Το ιστολόγιο "Τέχνης Σύμπαν και Φιλολογία" είναι ένας διαδικτυακός τόπος που αφιερώνεται στην προώθηση και ανάδειξη της τέχνης, της επιστήμης και της φιλολογίας. Ο συντάκτης του ιστολογίου, Κωνσταντίνος Βακουφτσής, μοιράζεται με τους αναγνώστες του τις σκέψεις του, τις αναλύσεις του και την αγάπη του για τον πολιτισμό, το σύμπαν και τη λογοτεχνία.
Arts Universe and Philology
The blog "Art, Universe, and Philology" is an online platform dedicated to the promotion and exploration of art, science, and philology. Its owner, Konstantinos Vakouftsis, shares his thoughts, analyses, and passion for culture, the universe, and literature with his readers.
«Είναι
ένας καλλιτέχνης, για τον οποίο κανένας δεν ξέρει τίποτε στ’ αλήθεια», φρόντισε
να πει ο ίδιος για τον εαυτό του, στο γέρμα της ζωής του, οχυρωμένος πίσω από
ένα περίκομψο και αινιγματικό μειδίαμα που απλωνόταν από τα χείλη στο βλέμμα.
Ξέρουμε πάντως στα σίγουρα ότι υπήρξε ένας από τους πιο γνωστούς ζωγράφους του
20ού αιώνα, ότι η αίγλη του δεν έχει σβήσει καθόλου, ότι ενέπνευσε ποιητές,
εικαστικούς, σκηνοθέτες, και μουσικούς, ότι κατόρθωσε το σχεδόν ακατόρθωτο,
ήτοι εμμένοντας σ’ έναν ηδύ κλασικισμό συνεπήρε πολλούς πρωθιερείς της
αδιάλλακτης πρωτοπορίας, ότι ακολουθώντας το πεπρωμένο τόσων και τόσων
καλλιτεχνών και διανοουμένων παρέμεινε κοσμοπολίτης άπατρις.
Balthus, Paris 1948 - IrvingPenn. Τον
έχουν λατρέψει με ζέση, τον έχουν απορρίψει μετά βδελυγμίας. Εκείνος μάλλον
απολάμβανε την προσοχή, χτίζοντας σιγά-σιγά τον μύθο του και φροντίζοντας να
συντηρεί το μυστήριο και το αίνιγμα γύρω από τις προθέσεις της τέχνης του. Ο
Μπαλτίς (1908-2001) γνώριζε καλά τον τρόπο για να το καταφέρει: για αρχή,
αρκούσε να αποτρέψει τη σύνδεση του έργου του με τη ζωή του. Αλλά ακόμη και η
σιωπή μπορεί να εκφραστεί με τον πιο θορυβώδη τρόπο. Οταν, για παράδειγμα, η
Tate Gallery διοργάνωνε την αναδρομική του το 1968 και έπρεπε να αναρτήσει μαζί
με τα έργα και τα βιογραφικά του στοιχεία, εκείνος έστελνε τις εξής οδηγίες
μέσα από ένα τηλεγράφημα: «Καμία βιογραφική λεπτομέρεια. Ξεκινήστε: “Ο Μπαλτίς
είναι ένας ζωγράφος για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτα. Και τώρα ας δούμε τους
πίνακες”. Χαιρετισμοί. Μπ.».
Πολωνός,
πρωσικής καταγωγής, γεννημένος στο Παρίσι, που έγινε το κέντρο των δραστηριοτήτων
του, έγινε παγκοσμίως διάσημος μέσω της Νέας Υόρκης, ενώ έζησε στη Ρώμη, και
έδρασε στην Ελβετία, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή, πλήρης ημερών.
Έζησε μια ζωή σαν μυθιστόρημα, ευτύχησε να έχει φίλους καλούς, που εμπράκτως
στήριξαν το καλλιτεχνικό του όραμα, του δόθηκαν ο έρωτας και η αγάπη, έπαιξε
πολύ με τη μυθοπλασία σκιάζοντας, με χρωματιστές όμως και χαριτωμένες σκιές, τα
αληθινά γεγονότα του βίου του. Μια κάπως μακάβρια, ωστόσο κωμική κατά βάση,
απόρροια της τάσης του να μπλέκει τον μύθο με την πραγματικότητα, είναι και η
σκιώδης εμφάνισή του ως εξάδελφος του κατά συρροήν δολοφόνου Χάνιμπαλ Λέκτερ
στο τρίτο μυθιστόρημα της σειράς του Τόμας Χάρις.
Autoportrait(detail), 1940.
Ο
Μπαλτάσαρ Κλοσόφσκι, γνωστός τοις πάσι ως Μπαλτίς, είδε το πρώτο φως στην Πόλη
του Φωτός, πριν από έναν αιώνα, στις 29 Φεβρουαρίου του 1908. Το ότι γεννήθηκε
τέτοια μέρα, ενός δίσεκτου έτους, σήμαινε απ’ τη μια να γιορτάζει ανά τέσσερα
χρόνια τα γενέθλιά του, κάτι οχληρό για ένα παιδί, από την άλλη όμως ήταν ένα
γεγονός που, όπως τον διαβεβαίωνε ο μείζων ποιητής και πρώτος μέντοράς του, ο
Ράινερ Μαρία Ρίλκε, του πρόσφερε πρόσβαση «σε ένα βασίλειο ανεξάρτητο από τις
αλλαγές που υφίστανται οι άλλοι άνθρωποι».
Les enfants Blanchard, 1937. Ο
Μπαλτίς μεγάλωσε σε ένα milieu εξόχως καλλιτεχνικό, σε ένα περιβάλλον πολύ
φιλικό απέναντι στις τέχνες και την ανοιχτή σκέψη, την οικειότητα του οποίου θα
αναζητούσε και θα συντηρούσε σε όλη του τη ζωή. Οι φίλοι του ήταν φιλόσοφοι,
συγγραφείς, σκηνοθέτες και μάλιστα μεγάλου βεληνεκούς, όπως ο Φεντερίκο Φελίνι
ή ο Βιμ Βέντερς, και βεβαίως καλλιτέχνες όπως ο Αλμπέρτο Τζιακομέτι, ο Μαν Ρέι
αλλά και ο Πικάσο, ο οποίος μάλιστα ήταν ο αγοραστής του πίνακά του «Τα τέκνα
Μπλανσάρ» (1937).
Τα
παιδικά του χρόνια, όπως και όλη την υπόλοιπη μακρά ζωή του, τα πέρασε μες στα
λυτρωτικά νάματα της ζωγραφικής, της φιλοσοφίας, και της ποίησης, μιας και ο
αδελφός του ήταν ο φημισμένος φιλόσοφος Πιερ Κλοσόφσκι, πατέρας του, ο Έριχ
Κλοσόφσκι, ήταν διαπρεπής ιστορικός τέχνης, ενώ η μητέρα του, η Ελισάβετ
Δωροθέα Σπίρο, ήταν άκρως φιλότεχνη, αλλά και ζωγράφος που εξέθετε με το
καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Μπαλαντίν, και περιστοιχιζόταν από έναν κύκλο διακόνων
της Ερατώς, ανάμεσα στους οποίους ο Ρίλκε, ο Ζαν Κοκτώ, και ο Αντρέ Ζιντ.
Chat et Balthus,
Photo by Martine Frank, 1999.
Σύμφωνα
μάλιστα με κάποιους εκ των βιογράφων του Μπαλτίς, ήταν ελληνικής καταγωγής, ενώ
άλλοι εντοπίζουν τις ρίζες της στους Εβραίους Σεφαραδίτες. Ούτως ή άλλως, οι
περιστάσεις ανάγκασαν την οικογένεια σε περιπλανώμενη ζωή. Έφυγαν από την
Πολωνία και εγκαταστάθηκα στο Παρίσι για πολιτικούς λόγους. Με το ξέσπασμα του
Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο Βερολίνο, θεωρούμενοι
εχθροί από τους Συμμάχους. Το διαζύγιο των γονιών του ώθησε την Μπαλαντίν, και
τον μικρό Μπαλτάσαρ, σε μιαν ακόμα μετεγκατάσταση, αυτή τη φορά στην Ελβετία,
στα 1917.
Μόλις
στα δεκατρία του χρόνια, ο Μπαλτίς, ευτύχησε να δει τυπωμένα έργα του.
Επρόκειτο για ένα περίκομψο τομίδιο με τίτλο «Mitsou», το οποίο περιλάμβανε 40
σχέδια με μελάνι που αφηγούνταν τα δεινά μιας μοναχικής προεφηβικής ηλικίας,
και, απολύτως τιμητικά, ένα γαλλικό κείμενο που συνέθεσε ο Ρίλκε:
Ο
οποίος άλλωστε φρόντιζε να συστήσει το παιδί-θαύμα σε εξέχουσες προσωπικότητες
της παρισινής πνευματικής αφρόκρεμας, να του αφιερώσει το ποίημα «Νάρκισσος», στα 1925, και να
χρηματοδοτήσει γενναιόδωρα, το 1926, έναν ολόκληρο χρόνο διαμονής στην Ιταλία
όπου ο Μπαλτίς γνώρισε από κοντά το έργο των μεγάλων μετρ της ιταλικής
ζωγραφικής. Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι, ο ταλαντούχος νεαρός συνδέθηκε
φιλικά με ποιητές όπως ο Πολ Ελιάρ, συγγραφείς όπως ο Αντρέ Μαρλό,
θεατρανθρώπους όπως η Μαντλέν Ρενό και ο Ζαν-Λουί Μπαρό, εικαστικούς όπως ο
Ζορζ Μπρακ και ο Αλμπέρτο Τζακομέτι. Επηρεαζόταν και επηρέαζε. Εμπνεόταν και
ενέπνεε, ήδη από την πρώτη του νιότη. Διόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο πληθωρικός
Ζαν Κοκτώ άντλησε στιγμές των «Τρομερών Παιδιών», του θεατρικού του έργου που
σημείωσε τεράστια επιτυχία, από όσα ζούσε επισκεπτόμενος το σπίτι του Μπαλτίς.
Thérèse on a Bench Seat, 1939. Photograph: Courtesy of
Dorothy R. and Richard E. Sherwood Family Collection.Ο
Μπαλτίς είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο να ζωγραφίζει κορίτσια προεφηβικής ηλικίας
σε νωχελικές πόζες, όπως η περί ης ο λόγος «Τερέζα», με τη στάση του σώματός
τους να ισορροπεί με χάρη αλλά και αμφιθυμία ανάμεσα στην παιδική αθωότητα και
την ερωτική πρόκληση.
Ανήσυχος
πάντα, ταξιδεύει στο Μαρόκο, όπου ζει δύο χρόνια και φιλοτεχνεί πολλά από τα
πιο γνωστά του έργα. Επιμένει σε ένα είδος κλασικισμού, μορφολογικά,
μπολιάζοντας εντούτοις τα προϊόντα της φαντασίας του με γριφώδεις υπαινιγμούς
και με έναν ανατρεπτικό αισθησιασμό, κάτι που προσδίδει μιαν εξαιρετική
διαχρονικότητα στα δημιουργήματά του.
Jeune Fille au Chat, 1937.
Άλλωστε
αγαπημένος του συνθέτης ήταν ο Μότσαρτ, ενώ δεν έπαψε να περιδιαβάζει στα τοπία
της Έμιλι Μπροντέ και του Λούις Κάρολ, απεικονίζοντας εν συνεχεία τον
ανησυχητικό ερωτισμό των μικρών κοριτσιών. Στο εργαστήριό του, στην πανέμορφη
μικρή πλατεία Φιρστενμπέργκ, στρέφοντας τα νώτα στον ηθικισμό και κλείνοντας τα
ώτα απέναντι στις σειρήνες της αβανγκάρντ που, καλώς, έκανε θραύση εκείνη την
εποχή, ο Μπαλτίς ζωγραφίζει λίαν λεπταίσθητες λάγνες «λολίτες» σε σκηνικά που
θυμίζουν εξαίσιες μελωδίες της κλασικής μουσικής.
Ο
«Δρόμος», ο πρώτος μεγάλος πίνακας του Balthus, ήταν ένας από τους αρκετούς που
σκανδάλισαν το κοινό όταν συμπεριλήφθηκε στην πρώτη ατομική έκθεση του
καλλιτέχνη, στο Παρίσι το 1934. Ο Balthus απέδωσε κάθε μία από τις φιγούρες στη σκηνή του, στην οδό Bourbon-le-Chateau
του Παρισιού, παγωμένη στη μέση της κίνησης. Καμία από αυτές δεν φαίνεται να
παρατηρεί την επιθετική σεξουαλική πάλη που διεξάγεται στα αριστερά του πίνακα.
Ο Balthus απέφυγε την
στυλιστική κατηγοριοποίηση, αλλά ο Δρόμος», παρουσίασε μεγάλο ενδιαφέρον για
τους σουρεαλιστές καλλιτέχνες για την απόδοση ενός πολυσύχναστου δρόμου ως ενός
παράξενου τόπου ψυχικής απομόνωσης και για την εξερεύνηση των σεξουαλικών
ταμπού. The Street, Balthus's first large painting, was one of several that
scandalized audiences when it was included in the artist's earliest solo
exhibition, in Paris in 1934. Balthus
rendered each of the figures in his scene of Paris's rue Bourbon-le-Chateau
frozen mid-movement; none of them seem to notice the aggressive sexual struggle
underway at the painting's far left. Balthus eschewed stylistic categorization,
but The Street was of great interest to Surrealist artists for its
rendering of a crowded street as an uncanny site of mental isolation and for
its exploration of sexual taboos.
Οι
αινιγματικές φιγούρες σε πίνακες όπως «Ο δρόμος» (1933), όπου ετερόκλητοι
άνθρωποι συνυπάρχουν στην καρδιά του Παρισιού, κρατούν καλά κρυμμένα τα μυστικά
τους και αφήνουν στον θεατή το φορτίο να κάνει τις συνδέσεις και να αναλάβει
την ευθύνη της εικόνας που βλέπει. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σπουδαιότεροι
επίμονοι αναπαραστατικοί ζωγράφοι του 20ού αιώνα, όπως ο Λούσιεν Φρόιντ, ο
Φράνσις Μπέικον ή ο Αλεξ Κατς, επηρεάστηκαν από τη γοητεία του έργου του
«καλλιτέχνη της αντίφασης και της δυσφορίας».
Alice dans
le miroir, 1933. Huile sur toile, 162 x 112 cm. Collection Centre
Georges Pompidou, Paris.
La leçon de guitar, 1934. Το
«Μάθημα κιθάρας», όπου μια γυναίκα (η μητέρα;) έχει αρπάξει από τα μαλλιά ένα
κορίτσι (την κόρη;) γυμνό από τη μέση και κάτω, σε μια σύνθεση που θυμίζει μια
παραποιημένη pietà, προκάλεσαν πολλά… εγκεφαλικά το βράδυ των εγκαινίων του.
Καιεγένετοσκάνδαλο! Στα 1934, ο Μπαλτίς κάνει την πρώτη του
ατομική έκθεση στην Galerie Pierre, στο Παρίσι. Ανάμεσα στα έργα του θα είναι ο
«Δρόμος», «Ο
καλλωπισμός της Κάθυ», η «Αλίκη μες στον καθρέφτη», και το «Μάθημα Κιθάρας». Το τελευταίο εικονίζει ένα ημίγυμνο κοριτσάκι,
στην αγκαλιά μιας γυμνόστηθης δασκάλας, με την κιθάρα ριγμένη στο δάπεδο, και
ένα πιάνο στο φόντο.
Enguerrand Quarton. Pietà
of Villeneuve-lès-Avignon.Oil
on wood, 163cm x 219cm. Musée du Louvre.
Ο πίνακας θεωρήθηκε πορνογραφικός και, επιπροσθέτως,
βλάσφημος καθόσον ορισμένοι θρησκόληπτοι «ανακάλυψαν» αναφορές στην Πιετά της
Αβινιόν, ένα εξόχως ευλαβές έργο ανωνύμου του 15ου αιώνα, το οποίο φυλάσσεται
στο Λούβρο.
Ο
Μπαλτίς αρνήθηκε εντόνως ότι είχε κατά νου το εν λόγω έργο όταν ζωγράφιζε το «Μάθημα Κιθάρας», επέμεινε ότι είναι
πιστός καθολικός, αν και, πάντα καλός παίκτης του διφορούμενου, ενώ φρόντισε να
διακηρύξει ότι δεν καταλαβαίνει γιατί του προσάπτουν ότι είναι πορνογράφος, ότι
η διαφήμιση είναι πορνογραφία, αν πράγματι φιλοτέχνησε έναν πορνογραφικό πίνακα
αυτός είναι ίσως το «Μάθημα Κιθάρας».
Όπως και να ’χει, το σκληρό αποτέλεσμα ήταν ότι η πρώτη έκθεση του Μπαλτίς στο
Παρίσι έμελλε να είναι και η τελευταία για κάμποσα χρόνια, για μέχρι το τέλος
του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου!
The Moth, 1959. Photograph: Courtesy of Musée National d'Art
Moderne, Centre Georges Pompidou.
Στα
1937, ο Μπαλτίς θα παντρευτεί την Αντουανέτ ντε Βατβίλ, γόνο αριστοκρατικής
οικογένειας της Βέρνης. Θα κάνουν δύο παιδιά, τον Θαδαίο και το Στανίσλαο. Στα
1938, μέσω της γκαλερί του Πιερ Ματίς, γιου του διάσημου ζωγράφου, στη Νέα
Υόρκη, ο Μπαλτίς θα κερδίσει την παγκόσμια φήμη. Αποτελεί ένα είδος ειρωνείας
το ότι ο λεπταίσθητος καλλιτέχνης καθιερώθηκε διεθνώς μέσα από εκθέσεις στις
Ηνωμένες Πολιτείες, ανάμεσα στις οποίες και αυτή στο ΜΟΜΑ, στο περίφημο Μουσείο
Μοντέρνας Τέχνης, ενώ ο ίδιος δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στην Αμερική,
παραμένοντας προσηλωμένος στην Ευρώπη.
An image of For
Balthus (1969) by Duane Michals.
Μετά
τη γερμανική εισβολή, στα 1940, η εξορία θα είναι και πάλι η μοίρα του, και η
Ελβετία θα είναι το καταφύγιό του. Ο Αντρέ Μαρλό και ο Αλμπέρτο Τζακομέτι θα
είναι οι πιστότεροι από τους πολλούς εξέχοντες φίλους του, στη χορεία των
οποίων θα προστεθούν ο Πάμπλο Πικάσο και ο Ζακ Λακάν, ο οποίος μάλιστα
εξελίχθηκε σε φανατικό συλλέκτη έργων του Μπαλτίς.
La Chambre, 1952-54.
Le Passage du Commerce Saint –André, 1954.
Στη
δεκαετία του 1950, θα έχει την ευκαιρία να σχεδιάσει τα σκηνικά για την όπερα
«Cosi fan tutte», του αγαπημένου του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ και να
ολοκληρώσει ορισμένα από τα πιο φιλόδοξα αριστουργήματά του, όπως το La Chambre, στα 1952, και το Le Passage du Commerce Saint-André,
στα 1954, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του 1960, θα εγκατασταθεί στην Ιταλία, ως
διευθυντής της Γαλλικής Ακαδημίας της Ρώμης, όπου και θα συνδεθεί φιλικά με τον
πληθωρικό σκηνοθέτη Φεντερίκο Φελίνι.
Balthus and
Setsuko, 2000, by Duane Michals.
Επίσης,
θα παντρευτεί, στα 1967, την Γιαπωνέζα καλλονή Σετσούκο Ιντέτα, κατά τριάντα
πέντε χρόνια νεότερή του, με την οποία θα αποκτήσει έναν γιο, τον Φούμιο, ο
οποίος όμως θα αποβιώσει χτυπημένος από ασθένεια μόλις δύο χρόνια μετά τη
γέννησή του, και μία θυγατέρα, την Χαρούμι.
Painter BALTHUS
with his model Anna WHALI by Henri Cartier-Bresson. January 1999. SWITZERLAND.
Canton of Vaud. Rossinière.
Θα
αποσυρθεί στην Ελβετία, όπου θα συνεχίσει να ζωγραφίζει, μάλλον με βραδείς
ρυθμούς, πάντα τελειοθήρας και λάτρης της λεπτομέρειας, ενώ θα επιτρέψει στον
επίσης φίλο του, τον φημισμένο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, να τον φωτογραφίσει, γηραιό
μα μειλίχιο και ευτυχισμένο, στα 1999.
Le peintre et son modele, 1981.
Δύο
χρόνια μετά, στις 18 Φεβρουαρίου του 2001, ο Μπαλτίς θ’ αφήσει την τελευταία
του πνοή. Αξίζει να θυμόμαστε, εκτός από το πλούσιο έργο του, αυτές τις
μελωδίες των χρωμάτων που μας χάρισε, και το ότι ήταν ο μόνος καλλιτέχνης που
εν ζωή είδε πίνακές του στο Λούβρο, όταν ο Πικάσο δώρισε στο μουσείο την
ιδιωτική του συλλογή που περιείχε και δημιουργίες του Μπαλτίς, και ότι στην
τελευταία του κατοικία δεν τον συνόδευσαν μονάχα κρατικοί άρχοντες, ξακουστοί
γηραιοί συνάδελφοί του, και εκατοντάδες άγνωστοι θαυμαστές του, αλλά και
αστέρες της ροκ μουσικής, με δεσπόζοντα τον Μπόνο των U2.
Γιώργος-Ίκαρος
Μπαμπασάκης
Δημοσιεύτηκε
στο "Έψιλον" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου