Arts Universe and Philology

Arts Universe and Philology
The blog "Art, Universe, and Philology" is an online platform dedicated to the promotion and exploration of art, science, and philology. Its owner, Konstantinos Vakouftsis, shares his thoughts, analyses, and passion for culture, the universe, and literature with his readers.

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Φαίδρος - Πλάτων. Phaedrus (dialogue) by Plato

Ippolito Buzzi, Eros and Psyche. Eros: antique torso and thighs; head (type of the Phidian Sappho), arms and legs are modern additions. Psyche: antique male torso with modern added breasts; the head (Apollinian type), arms and lower body are modern additions. Medium-grained marble (antique parts) and Carrara marble (modern restorations).

Στο Φαίδρο, που ας ειπωθεί ένθετα βρίσκεται το πιο βαθύ κύτταρο της φιλοσοφίας του Πλάτωνα, η θεωρία των ιδεών, βρήκα πολλά πράγματα.

Βρήκα, γιατί ο έρωτας αποβλακώνει, και γιατί ο έρωτας τρελαίνει τους ανθρώπους.

Βρήκα, γιατί οι Έλληνες θελήσανε μοιχαλίδα την πιο ωραία γυναίκα που έφτασε να πλάσει η φαντασία τους, την Ελένη της Σπάρτης.

Βρήκα, πόσο υπέροχο πράγμα είναι η ελληνική αρετή, και η ηθική ελευθερία των ελλήνων. Και πόσο μοχθηρή και αφύσικη είναι η ηθική των εβραίων. Εκείνο το διαβόητο ου μοιχεύσεις του μωσαϊκού νόμου. Που το μόνο φυσικό νόημα και η μόνη κοινωνική σταθερά που το χαρακτηρίζει, είναι να παραβαίνεται ακατανίκητα από τους περισσότερους ανθρώπους σε όλες τις εποχές.

Βρήκα, πόσο βαθιά σκύψανε οι Έλληνες  και είδανε και γνωρίσανε τη φύση του ανθρώπου. Δεν τη λέω ψυχή, γιατί η λέξη ψυχή είναι διαβλημένη και έχει καταντήσει ύποπτη.

Βρήκα, τι είναι η τέχνη του λόγου. Και πώς γράφουνται τα πολλά ασήμαντα βιβλίδια, και τα λίγα αθάνατα έργα.

Και κυρίως αυτό. Βρήκα τον αγώνα, τη βούληση για δύναμη, τη φυσικότητα, την υγεία, τον πόνο και την εμορφιά που κρύβει η αρετή των ελλήνων. Πράγμα που την έκαμε αβάσταχτη σε όλους τους κατοπινούς. Τους ευρωπαίους, τους νεοέλληνες, τους "χριστιανούς, τους βουσμανοαμερικάνους, και όσους άλλους.

Και γι' αυτό τη διαστρέψανε. Και από την αστραφτερή τίγρη της Σουμάτρας κοιλοπονήσανε και γέννησαν και συγκατοικούν με μια ψωραλέα γάτα.

Έξω όμως από αυτά, έχω και μια κατάθεση. Διατείνομαι ότι ο Φαίδρος του Πλάτωνα είναι το ωραιότερο ερωτικό ποίημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Στα χρόνια μας τους πλατωνικούς έφηβους τους ανάστησε ο Καβάφης. Τα νιάτα τους, την εμορφιά και τη χάρη, την αίσθηση της όρασης, την αφή, την ευφυία τους.

Παναγιώτης Γράββαλος, Πορτραίτο Κ. Καβάφη, 1987

Ο Καβάφης, μέσα στον Κεραμεικό της λυπημένης φαντασίας του, ανάσκαψε ένα πλήθος από τάφους πλατωνικών εφήβων: Ευρίωνος Τάφος, Λάνη Τάφος, Ιαση Τάφος, Ιγνατίου Τάφος, Ίμενος, Λεύκιος, Τέμεθος, Μύρης, Ρέμων, Κήμος Μενεδώρου, Ιάνθης Αντωνίου, Εν τω Μηνί Αθύρ.  Έχεις προσέξει, πόσο προσέχει ο Καβάφης, ώστε κανένας από τους ηδυμελείς εφήβους του να μην περάσει τα είκοσι εννέα του χρόνια;

Ένα πρωί λοιπόν, που έξω πυρώνει θείος Ιούλιος μήνας, ο Σωκράτης κάθεται με τον αστραφτερό Φαίδρο στις όχθες του Ιλισού ποταμού. Εκεί όπου σήμερα είναι η οδός Καλλιρρόης, κοντά στο Καλλιμάρμαρο. Κάτω από τις σκιές των πλατανιών έχουν ξαπλώσει δίπλα-δίπλα, είναι ξυπόλυτοι, και βρέχουν τις φτέρνες τους στο νερό που κυλάει. Η σκηνή ξαναγυρίζει ατόφυα στον καιρό μας:

Κι έθεσα εν τω μέσω έναν ωραίον νέον γυμνόν, ερωτικόν μες στο νερό την κνήμη τη μια τον έχει ακόμη.

Ο Φαίδρος διαβάζει στο Σωκράτη ένα ερωτικό γράμμα που του 'στειλε ο ρήτορας Λυσίας, και του προτείνει να γίνει ερωμένος του. Του Λυσία εννοείται. (Είναι άραγε ονοματική σύμπτωση που ο Καβάφης, δίπλα στους πολλούς τάφους των εφήβων του, έγραψε και το ποίημα Λυσίου Γραμματικού Τάφος;)

- Σαν το χέλι στο φλόμο έχω φλομώσει, Σωκράτη, του λέει ο Φαίδρος. Κοίτα, και πές μου. Ποιος θα μπορούσε να γράψει καλύτερο γράμμα απ' αυτό; Είμαι έτοιμος να πέσω σαν το σύκο.

- Ωραίο είναι το γράμμα, του λέει ο Σωκράτης.

-Νομίζω ότι ούτε κι εσύ θα μπορούσες να το συντάξεις με τόση μαεστρία.

-Καημένε μου, τρομάρα σου! του κάνει ο Σωκράτης. Εγώ, βρε φτωχέ, μπορώ να σπείρω τη θάλασσα κριθάρι. Θα σου γράψω γράμμα, που θα χάσεις τα πασχαλιά σου. Θα κοιμάσαι ξύπνιος, και θα το βλέπεις όνειρο.

-Εμπρός, λοιπόν, τι κάθεσαι; τον προκαλεί ο Φαίδρος. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

-Προπαντός το πήδημα. Του λέει ο Σωκράτης, και κάθεται και γράφει το γράμμα.

Ψυχρά, έντεχνα, με λογική τετράγωνη, όλα υπολογισμένα. Του υποδείχνει, γιατί πρέπει να τον προτιμήσει σαν εραστή σε σύγκριση με το Λυσία.

Θά 'χεις να λάβεις ετούτα, κι ετούτα, κι ετούτα τα ωφέλη του λέει. Τι θα πάρεις, τι θα δώσεις, ποιό θά 'ναι το διάφορο.

Επρόκειτο για μια αγοραπωλησία σε ζωοπανήγυρη πρώτης τάξεως. Ο Σωκράτης, δηλαδή, γράφει το γράμμα πάνω στα πατήματα της επιστολής του Λυσία. Το πνεύμα των δύο επιστολών είναι να κάνεις έρωτα μόνο για την ηδονή. Μηχανικό αλισβερίσι και σύμβαση στυγνή. -Χωρίς το άρωμα της ψυχής.

Χωρίς το φτέρωμα και τη φτερνιά, την ιερή μανία, το άγριο μεθύσι, την παραφροσύνη. Χωρίς εκείνους τους σπασμούς των οραμάτων, που κατεβάζουν την ερωτική βίωση στη ρίζα του κοσμολογικού γίγνεσθαι.

Σαν ετελείωσε το γράμμα ο Σωκράτης, σαν τό 'δωκε στο Φαίδρο, σαν το διάβασε ο νέος, ο κόσμος τον συνεπήρε σαν ένας τροχός μες στο χάος. Έμεινε μαγεμένος και άλαλος. Έτοιμος να παραδώσει την πύλη, όπου είχαν κοιμηθεί όλες οι φρουρές.

Τότε, σε μια από κείνες τις άγριες μεταστροφές που αναποδογυρίζουν τη σωκρατική ειρωνεία σε τραγική, ο Σωκράτης πέφτει στα πόδια του Φαίδρου ικέτης.

- Την ασέβεια, του φωνάζει σεληνιασμένος. Την ασέβεια και την ύβρι να μου συχωρέσεις. Και συ και ο Έρωτας. Γιατί μ' αυτά που έγραψα τον ύβρισα τον έρωτα. Κι είναι φόβος να πάθω το πάθημα του Στησίχορου. Που τυφλώθηκε, όταν έγραψε ωδή και έβρισε την Ελένη για άπιστη.

Τώρα ο Σωκράτης αλλάζει τρόπο μουσικό. Αφήνει τις μειξολυδιστί και περνά στις δωριστί αρμονίες. Αναποδογυρίζει τη γης, και μέσα της καθρεφτίζει τον ουρανό. Κάνει την «παλινωδία» του, και μιλά για τον αληθινό έρωτα.

Μονομιάς, τα πουλιά και τα τζιτζίκια, τα νερά και τα δέντρα σωπαίνουν. Και ακούνε ακούσματα ανάκουστα.

Εμάς των ανθρώπων η ύπαρξη, λέει, μοιάζει με άρμα που το σέρνουν δυο άλογα. Και στη μέση ο ηνίοχος που τα οδηγεί.

Είναι ένας αρματηλάτης σαν εκείνον, που πενήντα χρόνια παλιότερα είχε χαλκουργήσει στους Δελφούς ο Πυθαγόρας από το Ρήγιο.

Το ένα άλογο είναι το κακό. Είναι το Επιθυμητικό, τα πάθη μας, η δύναμη που μας τραβά στην αδικία και στην άνομη ηδονή. Μια μέρα θα το ειπούνε id.

Το άλλο άλογο είναι το καλό. Είναι το Θυμοειδές, η βούληση μας, η δύναμη να αντισταθούμε στον πειρασμό, να νικήσουμε τα πάθη μας, να μην κάνουμε το ανήθικο. Μια μέρα οι άνθρωποι θα το ειπούνε ego.

Ο ηνίοχος είναι το Λογιστικό. Είναι η νόηση, η σύνεση και η φρονιμάδα μας, που με το φως του λόγου προσπαθεί να ημερώνει τα πάθη μας. Μας υποδείχνει πάντα την επιλογή του ενάρετου και του δίκαιου δρόμου. Μια μέρα θα το ειπούνε superego oι άνθρωποι.

Με τέτοια άρθρωση στοιχείων και δυνάμεων ζωγραφίζει ο Σωκράτης τον εραστή και τον ερωμένο, και τους ρίχνει στη μεγάλη πάλη.

Θα πηδοπηδηχτούν τα δύο ακόλαστα άλογα; Έπιπηδάν είναι το ρήμα του αγνού πρωτότυπου. Θα κυλιστούν ο εραστής και ο ερωμένος στη δροσερή κόλαση της σάρκας και της ηδονής. Η λύση που θα δώσει εδώ ο Σωκράτης θά 'ναι εκείνη του Συμποσίου, ή άλλη; Πιο κοντινή στον άνθρωπο και στη φύση του;

Για να τοποθετηθούμε σωστά απέναντι σε τούτη τη φονική καταιγίδα, όπου η ψυχή μας ιδρώνει και παθαίνεται, και φρικιά και τρέμει, πρέπει να μεταβάλουμε τις προοπτικές. Από τον αρχαίο καιρό να τις φέρουμε στο χωριό μας και στο σήμερα. Να τις ιδούμε να ζωντανεύουν.

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, πως εκείνοι που στέκουνται αντίκρα έτοιμοι να κατασπαραχθούν μέσα στην εγκράτεια και στην αντίσταση, ή στο παράδομα και την ηδονή τους, και τα δύο σημαίνουν το ίδιο πράγμα, δεν είναι ο εραστής στα σαράντα του και ο ερωμένος στα δεκαοχτώ του χρόνια, αλλά ένας άντρας και μια γυναίκα της εποχής μας.

Ary Scheffer, Francesca da Rimini and Paolo Malatesta appraised by Dante and Virgil, 1854

Είναι και οι δύο έγγαμοι, φρόνιμοι, θαλεροί, με οικογένειες χαρούμενες. Και έμορφοι σαν τη Φραντζέσκα και τον Πάολο Μαλατέστα. Αυτά λοιπόν τα συμβατικά δείγματα συναντιούνται ξαφνικά, γνωρίζουνται, μαγεύουνται ο ένας από τον άλλο.

Ερωτεύουνται με σεισμό και με πλημμύρα. Τι θα κάνουν; Θα παραδοθούν στην ένοχη επιθυμία; Θα απιστήσουν στους συντρόφους τους; Θα νικήσουν το πάθος που πλησιάζει με γλώσσες πυρκαγιάς; Θα μπορέσουν να σφαγιάσουν μέσα τους το πανέμορφο αγρίμι της ανομίας;

Σιγά σιγά, μη σπεύδετε! Η λύση είναι κοντά. Προσέχετε, πώς το λίγο λίγο γίνεται πολύ. Η πλατιά κίνηση των δύο ψυχών γράφει το χορό της πέστροφας στα νερά. Άλλοτε φέρνει στην αντίσταση με τη χαρά της νίκης, άλλοτε στο παράδομα με την αγωνία της μάχης. Προσέχετε τη σύνδεση του ευγενικού με το χυδαίο στην παντοδύναμη Αρχή της πραγματικότητας. Την ανάγκη για υπαρκτική εγρήγορση σε όλη μας τη ζωή. Κολυμπήστε μέσα στα καταιγιδοφόρα σύννεφα. Μιλά ο Σωκράτης:

«Και από τα δύο άλογα είπαμε πως το ένα είναι το  καλό, το άλλο όμως όχι. Μα ποια είναι η καλοσύνη του καλού και ποια η κακοσύνη του κακού, αυτό δεν το είπαμε, και θα το ειπούμε τώρα.

Το ένα λοιπόν από αυτά, πού 'ναι της μοίρας της καλής, έχει όρθιο το παράστημα, είναι καλοδεμένο στην άρθρωση, και έχει τον αυχένα ψηλά. Έχει γρυπά τα ρουθούνια, είναι ολόλευκο και με μάτια κατάμαυρα. Είναι φιλότιμο, με φρονιμάδα και με αιδώ, και αγαπά τη γνώμη την αληθινή. Δε δέχεται καθόλου το μαστίγιο, και υπακούει πρόθυμα στο λόγο του ηνίοχου.

Το άλλο όμως είναι ένας σωρός από κρέατα, στραβόκορμο και παχύσαρκο. Είναι σκληροτράχηλο και κοντόλαιμο, με ρουθούνια πλακουτσωτά, και μαυρειδερό. Και τα μάτια του σε ανοιχτό χρώμα ξεχυμένο στάζουνε αίμα. Είναι ακόλαστο και αλαζονικό, με αυτιά τριχωτά και βαρήκοα. Με δυσκολία δαμάζεται από τα σπηρούνια και το μαστίγιο.

Όταν λοιπόν ο ηνίοχος ιδεί το βλέμμα το ερωτικό, και καθώς το αντικρύζει πυρώνεται η ψυχή του και κατακλύζεται από τον οίστρο και την άγρια συνταραχή του πόθου, το καλό από τα δύο άλογα, όπως πάντα έτσι και τώρα, συγκρατιέται από τη φυσική του αιδώ, για να μην πηδήσει τον ερωμένο. Το άλλο όμως ούτε τα σπηρούνια νιώθει ούτε το μαστίγιο του ηνίοχου. Αλλά συνταράζεται όλο, και ορμά βίαια, και προκαλεί αταξία μεγάλη και στον ομόζυγα ίππο και στον ηνίοχο. Και τους αναγκάζει να ορμήσουν στον ερωμένο, καθώς τους υπενθυμίζει λάγνα την ηδονή του έρωτα. Αυτοί οι δύο όμως αντιστέκουνται στην αρχή, γιατί σπρώχνουνται να τολμήσουν πράγματα ανομολόγητα και φοβερά. Στο τέλος όμως, επειδή το κακό δεν έχει κράτος, υπακούουν  και ακολουθούν, στέργουν και ομολογούν ότι θα πράξουν εκείνο που ζητά τόσο επίμονα ο κακός ίππος.

Έτσι πλησιάζουν τον ερωμένο, και ατενίζουν την αστραφτερή του όψη. Καθώς λοιπόν την αντικρύζει ο ηνίοχος, ο νους του έρχεται στη φύση της εμορφιάς, που στοχαστικά την ξαναβλέπει να κάθεται απάνω σε βάθρο αγνό.

Και καθώς τη βλέπει, τονε κυριεύει τρόμος, και ο αναπηδά προς τα πίσω σαστισμένος. Έτσι πέφτοντας πίσω συνέλκει με τόση σφοδρότητα τα ηνία, ώστε τα δύο άλογα λυγίζουν τα καπούλια τους ως το χώμα. Το ένα το κάνει εκούσια, γιατί δεν αντιστέκεται. Το άλλο όμως το κάνει με μεγάλη δυσαρέσκεια.

Και σαν ξεμακρύνουνε λίγο, το ένα από κατάπληξη και αιδώ βρέχει με ιδρώτα όλη του την ψυχή. Το άλλο όμως, σαν του περάσει ο πόνος που ένιωσε από το πέσιμο και τα γκέμια, παίρνει ανάσα, και αρχίζει ύστερα με πολύ θυμό να βρίζει και τον ηνίοχο και τον ομόζυγα, γιατί λιποταχτήσανε άνανδρα και δειλά, και δεν εκράτησαν το λόγο τους.

Nicolas Poussin, Le Triomphe de Vénus, Les Chevaux, 1634

Και τους σπρώχνει πάλι να πλησιάσουν τον ερωμένο, κι εκείνοι δε θέλουν, και παρακαλούν να το αναβάλουν για μια άλλη φορά. Και σαν έρθει η στιγμή που συμφώνησαν, ο ηνίοχος και ο καλός ομόζυγος κάνουν πως το ξεχνούν. Ο κακός όμως ίππος τους το θυμίζει και τους βιάζει. Χλιμιντράει και τους τραβάει βίαια, να ξαναπλησιάσουν τον ερωμένο για το ίδιο πράγμα. Και όταν τον πλησιάσουν, σκύβει κάτω το κεφάλι, ανασηκώνει λεπιδωτή την ουρά, δαγκώνει τους χαλινούς, και τραβάει ακράτητο.

Ο ηνίοχος όμως παθαίνει πάλι, και πιο έντονα τώρα, εκείνο που έπαθε και πρωτύτερα. Ορθώνεται προς τα πίσω, σα να βρήκε μπροστά του τεντωμένο σκοινί, και μέσα από τα δόντια του λάγνου αλόγου τραβάει με μεγαλύτερη ορμή το χαλινάρι προς τα πίσω. Ματώνουν τότε τα σαγόνια και η κακόλογη γλώσσα, και το αναγκάζει να ακουμπήσει βίαια τα καπούλια στο χώμα. Και το κάνει να πονάει.

Αφού λοιπόν πάθει το ίδιο πράγμα πολλές φορές ο πονηρός ίππος, στο τέλος υποτάζεται ταπεινωμένα, και πια ακολουθεί πειθήνια τον ηνίοχο. Και σα βλέπει πια τον ερωμένο, χάνεται από τον τρόμο του. Έτσι, η ψυχή τον εραστή, χωρίς την κακή ενόχληση, ακολουθεί με αιδώ και με φόβο τον ερωμένο.

Ο ερωμένος τότε δέχεται όλη τη λατρεία τον εραστή του, και τιμάται σα νά 'τανε θεός. Όχι προσποιητά, αλλά αληθινά και γνήσια. Και επειδή έχει από την ίδια τη φύση του συγγένεια με τον εραστή του, εάν οι σύντροφοι του πρωτύτερα ή κάποιοι άλλοι τον έκαναν να υποψιάζεται, λέγοντας τον πως δεν είναι καλό να πλησιάζει κάποιον που είναι ερωτευμένος μαζί του, και γι' αυτό απωθούσε τον εραστή, τώρα καθώς περνά ο καιρός, η ανάγκη και η ηλικία τον φέρνουν να πλησιάζει μπιστεμένα τον εραστή. Γιατί δεν είναι προορισμένο ο κακός να δένει φιλία με τον κακό, ούτε ο καλός να μη δένει φιλία με τον καλό.

Καθώς λοιπόν τον πλησιάζει τώρα και συχνοκουβεντιάζει μαζί του, η εικόνα που του δείχνει ο εραστής τον εκπλήσσει.

Έτσι, σιγά σιγά κατανοεί πως η φιλία που του δείχνουν όλοι οι άλλοι φίλοι και οι συγγενείς τον είναι ένα μικρό μέρος, μπροστά στη φιλία που νιώθει γι' αυτόν ο ένθεος εραστής του.


Pierre Klossowski, Ganymède, 1986

Όταν λοιπόν κάνουν πολύ καιρό συντροφιά, και ο πλησιάζουν και αγγίζουν ο ένας τον άλλο στη γυμναστική και στις άλλες επαφές, τότε η φορά εκείνου του ρεύματος, που ο Δίας όταν αγαπούσε το Γανυμήδη την είπε ίμερο, φέρνεται με πολλή ορμή στον εραστή, και ένα μέρος της χύνεται στην ψυχή του. Ένα άλλο, όταν γιομίσει η ψυχή τον, χύνεται έξω.

Και όπως ο άνεμος ή ο ήχος αντιδονεί, όταν προσπέσει σε λείο και στέρεο σώμα, και επιστρέφει εκεί απ' όπου ξεκίνησε, έτσι γίνεται και με τη ροή της εμορφιάς. Γιατί ξαναγυρίζει πίσω στον έμορφο ερωμένο μέσα από τα μάτια του, που η φύση τα προόρισε να οδηγούν στην ψυχή. Κι άμα φτάσει και άμα την αναφτερώσει, ποτίζει τους πόρους των φτερών, τα κινάει να μεγαλώσουν, και γιομίζει και την ψυχή του ερωμένου με έρωτα.

Αγαπάει λοιπόν ο ερωμένος τώρα, αλλά δεν ξέρει ποιόνε. Κι ούτε καλολογιάζει τι έπαθε, ούτε ημπορεί να το παραστήσει. Αλλά σα να του μεταδόθηκε αρρώστεια στα μάτια από κάποιον άλλο, δεν ημπορεί να ειπεί πώς. Και δεν καταλαβαίνει ότι μέσα στον εραστή βλέπει τον εαυτό του σαν μέσα σε καθρέφτη.

Όταν λοιπόν ο εραστής είναι κοντά του, του περνά ο πόνος, όπως περνά και σ' εκείνον. Όταν όμως είναι μακρυά, ζητούν ο ένας τον άλλο, γιατί έχει τον αντέρωτα είδωλο του έρωτα. Και αυτό το λέει β και το νομίζει όχι έρωτα αλλά φιλία. Και επιθυμεί όμοια με τον εραστή, αλλά πιο αδύνατα, να τον βλέπει, να τον αγγίζει, να τον φιλάει και να ξαπλώνει δίπλα του.

Κι όπως είναι φυσικό αυτό το κάνει όλο και πιο συχνά. Όταν λοιπόν είναι ξαπλωμένοι δίπλα δίπλα, ο πονηρός ίππος του εραστή όλο και κάτι έχει να ειπεί στον ηνίοχο, και του ζητάει σε αντάλλαγμα της μεγάλης στέρησης νά 'χει και μια μικρή απολαβή.

Αλλά και τον ερωμένου ο λάγνος ίππος δεν έχει να ειπεί τίποτα. Αλλά γιομάτος πόθο και κέντρισμα αγκαλιάζει και φιλάει τον εραστή, σα να φιλάει κάποιον πολύ έμπιστο φίλο.

Και καθώς είναι ξάπλα μπορεί να γίνει να μην αρνηθεί να δοθεί στον εραστή, εάν τον το ζητήσει. Ωστόσο ο ομόζυγος ίππος και ο ηνίοχος εξακολουθούν να αντιστέκονται με αιδώ και με φρόνηση.

Εάν λοιπόν επικρατήσει η ανώτερη σφαίρα της ύπαρξης και τους οδηγήσει σε ζωή φιλοσοφημένη και πειθαρχική, περνούν τη ζωή τους εδώ ομονοητική και καλόζηλη. Γιατί και οι δύο είναι εγκρατείς και κόσμιοι. Και πετυχαίνουν να κυριαρχούν στο κακό κομμάτι της ψυχής τους, και να ελευθερώνουν το ενάρετο. Και σαν φθάσουν στο τέλος της ζωής, γίνουνται απάλαφροι και φτερωμένοι. Γιατί έχουν νικήσει στο ένα από τα τρία αγωνίσματα, τα αληθινά Ολυμπιακά. Και αγαθό μεγαλύτερο από τούτο δεν ημπορεί να δώσει στον άνθρωπο ούτε η ανθρώπινη φρονιμάδα ούτε η θεία εμπνοή.


Peintre de Chouvalov, Oenochoé à figures rouges, Terre Cuite

Αν όμως ζουν πολυάσχολη ζωή και αφιλοσόφητη, και από κοντά φιλόδοξη, τότε θα τύχει κάποτε, σ' ένα μεθύσι ή σε μια ώρα απρόσεχτη και νυσταγμένη, και οι δύο ακόλαστοι ίπποι θα συλλάβουν αφρούρητη την ύπαρξη τους. Τότε θα συναγροικηθούν σε σμίξιμο. Και πια θα διαλέξουν και θα κάνουν εκείνη την πράξη, που το άκριτο πλήθος τη λογαριάζει ευδαίμονη.

Και σαν το κάνουν μια φορά, θα το ξανακάνουν. Πλην όμως πολύ σπανίως. Γιατί κάνουν πράξη που δεν την αποδέχονται με όλη τους την ύπαρξη.

Και τούτοι βέβαια είναι αγαπημένοι μεταξύ τους, αλλά λιγότερο από τους άλλους που δεν το κάνανε. Γιατί και τις ώρες που συνευρίσκουνται και τις άλλες περνούν τη ζωή τους με την αίσθηση ότι δίνουν και λαβαίνουν μεταξύ τους τις μεγαλύτερες εγγυήσεις. Και θεωρούν ανέντιμο να λύσουν το δεσμό τους και να καταντήσουν σε έχθρα. Και στο τέλος της ζωής τους πεθαίνουν χωρίς βέβαια φτερά, αλλά διατηρώντας την ορμή που είχανε να αποχτήσουν φτερά.


Antonio Canova, Le Baiser d'Amour et Psyché, Marbre, 155x168 cm, Paris, musée du Louvre

Ωστόσο δεν είναι μικρό το έπαθλο που λαβαίνουν για την τέτοια ερωτική τους δίαιτα. Γιατί ο νόμος ορίζει πως δεν είναι να πάνε στα σκοτάδια και στους δρόμους του Άδη εκείνοι που άρχισαν την ουράνια πορεία τους. Αλλά να είναι ευδαίμ νες, και να διάγουν ζωή φωτεινή. Έτσι θα περπατούν ο ένας δίπλα στον άλλο, έως ότου έρθει ο καιρός να γίνουν φτερωτοί. Εξαιτίας που αγαπήθηκαν πολύ.»

Μέσα σε τούτες τις τρεις παραγράφους του Φαιδρού ο Πλάτων ιστόρησε τον Άτλαντα της ύπαρξης του ανθρώπου. Εγκλείουν ατελείωτη ενέργεια φλόγας και βασάνου και λαχτάρας.

Το διαβασίδι σε τούτους τους τόπους είναι υπόθεση τραχιά.

Ευκολότερο θα 'ρχότανε στον πεζοπόρο να περπατήσει ξυπόλυτος τους ακανθώνες της Λυκίας, παρά να περάσει από δω.

Στην όλη διήγηση τα σημεία που αγγίζουν τα όρια είναι δύο.


Το ένα λέει: τήν υπό των πολλών μακαριστήν αΐρεσιν ειλέσθην τε και διεπραξάσθην. Δηλαδή, διαλέγουν και κάνουν την πράξη, που το άκριτο πλήθος τη λογαριάζει ευδαίμονη.

Pierre Klossowski, Charmide se soumettant à l'incantation de Socrate, 1984

Αυτό σημαίνει ότι στο ερώτημα, εάν ο Σωκράτης υπήρξε αρσενοκοίτης, ο ίδιος ο Σωκράτης απαντά: δε θα το απέκλεια.

Βέβαια, θά 'τανε αλλόκοτο, και σε κάθε περίπτωση τρόπος γραφής μη ελληνικός, εάν ο Πλάτων πιανότανε να μας διηγηθεί ένα πήδημα του Σωκράτη. Ο Πλάτων είναι ποιητής. Δεν είναι Εμπειρίκος. Είναι ένας επώνυμος μεγάλος και πρώτος στην ιστόρηση της ύπαρξης. Δεν είναι η φιλήδονη μαϊμού στη μεταχείριση της σάρκας.

Το δεύτερο λέει: σπανία δέ. Δηλαδή, αφού το κάνανε μια φορά, θα το ξανακάνουν, αλλά πολύ σπανίως.

Αυτό σημαίνει πως, εάν οι παράνομοι εραστές δίνουνται ο ένας στον άλλο για μια νύχτα κάθε έξι ή δώδεκα μήνες, το τίμημα που πληρώνουν είναι πολύ ακριβό. Ο πόνος, δηλαδή, και η οδύνη από τη στέρηση και το βασανισμό που γιομίζει τα χάσματα της απουσίας από τη μία έως την άλλη φορά, είναι πολύ μεγαλύτερος από τη χαρά που χαίρουνται, όταν πολύ σπανίως χαρίζουνται ο ένας στον άλλο.


Jean Delville, L'Amour des âmes, Love of the hearts, 1900

Εδώ έχουμε μια καίρια στιγμή της διήγησης. Γιατί προσδιορίζει την ανθρωπιά και την ελευθερία της ελληνικής αρετής. Τη σπανιότητα δηλαδή του νά 'σαι και να μένεις άνθρωπος, χωρίς να παραβιάζουνται ούτε τα όρια των νόμων της φύσης ούτε τα όρια των νόμων των ανθρώπων. Είναι ένα ακόμη νοητικό παράδειγμα, όπου εφαρμόζεται η θεωρία της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ.

Σύμφωνα με το πνεύμα του Σωκράτη εδώ, το νά 'σαι και να μένεις άνθρωπος δηλώνει ότι δεν κρεουργείς το φυσικό της ανθρώπινης ύπαρξης με διαταγές-γιαταγάνια του τύπου «ου μοιχεύσεις» των εβραίων. Το «ου μοιχεύσεις» απεργάζεται καταπίεση, απωθήσεις, νευρώσεις, τροπές διαστροφές, το ξερίζωμα του φυσικού ελιξήριου, την καταχέρσωση του ψυχικού τοπίου, την ερωτική τερατογένεση και τερατουργία, και όχι μόνο.

Μία Βαστίλλη χτίζει για σένα και για τους άλλους, όπου φυλακίζεται το κελαηδητό του βίου μας μέσα στα βάσανα και τη βία του.

Η οδηγία αρετής του ελληνικού τρόπου, όπως την καταθέτει ο Πλάτων σ' αυτές τις τρεις παραγράφους του Φαίδρου, μας λέει: Να χαίρεσαι τη ζωή σου τη σύντομη και την ανεπίστροφη. Αλλά μέσα στο ρυθμό και την τάξη. Φυσική και ελεύθερη, να κρατάς την εμορφιά των παθών, ένα κύπελλο στο χέρι σου από αγνό ασήμι. Αλλά με γνώση και με πειθαρχία. Εκείνο που θα σε κρίνει δεν είναι η ηθική σου πτώση, αλλά η βούληση για δύναμη που θα βρίσκει το δρόμο να σε ανεβάζει ξανά στην καθαρή σου αρχικότητα.

Jan Erasmus Quellinus, Thetis Dips Achilles in a Vase with Water from the Styx, 1668

Η ζωή μας είναι ένας τελεστήριος αγνισμός απάνου στη φλόγα της αρετής. Την παρασταίνει η πράξη που επιχείρησαν η Δήμητρα και η Θέτις για το Δημοφώντα και τον Αχιλλέα. Οι θεές για τα μωρά. Και που τη διακόψανε έντρομοι η Μετάνειρα και ο Πηλέας. Οι θνητοί για τα μωρά.

Δημήτρης Λιαντίνης, “Γκέμμα”

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Ο «τσαπατσούλης» ταριχευτής των Φαραώ. Brain-removal tool left in mummy's skull

H μούμια μέσα στην οποία βρέθηκε το εργαλείο. Analysed: The mummy had a brain removal tool lodged in its skull. Credit : © RSNA RadioGraphics

Κροάτες επιστήμονες που μελετούν μια Αιγυπτιακή μούμια ηλικίας 2.400 ετών εντόπισαν μέσα στο κρανίο της ένα αντικείμενο. Πρόκειται για το εργαλείο αφαίρεσης του εγκεφάλου που χρησιμοποιούσαν οι ταριχευτές στην αρχαία Αίγυπτο. Όπως φαίνεται ο ταριχευτής της συγκεκριμένης μούμιας το άφησε μέσα σε αυτήν. Η ανακάλυψη θεωρείται σημαντική αφού ανάλογο εργαλείο έχει εντοπιστεί μόλις άλλη μια φορά.

Η αξονική




Η αξονική τομογραφία στην οποία φαίνεται το εργαλείο μέσα στο κρανίο της μούμιας. Discovery: Scientists found a bamboo brain removal tool lodged in skull of the mummy.


Επιστήμονες του νοσοκομείου Dubrava στο Ζάγκρεμπ μελετούν μια Αιγυπτιακή μούμια ηλικίας 2.400 ετών. Η μούμια ανήκει σε μια γυναίκα ηλικίας 40 ετών και οι επιστήμονες την εξέτασαν με αξονικές τομογραφίες. Έμειναν έκπληκτοι όταν στην αξονική του κρανίου είδαν ότι μέσα σε αυτό υπήρχε ένα μεγάλο αντικείμενο. Όπως διαπίστωσαν πρόκειται για ένα εργαλείο που χρησιμοποιούσαν οι ταριχευτές για να αφαιρούν τον εγκέφαλο των νεκρών. Ο συγκεκριμένος ταριχευτής ξέχασε ή δεν μπόρεσε να αφαιρέσει το εργαλείο από το κρανίο αφήνοντας έτσι ένα σημαντικό στοιχείο για τα μυστικά της πανάρχαιας τέχνης.

Το εργαλείο

Brittle: The tool was in a fragile condition after experts removed it with an endoscope


Το εργαλείο βρισκόταν ανάμεσα στα πλευρικά οστά και την πίσω πλευρά του κρανίου. Οι ταριχευτές άνοιγαν μια τρύπα στο κρανίο κοντά στην περιοχή της μύτης του νεκρού και χρησιμοποιούσαν το εργαλείο αυτό για να υγροποιήσουν τον εγκέφαλο και να τον αφαιρέσουν μέσα από τα ρουθούνια. Στη συνέχεια γέμιζαν το κενό με ρητίνη. Ο ταριχευτής της 40χρονης γυναίκας είτε ξέχασε μέσα στο κρανίο το εργαλείο του είτε έκανε κάποια λάθος κίνηση, το εργαλείο κόλλησε και δεν μπορούσε μετά να το αφαιρέσει.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα ειδικό ενδοσκόπιο με το οποίο κατάφεραν να διεισδύσουν μέσα στη ρητίνη και να το αποσπάσουν. Όπως διαπίστωσαν το εργαλείο είναι κατασκευασμένο από κάποιο φυτό που έμοιαζε με μπαμπού ή φοίνικα. Από ανάλογο υλικό ήταν κατασκευασμένο και το άλλο αντίστοιχο εργαλείο που έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι ταριχευτές εκείνη την εποχή δεν χρησιμοποιούσαν μέταλλο  αλλά κατασκεύαζαν τα εργαλεία τους από φυτά για λόγους οικονομίας αφού τα μεταλλικά αντικείμενα κόστιζαν αρκετά. Η μελέτη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «RSNA Radiographics».



Ταινία τρόμου με το σωματίδιο του Χιγκς. The LHC Zombie Movie


Ερευνητές του CERN που μετατράπηκαν σε αιμοδιψή ζόμπι καραδοκούν στα υπόγεια του ευρωπαϊκού εργαστηρίου, έπειτα από ένα ολέθριο ατύχημα στον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων (LHC), που είχε ως συνέπεια να απελευθερωθεί το μποζόνιο του Χιγκς.

Όχι, οι φόβοι για καταστροφή του πλανήτη από τα πειράματα στον LHC δεν επιβεβαιώθηκαν. Όλα αυτά συμβαίνουν σε ταινία που γύρισαν φοιτητές του CERN στον ελεύθερο χρόνο τους, χωρίς καν να έχουν πάρει άδεια από τη διεύθυνση.

Η ταινία, με τίτλο Decay («αποσύνθεση» ή «διάσπαση» όταν πρόκειται για υποατομικά σωματίδια) έκανε πρεμιέρα στο Διαδίκτυο.

Ζήτησαν άδεια μετά το τέλος της ταινίας

«Ζήτησαν τη συγκατάθεση του CERN όταν πια είχε ολοκληρωθεί η ταινία» διευκρίνισε στο Reuters ο Τζέιμς Γκίλις, εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Πυρηνικής Έρευνας. «Δεν μπορούμε φυσικά να δώσουμε έγκριση για κάτι τέτοιο, δεν υπήρχε όμως και λόγος να το σταματήσουμε. Πρόκειται απλά για φοιτητές που κάνουν ό,τι κάνουν συνήθως οι φοιτητές» πρόσθεσε.

Οι δημιουργοί της ταινίας τονίζουν εξάλλου ότι δεν πραγματοποίησαν γυρίσματα στους χώρους του LHC ή σε άλλες ελεγχόμενες εγκαταστάσεις.

Σεναριογράφος και σκηνοθέτης είναι ο διδακτορικός φοιτητής του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ Λουκ Τόμσον.

Oι εντυπώσεις του Richard Feynman από την Ελλάδα

Σάββατο 29 Ιουνίου 1980,  Royal Olympic Hotel

Αγαπημένες Γκουήνιθ και Μισέλ (και Καρλ;)

Αυτή είναι η τρίτη μου μέρα στην Αθήνα.

Σας γράφω καθισμένος δίπλα στην πισίνα του ξενοδοχείου, με το χαρτί στα γόνατά μου επειδή τα τραπέζια είναι πολύ ψηλά και οι καρέκλες πολύ κοντές.

Το ταξίδι δεν είχε καθυστέρηση, δεν ήταν όμως άνετο. Το αεροπλάνο απ’ τη Νέα Υόρκη για την Αθήνα ήταν φίσκα – όλες οι θέσεις ήταν γεμάτες. Με προϋπάντησαν ο καθηγητής Ηλιόπουλος, ένας φοιτητής κι ο ανεψιός του που ήταν στην ηλικία του Καρλ.

Έμεινα έκπληκτος με τον καιρό εδώ, είναι όπως στην Πασαντένα – αλλά 5 βαθμούς δροσερότερος.

Μοιάζει όμως κι η βλάστηση με τη δική μας, οι λόφοι φαίνονται ξεγυμνωμένοι κι έρημοι – με τα ίδια φυτά, τα ίδια κακτοειδή. Ακόμη και η ίδια χαμηλή υγρασία, οι ίδιες δροσερές νύχτες. Εδώ όμως τελειώνουν οι ομοιότητες.

Μιχάλης Γεωργάς, Οδός Αθηνάς, 1988

Η Αθήνα είναι πολύ απλωμένη, άσχημη και θορυβώδης, με χαώδη κυκλοφορία στους γεμάτους καυσαέρια μποτιλιαρισμένους δρόμους – τ’ αυτοκίνητα τινάζονται μπρος σαν κουνέλια όταν ανάψει το πράσινο, σταματούν με στριγκλίσματα φρένων όταν γίνει κόκκινο και κορνάρουν συνεχώς με κίτρινο.

Αλέξης Μπαρκώφ, Μοναστηράκι, 1933


Μοιάζει με την πόλη του Μεξικού, μόνο που εδώ οι άνθρωποι δεν φαίνονται και τόσο φτωχοί – αν και που και που θα συναντήσεις ζητιάνο στο δρόμο. Εσύ Γκουήνιθ θα μπορούσες να αγαπήσεις την Αθήνα επειδή έχει τόσο πολλά μαγαζιά (όλα τους μικρά). Στον Καρλ θα άρεσε να περπατήσει στα δαιδαλώδη σοκάκια που κρύβουν τόσες εκπλήξεις, κυρίως στο παλιό τμήμα της πόλης.


Ο "τζόκεϋ" του Αρτεμισίου, Ελληνιστική περίοδος, περίπου 140 π.Χ., The "Artemision Jockey". Bronze, ca. 140 BC. Recovered from the sea near Cape Artemision in Euboea.

Χθες το πρωί πήγα στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Στη Μισέλ θα άρεσαν όλα αυτά τα μεγάλα αρχαία ελληνικά αγάλματα αλόγων – ειδικά κάποιο μπρούτζινο άγαλμα που παρίστανε ένα μικρό αγόρι, ήταν πραγματικά εντυπωσιακό. Περπάτησα και είδα τόσο πολλά που τα πόδια μου άρχισαν να πονάνε. Επιπλέον μπερδευόμουν συνεχώς, δεν υπήρχαν ικανοποιητικές κατατοπιστικές πινακίδες.

Τέλος είχα βαρεθεί, επειδή είχα ήδη δει τόσα πολλά παρόμοια πράγματα. Υπήρχε όμως κάτι διαφορετικό απ’ τα άλλα έργα, κάτι πολύ παράξενο, σχεδόν απίστευτο. Το είχαν ανασύρει από τη θάλασσα το 1900, ήταν κάποιο είδος μηχανής με μεγάλους οδοντωτούς τροχούς.

Έμοιαζε πολύ με το εσωτερικό ενός ξυπνητηριού με ελατήριο. Υπήρχαν πολλοί τροχοί, προσαρμοσμένοι μεταξύ τους, με πού κανονικά «δόντια», καθώς και βαθμολογημένοι κύκλοι με χαραγμένες πάνω τους ελληνικές επιγραφές. Αναρωτήθηκα μήπως ήταν κανένα είδος απομίμησης. Υπήρχε ένα σχετικό άρθρο στο Scientific American.

Χθες το απόγευμα πήγα στην Ακρόπολη, που βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο της πόλης. Ένας ψηλός βραχώδης λόφος, επίπεδος στην κορυφή του, πάνω στον οποίο έχει χτιστεί ο Παρθενώνας κι άλλοι ναοί και ιερά. Ο Παρθενώνας είναι πολύ όμορφος, όμως ο αρχαίος ναός στη Σεγέστα της Σικελίας, που είδαμε μαζί Γκουήνιθ, είναι πιο εντυπωσιακός επειδή εκεί σου επιτρέπουν να μπεις μέσα – δεν μπορείς να μπεις μέσα στον Παρθενώνα, ούτε να περπατήσεις γύρω από τους κίονές του.

Η αδερφή του καθηγητή Ηλιόπουλου – είναι επαγγελματίας αρχαιολόγος – ήρθε μαζί μας για να μας ξεναγήσει και μας έδωσε κάθε είδους πληροφορία, χρονολογίες, λεπτομέρειες, αποσπάσματα απ’ τον Πλούταρχο Κομ.

Απ’ ότι δείχνουν τα πράγματα, οι Έλληνες παίρνουν πολύ στα σοβαρά το παρελθόν τους. Διδάσκονται στα σχολεία τους Αρχαία Ελληνικά, 10 ώρες την εβδομάδα (επί 6 ολόκληρα χρόνια).

Πάσχουν από κάποιου είδους προγονολατρεία, δίνουν πάντα έμφαση στο πόσο υπέροχοι ήταν οι αρχαίοι Έλληνες – και όντως ήταν υπέροχοι. Όταν όμως τους πεις «Ναι, κοίταξε όμως πόσο πιο μπροστά απ’ τους αρχαίους Έλληνες προχώρησε ο σύγχρονος άνθρωπος» – εννοώντας με αυτό την ανάπτυξη της πειραματικής επιστήμης, των μαθηματικών, την τέχνη της Αναγέννησης, το μέγα βάθος τους συγκριτικά με τη ρηχότητα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας κλπ. – απορούν: «Τι εννοείς; Τι το κακό είχαν οι αρχαίοι Έλληνες;»

Συνεχώς προβάλλουν την ιστορία τους εις βάρος του παρόντος, φτάνοντας μέχρι του σημείου να θεωρούν τα σημερινά θαύματα ως αδικαιολόγητη έλλειψη εκτίμησης προς το παρελθόν.

Niccolò Fontana Tartaglia


Οι Έλληνες φίλοι μου θορυβήθηκαν όταν με άκουσαν να λέω ότι αυτό που έδωσε τη μεγαλύτερη ώθηση στην ανάπτυξη των μαθηματικών στην Ευρώπη ήταν η ανακάλυψη της λύσης των τριτοβάθμιων εξισώσεων από τον Ταρτάλια.

Αν και αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός είχε από μόνο του πολύ μικρή αξία, πρέπει να είχε σημαντική επίδραση στην ψυχολογία των επιστημόνων της εποχής, επειδή τους έδειξε ότι οι νεώτεροι άνθρωποι μπορούσαν να κάνουν πράγματα που κανένας αρχαίος δεν είχε μπορέσει να τα κάνει.

Η απελευθέρωση του ανθρώπου απ’ την πνευματική κηδεμονία των αρχαίων του επέστρεψε να φτάσει στην Αναγέννηση. Αυτό που μαθαίνουν οι σύγχρονοι Έλληνες στα σχολεία τους είναι να πτοούνται αναλογιζόμενοι πόσο πίσω έχουν μείνει σε σύγκριση με τους υπέροχους προγόνους τους.

Ρώτησα την αδελφή του καθηγητή Ηλιόπουλου, την αρχαιολόγο, για τη μηχανή που είχα δει στο μουσείο – αν είχαν βρεθεί άλλες τέτοιες μηχανές ή απλούστερες, που οδήγησαν στην κατασκευή της – αλλά ούτε που καταλάβαινε για τι τη ρωτούσα.

Έτσι συναντηθήκαμε με αυτήν και το γιό της (αυτόν που έχει την ηλικία του Καρλ και με κοιτάει σαν να είμαι κάποιος ηρωικός αρχαίος πρόγονός του, επειδή κι αυτός σπουδάζει Φυσική) στο μουσείο και της την έδειξα. Μου ζήτησε να της εξηγήσω το ενδιαφέρον μου και την έκπληξή μου για τη μηχανή.

Με την βοήθεια του βασιλιά Πτολεμαίου, ο οποίος διέθεσε το αναγκαίο σώμα βηματιστών, ο Ερατοσθένης μέτρησε την απόσταση Συήνης - Αλεξάνδρειας, την οποίαν βρήκε 5.000 στάδια (S, βλ. σχήμα). Μετά μέτρησε τη γωνία, που σχηματίζεται στην Αλεξάνδρεια από την κατακόρυφο του τόπου και των ακτίνων του Ήλιου, και την βρήκε ίση με το πεντηκοστό της περιφέρειας κύκλου και λίγο περισσότερο ακόμη [περίπου 8 πρώτα λεπτά (γωνία φ στο σχήμα)]. Με τον παρακάτω απλό τρόπο υπολόγισε το μήκος της περιμέτρου της Γης ίσο προς 252.000 στάδια.

«Δεν είχε μετρήσει ο Ερατοσθένης την απόσταση Γης-Ήλιου; Μήπως αυτό δεν απαιτούσε πολύπλοκα επιστημονικά όργανα;»

Ω, πόση άγνοια έχουν οι άνθρωποι που έκαναν κλασικές σπουδές. Κι ύστερα αναρωτιέμαι γιατί δεν εκτιμούν την εποχή τους, δεν ανήκουν σ’ αυτήν, δεν την καταλαβαίνουν. Ύστερα από λίγο σκέφτηκε ότι ίσως η μηχανή αυτή να ήταν πράγματι εντυπωσιακή, με πήγε λοιπόν στο πίσω μέρος του μουσείου πιστεύοντας ότι οπωσδήποτε θα υπήρχαν εκεί κι άλλες παρόμοιες και ότι θα μπορούσε να βρει πλήρη βιβλιογραφία του θέματος.

Λοιπόν, τελικά βρήκαμε ότι δεν υπήρχαν άλλες τέτοιες μηχανές. Όσο για την πλήρη βιβλιογραφία, αυτή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας κατάλογος που περιείχε τρία άρθρα (μέσα σ’ αυτά κι εκείνο που είχα διαβάσει στο Scientific American) – όλα είχαν γραφτεί από τον ίδιο άνθρωπο, έναν Αμερικανό απ’ το Γέηλ!

Υποθέτω πως οι Έλληνες πιστεύουν ότι όλοι οι Αμερικανοί πρέπει να είναι ανιαροί, αφού ενδιαφέρονται για μηχανές ενώ υπάρχουν όλα αυτά τα όμορφα αγάλματα και η υπέροχη μυθολογία με τις ιστορίες των θεών και θα μπορούσαν να ασχοληθούν με αυτά.

(Πράγματι, κάποια κυρία απ’ το προσωπικό του μουσείου παρατήρησε, όταν της είπαν ότι ο Αμερικανός καθηγητής ήθελε να μάθει περισσότερα για το έκθεμα 15087: «Απ’ όλα αυτά τα ωραία πράγματα του μουσείου γιατί αυτός στάθηκε ειδικά σε εκείνο το έκθεμα; Τι το τόσο σημαντικό έχει;»)

Όλοι εδώ παραπονιούνται για τη ζέστη, και ασχολούνται με το αν μπορείς να την αντέξεις, όταν στην πραγματικότητα είναι ακριβώς όπως στην Πασαντένα, μόνο 5 βαθμούς κατά μέσο όρο δροσερότερα.

Όλα τα μαγαζιά και τα γραφεία κλείνουν από τη 1.30 μμ. έως τις 5.30 μμ. «λόγω ζέστης». Μου φαίνεται ότι είναι μια καλή ιδέα (όλοι παίρνουν τότε έναν υπνάκο) επειδή μετά μένουν ξύπνιοι ως αργά το βράδυ – τρώνε βραδινό μεταξύ 9.30 και 10 μμ., όταν έχει δροσιά.

Τις ημέρες αυτές οι άνθρωποι εδώ γκρινιάζουν για κάποιο καινούργιο νόμο: για την εξοικονόμηση ενέργειας όλα τα εστιατόρια κι οι ταβέρνες πρέπει να κλείνουν στις 2 στις πρωί κι όλοι λένε ότι αυτό θα καταστρέψει τη νυχτερινή ζωή στην Αθήνα.

Τώρα είναι οι μαγικές ώρες μεταξύ 1.30 και 5.30 μετά το μεσημέρι, και τις χρησιμοποιώ για να σου γράψω. Μου λείπεις, αληθινά θα ήθελα νάμουν σπίτι. Υποθέτω ότι έχω χάσει την όρεξή μου για ταξίδια. Θα μείνω εδώ μιάμιση μέρα και μου έδωσαν ένα σωρό πληροφορίες για μια όμορφη παραλία (με βότσαλα), έναν σπουδαίο αρχαιολογικό χώρο (αν και τελείως ερειπωμένο) κλπ., δεν πρόκειται όμως να πάω πουθενά γιατί είναι πολύ χρονοβόρο.

Κώστας Τσόκλης, Βάρκα, 1982


Οι διαδρομές με πούλμαν διαρκούν δυο ως τέσσερις ώρες. Όχι, να λείπει. Θα μείνω εδώ και θα προετοιμάσω τις ομιλίες που θα κάνω στην Κρήτη (μου ζήτησαν να κάνω επιπλέον διαλέξεις σε καμιά εικοσαριά Έλληνες φοιτητές, όλοι τους θα πάνε στην Κρήτη μόνο για να με ακούσουν. Σκέφτηκα να παρουσιάσω κάτι σαν τις διαλέξεις που έδωσα στη Νέα Ζηλανδία, δεν έχω όμως πάρει καθόλου μαζί μου σημειώσεις! Πρέπει λοιπόν να τις ξαναδουλέψω.

Σας έχω επιθυμήσει όλους, ειδικά όταν πηγαίνω τη νύχτα στο κρεβάτι – δεν υπάρχει εδώ σκύλος να τον χαϊδέψω και να του πω καληνύχτα!

ΜΕ ΑΓΑΠΗ, ΡΙΤΣΑΡΝΤ

Υ.Γ. ΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ, ΜΗ ΣΤΕΝΟΧΩΡΙΕΣΑΙ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΑΣΥΝΑΡΤΗΣΙΕΣ. ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ.

ΠΗΓΗ: Richard P. Feynman: «Τι σε νοιάζει εσένα τι σκέφτονται οι άλλοι;», εκδόσεις: Τροχαλία 1993

Σχετικά με τις διαλέξεις που έδωσε o Feynman το 1980 στην Κρήτη, γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου «Σίγουρα θα αστειεύεστε κύριε Φάϊνμαν», εκδόσεις κάτοπτρο, ο Γιώργος Γραμματικάκης: 

Δεν πιστεύω ότι μπορώ να ζήσω χωρίς τη διδασκαλία. Ο λόγος είναι ότι όταν έχω στερέψει από ιδέες και δεν με βγάζει πουθενά μπορώ να πω στον εαυτό μου, “τουλάχιστον ζω, τουλάχιστον κάνω κάτι, προσφέρω σε κάποιους”, - είναι απλά ψυχολογικό.” Richard Feynman (1995)


(…) Τον Richard Feynman είχαμε πάντως την τύχη να ζήσουμε και στην Ελλάδα. το 1980, συμμετείχε σε ένα από τα καθιερωμένα πλέον συνέδρια φυσικής στοιχειωδών σωματίων που γίνονται στο Κολυμπάρι Χανίων.

Εκεί, στη φιλόξενη ατμόσφαιρα της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης έγινε αμέσως το κέντρο της προσοχής αλλά και κάποιου δέους. Διότι αν και ήδη με ταλαιπωρημένη υγεία, δεν έλειψε από κανένα σεμινάριο – πάντα στο πρώτο κάθισμα! – και τα σχόλιά του, συχνά σε τόνο ειρωνικό, πρόδιδαν μια μεγαλοφυΐα σε εγρήγορση. σε ένα κοινό φοιτητικό που συγκεντρώθηκε την τελευταία στιγμή – και, πρέπει να τονιστεί, κατόπιν επιθυμίας του ίδιου – έδωσε μια σειρά μαθημάτων για την κβαντική ηλεκτροδυναμική. Δεν ήταν ο «κλασικός» δάσκαλος, με την έννοια της ήρεμης και δομημένης διδασκαλίας.

Νευρώδης, κινητικός,, απαιτούσε τεταμένη προσοχή για την προσοχή του λόγου ή της γραφής του: «Σε αυτά τα μαθήματα θα ερμηνεύσω τον Κόσμο» είπε στην αρχή, και πίσω από την υπερβολή της φράσης και τα περίφημα διαγράμματα, με τα οποία ταχύτητα καλύπτονταν ο πίνακας, αναδεικνυόταν η εμμονή του στο καίριο και η σημασία των πρωτογενών ερωτημάτων.

Στο περιθώριο, άλλωστε, του συνεδρίου – αν, βέβαια, παρόντος του Feynman, μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρχε τέτοιο «περιθώριο» – κατά την ώρα του φαγητού ή στην παραλία, στις εκδρομές ή τα ήρεμα καλοκαιρινά βράδια, αυτός ο «ενεργητικά ανεύθυνος» άνθρωπος, σύμφωνα με δική του έκφραση, δρούσε αδιάκοπα συζητώντας για φυσική ή αστειευόμενος, μιμούμενος άλλους ή σχολιάζοντας ανθρώπους και πράγματα.

Ο υπογράφων συμμετείχε στην οργανωτική επιτροπή του συνεδρίου. Και αυτή η άχαρη συνήθως αρμοδιότητα τούτη τη φορά περιείχε στιγμές ευλογίας. Διότι με τον Αντώνη Βεργανελάκη, που ήταν όπως πάντα η ψυχή του συνεδρίου, ζήσαμε από κοντά μια μικρογραφία του βιβλίου που η τύχη το’ φερε να προλογίζω σήμερα. Ο Feynman, φιλικός αλλά και κάπως απόμακρος, έδειχνε μια φανερή περιέργεια για κάθε πλευρά του επιστητού.

Έκανε τις πιο απροσδόκητες ερωτήσεις, ωστόσο έμοιαζε εξαρχής καχύποπτος για την απάντηση. Αποκάλυπτε, κυρίως ως προς τις φυσικές επιστήμες, έναν απέραντο πλούτο γνώσεων και μνήμης. Δεν έπαυε όμως επίσης να ειρωνεύεται την πληθώρα των δημοσιεύσεων που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη φυσική, αφού τώρα «πολλοί ψάχνουν για λάθος πράγματα σε λανθασμένη κατεύθυνση».

Παρά την κλονισμένη υγεία του, διέθετε αξιοσημείωτη ζωτικότητα, και ήθελε να απολαύσει κάθε στιγμή της καθημερινότητας. Έτσι, επέμενε να επαναλάβουμε μια κουραστική διαδρομή απλώς επειδή το προηγούμενο βράδυ μας είχαν υποσχεθεί λαγό που είχε θηρευτεί παράνομα. Και όταν στο φαράγγι της Σαμαριάς εκδηλώσαμε την επιθυμία να ακολουθήσουμε μια όμορφη κοπέλα που μας προσπέρασε, παρατήρησε: «Από την ίδια ανίατη ασθένεια έπασχα κι εγώ σε όλη μου τη ζωή» (…)

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Ο ποιητής από τον Δήμο Αλωπεκής

Κτερίσματα του τάφου (από αριστερά προς τα δεξιά): ξύλινη κασετίνα με χάλκινη γραφίδα και ξύλινος αυλός, κέλυφος χελώνας, το οποίο αποτελούσε το ηχείο λύρας, τέσσερα ξύλινα πινακίδια που ήταν επιχρισμένα με κερί, χάλκινη ξύστρα.

Αγαπούσε τα μουσικά όργανα, γι' αυτό και τον συνόδευσαν στον θάνατο. Η λύρα, ο αυλός, η τρίγωνος (άρπα), ο πάπυρος, οι ξύλινες κηρωμένες πινακίδες και η γραφίδα, όλα τοποθετήθηκαν δίπλα του - προσωπικά αντικείμενα πολύτιμα και στον Κάτω Κόσμο. Γύρω στο 430 π.Χ. πέθανε αυτός ο μουσικός και ποιητής από τον Δήμο Αλωπεκής (σημερινή Δάφνη) και κατά τις συνήθειες της εποχής η ταφή του έγινε δίπλα στον δρόμο.

Θα έμενε εκεί για πάντα, χαμένος στη λήθη της αιωνιότητας, αν κάποιες σύγχρονες εργασίες του δήμου δεν έφερναν στο φως, την άνοιξη του 1981, την ταφή που ασμένως ονομάστηκε «Ο τάφος του ποιητή». Άλλωστε σε ένα από τα κέρινα πινακίδια οι ερευνητές αναγνωρίζουν με μεγάλη πιθανότατα ένα γνωστό απόσπασμα του Ησίοδου: «Όλβιος όν τινα Μούσαι φίλωνται» («Ευτυχής εκείνος που αγαπούν οι Μούσες»). Ένας μύθος, δηλαδή, είχε ήδη γεννηθεί. Ωστόσο τα κτερίσματα που συνόδευαν τον νεκρό δεν αποτέλεσαν μόνον έκθεμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Πειραιά, όπου μπορεί κανείς να τα δει σήμερα. Αποδείχθηκαν πολυτιμότερα.

Αρχαιοελληνικά μουσικά όργανα

Η άρπα, γνωστή μας μόνο από παραστάσεις σε αγγεία, είναι η μοναδική που έχει διασωθεί από την αρχαιότητα, έστω και αν λείπει ένα τμήμα της. Το εξίσου σημαντικό: ο πάπυρος και τα πινακίδια περιέχουν άγνωστα στοιχεία κειμένων στο ιωνικό αλφάβητο του 430 π.Χ. αλλά και τεκμήρια μουσικής γραφής. Πρόκειται για ένα σύνολο το οποίο μελέτησαν ερευνητές της Αρχαιολογίας, της Κλασικής Φιλολογίας και της Αρχαιομουσικολογίας και τώρα, 30 χρόνια από την αποκάλυψή του, παρουσιάζουν τα πορίσματά τους στο κοινό σε μια εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής. Γιατί η αρχαία ελληνική μουσική αποτελεί ένα μεγάλο όσο και γοητευτικό ερωτηματικό για τους συγχρόνους, που αναζητούν απαντήσεις για τα μουσικά όργανα και τον ήχο τους αλλά και για την προσωδιακή εκφορά του έμμετρου λόγου.

Δύο ήταν στην πραγματικότητα οι παρόδιοι τάφοι που είχαν ανακαλυφθεί στην οδό Βασιλίσσης Ολγας 33. Θεωρείται μάλιστα ότι ο σύγχρονος δρόμος ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό την πορεία του αρχαίου, που οδηγούσε από την Πύλη Διομέων (κοντά στο Ολυμπιείο) προς το Σούνιο. «Ήταν γειτονικοί, κιβωτιόσχημοι και ασύλητοι» επισημαίνει η αρχαιολόγος κυρία Έφη Λυγκούρη, μία εκ των ερευνητών σήμερα.

Ο ένας τάφος περιείχε μόνο σκελετό και τέσσερις λευκές ταφικές ληκύθους, ενώ ο άλλος ήταν αυτός που με τα κτερίσματά του επέτρεψε στους αρχαιολόγους να αντλήσουν σημαντικές πληροφορίες για την αρχαία ελληνική μουσική και τα μουσικά όργανα. Αλλά και τα εργαλεία ήταν συναφή με τα όργανα καθώς συχνά τα κατασκεύαζαν ή τα συντηρούσαν οι ίδιοι οι μουσικοί.

Η μελέτη

Η άρπα, το κέλυφος χελώνας που ήταν ηχείο λύρας και ο αυλός βρέθηκαν γύρω από τον νεκρό μαζί με σπαράγματα παπύρου, τέσσερα ξύλινα κηρωμένα πινακίδια, θραύσματα πινακιδίων και ξύλου, μια ξύλινη κασετίνα και έναν χάλκινο κονδυλοφόρο, ένα χάλκινο φιαλίδιο, μια σιδερένια ξύστρα και ένα σιδερένιο πριόνι, έξι οστέινους αστραγάλους και δύο χάλκινα ομοιώματά τους.

Πρόκειται για ένα σπουδαίο και καλά χρονολογημένο κλειστό σύνολο που επέτρεψε την ανάγνωση - μερικώς - των κειμένων, έργο που ανέλαβαν δύο σημαντικοί επιστήμονες, ο κ. Εγκερτ Πέλμαν, ομ. καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ερλάνγκεν και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, και ο κ. Μάρτιν Γουέστ, ερευνητής καθηγητής Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και εταίρος στην Ακαδημία Αθηνών.

Ταυτόχρονα δύο Έλληνες ερευνητές ειδικευμένοι στη μελέτη και ανακατασκευή αρχαίων μουσικών οργάνων, ο κ. Στέλιος Ψαρουδάκης, αρχαιομουσικολόγος, επίκουρος καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, και ο κ. Χρήστος Τερζής, διδάκτωρ της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής στο ίδιο Πανεπιστήμιο, στοχεύουν στην εκ νέου κατασκευή των τριών οργάνων του «Τάφου του ποιητή» με την αξιοποίηση και των νέων δεδομένων.

Το πόρισμα

Λεπτομερή αναφορά και περιγραφή των ευρημάτων των δύο τάφων πρόκειται να κάνει ο καθηγητής Πέλμαν χρονολογώντας τα μεταξύ 430 και 420 π.Χ. Ενδιαφέρουσες πληροφορίες προέκυψαν εξάλλου από τη μελέτη των κειμένων, που έγινε από τον κ. Γουέστ (πλην της επισήμανσης του αποσπάσματος του Ησίοδου). «Πρόκειται για τον αρχαιότερο ως τώρα γνωστό ελληνικό πάπυρο και για τα αρχαιότερα πινακίδια με ελληνική γραφή» λέει.

Καθαρό και μικροσκοπικό χαρακτηρίζει ο ίδιος τον γραφικό χαρακτήρα των κειμένων, κάτι που σημαίνει ότι ο γραφέας ήταν εξοικειωμένος με τη γραφή. Και κάτι ακόμη: παντού είχε χρησιμοποιηθεί το ιωνικό αλφάβητο, ενώ οι φόρμες των στοιχείων απηχούν τον τύπο γραφής που εμφανίζεται σε επιγραφές της ίδιας περιόδου. Είναι πιθανόν μάλιστα ένα μέρος του κειμένου να ήταν γραμμένο σε στίχους. 

Η άρπα, ο ξύλινος αυλός και η λύρα

Η μοναδικότητα της αρχαίας άρπας από τον «Τάφο του ποιητή», αφού παρόμοιο εύρημα δεν έχει υπάρξει ως τώρα, αποτελεί την πιο ενδιαφέρουσα πρόκληση για τους επιστήμονες. «Η άρπα παίζεται με τα δάχτυλα και ο ήχος της είναι λεπτός και εσωτερικός. Την έπαιζαν συνήθως κορίτσια, που τη στόλιζαν με κορδέλες ή ζωγράφιζαν το δέρμα, ενώ τοποθετούσαν διακοσμητικά ελάσματα στη ράχη του ηχείου, όπως αυτό που έχει αφήσει τα ίχνη του στην άρπα του «Τάφου του ποιητή» λέει ο αρχαιομουσικολόγος κ. Χρήστος Τερζής, ο οποίος στοχεύει στην ανακατασκευή της, σε συνεργασία με τον καθηγητή κ. Στέλιο Ψαρουδάκη, χρησιμοποιώντας ξύλο φλαμουριάς αντί για καρυδιά, από την οποία μάλλον ήταν φτιαγμένη η άρπα του ποιητή. Κιθάρα, αυλός, πλαγίαυλος, χέλυς (είδος λύρας) είναι τα όργανα που ανακατασκευάζει και μελετά ο κ. Ψαρουδάκης, ο οποίος διευκρινίζει ότι ο ξύλινος αυλός που βρέθηκε στον τάφο ανήκει στον πρώιμο τύπο αυτού του οργάνου, που δεν περιλαμβάνει μηχανισμούς για κλείσιμο των οπών. Να σημειωθεί, εξάλλου, ότι η πρότασή τους για την κατασκευή και των τριών οργάνων - και της λύρας, δηλαδή, που είναι περισσότερο γνωστή - χρηματοδοτείται για το έτος 2013 από το Ιδρυμα Λάτση.










Η ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ

Τα φιλολογικά έργα που έχουν διασωθεί από την αρχαιότητα είναι αποτέλεσμα μιας επιλεκτικής εργασία. Τα κανάλια που μας τα μετέδωσαν λειτούργησαν παράλληλα και ως φίλτρα, τα οποία δεν άφηναν να περάσει ό,τι να 'ναι. Το φιλτράρισμα αυτό γινόταν ήδη κατά την αρχαιότητα. Πρέπει λοιπόν να απορρίψουμε μια λανθασμένη οπτική γωνία, η οποία ενδυναμώνεται από το γεγονός ότι μιλάμε για 'τους' Έλληνες και 'τους' Ρωμαίους. Η αντίληψη αυτή μας οδηγεί στο να θεωρήσουμε ότι μιλάμε για δύο οντότητες, για δύο απλές και ομοιογενείς ομάδες. Πρέπει επομένως να συνειδητοποιήσουμε ότι η κάθε μια απ' αυτές τις ομάδες έχει τη δική της, συχνά σημαντική, υπόσταση.

Πρέπει να συνηθίσουμε να έχουμε πάντα μπροστά μας μια χρονολογία της παγκόσμιας ιστορίας. Πότε ξεκίνησε η φιλοσοφία; Εμφανίζεται προοδευτικά γιατί, παραδείγματος χάρη, στον Ησίοδο υπήρχε ήδη πολύς στοχασμός. Ας θεωρήσουμε ότι ξεκινάει με το Θαλή, τον πρώτο από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, γύρω στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. Η φιλοσοφική διδασκαλία δεν διακόπηκε στο Βυζάντιο. Ας θεωρήσουμε, για διευκόλυνσή μας, ότι τελείωσε προσωρινά με το κλείσιμο της Αθηναϊκής Σχολής το 529 και με τον τελευταίο της δάσκαλο, το Δαμάσκο, την εποχή των τελευταίων νεοπλατωνικών σχολιαστών του Αριστοτέλη -- του Σιμπλίκιου, που παρέμεινε ειδωλολάτρης, και του Ιωάννη Φιλόπονου, που προσηλυτίστηκε στο χριστιανισμό. Αν θεωρήσουμε επομένως ότι η ελληνική φιλοσοφία εκτείνεται από το Θαλή ως το Δαμάσκο, διαπιστώνουμε ότι χονδρικά καλύπτει μια περίοδο δώδεκα αιώνων. Τόσο είναι το διάστημα που χωρίζει εμάς από τον Καρλομάγνο.

Το να μιλάμε λοιπόν για 'τους Έλληνες' φαίνεται υπερβολικό. Θα διανοούμαστε να θεωρήσουμε ως μια ενότητα μια 'γερμανική φιλοσοφία' που θα ξεκινούσε από τον Ekhart, τον 13ο αιώνα, και θα έφτανε ως το Heidegger ή το Wittgenstein; Θα πιστεύαμε ότι απλουστεύουμε πάρα πολύ το θέμα, παρ' όλο που το διάστημα που καλύπτει η 'γερμανική φιλοσοφία' είναι σχεδόν το μισό απ' αυτό που καλύπτει η ελληνική φιλοσοφία.

Κατά τη διάρκεια όμως αυτής της υπερχιλιετούς περιόδου είχε ήδη αρχίσει η μετάδοση της ελληνικής κληρονομιάς. Η μετάδοση αυτή είχε αρχίσει μεταξύ των Ελλήνων. Οι πρώτοι ενδιάμεσοι μεταξύ των Ελλήνων και της σύγχρονης εποχής μας ήταν... οι ίδιοι οι Έλληνες. Η μετάδοση αυτή δεν γινόταν όμως πάντα. Οι Έλληνες δεν μετέδιδαν πάντα την ελληνική κληρονομιά. Γιατί; Επειδή τα κείμενα δεν σήμαιναν για τους αρχαίους Έλληνες ό,τι σημαίνουν για μας.

Ο ΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ

Papyrus fragment with lines from Homer's Odyssey, Early Hellenistic, 285–250 B.C. Greek, Ptolemaic.

Αυτό οφειλόταν εν μέρει στον τρόπο μετάδοσης. Ο αρχαίος κόσμος δεν είχε ακόμα μπει στο 'γαλαξία του Γουτεμβέργιου', κατά την προσφιλή έκφραση του McLuhan. Επομένως, ένα κείμενο μεταδιδόταν στις επόμενες γενεές μόνο αν αντιγραφόταν. Για μας, μόλις τυπωθεί ένα κείμενο, το κείμενο αυτό έχει λίγο πολύ διασωθεί: διανέμεται σε πολλά αντίτυπα, διατηρείται σε βιβλιοθήκες. Για να το διατηρήσουμε, αρκεί απλώς να το διατηρήσουμε. Πρόκειται για μια καθαρά αρνητική απόφαση: να μη το πετάξουμε, να μη το καταστρέψουμε. Γνωρίζουμε τα προβλήματα που αρχίζουν να εμφανίζονται στις σύγχρονες βιβλιοθήκες: το πολύ όξινο χαρτί που χρησιμοποιείται σήμερα θα προκαλέσει την καταστροφή των γραπτών κειμένων σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα απ' ό,τι τα υλικά που χρησιμοποιούνταν κατά την αρχαιότητα. Όποια λύση κι αν δοθεί σ' αυτό το πρόβλημα, η παρουσία αυτή καθαυτή του προβλήματος μαρτυρεί ότι η ιδανική σχέση μας με το γραπτό κείμενο είναι ένα βιβλίο που θα αυτοδιατηρείτο.

Marble bust of Epicurus. Roman copy of Greek original, 3rd century BC/2nd century BC. On display in the British Museum, London.

Η διατήρηση των έργων δεν αποτελεί για μας κόπο. Πριν ανακαλυφθεί όμως η τυπογραφία, ήταν καρπός συνειδητής απόφασης και συνεχούς προσπάθειας. Εμείς αφήνουμε τα κείμενα να κοιμούνται στις βιβλιοθήκες. Στην αρχαιότητα όμως οι άνθρωποι τα διατηρούσαν με τα ίδια τους τα χέρια. Πράγματι, ήταν εξαιρετικό το γεγονός της καταγραφής ενός κειμένου σε ανθεκτικό υλικό, παραδείγματος χάρη σε πέτρα. Η περίπτωση του Διογένη της Οϊνάνδας είναι διάσημη. Αυτός ο Ασιάτης του 2ου αιώνα μ.Χ. χάραξε πάνω στον τοίχο μιας αίθουσας μια περίληψη της επικούρειας φιλοσοφίας, της οποίας ήταν οπαδός. Όταν καταστράφηκε το κτήριο, οι πέτρες ξαναχρησιμοποιήθηκαν και οι ειδικοί προσπαθούν σήμερα να τοποθετήσουν σωστά όλα τα κομμάτια του πάζλ.

This papyrus fragment (P.Oxy 3965 fr.1, imaged here at 150dpi) contains part of a previously unknown epic poem by Simonides about the Greeks’ victory against the Persians at Plataea.

Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, τα κείμενα καταγράφονταν σε παπύρους και αργότερα σε περγαμηνές, υλικά πολύ εύθραυστα. Για να διατηρηθεί ένα έργο έπρεπε μόλις φθειρόταν το υλικό υπόστρωμά του να αποφασιστεί η αντιγραφή του. Η εργασία αυτή ήταν κοπιώδης και ακριβή. Γι' αυτό και προκαλούσε πολλούς δισταγμούς. Δεν μπορούσε να παραχθεί έτσι παρά μόνο ένας περιορισμένος αριθμός αντιτύπων, και όχι οποιουδήποτε έργου. Τούτο μας επιτρέπει να εξηγήσουμε ένα πολύ γνωστό γεγονός, ότι δηλαδή τα αρχαία κείμενα έφτασαν ως εμάς με πολύ αποσπασματικό τρόπο. Το γεγονός αυτό αποδίδεται συχνά σε καταστροφές, εκούσιες ή μη. Ο μαύρος αυτός θρύλος έχει ορισμένες σκηνές που σημαδεύουν τη φαντασία μας. Οι καταστροφές αυτές όμως δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της βλακείας των βαρβάρων, από τους οποίους οι Βάνδαλοι, παραδείγματος χάρη, έμειναν παροιμιώδεις, αλλά και μιας σκοταδιστικής θέλησης, όπως ήταν, παραδείγματος χάρη, η περίπτωση του εμπρησμού της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.

Ο απανθρακωμένος πάπυρος του Δερβενίου, 4ος αιώνας π.Χ.

Είναι αλήθεια ότι το κάψιμο των βιβλίων είναι πανάρχαια πρακτική, δεδομένου ότι οι πιο αρχαίες μαρτυρίες ανάγονται στην Αθήνα της εποχής του Περικλή και στην αυτοκρατορική Ρώμη. Είναι αλήθεια επίσης ότι τα διάφορα πνευματικά κινήματα δεν δίσταζαν μπροστά στην ιδέα να εξαλείψουν τα κείμενα των ανταγωνιστών τους. Αυτό ίσχυε τόσο για τις φιλοσοφικές σχολές όσο και για τις θρησκευτικές ομάδες. Από τους αρχαίους φιλοσόφους, ας αναφέρουμε τον Πλάτωνα, ο οποίος φέρεται να είχε θελήσει να καούν τα βιβλία του αντιπάλου του, του Δημόκριτου. Από τις θρησκείες, ας συγκρατήσουμε πρώτα απ' όλα το χριστιανισμό και τις διαδοχικές καταστροφές αιρετικών έργων στα τέλη της αρχαιότητας ή το κάψιμο των Ταλμούδ το Μεσαίωνα. Οσον αφορά τον ιουδαϊσμό, μπορούμε να αναφέρουμε ως παράδειγμα την πρώτη πολεμική εναντίον των έργων του Μαϊμονίδη το 1233 και τον τρόπο με τον οποίο οι αντίπαλοί του έπεισαν τους δομινικανούς μοναχούς να τα κάψουν. Οσο για το Ισλάμ, ας υπενθυμίσουμε την (όχι απόλυτα εξακριβωμένη) σουνιτική παράδοση για την καταστροφή όλων των αντιτύπων του Κορανίου που ήταν προγενέστερα του κειμένου που καθιέρωσε ο χαλίφης Ουθμάν ή την καταστροφή της Εγκυκλοπαίδειας των 'Ειλικρινών Αδελφών', που θεωρήθηκε ότι πρέσβευε ισμαηλίτικες ιδέες.

Πρέπει όμως να σχετικοποιήσουμε αυτή την αντίληψη των πραγμάτων γιατί είναι υπερβολικά δραματική ή ρομαντική. Ο κύριος λόγος εξαιτίας του οποίου χάθηκαν τα αρχαία κείμενα είναι αρνητικός -- τα έργα αυτά δεν αντιγράφηκαν. Και η μη αντιγραφή δεν αποτελεί ένδειξη μιας θετικής επιθυμίας καταστροφής.

Μπορεί να υποδηλώνει ότι ορισμένα κείμενα θεωρήθηκαν κατεστραμμένα ή ότι καταλάμβαναν άσκοπα παπύρους και περγαμηνές, υλικά σπάνια και πολύτιμα, που θα μπορούσαν να ξαναχρησιμοποιηθούν αν ξύνονταν κατάλληλα. Τα κείμενα που χάθηκαν, χάθηκαν κυρίως επειδή έδιναν την εντύπωση ότι δεν αντανακλούσαν πια την αλήθεια, όπως νοείτο αυτή σ' ένα δεδομένο στάδιο έρευνας. Έτσι, ορισμένα αποσπάσματα εξαφανίστηκαν, όχι από παράβλεψη αλλά επειδή το έργο μέσα στο οποίο βρίσκονταν αναθεωρήθηκε, προσαρμόστηκε σε μια νέα κατάσταση γνώσης και συνεπώς διορθώθηκε. Τούτο ισχύει πρωτίστως για τα κείμενα που περιείχαν επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα ιατρικά κείμενα. Ο ιστορικός της ιατρικής θα ήθελε να είχε στην κατοχή του την αρχική εκδοχή του κειμένου που μελετάει. Το κείμενο όμως που έχει στα χέρια του δεν γράφτηκε για τους ιστορικούς αλλά για τους γιατρούς που, στο προσκέφαλο των ασθενών τους, ήθελαν να έχουν έναν όσο το δυνατόν ασφαλέστερο οδηγό. Γιατί ένα έργο τέτοιας λειτουργίας να συνέχιζε να περιέχει γνώσεις ξεπερασμένες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν λανθασμένα ένα γιατρό; Στις περιπτώσεις αυτές, οι απαλείψεις αποσπασμάτων απέβλεπαν στη διόρθωση μάλλον παρά στην καταστροφή του κειμένου.

Οσον αφορά τις πραγματικές καταστροφές, όσες τουλάχιστον γνωρίζουμε, οι περισσότερες δεν οφείλονταν στη συνειδητοποίηση ενός κινδύνου, αλλά σε μια επιθυμία κατάργησης: οι Εφέσιοι δεν έκαψαν τα βιβλία μαγείας τους επειδή τα θαύματα του απόστολου Παύλου τους υπέδειξαν την κακία αυτών των κειμένων, αλλά επειδή τα θαύματα κατέστησαν τα κείμενα αυτά εμφανώς άχρηστα (Πράξεις των Αποστόλων, ΙΘ΄, 19). Στο θέμα αυτό οι αρχαίοι Έλληνες λειτουργούσαν όπως ακριβώς κι εμείς ως προς ορισμένες κατηγορίες κειμένων. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα σχολικά εγχειρίδια. Διατηρούμε τα εγχειρίδια φυσικής, όταν αλλάζει το πρόγραμμα, ή τα εγχειρίδια συνταγματικού δικαίου, όταν αναθεωρείται το Σύνταγμα; Ας σκεφθούμε τι ακριβώς σημαίνει το γεγονός ότι ένας παλαιοβιβλιοπώλης δεν αγοράζει ορισμένα κείμενα...

Η μη αντιγραφή ενός έργου μπορεί επίσης να μην οφείλεται στο περιεχόμενό του αλλά στον αναγνώστη. Ένα κείμενο αντιγράφεται για να μπορεί να διαβαστεί. Πρέπει όμως να υπάρχουν και αναγνώστες ικανοί να το καταλάβουν. Μερικές φορές, λοιπόν, ένα έργο ανεπτυγμένο και εμβαθυμένο αντικαθίστατο από απλές περιλήψεις και επιτομές που, αν και ήταν αναμφισβήτητα λιγότερο σημαντικές από το πρωτότυπο, ήταν πιο διδακτικές, πιο προσιτές και πιο φτηνές για να μεταφραστούν ή αντιγραφούν γιατί ήταν πιο σύντομες. Δεν πρέπει να ξαφνιαζόμαστε, παραδείγματος χάρη, από το γεγονός ότι ο μουσουλμανικός κόσμος προτίμησε, αντί να μεταφράσει δύο μεγάλους πολιτικούς διαλόγους του Πλάτωνα ή τον ιδιαίτερα δυσνόητο Τίμαιο, να προσεγγίσει τα κείμενα αυτά μέσα από τις περιλήψεις του Γαληνού.

Όποια κι αν ήταν τα αίτια της μη αντιγραφής, το αποτέλεσμά της ήταν οριστικό. Εμείς μπορούμε να ανασύρουμε στην επιφάνεια λησμονημένους συγγραφείς επειδή έχοντας στην κατοχή μας τα έργα τους τυπωμένα. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να αποσπάσουμε το έργο τους από τη λήθη των βιβλιοθηκών. Αυτό δεν ήταν δυνατό στην αρχαιότητα. Αλίμονο λοιπόν στις σκέψεις που την εποχή εκείνη έπαυαν να προσελκύουν το ενδιαφέρον των συγχρόνων τους γιατί δεν ανταποκρίνονταν στις πνευματικές και θρησκευτικές τους ανάγκες. Οι σκέψεις αυτές απλά εξαφανίζονταν. Μας μεταδόθηκε μόνο ό,τι είχε κριθεί κατάλληλο και ενδιαφέρον απ' αυτούς τους ίδιους που είχαν αναλάβει τη μετάδοση των αρχαίων κειμένων. Στην κατηγορία αυτή μπορούσε να ανήκει ένα έργο που θεωρείτο ως το πιο επιτυχημένο από τη συνολική παραγωγή ενός συγγραφέα ή ένα έργο που θεωρείτο ότι περιείχε μια αλήθεια και κατά προτίμηση μια αλήθεια που μπορούσε να διδαχθεί, η οποία τις περισσότερες φορές βρισκόταν μέσα σε σχόλια.

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗ

Letter in Greek, early 3rd century A.D., Roman, Egyptian; from Egypt, Papyrus. 

Δεν συνειδητοποιούμε πλήρως την έκταση του 'αγώνα για ζωή' που οδήγησε στην επιλογή των αρχαίων κειμένων. Για μας, ένα έργο αδιάφορο είναι καταδικασμένο στη λήθη, απ' όπου μπορεί πάντα να το ανασύρει μια μεταγενέστερη γενιά. Για τους αρχαίους Έλληνες, ένα κείμενο που έπαυε να θεωρείται ενδιαφέρον για μια σχετικά μεγάλη χρονική περίοδο ήταν καταδικασμένο σε θάνατο. Ελάχιστα είναι τα κείμενα που ξέφυγαν απ' αυτή την καταδίκη και τα οποία χάρη σε μια συγκυρία εξαιρετικών συνθηκών βρέθηκαν, παραδείγματος χάρη, καταγεγραμμένα σ' ένα πάπυρο που ανακαλύφθηκε στην έρημο της Αιγύπτου, στη σαρκοφάγο μιας μούμιας κοκ. Μπορούμε βέβαια να πούμε ότι δεν έχουμε στην κατοχή μας τα πάντα αλλά τουλάχιστον έχουμε τα αριστουργήματα. Ίσως. Ποιος όμως τα έχει επιλέξει; Και με τί κριτήρια; Άλλο να φτιάχνει κανείς μια ιδιωτική 'ιδανική βιβλιοθήκη', όταν μπορεί να αντλεί κείμενα από μια πραγματική βιβλιοθήκη, και άλλο να αποφασίζει ποιο έργο θα επιβιώσει και ποια θα χαθούν για πάντα. Το ζήτημα δεν ήταν να επιλεγεί το τι θα έπαιρνε κανείς μαζί του σ' ένα ερημονήσι αλλά το ποιος θα είχε το δικαίωμα να ανεβεί πάνω στη σχεδία... Κι αυτό προσδίδει μια κάποια πικρή γεύση στις ανθολογίες που παρουσίαζαν οι αρχαίοι κριτικοί λογοτεχνίας: η κρίση τους ήταν κρίση ζωής ή θανάτου.

Hypatia and Parmenides created by Raphael.

Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται ανάγλυφο μέσα από ορισμένα παραδείγματα. Έτσι, το ότι μπορούμε σήμερα να μιλάμε για τον Παρμενίδη το οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό σ' ένα μόνο άνθρωπο, το Σιμπλίκιο, ο οποίος αποφάσισε να αντιγράψει, μέσα στο σχόλιό του για τα Φυσικά του Αριστοτέλη, μεγάλα αποσπάσματα από το ποίημα του Ελεάτη. Και όπως λέει σ' ένα πολύ συγκινητικό χωρίο, το αντέγραψε γιατί το βιβλίο ήταν σπάνιο. Χωρίς αυτόν, σήμερα θα γνωρίζαμε λιγότερο από το μισό από το ποίημα του Παρμενίδη που βρίσκεται στην κατοχή μας. Επίσης, τι ότι μπορούμε σήμερα να μιλάμε για τον Επίκουρο το οφείλουμε στο Διογένη Λαέρτιο, ο οποίος είχε την καταπληκτική ιδέα να αναφέρει πλήρως τρεις 'επιστολές' (στην ουσία, δοκίμια) που συνόψιζαν τη θεωρία του Επίκουρου. Άλλοι στοχαστές όμως στάθηκαν λιγότερο τυχεροί.

Ας αναφέρουμε το παράδειγμα του στωικισμού. Όπως είναι γνωστό, δεν έχουμε στην κατοχή μας κανένα πλήρες έργο από την αρχική περίοδο αυτής της σχολής. Αρκούμαστε σε ορισμένα σύντομα αποσπάσματα, που έφτασαν έμμεσα ως εμάς μέσα από διάφορες μνείες. Επιπλέον, η πιστότητα της κάθε μνείας είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τη συμπάθεια του μνημονεύοντος και κατ' επέκταση προς την προσπάθειά του να κατανοήσει το περιεχόμενό της. Έτσι, ο Διογένης Λαέρτιος μας μεταφέρει αρκετά έντιμα το στωικό σύστημα αλλά μέσω ενός μάλλον άχρωμου δοξογραφικού κειμένου. Αντίθετα, ο Πλούταρχος αναφέρει πιστά ορισμένα αποσπάσματα του Κλεάνθους ή του Χρυσίππου, μόνο και μόνο για ν' αποδείξει βασιζόμενος στα κείμενά τους το παράλογο της θεωρίας τους. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ο στωικισμός έπαψε να υπάρχει ως σχολή αρκετά γρήγορα. Κατά πάσα πιθανότητα, αυτό συνέβη γύρω στο 260 μ.Χ. με κάποιον Καλλιετή, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτα πέρα από το ότι υπήρξε πιθανότατα ο τελευταίος δάσκαλος της εποχής. Η στωική φιλοσοφία έπαψε να διδάσκεται μέσα σε μια στερεή οργάνωση. Επομένως, δεν υπήρχε πια ανάγκη για σχολιασμένα κείμενα ή για εγχειρίδια. Εφόσον λοιπόν έπαψε η ζήτηση, σταμάτησε και η αντιγραφή.

Ο αριστοτελισμός στάθηκε πιο τυχερός χάρη στη γόνιμη παρανόηση του περιεχομένου του από τους νεοπλατωνικούς, οι οποίοι ήταν οι μόνοι που είχαν παραμείνει στο προσκήνιο κατά τα τέλη της αρχαιότητας: οι νεοπλατωνικοί θεωρούσαν ότι τα αριστοτελικά κείμενα (του ίδιου του Αριστοτέλη και των όχι ακόμα επηρεασμένων από το νεοπλατωνισμό σχολιαστών του -- παραδείγματος χάρη, του Αλέξανδρου του Αφροδισιέα ή του Θεμίστιου) είχαν μια προπαιδευτική αξία στα θέματα λογικής και φυσικής και αποτελούσαν ένα στάδιο προς την κατανόηση της νεοπλατωνικής μεταφυσικής.

Οι επικούρειοι και οι στωικοί όμως δεν μπόρεσαν να ενταχθούν στη νεοπλατωνική σύνθεση. Είδαν επομένως να κλείνουν μπροστά τους οι πόρτες της εννοιολογικής κιβωτού του Νώε που θα μπορούσε να τους σώσει. Τα μόνα καθαρά στωικά έργα που επιβίωσαν ήταν αυτά που είχαν μια ηθική αξία. Πράγματι, η ηθική αποτελούσε πάντα για την αρχαία φιλοσοφία το έδαφος μιας κατά κάποιο τρόπο ιερής ένωσης που εξουδετέρωνε τους τεχνικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των διαφόρων σχολών(9). Το ίδιο ίσχυε και στην ύστερη αρχαιότητα: τον 1ο αιώνα μ.Χ., ο στωικός Σενέκας μνημονεύει και σχολιάζει εγκωμιαστικά, στις επιστολές του προς το Λουκίλιο, φράσεις του Επίκουρου. Τον 6ο αιώνα μ.Χ., ο νεοπλατωνικός Σιμπλίκιος γράφει ένα σχόλιο πάνω στο Εγχειρίδιον του Επίκτητου κλπ.

Τα κείμενα επομένως που έχουμε στα χέρια μας είναι πλην ελαχίστων εξαιρέσεων αποτέλεσμα μιας επιλεκτικής εργασίας των προγενεστέρων γενεών. Η επιλογή αυτή γινόταν σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια. Και τα κριτήρια αυτά υπάκουαν στη λογική των αρχαίων Ελλήνων. Όχι στη δική μας. Ούτε σε κάποια άλλη λογική που, βασιζόμενη σε ορισμένα διαχρονικά κριτήρια, θα αποφάσιζε για την αιώνια αξία ενός έργου. Η γνώση μας για τους αρχαίους Έλληνες είναι, όπως και οποιαδήποτε άλλη ιστορική γνώση, ουσιαστικά ακρωτηριασμένη. Ας μη νομίζουμε λοιπόν ότι βλέπουμε την αρχαιότητα στις σωστές της διαστάσεις. Βλέπουμε μόνο αυτό που αποφάσισαν να διαφυλάξουν οι Έλληνες στην ύστερη αρχαιότητα.