Bruce Davidson was
born in Oak Park, Ill., where his prolific career began at the tender age of 10
when his mother built him a dark room. He spent his adolescence photographing
different neighborhoods in Chicago. This photograph was taken in Queens, N.Y.,
in 1980.
Drive-Through. After
graduating from high school, Davidson entered Rochester Institute of Technology
and Yale University. This photograph was made in Los Angeles in 1964 and was
famously used for the cover of the Beastie Boys' triple-platinum album Ill
Communication.
Child's Play. After college, Davidson enlisted in the Army; at his
first station, he was assigned to the base's photo pool. In this photo, a girl
pushes a baby carriage down a factory road in Wales.

Συμβαίνει
κάτι παράξενο, σχεδόν μεταφυσικό με τον Μπρους Ντέιβιντσον, αυτό το μεγάλο
όνομα της αμερικανικής φωτογραφίας: δεκαετίες μετά, «τυγχαίνει» και «πέφτει
πάνω» στους πρωταγωνιστές των φωτογραφιών του. Άλλες φορές το επιδιώκει ο
ίδιος, τις περισσότερες προκύπτει ύστερα από συμπτώσεις που μερικές φορές σε
κάνουν και ανατριχιάζεις. Έτσι, όταν μετά τριάντα ολόκληρα χρόνια συνάντησε το
δεκαπεντάχρονο, τότε, κορίτσι που διόρθωνε τα μαλλιά του στον καθρέφτη στην
ενότητα του Brooklyn Gang, η γυναίκα είπε στον Ντέιβιντσον: «Είχαμε όλοι ένα
όνειρο τότε, αλλά το χάσαμε». Προσπάθησε να της ανεβάσει το ηθικό λέγοντας ότι
«η φωτογραφία της βρίσκεται κρεμασμένη σε διάφορα μεγάλα μουσεία ανά τον κόσμο.
Τότε γύρισε προς την έφηβη κόρη της που μπήκε εκείνη την ώρα στο δωμάτιο και
της είπε: «Κοίτα, εδώ σ’ αυτήν τη φωτογραφία είναι η μαμά σου στην ηλικία σου».
Αμέσως, γύρισε προς τον διάσημο φωτογράφο χαμογελώντας: «Ίσως το όνειρο μου να
μη χάθηκε τελείως».

Dining Out. His talent as a photographer was recognized by an
editor of the post's newspaper, and Davidson was asked to be permanently
assigned to the paper, where he was given a certain amount of autonomy. In the
above shot, an elderly couple eats in a New York cafeteria in 1973.
Η
ζωή του Μπρους Ντέιβιντσον είναι γεμάτη τέτοιες συναντήσεις. Από τις αρχές της
δεκαετίας του 1950 φωτογραφίζει πάνω σε θέματα δικής του επιλογής τα οποία
δουλεύει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τρεις φημισμένες ενότητες της δουλειάς
του, το Brooklyn Gang, το Subway, που χρονολογείται από τα μέσα της δεκαετίας
του 1980 και το πιο πρόσφατο, το Central Park (1990), μας αποκαλύπτουν τον
κεντρικό άξονα της δουλειάς του: μία καθαρά ανθρωποκεντρική φωτογραφία που
έχτισε σχολή στην μεταπολεμική Αμερική γιατί ενώ τοποθετεί στο κέντρο της,
συχνά με σκληρό και όχι ευχάριστο τρόπο, ο συναισθηματισμός αποδεικνύεται
άγνωστος. Ο Ντέιβιντσον συμπάσχει με τους ήρωες του, αλλά σιωπηρά. Μόνο ο τρυφερός
απόηχος φτάνει στους θεατές, όταν πρώτα μας έχει ακινητοποιήσει με την ίδια την
εικόνα, τα πρόσωπα που έχει επιλέξει να αφηγηθούν μικρές ή μεγάλες αμερικανικές
ιστορίες. Αλλά
ας μην ξεχνάμε πού δούλευε. Μεγάλες φωτογραφικές δουλειές του Ντέιβιντσον
εξελίσσονται σε σπίτια και στέκια ανθρώπων που προσπαθούσαν να επιβιώσουν, στα
γκέτο της μεταπολεμικής Νέας Υόρκης, σε μπαρ όπου σύχναζαν απόβλητοι και
παρίες. Ένας λευκός, ήσυχος φωτογράφος με τρίποδο δεν ήταν καθημερινό
φαινόμενο, αλλά σίγουρα δεν συνιστούσε άμεση απειλή. Κι αν συνιστούσε, πολλοί
δεν μπορούσαν να το αντιληφθούν με τόσο αλκόολ ή ηρωίνη στο αίμα τους.
Αργότερα, στη δεκαετία του ’80 τα πράγματα είχαν αλλάξει και οι περισσότεροι
παρίες του ’50 και του ’60 είχαν καταφέρει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να
αφήσουν πίσω τους τον βούρκο και να στήσουν μιαν αξιοπρεπή ζωή που τώρα δεν
είχαν κανένα πρόβλημα να επιδείξουν στον φακό ενός ξένου φωτογράφου.

Ξεκίνησε
να ασχολείται με τη φωτογραφία σε ηλικία δέκα ετών στο Oak Park του Ιλινόις. Με
τη φοίτησή του στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Ρότσεστερ και στο Πανεπιστήμιο
του Γέιλ συνέχισε να διευρύνει τις γνώσεις του και να εξελίσσει το πάθος του
για τη φωτογραφία. Όταν παρουσιάστηκε στον στρατό τοποθετήθηκε στο Παρίσι. Εκεί
συνάντησε τον Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, έναν από τους τέσσερις ιδρυτές του γνωστού
διεθνούς φήμης φωτογραφικού πρακτορείου, Magnum Photos. To 1957, εργάστηκε ως
φωτογράφος στο πρόγραμμα εξωτερικών συνεργατών του περιοδικού Life κι ένα χρόνο
αργότερα έγινε πλήρες μέλος του Magnum. Αμέσως αρχίζει και παράγει τις πρώτες
προσωπικές του ενότητες («Ο Νάνος», «Συμμορία του Μπρούκλιν», «Διαδρομές
ελευθερίας»), ενώ το 1963 το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Νέας Υόρκης
παρουσίασε ατομική έκθεση με το πρώιμο έργο του. Το 1966, η Αμερικάνικη
Ομοσπονδιακή Υπηρεσία για τις Τέχνες του απένειμε την πρώτη επιχορήγηση
φωτογραφίας, αφού ο Ντέιβιντσον είχε περάσει δύο χρόνια απαθανατίζοντας τις
άθλιες κοινωνικές συνθήκες σε ένα οικοδομικό τετράγωνο στο ανατολικό Χάρλεμ. Έτσι προέκυψε η σειρά East 100th Street, μία ενότητα που έμελλε να κάνει γνωστό
το όνομα του Ντέιβιντσον σε όλο τον κόσμο. Το 1998 το Open Society Institute
έδωσε υποτροφία στον φωτογράφο να επιστρέψει στην ίδια ενότητα, τριάντα χρόνια
μετά.

During these golden
years he photographed extensively, taking photos of two of his famous projects,
“Brooklyn Gang” – a project on
troubled teenage youth in the area and “The
Dwarf” – a circus-dwarf named Jimmy Armstrong that he befriended which
showed the various levels of emotional complexity that Jimmy faced as a
performer.
Circus. Not long after, Davidson was stationed in Paris,
where he met the famed photographer Henri Cartier-Bresson, a founder of the
storied Magnum photo agency. Above, a circus dwarf is photographed in
Palisades, N.J., in 1958.
Portrait. In this photo, two people pose for a portrait in
Alabama in 1965.
From 1961 to 1965,
Davidson produced one of his most famous bodies of work, “Time of Change” in which he followed the Civil Rights Movement and
Freedom Riders around the United States, in both the North and South. This
project awarded him the first National Endowment for the Arts grant ever given to
a photographer.
Davidson’s next
project, “East 100th Street” is
probably his most famous bodies of work, in which he photographed an infamously
run-down block in East Harlem for two years. Using a 4×5 large-format view
camera, he befriended many of the locals and constantly gave out prints from
the project that he worked on. Through the project you get a very intimate look
into the lives of people in East 100th Street – both the difficulties they
faced as well as the joys.
Looking Out. In 1998, the photographer returned to East 100th
Street to document the changes that had occurred in the 30 years since his
seminal work documenting the neighborhood.
Lean on Me. Two kids sit on a sofa in a New York City apartment
in 1966. This photo is taken from Davidson's series East 100th Street, the
result of his spending two years documenting the people inhabiting the East
Harlem street.
To create a
memorable street photograph is a combination of content & form. We want
strong content (capturing interesting people, scenes, situations) and strong
form (composition, framing, backgrounds). Although both are important, Davidson
says that his photographs revolve more around the content by capturing moods: “From the start, my photographs were about
capturing a mood. I didn’t do picture stories; it was more about taking a
picture that caught a mood, then building a series that sustained that mood.”
March to Freedom. After briefly working as a freelance photographer,
Davidson joined Magnum in 1958. Above, a group of civil rights demonstrators
led by Martin Luther King Jr. marches from Selma to Montgomery, Ala., during
the civil rights movement.
«Οι
περισσότερες από τις φωτογραφίες μου είναι συμπονετικές, ευγενικές και
προσωπικές. Τείνουν να επιτρέπουν στο θεατή να δει μόνος του. Και τείνουν να
μην παρουσιάζονται ως τέχνη.» -Μπρους Ντάβιντσον
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου