Το ιστολόγιο "Τέχνης Σύμπαν και Φιλολογία" είναι ένας διαδικτυακός τόπος που αφιερώνεται στην προώθηση και ανάδειξη της τέχνης, της επιστήμης και της φιλολογίας. Ο συντάκτης του ιστολογίου, Κωνσταντίνος Βακουφτσής, μοιράζεται με τους αναγνώστες του τις σκέψεις του, τις αναλύσεις του και την αγάπη του για τον πολιτισμό, το σύμπαν και τη λογοτεχνία.
Arts Universe and Philology
The blog "Art, Universe, and Philology" is an online platform dedicated to the promotion and exploration of art, science, and philology. Its owner, Konstantinos Vakouftsis, shares his thoughts, analyses, and passion for culture, the universe, and literature with his readers.
Λεονόρ Φινί: Η τέχνη ως πράξη ελευθερίας. Leonor Fini: Art as an act of freedom
Leonor Fini, Autoportrait aux chats, New York,
Christie's.
Ήταν προς το τέλος
της ζωής της, όταν η ζωγράφος και σχεδιάστρια, Leonor Fini (1907-1996) είχε
δηλώσει κατά τη διάρκεια συνέντευξής της ότι «σε οποιαδήποτε μορφή
δημιουργικότητας κρύβεται το στοιχείο της εξέγερσης».
«Η
σχεδία» (1940-43). Photo Leonor Fini Estate.
Οι
πίνακες της Φινί, γεμάτοι αλληγορίες, σφίγγες, μυθικά πλάσματα και ανδρόγυνες
μορφές, αναδεικνύουν τη βαθιά επιρροή της ψυχανάλυσης του Φρόιντ και
την επιθυμία της να διερευνήσει την ταυτότητα, τη σεξουαλικότητα και την
εξουσία. Αν και δεν εντάχθηκε ποτέ επίσημα στο σουρεαλιστικό κίνημα, η Φινί
ανέπτυξε μια ιδιαίτερη εικαστική γλώσσα που συνδύαζε τον κλασικισμό με το
όνειρο και το φανταστικό.
Αγαπούσε τις περσικές γάτες, έφτασε να έχει σύνολο 23, και ο θάνατός τους μπορούσε να την οδηγήσει στην κατάθλιψη.
Η
καλλιτεχνική της πορεία, που εκτείνεται από τη δεκαετία του 1930 έως τα τέλη
του 20ού αιώνα, συνίσταται σε έναν εικαστικό κόσμο γεμάτο όνειρο και φαντασία,
που την έκανε να ξεχωρίζει ακόμα και ανάμεσα στους υπερρεαλιστές.
From One Day to Another, (1938).
Η
θεματολογία που αναδύεται μέσα από τα έργα της Φινί αποκαλύπτει έναν κόσμο
γεμάτο αναζητήσεις γύρω από την ταυτότητα και το φύλο, την εξουσία και το
μυστήριο, καθώς και το όνειρο και το ασυνείδητο. Εμπνευσμένη από τις θεωρίες
του Φρόιντ, η Φινί αποτύπωσε το υποσυνείδητο και τις μύχιες επιθυμίες μέσα από
φαντασιακά τοπία και σκηνές που αψηφούν τη λογική. Αμφισβήτησε επίσης τα
στερεότυπα της θηλυκότητας και της αρρενωπότητας, παρουσιάζοντας γυναικείες
μορφές γεμάτες ισχύ, ανδρόγυνα πρόσωπα και πλάσματα που βρίσκονται σε διαρκή
μετάβαση.
The Shepherdess of the
Sphinxes, (1941).
Υβριδικά
όντα σε θεατρικές ατμόσφαιρες με καλλιτεχνικές επιρροές από την Αναγέννηση,
τους Προραφαηλίτες, τον Συμβολισμό, τον Ιμπρεσιονισμό και τον Σουρεαλισμό συνθέτουν
έναν κόσμο όπου η τέχνη συναντά το φανταστικό και το ονειρικό.
Sphinx Philagria, (1945).
Οι ηρωίδες της
διαθέτουν συχνά την αινιγματική παρουσία μιας Σφίγγας, συμβόλου γνώσης,
μυστικότητας και γυναικείας αυτονομίας. Η πολυμορφία του καλλιτεχνικού της
ύφους είναι ένα ακόμα στοιχείο που εντυπωσιάζει στο έργο της. Άλλοτε το σχέδιό
της είναι λεπτομερές και ακριβές, άλλοτε αιθέριο και υπαινικτικό, σαν να θέλει
να μεταβάλει την εστίαση του θεατή και να τον κατευθύνει σε πολλαπλές
ερμηνείες.
Close up of Leonor,
1947 by John Phillips.
Η
Φινί ήταν ιδιαίτερα πολυσχιδής, η καλλιτεχνική της πρακτική δεν περιοριζόταν
απλώς σε μία μορφή έκφρασης, αλλά ήταν μια πράξη πολιτικής και προσωπικής
ελευθερίας, μια διαρκής διεκδίκηση του δικαιώματος στην πολυπλοκότητα, την
αντίφαση και την ανεξαρτησία. Εκτός από τη ζωγραφική, η δημιουργική της
πορεία εκτεινόταν σε διάφορες μορφές τέχνης, καθώς ήταν επίσης συγγραφέας,
σκηνογράφος και ενδυματολόγος για το θέατρο και τον κινηματογράφο καθώς επίσης
και εικονογράφος, αντλώντας έμπνευση από τη λογοτεχνία, την ψυχολογία και τον
εσωτερισμό.
Η
Leonor Fini σε φωτογραφία του 1940.
Εργάστηκε
και για τη σχεδιάστρια μόδας Ελσα Σκιαπαρέλι στα τέλη της δεκαετίας του 1930
και στις αρχές της δεκαετίας του 1940, σχεδιάζοντας το μπουκάλι για το διάσημο
άρωμα Shocking, εμπνευσμένο από τις καμπύλες του σώματος της Μέι Γουέστ. Η Φινί
δημιούργησε κοστούμια για την Όπερα του Παρισιού, το μπαλέτο του Ζορζ Μπαλανσίν
«Le Palais de Cristal» (που αργότερα ονομάστηκε «Symphony in C» το 1947) για
τη Μαρία Κάλλας σε παραστάσεις της στη Σκάλα του Μιλάνου, καθώς και
για περισσότερες από 70 παραγωγές σε θέατρα του Παρισιού μεταξύ 1946 και 1969.
Επιπλέον, σχεδίασε και δημιούργησε κοστούμια για ταινίες όπως το «Ρωμαίος και
Ιουλιέτα» του Ρενάτο Καστελάνι (1954) και το «A Walk with Love and Death» του
Τζον Χιούστον (1969). Η σπάνια χάρη της έφτασε μέχρι και τις ταινίες του
Φελίνι.
Καπέλο
για το «8½» του Φελίνι (1963). Photo Leonor Fini Estate.
Η
σχέση μεταξύ της Λεονόρ Φινί και του Φεντερίκο Φελίνι είναι γνωστή και έχει
πολλές ενδιαφέρουσες πτυχές. Η γνωριμία τους χρονολογείται στην περίοδο μετά
τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Φινί ζούσε στη Ρώμη και συμμετείχε στην
πολιτιστική ζωή της πόλης. Το 1963 δημιούργησε τα κοστούμια για μία σκηνή στην
ταινία «8½» του Φελίνι, χωρίς όμως να αναφέρεται στα credits. Ένα άλλο
ενδιαφέρον στοιχείο αφορά το φιλμ «Casanova» (1976). Αφού έκοψε κάποια αποσπάσματα
της ταινίας κατά τη διάρκεια του μοντάζ, ο μεγάλος μετρ τα έστειλε στη Φινί ως
δώρο. Ωστόσο, μια σημαντική λεπτομέρεια που είχε παραβλεφθεί από τους
περισσότερους αφορά την ταινία «Dolce Vita» (1960). Στην αρχική εκδοχή του
σεναρίου ο Φελίνι και οι συνεργάτες του είχαν δημιουργήσει έναν χαρακτήρα, την
Ντολόρες, μια συγγραφέα που συμβουλεύει τον πρωταγωνιστή Μαρτσέλο για το
ταλέντο του. Η Ντολόρες ήταν εμπνευσμένη από τη Λεονόρ Φινί και η αρχική
πρόθεση ήταν να την ερμηνεύσει η ηθοποιός Λουίζ Ράινερ, κάτι που όμως δεν
συνέβη τελικά.
Lesdeuxcranes, 1950.
Η
Λεονόρ Φινί γεννήθηκε στο Μπουένος Άϊρες από ιταλούς γονείς και σε μικρή ηλικία
μετακόμισε στην Τεργέστη, στη Βόρεια Ιταλία, όπου η μητέρα της διέφυγε από τον
καταπιεστικό πατέρα της, μόλις δεκαοκτώ μήνες μετά τη γέννηση της κόρης της.
Visage Etude pour Fleurs du Mal, Watercolor, 1964.
Μετά από μια απόπειρα απαγωγής που ενορχηστρώθηκε από τον πατέρα της, η Φινί άρχισε να ντύνεται ως αγόρι δημόσια, αναπτύσσοντας μια διαρκή εμμονή με τη μάσκα και μια ατμόσφαιρα μυστηρίου που αργότερα θα γινόταν χαρακτηριστικό της καλλιτεχνικής της πρακτικής.
Ophélia, 1963.Οι
επισκέψεις της στο νεκροτομείο, δεκατριών ετών μόλις, της εξήψαν το ενδιαφέρον
για τη ζωή και το θάνατο, τη φθορά και την αναγέννηση. Οι αναζητήσεις της αυτές
την επηρέασαν βαθιά στην τέχνη της.
Στα
εφηβικά της χρόνια, η Φινί υπέφερε από μια οφθαλμολογική ασθένεια εξαιτίας της
οποίας έπρεπε να έχει δεμένα τα μάτια για δύο μήνες – να η αφετηρία ενός
καλλιτεχνικού λεξιλογίου εμπνευσμένου από τα όνειρα, τη φαντασία και την
ανθρώπινη ψυχή. Χωρίς επίσημη ακαδημαϊκή εκπαίδευση, η Φινί άρχισε να εκθέτει
σε ομαδικές εκθέσεις στην Τεργέστη και στο Μιλάνο, όπου ανακάλυψε τους ιταλούς
μανιεριστές.
L'amitié, 1958.
Εκείνη την περίοδο άρχισε να λαμβάνει παραγγελίες για πορτρέτα, ένα είδος τέχνης για το οποίο αργότερα έγινε διάσημη, με έργα που απεικονίζουν καλλιτέχνες, συγγραφείς και δημόσια πρόσωπα όπως η Λεονόρα Κάρινγκτον, η Λαίδη Ντιαϊάνα Κούπερ, ο Ζαν Ζενέ και ο Αντρέ-Πιερ ντε Μαντιάργκ, μεταξύ άλλων.
Les Quatre saisons, 1972. Στους
πίνακές της παρατηρούμε συχνά κρανία και κόκαλα που σημαδεύουν το νήμα ανάμεσα
στο εφήμερο και το αιώνιο.
Τη
δεκαετία του 1930 μετακόμισε στο Παρίσι έπειτα από παρότρυνση του Τζιόρτζιο ντε
Κίρικο. Παρά τη σχέση της με το σουρεαλιστικό κίνημα, δεν δέχθηκε ποτέ να γίνει
επισήμως μέλος του, επιλέγοντας να αποστασιοποιηθεί από την ανδροκρατούμενη
δομή του. Οι γυναίκες που απεικονίζει στα έργα της είναι πάντα ισχυρές και
κυρίαρχες, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές, παθητικές απεικονίσεις που
παρουσίαζαν άλλοι σουρεαλιστές καλλιτέχνες.
Gala,
Dali, Leonor Fini and André Pieyre de Mandiargues (l. to r.), Arcachon, 1940.
Αυτή
η στάση της δεν την εμπόδισε από το να συναναστρέφεται προσωπικότητες όπως ο
Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, ο Τζόζεφ Κορνέλ, ο Σαλβαδόρ Νταλί, ο Μαξ Ερνστ, ο Μαν
Ρέι και η Μέρετ Οπενχάιμ, μεταξύ άλλων. Ανακαλύπτοντας
τον δικό της δρόμο ως καλλιτέχνις τη δεκαετία του 1930, διαφώνησε με τις
διακηρύξεις της παρισινής avant – gardes ενώ ανοιχτά είχε απορρίψει και την την
αντι-αστική πολιτική στάση των Σουρεαλιστών. Η πρώτη της έκθεση στο Παρίσι ήταν
σε μια γκαλερί που ανήκε στην Christine Dior. Στις ΗΠΑ, έκανε εκθέσεις στη
γκαλερί Julien Levy της Νέας Υόρκης, προσγειώνοντας, ενώ το 1936 μπήκε για τα
καλά στον χάρτη της αμερικανικής Τέχνης εκθέτοντας στο Μουσείο Μοντέρνας
Τέχνης.
Leonor Fini by
Henri Cartier-Bresson, Paris, c.1933.
Γύρισε
την Ευρώπη με αμάξι έχοντας για παρέα τους Μπρεσσόν και Μαντιάργκ, με τον
Μπρεσσόν να τη φωτογραφίζει γυμνή σε μια πισίνα, μια φωτογραφία που πουλήθηκε
το 2007 για 305,000 δολάρια, την υψηλότερη τιμή που είχε αποκτήσει έργο του
μέχρι εκείνη τη στιγμή.
De l'un jour à l'autre I & II (From One Day to Another I & II), 1938.
Elles aimes se déguiser (They
Love to Dress Up, Portrait of Joy Williams and Margot Fonteyn), 1948.
Ζωγράφισε
πορτρέτα των Ζαν Ζενέ, Άννα Μανιάνι, Ζακ Οντιμπερντί, Αλίντα Βάλι, Ζαν
Σλάμπεργκερ, και άλλων δημοσιοτήτων που ζούσαν στο Παρίσι. Αναλάμβανε τις
διακοσμήσεις και σχεδίαζε κουστούμια για θεατρικά έργα, όπερες, μπαλέτα και τον
κινηματογράφο.
LesTragediennes,
1931-32.
Στο
έργο της Fini μπορούμε να εντοπίσουμε τον επαναστατικό, προβοκατόρικο χαρακτήρα
της απέναντι στην Τέχνη και τον αισθησιασμό που μπορεί να προκύψει μέσα απ’
αυτήν.
H
Leonor Fini φωτογραφίζεται με πολυτελή τουαλέτα, θυμίζοντας Κόμισσα των
ευρωπαϊκών σαλονιών ή ντίβα του Χόλιγουντ.
Αυτό
αποτυπώνεται ξεκάθαρα σε μία σπάνια φωτογραφία της που τραβήχτηκε όταν ήταν
περίπου 25 χρονών και φορά πολυτελή τουαλέτα, θυμίζοντας Κόμισσα των ευρωπαϊκών
σαλονιών ή ντίβα του Χόλιγουντ. Θα μπορούσε: όμως, η εκείνη ακόμη και σ’ αυτό
το μικρό στιγμιότυπο φαίνεται έτοιμη να πατάξει κάθε πιθανό πολιτισμικό κώδικα,
σηκώνοντας ψηλά το πόδι και ακουμπώντας τη ψηλοτάκουνη γόβα της με χάρη και
θράσος μαζί σε έναν καναπέ. Δεν έχει πρόβλημα να αποκαλυφθούν οι ζαρτιέρες της
και να μετατρέψει μία απλώς αισθησιακή πόζα σε ένα παιχνίδι κυριαρχίας με τον
φακό.
Το
στιγμιότυπο δεν είναι τυχαίο. Όλος αυτός ο ερωτισμός ισορροπείτε, σχεδόν
προβοκάρεται από τη μάσκα της Μούσας Θάλειας (η προστάτιδα της κωμωδίας στην
αρχαία Ελλάδα), ενώ πίσω από τη ζωγράφο, υπάρχει ο πίνακας μιας περιπλανώμενης
γυναίκας με μακριά μαλλιά και αισθησιακό χιτώνα να χαϊδεύει το σώμα της σ’ αυτή
την περιπλάνηση.
Αν
και η Fini δεν σπούδασε ποτέ σε κάποια αναγνωρισμένη Σχολή Καλών Τεχνών, ωστόσο
ανατράφηκε κυριολεκτικά μέσα στην ιστορία και τα δείγματα Τέχνης που είχε να
προσφέρει η ιταλική Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός στο άγρυπνο πνεύμα της.
Γεννημένη μέσα στα πλούτη, αλλά ανυπόμονη να μεγαλώσει, να ταξιδέψει και να
αποκτήσει εμπειρίες, παντρεύτηκε πολύ νέα έναν Ιταλό πρίγκιπα, τον οποίο στη
συνέχεια χώρισε για ζήσει ένα διάστημα στο Μιλάνο ως μπαϊσέξουαλ.
La Gardienne des Phénix, 1954.
Παρ’
ότι από πολλούς συνδέεται με τον σουρεαλισμό, η τέχνη της είναι βαθιά
προσωπική. Μας παρουσιάζει έναν μυστηριώδη και παρεμφατικό κόσμο που
κυριαρχείται από τις γυναίκες. Ο σουρεαλισμός ήταν στην πραγματικότητα ένα
κομμάτι της ζωής της. Το 1936 όταν εξέθεσε έργα της μαζί με άλλους σουρεαλιστές
στο Παρίσι, και είδαν τα έργα της, της ζήτησαν να την γνωρίσουν από κοντά και
εκείνη εμφανίστηκε στο καφέ που είχαν ραντεβού, φορώντας μια στολή καρδιναλίου
και εξήγησε ότι αρέσκεται στο «ανοσιούργημα» της γυναίκας που φορά αντρικά
ρούχα.
Leonor
Fini by André Ostier, Paris, 1948.
Leonor Fini in her
studio.
Παντρεύτηκε μία φορά, για μια σύντομο περίοδο τον Φρεντερίκο Βενετσιάνο, αλλά χώρισαν μόλις γνώρισε έναν Ιταλό διπλωμάτη, για χάρη της οποίας παράτησε την καριέρα του. Κάποτε
είπε: «Ο γάμος ποτέ δεν με τράβηξε. Δεν έχω ζήσει ποτέ με έναν άνθρωπο μόνο.
Από τότε που είμαι 18, πάντα επέλεγα να ζω σε αυτό που θα λέγαμε κοινόβιο. Ένα
μεγάλο σπίτι με το ατελιέ μου, γάτες και φίλους, και με έναν άνδρα που θα ήταν
μάλλον εραστής παρά φίλος. Και πάντα πετύχαινε.»
Leonor Fini &
Sergio Gajardo, Italy, 1952.
Leonor Fini by
Erwin Blumenfeld, Paris, 1938.
Leonor Fini &
Stanislao Lepri, 1945. Η γνωριμία της με τον Πολωνό συγγραφέα Κωνστάντι Ζελένσκι, γνωστός στο μεταπολεμικό Παρίσι ως Κοτ, την ενθουσίασε όταν έμαθε πως είναι ο νόθος αδερφός ενός αγαπημένου της εραστή. Ο
Κοτ δέθηκε αμέσως με τη Φινί και τον πρώην διπλωμάτη Λέπρι, και έμεινε μαζί
τους στο διαμέρισμά τους με τους τρεις τους να γίνονται αχώριστοι μέχρι το
θανατό τους.
Προφανώς
η αγάπη της για τους άνδρες ήταν τόσο καθοριστική στην Τέχνη της, όσο και στην
προσωπική της ζωή. Έχοντας υπάρξει ερωμένη πολλών αντρών καθ’ όλη τη διάρκεια
του ’30 και του '40, το 1952 δημιούργησε ένα ménage à trois (δεσμός τριών
ατόμων) με την πολωνή δημοσιογράφο Constanty "Koty" Jeleński και τον
Ιταλό διπλωμάτη Stanislao Lèpri. Οι τρεις τους προχώρησαν σε μία ρύθμιση της
κοινής τους ζωής που θα διαρκούσε για πάντα. Αυτοί οι σύζυγοι – μη σύζυγοι
αποτέλεσαν συχνά θέματα της εργογραφίας της.
Leonor Fini in her
studio, Paris, 1961.
Φυσικά,
οι Jeleński και Lèpri δεν ήταν οι μόνοι που την ενέπνεαν. Η Φίνι συνεργάστηκε
με τον Γάλλο συγγραφέα Jean Genet, με τον οποίο μοιράστηκε την ίδια έλξη για
τον Νίκο Παπατάκη, τον ηθοποιό και σκηνοθέτη που γνώρισε στο Μόντε Κάρλο.
Aυτοπροσωπογραφία
με το Νίκο Παπατάκη (1941).
Η
εκτεταμένη συνεργασία του Παπατάκη με τη Fini εκπροσωπείται σε αυτή την έκθεση
με το ξεχωριστό διπλό πορτραίτο του, "The Alcove/ Αυτοπροσωπογραφία με τον
Νίκο Παπατάκη" (1941), στην οποία ένας θηλυκός σάτυρος (!) που μοιάζει
πολύ με την καλλιτέχνιδα, με δάφνες στα μαλλιά, παρατηρεί τον γυμνό Παπατάκη
που κοιμάται, πάνω σε λευκά σεντόνια. Η σάρκα αποδίδεται σε χρυσαφένιους τόνους
και μαζί με τα πλούσια πορφύρα και πράσινα χρώματα που χρησιμοποιεί η
καλλιτέχνις, επιτυγχάνει ένα ζωγραφικό θαύμα που κινείται μεταξύ μεγαλείου και
παρακμής.
LaToiletteInutile, 1964.
Η μεγαλύτερη και πιο ανθεκτική καλλιτεχνική της εξέγερση ήταν απέναντι στην
πατριαρχία και τον ρόλο του κυρίαρχου αρσενικού στην κοινωνία. Η Fini χλεύασε,
έπαιξε, αντέστρεψε τους παραδοσιακά αντρικούς ρόλους κατά την έμπνευση και τις
επιθυμίες της, είδε τους άντρες μέσα από έναν παραμορφωτικό φακό λες, που
θύμιζε Ιερώνυμο Μπος και με τις λεπτομέρειες του φίλου της Τζόρτζιο Ντε Κίρικο
επαναπροσδιόρισε τον αρσενικό ρόλο στην Τέχνη. Για την ακρίβεια, μετέτρεψε την
αντρική σάρκα σε έδαφος επιθυμίας και πόθου, ακριβώς, όπως χρόνια πριν είχε
κάνει η Τέχνη με το γυναικείο σώμα…
La serrure (The Lock), 1965.
Ορθολογιστικά,
αλλά το ίδιο επαναστατικά, όπως οι Claude Cahun και Dorothea
Tanning, η Fini αφόπλιζε την αρσενική εξουσία και διέλυε τις νόρμες μεταξύ των
δύο φύλων, χρησιμοποιώντας στους πίνακες της, λεπτούς άντρες, συχνά γυμνούς, σε
χαλαρές στάσεις ανάπαυσης ή ύπνου και δίπλα τους έβαζε άγρυπνες γυναικείες
κυρίαρχες μορφές, με περίτεχνα πλουμιστά φορέματα που κάποτε θύμιζαν πανοπλίες.
Κατά τους επιμελητές της έκθεσης αυτή η αντίθεση ανάμεσα στα φύλα και τους ρόλους
ήταν κάτι εξαιρετικά επαναστατικό για την εποχή της, μία ξεκάθαρη αμφισβήτηση
της αρσενικής εξουσίας.
«Γυναίκα
καθισμένη πάνω σε γυμνό άντρα» (1942). Photo Leonor Fini Estate.
«Στον
Πύργο» (1952).
Σε
κάποιους πίνακες, όπως στο "In the Tower" (1952), η θηλυκή φιγούρα
είναι θυμίζει κάτι από σύγχρονη μαγεία, ενώ σε άλλες, όπως το "Πορτραίτο
μιας γυναίκας που κάθεται πάνω σε έναν γυμνό άνδρα" (1942), ο θεατής
χάνεται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας σ’ αυτές τις ηδονιστικές
απεικονίσεις της Fini.
Une grande curiosité (A Great Curiosity), 1983.
Έγραψε
τρεις νουβέλες, και ο κύκλος της περιελαμβάνε μεταξύ άλλων, ονόματα όπως του
Ζαν Κοκτώ και Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Ζωγράφισε για έργα όπως των Πόε, Μπωντλέρ
και Σαίξπηρ, αλλά και για σύγχρονους συγγραφείς με τους οποίους υπήρξε
ιδιαίτερα γενναιόδωρη χαρίζοντάς τους τις δουλειές της, διασφαλίζοντας πιο
άμεσα και εύκολα την έκδοση των βιβλίων τους.
Voyage, 1965.
L’Entre deux (Between Two), 1967.
Les aveugles (The Blind Ones), 1968.
Έχει
ειπωθεί για την Φίνι πως απεικόνισε τη γυναίκα χωρίς τύψεις και απολογίες. Σε
πολλούς πίνακες, έχει ζωγραφίσει όμορφες γυναίκες, ενίοτε με αυτοβιογραφική
ματιά, σε προκλητικές και διασκεδαστικές στιγμές.
Στις
αρχές της δεκαετίας του '60, η Fini σχεδόν αποστράφηκε την ίδια της τη
θεματογραφία. Έπαψε να ζωγραφίζει πορτρέτα και γυμνά. Γύρισε σε κάτι θύμιζε
αφηρημένη τέχνη και νεκρές φύσεις, αφήνοντας πίσω της έργα που αποτελούν
αδιαμφισβήτητα αριστουργήματά της. Το «Δάσος» (1960) και η «Απογευματινή
Χίμαιρα» (1961) με τεχνοτροπία που παραπέμπει σε συμβολιστές ζωγράφους όπως ο
Gustave Moreau και ο Odilon Redon, με χρώματα που λιώνουν και συγχωνεύονται
μεταξύ τους, υπονοώντας τις μορφές της εικόνας, είναι πραγματικά ορόσημα στη
σταδιοδρομία της.
Zwei Frauen (Two Women), 1939. Η
ανεξαρτησία και η εμπιστοσύνη της Φίνι στο ένστικτο την συνδέουν με άλλες
γυναίκες καλλιτέχνιδες του σουρεαλισμού, όπως η στενή της φίλη Λεονόρα
Κάρινγκτον και η Φρίντα Κάλο.
L'Homme aux masques, 1949. Οι
άντρες από την άλλη, φαίνονται να χάνουν κάπως σε μέγεθος και πιθανότητα και σε
δύναμη, και μοιάζουν να τοποθετούνται υπό την προστασία των γυναικών. Ωστόσο, η
σχέσης της με άλλους άντρες καλλιτέχνες ήταν περισσότερο κοινωνική, παρά
ουσιαστική. Ο πουριτανισμός του Αντρέ Μπρετόν και η δυσανεξία των σουρεαλιστών
να αποδεχτούν την γυναικεία αυτονομία (παρ’ ότι μιλούσαν για απελευθέρωση) την
έβρισκαν αντίθετη.
Leonor Fini by
George Platt Lynes, New York, 1936. Η
πρώτη της σόλο έκθεση ήταν στην Julian Levy Gallery το 1939 στη Νέα Υόρκη. Κατά
τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου, έζησε στο Μόντε Κάρλο και στη Ρώμη και
στη συνέχεια εργάστηκε ως εικονογράφος, σκηνογράφος και ζωγράφος με μεγάλη
αναγνώριση στη Ευρώπη.
Απεβίωσε
στο Παρίσι το 1996, αφήνοντας πίσω της ένα έργο που θεωρείται σήμερα
καθοριστικό για την ιστορία της μοντέρνας τέχνης. Η δε ζωή της, το πώς
αμφισβήτησε τις καθιερωμένες αντιλήψεις γύρω από την οικογένεια, τη θηλυκότητα
και τη σεξουαλικότητα, επιλέγοντας να ακολουθήσει τις δικές της αξίες και να
ζήσει με έναν αυθεντικό και ανεξάρτητο τρόπο, την καθιστούν ακόμα και σήμερα
πρότυπο δυναμισμού και χειραφέτησης.
Portrait
of an Artist, by Chris Vermorcken. VHS release in England and the United Sates
of the 1987 film. French with English subtitles. Produced and distributed by RM
Associates (Home Vision). Running time: 86 mins. Re-released in 2000. Leonor
Fini, directed by Chris Vermorcken, 1987. Le Ministère de la Communauté
française de Belgique et Les Films Dulac, Bruxelles, with the participation of
Constantin Jelenski and Angelo Rinaldi. Cinematography by Louis-Philippe
Capelle and Denys Clerval, original score by Willy de Maesschalck, edited by
Eva Houdova, sound by Alain Sironval, animation stand Jacques Campens. Produced
by Dany Janssens Casteels, Agnès Rombaut, Marilyn Watelet, Chris Vermorcken.
Filmed in Paris and Saint-Dyé-sur-Loire in the summer of 1986, distributed by
R. M. Associates, London. With funding from Éditions Van Dijck. Running time:
90 mins.Premiered at Palais des Festivals at Cannes l1 May 1987, as part of
M.I.P/T.V (Marché du festival de Cannes). Festival International de Film
Francophone de Belgique, Namur, September 1987; First commercial screening at
Cinéma Studio, Brussels, November 1987.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου