Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

«Mνημόσυνον σε μαύρο μείζον με βαθυπράσινους κισσούς για έναν άνθρωπο που εις την Πρέβεζαν εχάθη»

Θεόφραστος Τριανταφυλλίδης, Το Τραπέζι της Παρηγοριάς, π. 1940

«Όσοι καμιά φορά από την Πρέβεζα περνάτε και στην υγρή κουφόβρασι στα καφενεία κάθεσθε να πιήτε έναν καφέ, ή ένα γλυκό του κουταλιού να φάτε, βαπόρι περιμένοντας ή κάποιο λεωφορείο, ακούοντας βοήν φωνών και συζητήσεων, ήχους ζαριών  και επικλήσεις αυτών που σκύβουν επάνω από τα τάβλια, την μοίρα μάταια προσπαθώντας με τέχνη να παραμερίσουν, τα πούλια  ζωηρά χτυπώντας, φιλώντας στις χούφτες των τα ζάρια, κουνώντας τα με δύναμιν  και τέλος φωνάζοντας, καθώς τα ρίχνουν με  ζέσιν ελπιζόντων: ”Ντόρτια!... Δυάρες!...Εξάρες!...” όσοι, λέγω, σ’αυτά τα καφενεία κάθεσθε, στη ζέστη του καλοκαιριού, την ώρα που φέρνετε στα χείλη σας το δροσερό ποτήρι, ή , μέσα στο ψύχος του χειμώνος τον αχνιστόν καφέ, προσμένοντας κάποιαν υπουργικήν απόφασιν, μετάθεσιν, ή κάποιο κέλευσμα ανεξιχνίαστον της Μοίρας, όσοι στα καφενεία της Πρεβέζης κάθεσθε, προσμένοντας τις οίδε τι- μην τον ξεχνάτε.

Σε όλους τους τέτοιους καφενέδες- Πρεβέζης, Αθηνών, Πατρών- πάντα η ψυχή του θα πλανάται, όπως και εις τα στυγνά γραφεία τόσων νομαρχιών και υπουργείων, όπου ο ποιητής σε όλον του τον βίον, τις μέρες του εν μέσω τρομεράς ανίας μετρούσε σαν κομπολόι βαρετό, αυτός που έσφυζε εν τούτοις – ω, ειρωνία- απο θεσπέσια οράματα, για πράγματα που ο κόσμος ο πολύς, ο κόσμος ο κοντόφθαλμος ή και ο χυδαίος, χίμαιρες ή ουτοπίες τα ονομάζει. Διότι αναμφιβόλως, ο ποιητής αυτός επάλλετο από τοιάυτα οράματα και αν έλεγε ο ίδιος ότι ιδανικά δεν είχε- είχε, μα απο σεμνότητα ή απαλότητα ψυχής ή φόβον , ντρεπόταν να τα περιγράψη, ντρεπόταν να τα πη, ή να τα ονομάση, αφού ήσαν όλα εδεμικά και πίστευε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε, παρά μονάχα στα οράματά του τα απόκρυφα να τα εκφράση, να τα φθάση, ωσάν να ήτο κατηραμένος, κολασμένος ο νέος αυτός, ο τόσον (έξω από την πράξιν την στερνήν και ίσως μέσα σε αυτήν) ο τόσον πολύ εν τη ουσία ευλογημένος.

Ω , ναι, πάντα σε τέτοια μέρη- Κρανίου τόπος, Γολγοθάς ή χώρες της Στυγός - πάντα η ψυχή του θα πλανάται. Και θα πλανάται πάντα σαν του αδικοσκοτωμένου την ψυχή,  που την δικαιώσι ζητεί, σε όλα αυτά τα μέρη, καθώς και στα γραφεία εκείνα, όπου ο ποιητής αυτός, πίσω απο σωρούς εγγράφων του δημοσίου (βουνά υψηλά του χαρτοβασιλείου) και εμπρός στην ειδεχθή του κόσμου υποκρισίαν, νυχθημερόν ο ποιητής διαβιών, παρά την σκωπτικήν που κάποτε τον έπιανε μανίαν, με οίστρον σεραφεικόν και εξαίσιον τους ουρανούς της απολύτου αθωότητος ωραματίζετο.

Και ίσως να έβλεπε εκ νέου ο ποιητής τα όνειρα των παιδικών του χρόνων, εις μίαν υπέρτατην προσδοκία νοσταλγών την άλλην εκέινην Εδέμ, την της ενδομητρίου ζωής, που εγνώρισε εις την κοιλίαν της μητρός του, πριν γεννηθή, πριν να κοπή ο ομφάλιος λώρος, επιθυμών, ίσως, να βρή εκ νέου τας ηδονάς των μη ορατών πλασμάτων, των αγεννήτων την ευδαιμονίαν επιζητών, την ύπαρξη εν τη ανυπαρξία, που την oνόμαζε ο ποιητής «μηδέν» (ίσως, εννοών την ένωσή του με το Παν, ίσως ποθών μίαν αρραγή υπερατομικήν αθανασίαν) επιδιώκων  την επιστροφήν του εις την καθολικήν, την αδιαφοροποίητον ύπαρξιν εκ της οποίας προήλθε, αναζητών τον όλβον των μακάρων στην χλωρασιά της μάνας γης, ένθα πάσα οδύνη απέδρα.

Μη πήτε λοιπόν ποτέ, ότι ο ποιητής αυτός δεν είχε ιδανικά, και την ύστατην πράξιν του δειλία μη την πήτε, μα πάντοτε να ενθυμήσθε, ιδίως όταν οι ευκάλυπτοι θροϊζουν στις αλλέες και βλέπετε κάποιον κατάκοπον εις την σκιάν των να κοιμάται, πάντα να ενθυμήσθε ότι αυτό που λέγετε Ειμαρμένη από δρόμους πολλούς μας έρχεται και προς σημεία απροσδόκητα συχνά πηγαίνει. Και να ενθυμήσθε πάντα τις πιστολιές εκείνες (τον Μαγιακόβσκη να ενθυμείσθε, τον Τρακλ, Εσσένιν και Κρέβελ), τις πιστολιές εκείνες που τις καρδιές τρυπούν και τις φωνές σωπαίνουν, πάντα να τις ενθυμήσθε, ό,τι  και αν λεν, ό,τι και αν γράφουν οι εφημερίδες που τόσα και τόσα λεν  - ως παραδείγματος χάριν : «Υπό συνθήκας αυτόχρημα δραματικάς, ο Κ.Κ δημόσιος υπάλληλος εξ Αθηνών, μετατεθείς εις Πρέβεζαν εσχάτως, έθεσε τέρμα εις την ζωήν του...Στο Λύκειον των Ελληνίδων εδόθη χτες μέγας χορός, αι νεάνιδες του Λυκείου, φέρουσαι εθνικάς ενδυμασίας, εξετέλεσαν Ελληνικούς χορούς, το φόρεμα της κυρίας Μ...από οργκαντί με ντεκολτέ πολύ μεγάλο ήτο απεριγράπτου ωραιότητος...Ο πρόεδρος της Κυβερνήσεως εδέχθη χθες τον πρεσβευτήν της Ιαπωνίας... Οι φορτοεκφορτωταί της Ερμουπόλεως απήργησαν... Ευρέθη νέον φάρμακον κατά της σπειροχαίτης... Εις οίκον κακόφημον του Πειραιώς, ο εκδορεύς Ιωάννης Ν... κατέσφαξε την ιερόδουλον Αναστασίαν Χ... μητέρα τριών τέκνων”.

Μη πήτε, λοιπόν, ποτέ, ότι ο νέος αυτός δεν είχε ιδανικά, διότι έσκυψε πολύ στο χείλος των αβύσσων (όπως αυτοί που κυνηγούν στα αλπικά βουνά, στην άκρη-άκρη των κρημνών  τα εντελβάις), ακούων με φρίκην από υψηλά τους στόνους και τας οιμώγας της Οικουμένης, ενώ, μες την ψυχή του αντηχούσαν ίσως νεροσυρμαί κρυστάλινοι και ήχοι θεσπέσιοι των παραδείσων. Λόγια μη πήτε που να ισοδυναμούν με ψόγον ή με  καταδίκην, δια τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη, διότι η Πρέβεζα, όπου κι αν βρίσκεσθε, πάντα κοντά σας  θάναι.

Και πάντα θα σας φοβερίζη, με καταχνιές, κουφόβρασι, με σπίτια που καταρρέουν, με τοίχους λεπρούς, με σκύλους ισχνούς και ψωραλέους, με ανθρώπους και κώνωπας ανωφελείς, με ελονοσίαν, με φυματίωσιν, με  αιμοπτύσεις και με φρικτήν αβάσταχτην ανίαν, με κάτι σαν πτώσιν λαιμητόμου σε νεκρικήν σιγήν, με κάτι σαν να εκσπερματίζης δίχως να έχεις οργασμόν, με κάτι σαν περμαγκανάτ ή στύψη στον αέρα, με κάτι σαν άγονες γραμμές και αναμονές, με φράσεις ως οι ακόλουθες : “Ο κύριος Νομάρχης έρχεται...δεν έρχεται...ο κύριος Νομάρχης με το λαντώ του καταφθάνει!...” και με  βαθεία , βαριά μελαγχολία, καρδιοσπαράχτρα θλίψι, που φθάνει ως τους ουρανούς, πενθίμου καπνού τολύπη, πότε αργά, πότε γοργά, σαν σιγανού ή γρήγορου θανάτου λύπη, την ώρα που της καρδιάς, εν ακαρεί, ή με ανεπαισθήτως φθίνοντα βραδύ ρυθμό, σβήνουν για πάντα οι κτύποι.

Μην πείτε λοιπόν ποτέ λόγο κακόν δια τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη. Ήτο σπουδαίος ποιητής, που από τρίχα μόλις θα έψαλλε τους οργασμούς της γης και όλους τους έρωτας των άστρων, αν Μοίρα σκληρή δεν έστεφε το μέτωπόν του με βαθυπράσινον κισσόν που εκόπη από τάφους, μα που και έτσι ακόμη είναι κισσός, φυτό σπαρμένο απ’τους θεούς, όπως και η δάφνη.

Μην τον ξεχνάτε λοιπόν, τον νέον αυτόν, το κάθετον τούτον λάβαρον της θλίψεως και του θανάτου. Τον νέον αυτόν που εις τας ακτάς του Αμβρακικού απέπτη, τον άσπρον άγγελον με τα κατάμαυρα πτερά μην τον ξεχνάτε, και, ακόμη, να τον αγαπάτε. Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής. Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις- είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης.

Αθήνα 9.12.1964» 

 Ανδρέας Εμπειρίκος

Το σπίτι που έμενε ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα, Photo: Harry Gouvas

ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Kostas Karyotakis in Preveza

Prévéza

La mort, ce sont les corbeaux qui se battent
sur les murs noirs et sur les toits.
La mort, les femmes, qui s' "aiment"
comme si elles épluchaient des oignons.
*
La mort, les rues sordides, sans importance,
avec leurs grands noms clinquants,
l'oliveraie, la mer autour, et même
le soleil, mort parmi les morts.
*
Mort le policier qui plie
pour peser une portion « incomplète »,
mort : les jacinthes au balcon,
et l'instituteur avec son journal.
*
Base, Garde, "demi-préfecture" de Preveza.
Dimanche nous écouterons la fanfare.
J'ai ouvert un compte à la Banque.
Premier dépôt : trente drachmes.
*
Marchant lentement sur la jetée,
tu dis : « J'existe ? », et plus tard : « tu n'existes pas ».
Arrive le navire. Drapeau hissé.
Peut-être Monsieur le Préfet vient-il.
*
Si au moins, entre ces gens,,
l'un mourait de dégoût...
Silencieux, désolés, en un maintien modeste,
nous nous distrairions tous aux funérailles.
***
Kostas Karyotakis (1896-1928), le "poète maudit" Grec

(ce poème - sauf la dernière strophe - a été mis en musique par Giannis Glezos)






today's art: Alexis Akrithakis, 12 Stories, 20x35 cm, Signed and dated: Akrithakis 74, Berlin

Ο Αλέξης Ακριθάκης γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1939, στην Αθήνα και ήταν γόνος γνωστής και ευκατάστατης οικογένειας, η οποία ωστόσο χαρακτηριζόταν από μια βαθιά αντινομία: Η μητέρα του, Ρενέ Στάντζου, καταγόταν από μια πλούσια βαυαρική οικογένεια και ήταν η ιδιοκτήτρια ενός περίφημου οίκου ραπτικής στον οποίο σύχναζαν οι κομψότερες κυρίες της αθηναϊκής κοινωνίας. Από την άλλη, ο πατέρας του Αντώνης ήταν πρόσφυγας της Μικρασιατικής Καταστροφής, ενώ στα χρόνια του Εμφυλίου τον έστειλαν εξορία ως κομουνιστή.

«Αν ήμουν ένας τέλειος άνθρωπος, σίγουρα δεν θα ήμουν καλλιτέχνης. Η τέχνη είναι μία πολύ ριψοκίνδυνη υπόθεση». Αλέξης Ακριθάκης (1939-1994)

Ο μικρός Αλέξης γνώριζε, λοιπόν, και τις δύο όψεις του νομίσματος. Στην πραγματικότητα, αυτή η έγκαιρη εξοικείωσή του με τις ακραίες κοινωνικές διαφορές τον έκανε να τις βλέπει πιο καθαρά και να ενδιαφέρεται πρωτίστως για ένα πράγμα: Να είναι αδέσμευτος και -κατ’ επέκτασιν- ελεύθερος. Κάπως έτσι, θα δείξει -από πολύ νωρίς- ότι είναι ένα παιδί δημιουργικό, αλλά και ατίθασο, με ένα πνεύμα ανεξαρτησίας που απλώς αδυνατούσε να προσαρμοστεί στους κανόνες της σχολικής πειθαρχίας. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτανε σε κραυγαλέες ακρότητες, όπως τότε που έβαλε φωτιά σε μια αίθουσα της Λεοντείου Σχολής, για να αποβληθεί οριστικά από όλα τα σχολεία της χώρας. Το συγκεκριμένο γεγονός έμελλε να συζητηθεί επί μακρόν στις νεανικές παρέες, με τον Ακριθάκη να μυθοποιείται λόγω της τολμηρής του παράβασης. Ο ίδιος, πάλι, ενδιαφέρεται μόνο να αλητεύει και να δοκιμάζει τα όριά του, εξερευνώντας τις άγνωστες διαδρομές των ενστίκτων του. Αυτές, όμως, οι φαινομενικά εφηβικές ανησυχίες, ο έρωτας, τα ξενύχτια, ο ίλιγγος της ταχύτητας, ο τζόγος και τα ποτά θα αποδεικνύονταν -με την πάροδο του χρόνου- συμπτώματα ουσιωδέστερων υπαρξιακών αναζητήσεων.

Έφοδος της ναυτονομίας στο πορνείο, Υδατογραφία 18,3χ28cm, c.a. 1950

Παράλληλα, εκείνη την εποχή -στο καφενείο «Βυζάντιο»- θα έρθει σε επαφή με πνευματικούς ανθρώπους σαν τον Σαχτούρη, τον Εμπειρίκο, τον Ταχτσή. Αλλά εκείνος που θα άλλαζε ριζικά τη ζωή και το πεπρωμένο του είναι ο Γιώργος Μακρής: «Μου έμαθε να βλέπω και όχι να ζωγραφίζω», αναφέρει για εκείνον χρόνια μετά. Σταδιακά, αυτές οι ολονύχτιες μυσταγωγίες στο θρυλικό καφενείο θα μεταμορφώσουν τον Ακριθάκη σε έναν ιδιαίτερα δεκτικό μαθητή που ανακάλυπτε την παραμελημένη κλίση του: Τα σχέδια με μολύβι και έντονα χρώματα. «Από πολύ μικρός είχα το ψώνιο της ζωγραφικής. Ήμουν σίγουρος πως μία μέρα θα γινόμουνα ζωγράφος. Όπως άλλα παιδιά φτιάχνουν ιστορίες με λέξεις, εγώ έφτιαχνα ιστορίες με εικόνες. Ευτυχώς, το ένστικτό μου δε λάθεψε...».

Στο μεταξύ, ο επίδοξος ζωγράφος αναζητά συνεχώς καινούριες εμπειρίες. Και βέβαια, παραμένει ανήσυχος και αδιανόητα απρόβλεπτος, ώσπου μία νύχτα του 1958 σηκώνει «το ταμείο της οικογενειακής επιχείρησης», αγοράζει μια μηχανή και με αυτήν ταξιδεύει στο Παρίσι. Εκεί, την πρώτη κιόλας εβδομάδα, θα τρακάρει με το αυτοκίνητο του διάσημου τραγουδιστή Λεό Φερέ, με τον οποίο αντί να πάνε στο αστυνομικό τμήμα θα πλανηθούν στις μπουάτ και τα κέντρα. Σύντομα, ο Ακριθάκης αρχίζει να συναναστρέφεται με διάφορες καλλιτεχνικές παρέες: Συνδέεται ερωτικά με την ηθοποιό του Νέου Κύματος στον κινηματογράφο, την Τζιν Σίμπεργκ, γίνεται φίλος με τον ζωγράφο Θάνο Τσίγκο και τη γυναίκα του Χριστίνα -στενή συνεργάτιδα και ηθοποιό του Σάμουελ Μπέκετ. Και ακόμη βγαίνει συχνά με τον Τζιακομέτι και τον Γαΐτη.

Όλοι μαζί θα περάσουν ατέλειωτες ώρες στα καφενεία του υπαρξισμού και στις υπερφωτισμένες παρισινές νύχτες. Πάντως, παρά την εμμονή του να γίνει ζωγράφος, η εγγραφή στην Ακαδημία της Γκραν Σομιέρ ήταν μάλλον τυπική. Περισσότερο τον ενδιέφερε να «συλλαβίσει» την τέχνη μέσα από τη ζωή. Είναι μέσα από την παρισινή κραιπάλη και περιπέτεια που θα παντρευτεί την κληρονόμο του οίκου καλλυντικών Καρβέν, για να βγει το διαζύγιο έξι μήνες μετά και να τον λυτρώσει από τις δεξιώσεις στον οικογενειακό πύργο. Μαζί θα τελειώσει και η ζωή στο Παρίσι, με τον Ακριθάκη να επιστρέφει εσπευσμένα στην Αθήνα (το 1961) για να παρουσιαστεί στον στρατό. Εκεί θα περάσει μαρτυρικά ως «γιος κομουνιστή» μέχρι να απολυθεί τελικά με «χαρτί τρελού». Ώσπου, το 1963, παντρεύεται την παιδική του φίλη Γιάννα Κυριαζή και κάνει την πρώτη του ατομική έκθεση στη Θεσσαλονίκη. Ο γάμος θα κρατήσει και πάλι για λίγο, αλλά η έκθεση γνώρισε επιτυχία -γεγονός που τον ενθαρρύνει να συνεχίσει τη ζωγραφική του και δύο χρόνια μετά εκθέτει για πρώτη φορά τη δουλειά του στην Αθήνα: «Και να επιτέλους το ανεκδιήγητο, διηγημένο σε εικόνες», γράφει ο Νάνος Βαλαωρίτης. Αυτή -ουσιαστικά- είναι και η απαρχή ενός καθαρά ιδιωματικού έργου, που θα τον καθιέρωνε διεθνώς.

Spielman ”, Βερολίνο 1969

Και πράγματι, το 1967, έπειτα από πρόσκληση του Ευρωπαϊκού Κέντρου πηγαίνει στο Βερολίνο και παρουσιάζει έργα του στην γκαλερί Hammer. Η έκθεση σημειώνει πρωτοφανή επιτυχία και οι γερμανικές εφημερίδες αφιερώνουν εκτενή άρθρα για τη ζωγραφική του νεαρού Έλληνα με το φλεγόμενο όραμα. Ακολουθεί μια περίοδος ευτυχίας, αφού η αποδοχή της δουλειάς του συνδυάζεται με τον έρωτα της ζωής, τη γυναίκα του Φώφη, την οποία παντρεύεται έναν χρόνο μετά και αποκτούν μια κόρη, τη Χλόη. Παράλληλα, κερδίζει την υποτροφία της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών και εγκαθίστανται οικογενειακώς στο Βερολίνο, μέχρι το 1984.

Τσίκι – τσίκι

Όλα μοιάζουν ιδανικά για τον ανήσυχο και ανατρεπτικό Ακριθάκη και εκείνος αφοσιώνεται απρόσκοπτα στο έργο του. Έχοντας δίπλα του μια γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος και μαζί μια όμορφη κορούλα που υπεραγαπάει, έχει μια στέρεη βάση για μια νέα ζωή, μια νέα ευαισθησία και ελπίδα. Κάθε άλλο παρά τυχαίο, λοιπόν, είναι ότι δημιουργεί έναν πολύχρωμο μικρόκοσμο γεμάτο από αρχετυπικά σύμβολα και εικόνες παρμένες από βαθύτατα προσωπικές εμπειρίες και εμμονές: Λουλούδια, πουλιά, βαλίτσες, καρδιές, βέλη, ρόδες και σημαίες συναποτελούν το μαγικό ποιητικό σύμπαν του Ακριθάκη με πολυποίκιλες χρωματιστές σκηνές πλημμυρισμένες από απειροστές λεπτομέρειες. Μια οπτική μυθολογία στην οποία κεντρικό ρόλο έχει πάντα το ταξίδι και η περιπέτεια, με τη διάθεση φυγής του καλλιτέχνη να είναι κάτι περισσότερο από έκδηλη και με την εντυπωσιακή χρήση των έντονων χρωμάτων να καθηλώνει. Αυτά τα φωτεινά χρώματά του είναι που αποθεώνουν την ιδέα της ζωής, ενώ υποκρύπτουν τη βαθιά και αναπόδραστη -όπως θα αποδεικνυόταν- μελαγχολία του. Φαίνεται ότι στην πραγματικότητα δεν μπορούσε να ξορκίσει τους προσωπικούς του, βασανιστικούς δαίμονες. Ως ιδιοσυγκρασία παραμένει έρμαιο του πάθους της αέναης εσωτερικής αναζήτησης και εισέρχεται στον κόσμο των ναρκωτικών, ολοταχώς και χωρίς ενδοιασμούς -όπως άλλωστε συνήθιζε να κάνει με ο,τιδήποτε: Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει.

Πορτρέτο της Νίκης ”, 1972

Το 1984 αφήνει το Βερολίνο και ξαναγυρνά στην Ελλάδα. Συμμετέχει στην παρουσίαση της συλλογής του Αλέξανδρου Ιόλα, ο οποίος πάντα τον βοηθούσε, και προσπαθεί να απέχει από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, ενώ υποφέρει από τρομερούς εφιάλτες. Αλλά δεν θα σταματήσει να δουλεύει και να διοργανώνει εκθέσεις, παρά τα νοσοκομεία και τις αλλεπάλληλες κρίσεις. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, η άσχημη κατάσταση της υγείας του μείωσε την εικαστική παραγωγή του, η οποία περιορίστηκε σε μεγεθύνσεις λεπτομερειών από παλαιότερα έργα του, ένα μπλοκ σχεδίων με τις φιγούρες τροφίμων του Δρομοκαΐτειου ψυχιατρείου και μια σειρά με θέμα τα λουλούδια, την οποία αφιέρωνε «στους αυτόχειρες φίλους του».

Η φωτιά ”, 1979

Ο Αλέξης Ακριθάκης συνέχιζε να καταστρέφει αργά και συνειδητά τον εαυτό του, μέχρι τον θάνατό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 1994. Από τότε, δύο μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις θα αποκαλύψουν εκ νέου τη σπουδαία καλλιτεχνική του προσωπικότητα: Το 1997 στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης και στην Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας και το 2003 στο Βερολίνο, στη Neue Nationalgalerie, όπου θα παρουσιαστεί αντικριστά με τον Πικάσο ως μια αναλλοίωτη ξεχωριστή μορφή του ύστερου μοντερνισμού στην Ευρώπη. Σήμερα, μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα ότι τα έργα του αποτελούν -για πρώτη φορά, ίσως, στη νεότερη Ιστορία της ελληνικής τέχνης- μια απόλυτα συνειδητή και συστηματική καλλιτεχνική πράξη, η οποία αν και καθοριστική για τη σύγχρονη εικαστική σκηνή είχε αμιγώς προσωπικές καταβολές: Το έργο του Ακριθάκη παραμένει πάντοτε ένα με την πληγωμένη ψυχοσύνθεσή του. Άλλωστε  το είχε πει και ο ίδιος κάποτε: «Η μόνη τροφή της τέχνης είναι η ίδια η ζωή». Είναι προφανές ότι περιαυτολογούσε...

«Fofi's»: Ένα μυθικό στέκι

Ο Αλέξης και η Φώφη Ακριθάκη στο περίφημο «ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟΝ». 

Στη Γερμανία, ο Ακριθάκης θα βρεθεί κοντά με σημαντικές πνευματικές προσωπικότητες της εποχής του. Άλλωστε  εκείνα τα χρόνια το Βερολίνο ήταν η κατεξοχήν πόλη των καλλιτεχνικών ζυμώσεων. Όσο για το περίφημο εστιατόριο της συζύγου του Φώφης στο Βερολίνο, θα αποκτούσε διεθνή φήμη καθώς το «Fofi’s» θα γινόταν πόλος έλξης και σημείο συνάντησης του καλλιτεχνικού κόσμου της γερμανικής πρωτεύουσας και όχι μόνον. Μέσα στα 20 χρόνια λειτουργίας του θα περνούσαν από εκεί διασημότητες όπως ο Αντι Γουόρχολ, ο Μπράιαν Ντε Πάλμα και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο. «Ήταν ένα παλιό κτίριο του 1800 και το μπαρ ήταν, στον πόλεμο, των αξιωματικών της Βέρμαχτ. Το γεμίσαμε τέχνη», λέει η Φώφη Ακριθάκη, προσθέτοντας ότι «στις δεκαπέντε ημέρες που διήρκεσε η έκθεσή του, ο Φράνσις Μπέικον δεν έλειψε ούτε μία βραδιά από εκεί, αφιερώνοντας στο τέλος στο μαγαζί ένα έργο του»!

Με τα μάτια της συζύγου του

«Ήταν ένας άνθρωπος πάρα πολύ ευγενής, παρ’ ότι δεν φαινόταν εξωτερικά. Είχε μια καλοσύνη την οποία πολύ λίγοι άνθρωποι είχαν καταλάβει. Φυσικά και ήταν εκκεντρικός και ιδιόρρυθμος στην καθημερινότητά του -αν τον συγκρίνει κανείς και με άλλους. Αλλά ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη ζωή. Συγκρουόταν μέσα του». Και ακόμη: «Κοιμόταν πάρα πολύ λίγο. Μπορούσε να γυρίσει στις 6 το πρωί και στις 9 να είναι στο πόδι. Σηκωνόταν, έπινε καφέδες, έβγαινε, γύριζε, έβλεπε (ήταν ένας άνθρωπος που έβλεπε, έπαιρνε πολλές εικόνες, κάτι που μου έμαθε και εμένα να αναγνωρίζω, δούλευε, ξαναέβγαινε, έπινε, γελούσε. Ταξιδεύαμε πάρα πολύ μαζί. Ξαφνικά σου έλεγε στις 2 η ώρα το βράδυ "πακετάρισε, φεύγουμε"»...

Έξι Ιστορίες, 1973

Ο Αλέξης Ακριθάκης αποτελεί μια εντελώς ιδιάζουσα περίπτωση στο χώρο της νεότερης ελληνικής ζωγραφικής. Καλλιτέχνης περισσότερο γνωστός από το μύθο του "καταραμένου"που τον περιέλαβε, ένα μύθο άμεσα συνδεδεμένο τόσο με την αυτοκαταστροφική του προσωπικότητα, όσο και με τον ασυμβίβαστο τρόπο με το οποίο βίωσε ο ίδιος τη σύντομη ζωή του, ο Ακριθάκης άφησε ωστόσο πίσω του ένα πλούσιο έργο.

Η τέχνη για τον Αλέξη Ακριθάκη ήταν ένας τρόπος ζωής, μία συνεχής κι επίμονη περιπέτεια υπέρβασης. Στη δουλειά του, το εικαστικό γεγονός δεν ήταν ποτέ αποσπασμένο από το φαινόμενο της ζωής, εκείνο όμως που βασικά τον ενδιέφερε ήταν ο μετασχηματισμός της εικόνας σε σύμβολο, υποσκάπτοντας τον αρχικό κώδικα αναφοράς. Έτσι, αντλώντας τα ερεθίσματά του από τους βιωμένους χρόνους της προσωπικής τους ζωής ο καλλιτέχνης δημιουργούσε μαγικά συμπλέγματα, όπου φόρμες, χρώματα και υλικά γίνονταν στοιχεία ενός δικού του κώδικα γραφής που διευκόλυνε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς παίζοντας πάνω σε δυνατότητες της γλώσσας.

Χωρίς Τίτλο, 1977

Μεγάλος παραμυθάς ο Αλέξης Ακριθάκης ήξερε να διηγείται με χιούμορ, συναρπαστικές ιστορίες. Ιστορίες απλές, σχεδόν παιδικές φτιαγμένες με λαμπερά και απαστράπτοντα χρώματα που κατάφερναν να μαγεύουν τα μάτια και απατούν τη λογική, προβάλλοντας κάθε φορά το αίτημα για ένα καινούριο κοίταγμα του κόσμου.

Και όμως πίσω από τις άκρως υπαινικτικές και ποιητικές αυτές εικόνες, κάπου ελλοχεύει ο κίνδυνος, τραγικότητα του εξομολογητικού λόγου, το συναίσθημα της υπέρβασης, Γιατί ο Αλέξης Ακριθάκης ζωγραφίζοντας προσπαθούσε κάθε φορά να ξεγελάσει τη ζωή και να εξορκίσει τον θάνατο, μετατρέποντας τα ψυχικά αδιέξοδα σε δημιουργική πρόσκληση για την εξιχνίαση των προσωπικών του φαντασμάτων.


















O Τ. rex των θαλασσών. Ancient 'Predator X' Sea Monster Gets Official Name

Ο P.funkei ήταν ο κυρίαρχος του θαλάσσιου Τζουράσικ Παρκ. P. funkei likely preyed on plesiosaurs, related long-necked, small-headed reptiles. CREDIT: Atlantic Productions

Ομάδα ειδικών ολοκλήρωσε τη μελέτη απολιθωμάτων ενός αρχαίου θαλάσσιου ερπετού καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι όχι μόνο πρόκειται για ένα άγνωστο μέχρι σήμερα είδος αλλά ότι ήταν το πιο μοχθηρό πλάσμα που υπήρξε ποτέ μέσα στο νερό. Το θαλάσσιο ερπετό ονομάστηκε Pliosaurus funkei και ανήκε στην οικογένεια των πλησιόσαυρων. Οπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι ερευνητές ο P.funkei «θα έκανε ακόμη και τον Τυραννόσαυρο Rex να τρομάξει και να βάλει τα κλάματα»!

Η ανακάλυψη

Το 2006 ανακαλύφθηκε σε ένα νησί του Αρκτικού Ωκεανού βόρεια της Νορβηγίας ο σκελετός ενός μυστηριώδους θαλάσσιου όντος. Η μελέτη του σκελετού δυσκόλεψε ιδιαίτερα όσους ασχολήθηκαν μαζί του αφού αδυνατούσαν να τον «αποκωδικοποιήσουν». Δεν μπορούσαν να κατατάξουν το ον αλλά και να κάνουν ακριβείς εκτιμήσεις για τα χαρακτηριστικά του. Τελικά ονόμασαν το πλάσμα «Predator X», ο «άγνωστος θηρευτής» σε ελεύθερη μετάφραση, και η μόνη εκτίμηση που έκαναν ήταν ότι είχε μήκος περίπου 17 μέτρων.


The huge pliosaur fossils had to be cast in plaster before being removed from the Svalbard site. CREDIT: Jørn Hurum/NHM/UiO

Ερευνητές με επικεφαλής τον Πάτρικ Ντρανκενμίλερ, παλαιοντολόγο του Μουσείου του Πανεπιστημίου της Αλάσκας, πιστεύουν ότι έλυσαν το μυστήριο. Μελετώντας τον σκελετό και συγκρίνοντάς τον με άλλα απολιθώματα υποστηρίζουν ότι βρήκαν τα χαρακτηριστικά του θαλάσσιου όντος το οποίο ανήκει σε ένα άγνωστο μέχρι σήμερα είδος.

O κορυφαίος θηρευτής

Οι ερευνητές ονόμασαν το ον Pliosaurus funkei και όπως αναφέρουν ήταν ένα φοβερό και τρομερό θαλάσσιο ερπετό που ζούσε πριν από 150 εκατομμύρια έτη. Υπολογίζουν ότι ο P. funkei ήταν λίγο πιο μικρός από ό,τι ανέφερε η αρχική εκτίμηση και έφτανε σε μήκος τα 14 μέτρα. Η πιο εντυπωσιακή ανακάλυψη είναι όμως αυτή που αφορά το κρανίο του. Σύμφωνα με τους ερευνητές, το κρανίο του είχε μήκος πάνω από δύο μέτρα ενώ το δάγκωμα του ήταν τέσσερις φορές πιο ισχυρό από εκείνο του T. rex! Όπως εκτιμούν, η λεία του P. funkei ήταν άλλοι πλησιόσαυροι και θαλάσσια ερπετά με μακριούς λαιμούς και μικρά κεφάλια. Η έρευνα δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Norwegian Journal of Geology».


A size comparison of a killer whale, blue whale, a Pliosaur (Predator X), and a human diver. CREDIT: or Sponga, Bergens Tidende


Τα αγάλματα στο νησί του Πάσχα… περπατούσαν. Did Easter Island’s Famous Statues ‘Walk’?

"The statues walked," Easter Islanders say. Archaeologists are still trying to figure out how—and whether their story is a cautionary tale of environmental disaster or a celebration of human ingenuity. Photograph by Randy Olson.

Από την πρώτη στιγμή που ανακαλύφθηκε το νησί του Πάσχα από Ολλανδούς θαλασσοπόρους τον 18ο αιώνα μέχρι και σήμερα κανείς δεν μπόρεσε να βρει πειστικές εξηγήσεις για την ύπαρξη των γιγάντιων πέτρινων αγαλμάτων που βρίσκονται στο νησί του Ειρηνικού Ωκεανού. Τόσο η κατασκευή τους όσο και ο τρόπος μετακίνησης των moai (όπως ονομάζονται τα αγάλματα) αποτελεί αντικείμενο έρευνας εδώ και πολλές δεκαετίες. Ερευνητική ομάδα από τις ΗΠΑ επικέντρωσε την προσοχή της στον τρόπο μετακίνησης και οργάνωσε ένα πείραμα το οποίο δείχνει ότι είναι πιθανό οι κάτοικοι του νησιού να είχαν αναπτύξει μια τεχνική με την οποία τα αγάλματα… «περπατούσαν»!

Το νησί και τα αγάλματα

Στο έκτασης 163 τετραγωνικών χλμ νησί που σήμερα ανήκει στη Χιλή υπάρχουν εκατοντάδες αγάλματα το μεγαλύτερο εκ των οποίων έχει ύψος δέκα μέτρα και βάρος 74 τόνους. Όπως είναι ευνόητο η ύπαρξη αυτών των αγαλμάτων σε ένα μικρό απομονωμένο νησί στη μέση του ωκεανού προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί μεγάλη έκπληξη. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι το νησί κατοικήθηκε για πρώτη φορά τον 13ο αιώνα από Πολυνήσιους αποίκους που ονομάστηκαν Rapa Nui.

Easter Island Sunset View (Source: Google Images)


Σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία τους πρώτους αιώνες οι κάτοικοι ζούσαν στο νησί ειρηνικά και χωρίς προβλήματα. Όμως κάποια  στιγμή αναπτύχθηκαν εμφύλιες έριδες οι οποίες οδήγησαν στην ταχεία αποψίλωση των δασών για την κατασκευή των αγαλμάτων. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για τους λόγους της κατασκευής των αγαλμάτων. Είναι πιθανό τα αγάλματα να κατασκευάζονταν για να αναδείξουν την υπεροχή της μιας ή της άλλης πλευράς ή για να συμβολίσουν την επικράτηση σε κάποια αναμέτρησή τους ή ίσως ως προσφορά στους θεούς. Υπάρχει και μια θεωρία που αναφέρει ότι ενδεχομένως δεν υπήρξε κάποια εμφύλια έριδα αλλά απλά οι κάτοικοι του νησιού κυριεύτηκαν κυριολεκτικά από μανία για την κατασκευή αυτών των αγαλμάτων.

Mysterious Easter Island Heads Have Bodies Too

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η κατασκευή των αγαλμάτων έλαβε τέτοια έκταση που τελικά οδήγησε στην ολοκληρωτική καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος με αποτέλεσμα το νησί να γίνει ένας άγονος τόπος στον οποίο δεν μπορούσε να επιβιώσει ο τοπικός πληθυσμός. Οι θαλασσοπόροι που ανακάλυψαν το νησί βρήκαν εκεί μόλις μερικές δεκάδες άτομα που κυριολεκτικά λιμοκτονούσαν.

Το «περπάτημα»

Ομάδα ειδικών από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια έφτιαξε ένα αντίγραφο moai βάρους 4.4 τόνων και έψαξε να βρει κάποιο τρόπο που, με τα πενιχρά μέσα που είχαν στη διάθεση τους οι Rapa Nui, να είναι εφικτό το άγαλμα να μετακινηθεί σχετικά γρήγορα και με ασφάλεια σε μεγάλη απόσταση.


To move each moai, two groups may have rocked it side to side while a rear group kept it upright. Illustration by Fernando G. Baptista, National Geographic

Τελικά βρήκαν μια τεχνική μετακίνησης η οποία δείχνει ιδιαίτερα αποτελεσματική. Οι ερευνητές έδεσαν το άγαλμα με μακριά σκοινιά και χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες. Η μια ομάδα έπιασε το ένα σκοινί, η δεύτερη ομάδα το σκοινί που βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά από την πρώτη ομάδα και η τρίτη ομάδα έπιασε το σκοινί που ήταν δεμένο στην πλάτη του αγάλματος Οι δύο ομάδες άρχισαν να τραβούν τα σκοινιά με τρόπο ανάλογο όπως γίνεται στο παιχνίδι της διελκυστίνδας.



A 10-foot, 5-ton replica of an Easter Island "moai" dances down the road, guided by teams on each side and behind it. Archaeologists Carl Lipo and Terry Hunt, who led the experiment, report that once the balance of the teams and ropes was established, the statue "just did its thing." The experiment, funded by the National Geographic Society, is described in the July 2012 issue of National Geographic magazine. (Sheela Sharma)

Όπως αποδείχτηκε η μέθοδος αυτή επέτρεψε στο άγαλμα να κινείται προς τα εμπρός. Το άγαλμα μοιάζει κυριολεκτικά να περπατάει. Αν λοιπόν οι Rapa Nui χρησιμοποιούσαν αυτή τη τεχνική θα μπορούσαν να μετακινούν σχετικά γρήγορα τα αγάλματα από τα λατομεία στα σημεία εγκατάστασης και μάλιστα η τοποθέτησή τους θα γινόταν σχετικά εύκολα αφού τα moai μετακινούνταν σε όρθια θέση.

Scientists Make Easter Island Statue Walk

Οι ενδείξεις

Πολλά από τα moai που διασώζονται είναι πεσμένα σε διάφορα σημεία του νησιού. Σύμφωνα με τους ερευνητές που έκαναν το πείραμα η θέση στην οποία βρίσκονται τα πεσμένα αγάλματα δείχνουν ότι ο τρόπος μετακίνησής τους ήταν αυτός που δοκίμασαν οι ίδιοι. Στα ανηφορικά σημεία τα moai είναι πεσμένα με την πλάτη στο έδαφος ενώ στα κατηφορικά με το πρόσωπο στο έδαφος κάτι που σημαίνει ότι μετακινούνταν σε όρθια θέση πριν οι μεταφορείς χάσουν για κάποιο λόγο τον έλεγχό τους.

Επίσης οι θρύλοι των ντόπιων έκαναν λόγο για «περπάτημα» των αγαλμάτων αλλά μέχρι σήμερα κανείς δεν είχε δώσει βάση σε αυτές τις ιστορίες. Η έρευνα που έγινε με τη συνεργασία του National Geographic δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Journal of Archaelogical Science και παρουσιάζεται στον δικτυακό τόπο της επιθεώρησης Nature.













Μπορεί το σώμα να προβλέπει το μέλλον; Listen to Your Intuition, Because Your Body Can Predict Future Events Without Conscious Clues

Salvador Dali, L'Oeil, The Eye

Το ότι το υποσυνείδητο μέρος του μυαλού γνωρίζει πολλά περισσότερα από το συνειδητό είναι γνωστό. Μετα-ανάλυση αμερικανών επιστημόνων όμως έδειξε ότι η υποσυνείδητη διέγερση τίθεται σε λειτουργία αρκετά προτού ενεργοποιηθεί η συνειδητή μας επίγνωση, προειδοποιώντας μας για κάτι που πρόκειται να συμβεί στο πολύ κοντινό μέλλον και μάλιστα χωρίς ερεθίσματα από το γύρω περιβάλλον.


Διαβάζοντας τη γυάλινη «σφαίρα» του υποσυνείδητου

Οι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Νορθγουέστερν ανέλυσαν τα ευρήματα 26 προηγούμενων μελετών οι οποίες είχαν πραγματοποιηθεί από το 1978 μέχρι το 2010.

«Αυτό που δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο είναι κατά πόσο ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να προβλέπει σημαντικά μελλοντικά γεγονότα χωρίς καμία ένδειξη από το περιβάλλον του» εξηγεί η κύρια συγγραφέας της μελέτης δρ. Τζούλια Μόσμπριτζ από το Εργαστήριο Οπτικής Αντίληψης, Νόησης και Νευροεπιστήμης του πανεπιστημίου.

Για παράδειγμα, όταν ένας εργαζόμενος παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια στο γραφείο φορώντας ακουστικά, δε μπορεί να ακούσει πότε πλησιάζει ο διευθυντής του.

«Από την ανάλυσή μας όμως φάνηκε ότι εάν βρισκόμαστε σε πλήρη συντονισμό με το σώμα μας, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε κάποιες αλλαγές δύο με 10 δευτερόλεπτα νωρίτερα και να κλείσουμε το παιχνίδι εγκαίρως» αναφέρει η ειδικός. «Αν είμαστε αρκετά γρήγοροι μπορεί να προλάβουμε να ανοίξουμε ακόμη και το αρχείο επάνω στο οποίο εργαζόμαστε και όλα αυτά, αν είμαστε τυχεροί, μπορεί να συμβούν προτού το αφεντικό μπει στον χώρο».

Το φαινόμενο αυτό, σύμφωνα με τους επιστήμονες, ονομάζεται προαίσθηση και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως διαίσθηση του κοντινού μέλλοντος. Ωστόσο οι απόψεις γύρω από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, διίστανται.

«Προσωπικά, θα ονόμαζα το φαινόμενο αυτό “ανώμαλη προληπτική δράση”» λέει η δρ. Μόσμπριτζ. «Πρόκειται για ένα “ανώμαλο” φαινόμενο καθώς δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τον βιολογικό μηχανισμό που κρύβεται πίσω του - ίσως μέσω της κβαντικής βιολογίας θα μπορούσαμε να λάβουμε κάποιες απαντήσεις. Το ονομάζω “προληπτικό” γιατί φαίνεται να προβλέπει μελλοντικές αλλαγές στη φυσιολογία μας (καρδιοπνευμονικές, δερματικές αλλαγές και αλλαγές που σχετίζονται με το νευρικό σύστημα) σε συνάρτηση με ένα σημαντικό γεγονός, χωρίς γνωστές ενδείξεις».

Τα ενδιαφέροντα ευρήματα των ειδικών παρουσιάζονται στο επιστημονικό έντυπο «Frontiers in Perception Science».