, ο οποίος αργότερα ζωγράφισε συχνά σκηνές από το λιμάνι της πόλης. Στα 15 του χρόνια έδειξε μεγάλη ικανότητα στο σχέδιο και τη ζωγραφική, με αποτέλεσμα να συνοδεύει συχνά το διάσημο στην εποχή του ζωγράφο τοπίων Eugene Boudin. Το έτος 1859 πήγε ο Μονέ ενάντια στη θέληση των γονέων του στο Παρίσι για να σπουδάσει ζωγραφική. 

Claude Monet, The Water-Lily Pond, 1919

Εντυπωσιάστηκε από έργα του ζωγράφου Μανέ και ετοίμασε όμοιους πίνακες, οι οποίοι όμως δεν προκάλεσαν ενδιαφέρον. Ο Μονέ χαρακτηρίστηκε, όπως και άλλοι χλευαστικά ως «ιμπρεσιονιστής» και είχε εμπορικές αποτυχίες με τα έργα του. Από τα οικονομικά προβλήματα, λόγω και της οικογένειας που είχε εντωμεταξύ, τον γλύτωναν οι φίλοι του. 

Claude Monet, Cliff Walk at Pourville, 1882. In February 1882, Claude Monet went to Normandy to paint, one of many such expeditions that he made in the 1880s. This was also a retreat from personal and professional pressures. His wife, Camille, had died three years earlier, and Monet had entered into a domestic arrangement with Alice Hoschedé (whom he would marry in 1892, after her husband's death). France was in the midst of a lengthy economic recession that affected Monet's sales. In addition, the artist was unenthusiastic about the upcoming seventh Impressionist exhibition—divisions within the group had become pronounced by this time—and he delegated the responsibility for his contribution to his dealer, Paul Durand-Ruel. Disappointed in the area around the harbor city of Dieppe, which he found too urban, Monet settled in Pourville and remained in this fishing village until mid-April. He became increasingly enamored of his surroundings, writing to Hoschedé and her children: "How beautiful the countryside is becoming, and what joy it would be for me to show you all its delightful nooks and crannies!" He was able to do so in June, when they joined him in Pourville.

Ο Μονέ ζωγράφιζε συχνά σε ταξίδια που έκανε στη νότια Γαλλία, Αγγλία, Ολλανδία, Νορβηγία, Ισπανία και Ιταλία. 

The two young women strolling in Cliff Walk at Pourville are probably Marthe and Blanche, the eldest Hoschedé daughters. In this work, Monet addressed the problem of inserting figures into a landscape without disrupting the unity of its painterly surface. He integrated these elements with one another through texture and color. The grass—composed of short, brisk, curved brushstrokes—appears to quiver in the breeze, and subtly modified versions of the same strokes and hues suggest the women's wind-whipped dresses and shawls and the undulation of the sea. X-radiographs show that Monet reduced the rocky outcropping at the far right to balance the proportions of sea and sky.

Στην Αγγλία εκτιμήθηκαν τα έργα του από εμπόρους πινάκων ζωγραφικής και διατέθηκαν σε καλές τιμές στο εμπόριο, με αποτέλεσμα να γίνει ο Μονέ με τον καιρό ευρύτερα γνωστός.

Claude Monet and Camille Doncieux.

The Monet-Hoschede family under the lime trees at Giverny c.1886, Claude Monet top left, his two sons and Alice at left and Alice's children at right. Photo: Musée Marmottan Monet, Paris

Το 1879 πέθανε η γυναίκα του Camille, την οποία έχει αποθανατίσε ο ο ζωγράφος σε αρκετούς πίνακές του και εγκαταστάθηκε με τη δεύτερη γυναίκα του στο προάστιο Giverny, όπου καλλιεργούσε τον κήπο του και ζωγράφιζε. 


Camille Monet on a Garden Bench, 1873

Πολλοί από τους πίνακες αυτής της εποχής έχουν ως θέμα τον κήπο του και το σπίτι του σ' αυτή την περιοχή. 

Water-Lily Pond, Water Irises, 1900-01

Περίπου από το 1880 και μετά μειώνονται οι αντιρρήσεις για το έργο του Μονέ και αρχίζει μια σχετική οικονομική άνοδος. Οι εκθέσεις των Ιμπρεσιονιστών δεν χλευάζονται πια, αλλά αποτελούν καλλιτεχνικό γεγονός. Το 1884 εργάζεται ο Μονέ με τον Renoir στη Ριβιέρα. Τα επόμενα χρόνια γνωρίζει ο μεγάλος ζωγράφος σημαντικές επιτυχίες του με εκθέσεις σε διάφορες χώρες. Το 1889 συμμετέχει σε έκθεση έργων του με τον Rodin. Μέχρι το 1926 που πέθανε σε ηλικία 86 ετών περνάει τη ζωή του με ζωγραφική και εκθέσεις, παρά την ασθενική όρασή του. 

Ο Μονέ απομακρύνθηκε με τα έργα του από τον ιμπρεσιονισμό άλλων σύγχρονών του ζωγράφων, π.χ. του Ντεγκά. Επίσης βρίσκεται σε αντίθεση με τις συνειδητά κατασκευασμένες εικόνες του Σεζάν.