Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Χαρά Χρηστάρα, Το χάσμα

René Magritte, Le banquet, 1958.

Στη Ρούλα Αλαβέρα

Φυγόκεντρες δυνάμεις ψυχορραγούν
στο αντίκρυσμα του τείχους
που έκλεισε όλη τη θέα

Κυκλοτερές σαν σφαδαγμός
το πέταγμα μικρού εντόμου

Υπόγειο χάσμα σκοτεινό
προσφέρεται άνοιγμα μοναδικό
να με φιλοξενήσει

Η ώρα της αποδοκιμασίας
σημαίνει για τα γύρω τεκταινόμενα

Κρυφές κάμερες
αστυνομεύουν κράτη και υπολήψεις

Κλειδώνουν τα στόματα
τα σώματα σωπαίνουν

Μειλίχιος παρουσιαστής της τηλεόρασης
κατευνάζει τις αντιδράσεις

Αδύνατο να γεμίσουν τα πνευμόνια αέρα
μέσα στον υγρό μου τάφο

Κι άγνωστο πότε
θα λαμπαδιάσει πάλι η ανθρωπότητα
στους ήχους προσκλητήριου
ορμητικού κι ολόφρεσκου

Σκοντάφτω, γλιστρώ,
κατρακυλώ

και περιμένω

Salvador Dalí, Seated Girl Seen from the Back, 1928.

Από τη συλλογή «Το χάσμα» (2006). 

Μελέτη… αναμνήσεων. Study... memories

Όπως μας λένε οι ειδικοί, στις πέντε κύριες γενεσιουργές αιτίες καταστάσεων αυξημένου άγχους περιλαμβάνεται και η μετακόμιση από έναν τόπο σε άλλον, ή από ένα σπίτι σε κάποιο άλλο. Μία τέτοια κατάσταση αναγκάστηκα να βιώσω κι εγώ τον περασμένο μήνα. Αλλά όπως έλεγαν και οι αρχαίοι στωικοί «ουδέν κακόν αμιγές καλού», γιατί σε κάθε πράγμα, όσο και αν φαίνεται αρνητικό, βρίσκεται πάντοτε κάτι το θετικό. Το ίδιο συνέβη, κατά κάποιον τρόπο, και στην προκειμένη περίπτωση. Γιατί στη διάρκεια της μετακόμισης χρειάστηκε να «ξεκαθαρίσω» φωτογραφίες, κείμενα και πολυποίκιλα άλλα «πράγματα» που είχαν συσσωρευτεί εδώ και 38 ολόκληρα χρόνια σε κάποια ξεχασμένη γωνιά. Κι έτσι ήταν αναπόφευκτο να «ταξιδέψω» και πάλι πίσω, στο διάβα των ετών και των αναμνήσεων, κάτι που συμβαίνει άλλωστε και με τα άστρα! Γιατί απλούστατα όταν κοιτάζουμε τα άστρα βλέπουμε και μελετάμε… αναμνήσεις!

Τα μάτια μας, περιορισμένα να βλέπουν τα λαμπρότερα μόνον άστρα της νύχτας, ήταν για χιλιάδες χρόνια τα μοναδικά αστρονομικά όργανα που διαθέταμε. Οι αρχαίοι λαοί, για παράδειγμα, πίστευαν ότι το σκοτάδι της νύχτας οφείλονταν σ’ έναν μαύρο χιτώνα γεμάτο τρύπες μέσα από τις οποίες περνούσε το φως του Ήλιου και με τον οποίο οι θεοί τους σκέπαζαν κάθε βράδυ τον ουράνιο θόλο. Πίστευαν μάλιστα ότι από την κορυφή ενός βουνού θα μπορούσαν να τα φτάσουν και να τα αγγίξουν. Σήμερα φυσικά γνωρίζουμε ότι τ’ άστρα δεν είναι τρύπες στον ουρανό κι ότι για να τα αγγίξουμε θα ’πρεπε να ’χαμε απίστευτα μεγάλα χέρια.

This wide-field view of the sky around the bright star Alpha Centauri was created from photographic images forming part of the Digitized Sky Survey 2. The star appears so big just because of the scattering of light by the telescope's optics as well as in the photographic emulsion. Alpha Centauri is the closest star system to the Solar System. Credit: ESO/DSS 2

Ο Ήλιος, για παράδειγμα, είναι το πλησιέστερο σε μας άστρο και βρίσκεται σε απόσταση 150 εκατομμυρίων χιλιομέτρων, ενώ το αμέσως επόμενο άστρο, που στην πραγματικότητα είναι ένα τριπλό σύστημα άστρων με την ονομασία άλφα Κενταύρου, βρίσκεται σε απόσταση 44 τρισεκατομμυρίων χιλιομέτρων. Επειδή όμως οι αριθμοί αυτοί είναι τόσο μεγάλοι ώστε χάνουν στην ουσία τη σημασία τους, ας τους κοιτάξουμε από μιαν άλλη σκοπιά. Τη σκοπιά του χρόνου που θα χρειαζόμασταν για να φτάσουμε μέχρις εκεί.

Εάν ταξιδεύαμε με αυτοκίνητο θα φτάναμε στη Σελήνη σε 158 ημέρες, στον Ήλιο σε 171 χρόνια, και στον άλφα Κενταύρου σε 50 εκατομμύρια χρόνια. Ακόμη, όμως, κι αν ταξιδεύαμε με ένα διαστημόπλοιο (με ταχύτητα 50.000 χιλιομέτρων την ώρα), θα φτάναμε στη Σελήνη σε περίπου 8 ώρες, στον Ήλιο σε 125 ημέρες, και στον άλφα Κενταύρου σε 92.880 χρόνια! Το πιο απόμακρο αντικείμενο που έχουμε παρατηρήσει, βρίσκεται τόσο μακριά από μας ώστε το φως του, τρέχοντας με την ταχύτητα του φωτός (300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο), χρειάζεται πάνω από 13 δισεκατομμύρια χρόνια για να φτάσει από εκεί που είναι μέχρι τη Γη μας.

Καταλαβαίνετε λοιπόν τώρα τι εννοούμε όταν μιλάμε για… αστρονομικούς αριθμούς, και το μέγεθος των χεριών που θα χρειαζόμασταν για να φτάσουμε τ’ άστρα; Γι’ αυτό στην αστρονομία χρησιμοποιούμε ως μονάδα μέτρησης των αποστάσεων το «έτος φωτός». Η μονάδα αυτή ορίζεται ως «η απόσταση που διανύει μία ακτίνα φωτός σε ένα χρόνο τρέχοντας με την ταχύτητα του φωτός» και είναι ίση με 9,46 τρισεκατομμύρια χιλιόμετρα.

Διαπιστώνουμε δηλαδή ότι η ακτινοβολία που έρχεται από τα διάφορα ουράνια αντικείμενα απαιτεί την παρέλευση κάποιου χρόνου για να φτάσει μέχρις εμάς παρ’ όλο που τρέχει με την τεράστια ταχύτητα των 300.000 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο. Έτσι, όταν κοιτάμε έξω στο Διάστημα, βλέπουμε τις εικόνες των διαφόρων ουράνιων αντικειμένων όπως ήταν στο παρελθόν και όχι όπως είναι τη στιγμή που τα κοιτάμε. Που σημαίνει ότι όλα όσα βλέπουμε στον ουρανό ανήκουν στο παρελθόν. Το φως του Ήλιου, για παράδειγμα, χρειάζεται περίπου 8,5 λεπτά για να φτάσει μέχρι τη Γη που σημαίνει ότι τον βλέπουμε όπως ήταν πριν από 8,5 λεπτά.

The star Altair. Image Credit: NASA/JPL/Caltech/Steve Golden

Γι’ αυτό, και παρ’ όλο που μπορεί να δυσκολευόμαστε κάπως να το πιστέψουμε, είναι γεγονός ότι μπορούμε να δούμε το μακρινό παρελθόν όλων όσα βλέπουμε, γιατί απλούστατα όλα όσα παρατηρούμε στον ουρανό έχουν ήδη συμβεί. Το ίδιο συμβαίνει και με το «καλοκαιρινό τρίγωνο» άστρων. Το άστρο Αλτάιρ στον αστερισμό του Αετού, για παράδειγμα, βρίσκεται σε απόσταση 17 ετών φωτός από μας, που σημαίνει ότι το φως του τρέχοντας με την ταχύτητα των 300.000 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο χρειάζεται 17 χρόνια για να φτάσει από εκεί μέχρις εδώ. Ο Βέγας, στον αστερισμό της Λύρας, απέχει 25 έτη φωτός από τη Γη. Έτσι ένας σημερινός 25χρονος μπορεί να δει απόψε πώς ήταν το άστρο αυτό τη χρονιά που γεννήθηκε. Ενώ το φως που θα φτάσει απόψε από τον Ντένεμπ στον αστερισμό του Κύκνου άρχισε το ταξίδι του πριν από 1.700 χρόνια, όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος θεμελίωνε στο αρχαίο Βυζάντιο την Πόλη που πήρε τ’ όνομά του.

Οι αστρονόμοι αποκαλούν το φαινόμενο αυτό «χρόνο παρέλευσης», που σημαίνει ότι όλα όσα βλέπουμε στον ουρανό ανήκουν στο παρελθόν. Κατά κάποιον, δηλαδή, τρόπο ο έναστρος ουρανός δεν είναι παρά ένα είδος μηχανής του χρόνου. Όσο πιο μακριά βλέπουμε μέσα στο Σύμπαν τόσο πιο πολύ εισχωρούμε στο παρελθόν. Γι’ αυτό, όταν τα διαστημικά μας αστεροσκοπεία καταγράφουν τις αδύνατες ακτινοβολίες που έρχονται από τους απόμακρους γαλαξίες και τα κβάζαρ, απομακρυνόμαστε όχι μόνο στον χώρο αλλά και στον χρόνο. Λόγω του χρόνου που χρειάζεται η εικόνα κάθε ουράνιου αντικειμένου για να έρθει σε μας, βγάζουμε το συμπέρασμα ότι βλέπουμε και μελετάμε… αναμνήσεις!

Διονύσης Π. Σιμόπουλος, επίτιμος διευθυντής του Ευγενιδείου Πλανηταρίου.

Πηγή: kathimerini.gr

Ανακάλυψη τερατώδους μαύρης τρύπας. Enormous Black Hole Is Too Big for Its Galaxy

Οι αστρονόμοι ανακάλυψαν μια ασυνήθιστη μαύρη τρύπα, η οποία έχει μάζα πάνω από επτά δισεκατομμύρια ήλιους και είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τον γαλαξία που τη φιλοξενεί. Η ανακάλυψη προβληματίζει τους επιστήμονες, καθώς θέτει σε αμφισβήτηση τα τωρινά μοντέλα τους για την εξήγηση του σχηματισμού των γαλαξιών. This artist's concept shows how high-speed jets from a supermassive black hole would look. Credit: ESA/Hubble, L. Calçada (ESO)

Η μαύρη τρύπα, που ανακαλύφθηκε στον γαλαξία CID-947 σε απόσταση 11 δισεκατομμυρίων ετών φωτός και είναι μία από τις μεγαλύτερες που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα, μελετήθηκε με τρία τηλεσκόπια, το επίγειο Κεκ της Χαβάης και δύο διαστημικά, το υπέρυθρο XMM-Newton της ESA και το ακτίνων-Χ Chandra της NASA. Η μαύρη τρύπα ήταν ήδη τεράστια, όταν το σύμπαν είχε ηλικία μικρότερη των δύο δισεκατομμυρίων ετών.

Οι αστρονόμοι, με επικεφαλής τον αστροφυσικό Μπένι Τράκτενμπροτ του Ινστιτούτου Αστρονομίας του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Τεχνολογίας (ETH) στη Ζυρίχη, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Science», δήλωσαν έκπληκτοι που μία τόσο πρόωρα υπερμεγέθης μαύρη τρύπα φιλοξενείται σε έναν μέσου μεγέθους γαλαξία. «Μια γιγάντια μαύρη τρύπα σε έναν φυσιολογικού μεγέθους γαλαξία είναι κάτι μη αναμενόμενο», δήλωσε ο Τράκτενμπροτ.

Οι περισσότεροι γαλαξίες -και ο δικός μας- περιέχουν στην «καρδιά» τους μια μαύρη τρύπα που έχει μάζα μόνο το 0,2% έως 0,5% της μάζας του γαλαξία της. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, η μαύρη τρύπα έχει μάζα σχεδόν το 10% του γαλαξία της.

Researchers have discovered a black hole that grew much more quickly than its host galaxy. The discovery calls into question previous assumptions on the development of galaxies. The black hole was originally discovered using NASA's Hubble Space Telescope, and was then detected in the Sloan Digital Sky Survey and by ESA's XMM-Newton and NASA's Chandra X-ray Observatory. An analysis of the data collected in Hawaii revealed that the black hole in CID-947, with nearly 7 billion solar masses, is among the most massive black holes discovered up to now. What surprised researchers in particular was not the black hole's record mass, but rather the galaxy's mass. "The measurements correspond to the mass of a typical galaxy," says Trakhtenbrot, a postdoctoral fellow working within the Extragalactic Astrophysics research group of Professor Marcella Carollo. "We therefore have a gigantic black hole within a normal size galaxy." The result was so surprising that two of the astronomers, including Hyewon Suh from the Harvard-Smithsonian Center for Astrophysics (CfA) in Cambridge, MA, had to verify the galaxy mass independently. Both came to the same conclusion. The team reports its findings in the current issue of the scientific journal Science. Credit: Illustration: M. Helfenbein, Yale University / OPAC

Τα υπάρχοντα θεωρητικά μοντέλα προβλέπουν ότι μια μαύρη τρύπα αναπτύσσεται παράλληλα και ανάλογα με τον γαλαξία της, έχοντας παρόμοιο ρυθμό μεγέθυνσης. Όμως αυτό περιέργως δεν συμβαίνει με την CID-947.

Η νέα ανακάλυψη ενισχύει προηγούμενα ευρήματα, σύμφωνα με τα οποία φαίνεται πως μερικές τρύπες μεγάλωσαν απίστευτα γρήγορα μετά την αρχική «Μεγάλη Έκρηξη» (Μπιγκ Μπανγκ) της δημιουργίας του σύμπαντος, κάτι για το οποίο δεν υπάρχει εξήγηση προς το παρόν.

Προτεινόμενος διάδοχος του Hubble θα ανίχνευε εξωγήινη ζωή. Powerful Space Telescope Would Scan Alien Planets for Signs of Life

Ουρανό σε υψηλή ανάλυση προτείνουν αμερικανοί αστρονόμοι μέσω του διαστημικού τηλεσκοπίου HDST. This side by side simulated image of a galaxy 10 billion light years away demonstrates how images taken by HDST (right) would compare to those taken by Hubble (left). HDST's mirror would be more than 5 times the width of Hubble's mirror, offering 25 times Hubble's resolving power. Hubble detects the galaxy’s bulge and disk but only HDST resolves the galaxy’s star forming regions and its nearby dwarf satellite. Credit: HDST/AURA

Ομάδα αμερικανών αστρονόμων παρουσιάζει μεγάλα σχέδια για τον αντικαταστάτη του γερασμένου διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble: ένα γιγάντιο τροχιακό παρατηρητήριο που θα μπορούσε να δει απευθείας μακρινούς εξωπλανήτες, ακόμα και να ανιχνεύσει ενδείξεις ζωής.

Όπως και το Hubble, το προτεινόμενο Διαστημικό Τηλεσκόπιο Υψηλής Ανάλυσης (HDST) θα προσέφερε φαντασμαγορικές εικόνες στο ορατό και το υπεριώδες τμήμα του φάσματος. Το κάτοπτρό του θα είχε διάμετρο μέχρι 12 μέτρα, πενταπλάσια σε σχέση με τον καθρέπτη των 2,4 μέτρων που χρησιμοποιεί το Hubble.

Η πρόταση για την ανάπτυξη του γιγάντιου τηλεσκοπίου παρουσιάστηκε τη Δευτέρα από την αμερικανική Ένωση Πανεπιστημίων Αστρονομικής Έρευνας στην Ουάσινγκτον.

Το όραμα των ειδικών

Το HDST θα είχε σύνθετο κάτοπρο με διάμετρο μέχρι 12 μέτρα, πενταπλάσιο σε σχέση με το Hubble.

Το HDST θα λειτουργούσε συμπληρωματικά με το διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb (JEST), το οποίο προγραμματίζεται να εκτοξευτεί το 2018 έπειτα από μεγάλες καθυστερήσεις και υπερβάσεις του προϋπολογισμού. Χάρη στην υπέρυθρη όρασή του, θα μπορεί να δει την αχνή θερμική ακτινοβολία πολύ μακρινών αντικειμένων, αν και οι εικόνες του δεν θα είναι τόσο εντυπωσιακές στο ανειδίκευτο μάτι του ευρέος κοινού. 

Το HDST θα αποκαθιστούσε τη δυνατότητα της NASA για παρατηρήσεις στο ορατό και υπεριώδες φως όταν το Hubble σταματήσει να λειτουργεί σε περίπου πέντε με έξι χρόνια. Θα είχε την ικανότητα να διακρίνει καθαρά πλανήτες εκτός του Ηλιακού Συστήματος -κάτι που ξεπερνά τις δυνατότητες των σημερινών τηλεσκοπίων- και θα μπορούσε να αναλύει τις ατμόσφαιρές τους αναζητώντας τη φασματική υπογραφή ουσιών που συνδέονται με τη ζωή.

Concept Drawing Of The HDST. Credit: NASA/GSFC

Ο σχεδιασμός του όμως θα έπρεπε να συμβιβάσει τις ανάγκες των αστρονόμων που μελετούν το βαθύ Διάστημα και των συναδέλφων τους που ειδικεύονται στους μακρινούς πλανήτες.

Και το αμερικανικό Κογκρέσο θα έπρεπε να πειστεί να εγκρίνει τον τσουχτερό προϋπολογισμό των 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η NASA θα μπορούσε πάντως να αναζητήσει διεθνείς εταίρους για το φιλόδοξο πρόγραμμα.