Arts Universe and Philology

Arts Universe and Philology
The blog "Art, Universe, and Philology" is an online platform dedicated to the promotion and exploration of art, science, and philology. Its owner, Konstantinos Vakouftsis, shares his thoughts, analyses, and passion for culture, the universe, and literature with his readers.

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Ρεμπέτικα τραγούδια για τον πόλεμο του 1940. Rembetika songs about the war of 1940

O Μάρκος Βαμβακάρης και ο Παναγιώτης Τούντας έγραψαν τα περισσότερα τραγούδια για τον πόλεμο του 1940.

Ο πόλεμος του 1940 είναι μελωδικά συνυφασμένος, όπως όλοι γνωρίζουμε, με την φωνή και τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο. Η «τραγουδίστρια της νίκης» με τις ερμηνείες της κρατούσε υψηλό το εθνικό φρόνημα και διατράνωνε την πίστη για την τελική δικαίωση.

Επίκαιροι στίχοι, συχνά με σκωπτική διάθεση για τον εχθρό, πάνω σε παλιότερες ή νέες μελωδίες δημιούργησαν τα χιλιοτραγουδισμένα λαϊκά εμβατήρια του έπους, που ακούγονται με την ίδια διάθεση ως σήμερα.

Μέσα στο 1941 έφυγε από την ζωή ο Ανέστος Δελιάς ή Ανεστάκι ή Αρτέμης: Ο Δελιάς γεννήθηκε στην Σμύρνη το 1912. Ο πατέρας του ήταν περίφημος μουσικός. Ο Δελιάς ήρθε στην Αθήνα μετά το 1922 και εμφανίστηκε το 1928 παίζοντας κιθάρα, ενώ μετά το 1930 άρχισε να παίζει μπουζούκι. Μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Γιώργο Μπάτη συγκρότησαν την θρυλική ´Τετράδα του Πειραιώς´, την πρώτη δηλαδή ρεμπέτικη κομπανία με μπουζούκια που εμφανίστηκε το 1934, στου Σαραντόπουλου, στην Ανάσταση του Πειραιά. Ο Δελιάς ήταν πολύ αγαπητός. Στην ζωή του μοιραίο ρόλο έπαιξε μια πόρνη, η οποία τον έριξε στην πρέζα. Η ίδια πέθανε στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Για ένα διάστημα τον βοήθησαν πολύ ο Παγιουμτζής και ο Μπαγιαντέρας. Δυστυχώς ξανασυνδέθηκε μαζί της λίγο πριν τον πόλεμο. Ο Δελιάς έφυγε μόνος και το άψυχο σώμα του βρέθηκε σε ένα καροτσάκι στο Βαρβάκειο το 1941. Tetras, the Legendary of Piraeus - rebetiko music band. Top row clockwise: Giorgos Batis, Anestos Delias, Markos Vamvakaris, Stratos Payoumtzis.

Πέρα όμως από τα τραγούδια αυτά, που κινούνται στο χώρο του ελαφρού, επιθεωρησιακού άσματος, υπήρξαν και τα αντίστοιχα ρεμπέτικα με παρόμοια θεματολογία, τα οποία παρέμειναν λιγότερο γνωστά. Από την πλευρά τους οι οιωνεί περιθωριακοί και αμφιλεγόμενοι από το μουσικό κατεστημένο, ρεμπέτες, έθεσαν το δικό τους μελωδικό στίγμα, με αφορμή τις κοσμοϊστορικές για το έθνος, εκείνες στιγμές και μάλιστα με τρόπο εντυπωσιακό.

Ένας άλλος καλλιτέχνης που έφυγε μέσα στην Κατοχή, ήταν ο Γιάννης Εϊτσιρείσης, ή Εϊζερίδης, ή Ιντζιρίδης, ή Γιοβάν Τσαούς. Από τους καλύτερους μουσικούς. Όταν έπαιζε, ο Μάρκος Βαμβακάρης ακουμπούσε το μπουζούκι του δίπλα και καθόταν να τον ακούσει. ´Παίξε ρε Γιοβάνη´ του ’λεγε ο Μάρκος, ´να χαρείς τα παιδιά σου´. Ο Γιοβάν Τσαούς γεννήθηκε στην Κασταμονή του Ικονίου της Μ. Ασίας από Έλληνες γονείς το 1896. Στα δεκαοκτώ του ήταν ξακουστός μουσικός σε όλη την Μικρά Ασία. Στην Ελλάδα ήρθε το 1923 και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Ζούσε δουλεύοντας ως ράφτης με βοηθό την γυναίκα του, καθώς αρνιόταν επίμονα και σταθερά να ανέβει σε πάλκο. Έπαιζε μόνο για το κέφι του. Αυτήν την αρχή την παρέβηκε μία ή δυό φορές σε όλη του την ζωή. Ήταν αυτοδίδακτος σε εννέα όργανα τα οποία έπαιζε περίφημα. Ο μόνος που μπορούσε να του φτιάξει όργανα έτσι όπως τα ήθελε ήταν ο Κυριάκος Πεσματζόγλου ή Λαζαρίδης. Ο Γιοβάν Τσαούς πέθανε τον Οκτώβριο του 1942 από δηλητηρίαση. Έφαγε τηγανόψωμο που έφτιαξε με χαλασμένο αλεύρι που είχε πάρει από κάποιο βομβαρδισμένο πλοίο στο λιμάνι του Πειραιά. Λίγες ώρες αργότερα από την ίδια αιτία πέθανε και η γυναίκα του. Η γυναίκα του Γιοβάν Τσαούς έχει γράψει σχεδόν όλους τους στίχους των τραγουδιών του. Συχνά τα βραδάκια αυτή η γυναίκα καθόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού της και μεταξύ των ανθρώπων που παρατηρούσε καθώς περνούσαν ήταν και οι πρεζάκηδες, πραγματικές ανθρώπινες σκιές που πήγαιναν να κοιμηθούν στα βαγόνια του σιδηροδρόμου. Αυτές τις τρομακτικές εντυπώσεις της, τις έκανε στην συνέχεια στίχους.

Η άμεση σύνθεση και ηχογράφηση κάποιων δεκάδων επίκαιρων τραγουδιών, μετά την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων  - ως τα τέλη του 1940 και τους πρώτους μήνες του 1941 – απέδειξε πόσο άδικες υπήρξαν οι διώξεις των εκφραστών του είδους από το καθεστώς Μεταξά και η απαξίωσή του από την καθωσπρέπει κοινωνία. Το ρεμπέτικο τραγούδι ούτε αντεθνικό θεωρείται, ούτε συντηρούσε αποκλειστικά την προτροπή σε περιθωριακές και κατακριτέες συμπεριφορές.

Ο Παναγιώτης Τούντας δικαίως ονομάστηκε ο ´ευφυής μάστορας της προσφυγιάς´, καθώς ήταν όχι μόνο ο διασημότερος συνθέτης της Σμυρναϊκής Σχολής αλλά επιπλέον ανήκει στην ομάδα των Μικρασιατών μουσικών που μετά την καταστροφή του 1922, διαμόρφωσαν το ρεμπέτικο τραγούδι στην Ελλάδα. Ο Παναγιώτης Τούντας γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1886 από ευκατάστατους γονείς, που του έδωσαν τη δυνατότητα να ασχοληθεί από μικρός με τη μουσική. Άρχισε από παιδί να παίζει μαντολίνο και στις αρχές του 20ού αιώνα συμμετείχε στην Σμυρνέικη Εστουδιαντίνα του Σιδέρη, που έμεινε γνωστή με το όνομα ´Τα Πολιτάκια´. Συμμετείχε σε διάφορα μουσικά σχήματα που έκαναν περιοδείες εκτός Σμύρνης, για την ψυχαγωγία των Ελλήνων της διασποράς και ταξίδεψε στην Αίγυπτο, την Αβησσυνία, την Ελλάδα και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες με ελληνική παροικία. Ο ίδιος λέει σε ένα τραγούδι του: ´Εταξίδευα Συρία Πορτ-Σάιντ και Ασκεντερία´. Τα πρώτα χρόνια μετά τη μικρασιατική καταστροφή, έπαιζε σε διάφορα κέντρα σαν μαντολινίστας. Το 1924 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του ελληνικού παραρτήματος της γερμανικής ´ODEON´ στην Αθήνα. Μέχρι να κατασκευαστεί το εργοστάσιο δίσκων στην Ελλάδα, συνεργάζεται σχεδόν με όλες τις δισκογραφικές εταιρείες και διηύθυνε τις περισσότερες ηχογραφήσεις που γίνονταν στην Ελλάδα. Τον ίδιο χρόνο ηχογραφεί τη ´Σμυρνιά´με την Αθηναϊκή Εστουδιαντίνα του Τάσου Μαρίνου και γίνεται ο πρώτος Έλληνας λαϊκός συνθέτης που το όνομά του αναγράφεται σε ετικέτα δίσκου. Το 1931 αναλαμβάνει καλλιτεχνικός διευθυντής της «COLUMBIA» και της ´His Master voice´ και παραμένει στη θέση αυτή μέχρι το 1940. Ο Παναγιώτης Τούντας πέθανε τον Μάιο του 1942.

Οι δημιουργοί του απέδειξαν το 1940 ότι διέθεταν δυνατή φιλοπατρία, όπως και ικανή κρίση, ώστε να αντιλαμβάνονται την σοβαρότητα των ημερών και να συμβάλλουν με το δικό τους μέτρο στην τόνωση του εθνικού φρονήματος.

Αρκετά από τα τραγούδια αυτά είναι προσαρμογές επίκαιρων στίχων σε παλιότερες καταξιωμένες και αποδεκτές μελωδίες (όπως άλλωστε και πολλά τραγούδια της Σ. Βέμπο) κι αυτό έχει προφανή σκοπιμότητα: αφ’ ενός η έτοιμη μουσική βοηθούσε στην αμεσότερη κυκλοφορία του τραγουδιού κι αφετέρου, εφ’ όσον αυτή προέρχονταν από επιτυχίες της εποχής, η αποδοχή της νέας εκδοχής θεωρούνταν εξασφαλισμένη.

Η θεματολογία τους κινείται, όπως είναι αναμενόμενο, στις εξής πάνω –κάτω  κατευθύνσεις:

α) Επισημαίνεται η άδικη επίθεση των Ιταλών και η πέρα για πέρα δίκαιη ελληνική αντίσταση «υπέρ βωμών και εστιών». Κι αυτό θα οδηγήσει στην δικαίωση και στην τελική νίκη.

β) Εξυμνείται το θάρρος και το αξιόμαχο του ελληνικού στρατού που θα συντρίψει τον εχθρό, με μεγαλόστομες, ενίοτε, εκφράσεις ενθουσιασμού και πατριωτισμού.

γ) Εκφράζονται ειρωνικοί και απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί  για τον υπερφίαλο επιδρομέα – κυρίως στο πρόσωπο του Ιταλού ηγέτη – εξευτελίζοντάς τον.

δ) Καταγράφονται τα πανελλήνια συναισθήματα με λιτό, άμεσο τρόπο, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι δημιουργοί των τραγουδιών αφουγκράζονταν στο έπακρο τη σοβαρότητα  και τα αιτήματα εκείνης της, σημαδιακής για τον τόπο, περιόδου.

Γράφτηκαν και γραμμοφωνήθηκαν (κάποια παραμένουν ακυκλοφόρητα) από την έναρξη του πολέμου ως και τους πρώτους μήνες του 1941 κατά κύριο λόγο, δίχως να λείπουν και οι μεταγενέστερες, στα χρόνια της Κατοχής, συνθέσεις.

Στην εμπεριστατωμένη, πολυσέλιδη μελέτη του, «Το αστικό τραγούδι στα πέτρινα χρόνια 1940 -1949)» ο κ. Σάκης Κ. Πάπιστας (εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2007, σ.σ 1023) καταγράφει και σχολιάζει επαρκέστατα έναν ευρύ αριθμό ρεμπέτικων  τραγουδιών που αναφέρονται και στον πόλεμο του 1940-1941). 

Σε τούτο το μικρό, επετειακό σημείωμα θ ‘ αναφερθούμε γενικότερα στους δημιουργούς και το σύνολο των «πολεμικών» τραγουδιών που συνέθεσε ο καθένας. (Όλα τα στοιχεία προέρχονται από το προανεφερθέν έργο).

Από τους συνθέτες  του ρεμπέτικου που έγραψαν τραγούδια για τον πόλεμο του 1940 την πρώτη θέση κατέχει ο Παν. Τούντας, ένας πολυγραφότατος σπουδαγμένος μουσικός της σμυρνέικης σχολής, με έξι συνολικά τραγούδια. Σε ορισμένα υπογράφει ο ίδιος και τους στίχους, ενώ άλλα ανήκουν σε καταξιωμένους στιχουργούς της εποχής.

Αυτά είναι:

1) «Δεν με φοβίζει ο πόλεμος» ζεϊμπέκικο, σε στίχους Χαρ. Βασιλειάδη (Τσάντα) και τραγουδά ο εκ των κορυφαίων ερμηνευτών του ρεμπέτικου. Στελλάκης Περπιανίδης. (1940)

2) «Άκου Ντούτσε μου τα νέα» («Ο Μπενίτο κάθε βράδυ»), πάλι με ερμηνευτή τον Στ. Περπιανίδη, πάνω στη μουσική της πασίγνωστης και λογοκριμένης «Βαρβάρας». (1941)

3) «Σαν θα γυρίσω νικητής», επίσης με τον Περπιανίδη. (1940)

4) «Η λόγχη μας το θέλει», σε συνεργασία με το νεαρό τότε Γιώργο Μητσάκη - πρώτη του  δισκογραφική παρουσία – και ερμηνευμένο από τους: Νταίζη Σταυροπούλου, Στέλιο Κερομύτη, Μαν. Χιώτη. (1941).

5) «Η νοσοκόμα» σε στίχους Β. Μαυροφρύδη, τραγουδούν οι Κ. και Χρ. Συνογιάννης και μπουζούκι παίζει ο Βασίλης  Τσιτσάνης. (1940)

6) «Τον πόλεμο κηρύξανε», ανεύρετο με ερμηνευτή τον Κώστα Καρίπη. (1940)

Ο Μάρκος Βαμβακάρης από τα προπολεμικά του τραγούδια φαίνεται πως διέθετε – αν και εξαιρετικά ολιγογράμματος – ιστορική γνώση, πολιτική σκέψη και κοινωνικό προβληματισμό. Ευφυής αυτοδίδακτος δημιουργός με ευαίσθητες κεραίες αξιοποιούσε κάθε ερέθισμα έμπνευσης στο λιτό και τραχύ ύφος του «πειραιώτικου» ρεμπέτικου που εκπροσωπούσε.

Τα γεγονότα δεν τον άφησαν ανεπηρέαστο συνθέτοντας  επίκαιρα τραγούδια:

«Γεια σας φανταράκια μας», με ερμηνευτές τον ίδιο τον συνθέτη και τον Απ. Χατζηχρήστο, δίδυμο που συναντάμε και σε άλλα  τραγούδια της περιόδου. Γραμμένο πάνω στη μελωδία του ζεϊμπέκικου «Καραντουζένι». (1940)
  
«Μουσολίνι άλλαξε γνώμη», σε στίχους Γιώργου Φωτίδα και το ίδιο ερμηνευτικό δίδυμο όπως στο προηγούμενο, πάνω στο προπολεμικό χασάπικο «ο Γρουσούζης». (1940)

«Αν φύγουμε στο πόλεμο» σε στίχους Κ. Κοφινιώτη, χασάπικο με τους ίδιους ερμηνευτές. Πρέπει να ηχογραφήθηκε κατά την ημέρα έναρξης του πολέμου και κυκλοφόρησε στο όνομα του συνθέτη Σπ. Ολλανδέζου, αν και είναι προφανές ότι ανήκει στο Μάρκο.

«Ο αγύμναστος» ή «Ο Μάρκος φαντάρος», σε στίχους Γ. Φωτίδα και τραγουδισμένο από τον ίδιο το συνθέτη, με τις εμπειρίες από την επιστράτευσή του. (1940)

Ομοίως με 4 τραγούδια για τον πόλεμο στο ενεργητικό του παρουσιάζεται και ο Απόστολος  Χατζηχρήστος, που όπως είδαμε συμμετείχε ως ερμηνευτής στις αντίστοιχες συνθέσεις του Μάρκου:

«Στης Αλβανίας τα βουνά», αργό «κανταδόρικο» χασάπικο σε στίχους Γ. Φωτίδα, τραγουδισμένο επίσης από το το συνθέτη, το Μάρκο (ανταποδοτικά) και τον Γιάννη Σταμούλη. (1940)

«Αέρα οι φαντάροι μας», ανεύρετο με ερμηνευτή τον ίδιο το Χατζηχρήστο. (1940)

«Ο αποχαιρετισμός της Αλβανίας». Επίσης ανεύρετος ο δίσκος. (1940)

«Τώρα πήρες πια χαμπάρι» επίσης ανεύρετο πάνω στο σκοπό της γνωστής επιτυχίας «Βαγγελιώ δεν είσαι εντάξει». (1940)

Μαρίνος Γαβριήλ ή Μαρινάκης, 1938.

Ένας από τους λιγότερο γνωστούς εκπροσώπους του πειραιώτικου ρεμπέτικου, αλλά σημαντικός, ο Μαρίνος Γαβριήλ ή Μαρινάκης έχει στο ενεργητικό του δύο τραγούδια σχετικά με το 1940:

    Το ΒΠ Κ/Δ ΕΛΛΗ στη διάρκεια του μεσοπολέμου.

«Έλλη». Σίγουρα είναι το πρώτο χρονικά αφού αναφέρεται στο γεγονός του άνανδρου τορπιλισμού του εύδρομου «‘Ελλη» στην Τήνο, το Δεκαπενταύγουστο στου 1940. Είναι ανέκδοτο (21/8/40).

Ο Γκαλεάτσο Τσιάνο και ορθότερα Τσάνο (Galeazzo Ciano), ήταν Ιταλός πολιτικός και διπλωμάτης, γιος του ναυάρχου Κονστάντσιο Τσιάνο, (ήρωα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου), γαμπρός του Μουσολίνι και από τα σημαντικότερα στελέχη του φασιστικού καθεστώτος. Έφερε τον τίτλο «Κόμης ντι Καστελλάτσο» (Conte di Castellazzo).

«Το παράπονο του Τσιάνο», γραμμένο στις 9/11/1940, αλλά μάλλον παραμένει αγραμμοφώνητο.

Ο καλός τραγουδιστής και κιθαρίστας Δημ. Περδικόπουλος συνεργάτης του Β. Τσιτσάνη την προπολεμική περίοδο συνέθεσε επίσης δύο τραγούδια για το 1940:

«Ψηλά στ’ Αλβανικά βουνά», πάνω στη μουσική του γνωστού τραγουδιού «Σιγά καλέ μου την άμαξα» με ερμηνευτή τον ίδιο και στο μπουζούκι τον Β. Τσιτσάνη. (1940)

Λίγο πριν το Β' παγκόσμιο πόλεμο, το 1935, εισβάλλουν στην Αιθιοπία από τη Σομαλία τα φασιστικά στρατεύματα του Μπενίτο Μουσολίνι, που σκόπευε να κάνει τη χώρα ιταλική επαρχία. Τελικά η Αιθιοπία κατελήφθη μετά από οκτώ μήνες πολέμου, που τελικά κερδήθηκε χάρις στη χρήση αερίου μουστάρδας, που αποδεκάτισε τα αιθιοπικά στρατεύματα στη μάχη της λίμνης Ασάγκι. Η κατάληψη της Αιθιοπίας και μετατροπή της σε Ιταλική επαρχία ανακοινώθηκε στις 5 Μαΐου του 1936. Italian soldiers recruited in 1935 in Montevarchi to fight the Second Italo-Abyssinian War.

«Σαν πολέμαγες με τους Αβυσσινέζους», πάλι σε μουσική παλιότερης επιτυχίες και με τους  ίδιους  συντελεστές, όπως και το προηγούμενο. (1940)

Ο Μπαγιαντέρας, τυφλός, όταν ζητιάνευε στην Καλλιθέα, οδηγούμενος από τις κόρες του.

Ο Μήτσος Γκόγκος (Μπαγιαντέρας) συνέθεσε αρκετά τραγούδια για όλες τις πτυχές της εμπόλεμης δεκαετίας 1940-49. Ανάμεσα τους και δύο για το έπος του ΄40:

«Τους Κενταύρους δε φοβάμαι» ή «Συντροφιά έχω τη λόγχη». Χασάπικο, ερμηνευμένο από τον ίδιο, που κυκλοφόρησε κατά τα Χριστούγεννα του 1940.

«Ψηλά στις Πίνδου τα βουνά» ή «Ψηλά βουνά κι απάτητα», ζεϊμπέκικο στον ίδιο δίσκο με το προηγούμενο τραγούδι.

Ο μαέστρος και συνθέτης Σπύρος Περιστέρης με τη συνδρομή των στίχων του Μίνωα Μάτσα, ιδιοκτήτη της δισκογραφικής εταιρίας Οντεόν, καταθέτει δύο δημιουργίες πάνω σε μελωδίες παλιότερων επιτυχιών του:

«Το όνειρο του Μπενίτο» με ερμηνευτές το κλασσικό δίδυμο Μάρκου –Χατζηχρήστου,  πάνω στη μουσική (χασάπικο) του γνωστού «Ο Αντώνης ο βαρκάρης ο Σερέτης». (1940)

«Την Αλβανία ξέγραψε», με το ίδιο δίδυμο στην εκτέλεση και πάνω στη μουσική της επιτυχίας του συνθέτη «Μαρία Μανταλένα». (1940)

Στέλιος Κηρομύτης «Ο αριστοκράτης».

Δύο τραγούδια γι αυτήν την περίοδο συνέθεσε και  ο γνωστός ρεμπέτης Στέλιος Κερομύτης:

«Θα πάρω το ντουφέκι μου» ηχογραφημένο στις 17/3/1941 κι ερμηνευμένο από το τρίο Νταίζη  Σταυροπούλου – Στ. Κερομύτης – Μαν. Χιώτης.

«Οι φρατέλοι», ανεύρετο.

Ο Βαγγέλης Παπάζογλου με μπάντζο. Σμυρνιός ήταν και ο Βαγγέλης Παπάζογλου. Γεννήθηκε το 1895 και στην Ελλάδα ήρθε το 1923. Το πραγματικό του επίθετο ήταν Καλίνικος, όμως η μητέρα του πέθανε όταν ήταν αυτός και τα δυό του αδέλφια μικροί και τους ανέθρεψε ο παππούς του Παπάζογλου που τους ´έγραψε´ και στο όνομα του. Ήταν εξαιρετικός μουσικός και ήταν καθιερωμένος στην Σμύρνη πριν το 1922. Πάνω σε αυτόν και τον Παναγιώτη Τούντα που και αυτός πέθανε μέσα στην Κατοχή στηρίχθηκε το λαϊκό μας τραγούδι πριν να μπει το μπουζούκι. Το 1924 ο Βαγγέλης Παπάζογλου έφτιαξε το δικό του μουσικό στέκι καφενείο-ουζερί στις παράγκες της Παλιάς Κοκκινιάς. Το 1924 γνωρίστηκε με την τραγουδίστρια, ήδη από τα χρόνια της Σμύρνης, Αγγελική Μαρωνίτη. Παντρεύτηκαν το 1927 και εγκαταστάθηκαν σε ένα προσφυγικό σπίτι στην Κοκκινιά. Από το 1931 άρχισε να λειτουργεί στην Ελλάδα, στον Περισσό, πλήρης μονάδα παραγωγής δίσκων. Το 1933-1934 ο Βαγγέλης Παπάζογλου έγινε ο πρώτος συνθέτης σε πωλήσεις δίσκων. Το 1937, η Μεταξική δικτατορία επέβαλε προληπτική λογοκρισία και στο τραγούδι και μάλιστα ´πρωτοτυπώντας´ παγκοσμίως, επέβαλε προληπτική λογοκρισία και στη μουσική, απαγορεύοντας στην ουσία το μπουζούκι. Ο Παπάζογλου αρνήθηκε να δίνει τραγούδια του στην δισκογραφία γιατί δεν ήθελε να του τα ελέγχουν οι επιτροπές του Μεταξά. Μέχρι τον πόλεμο του ’40 ζούσε κάνοντας περιοδείες στην επαρχία και συχνά έβγαινε στη γύρα βγάζοντας πιατάκι. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα είπε στους συνεργάτες του: ´Τώρα το παπιγιόν δεν έχει θέση. Ήρθε η ώρα να δείξουμε ο καθένας τι μετράει και τι μπορεί να κάνει´. Πέταξε το παπιγιόν και παράτησε την κιθάρα, το μπάντζο και το τραγούδι. Πήρε ένα τσουβάλι και έγινε παλιατζής. Τον τσάκισε η πείνα. Ο Βαγγέλης Παπάζογλου ´έφυγε´ φυματικός το 1943. Πέθανε Κυριακή. Την Τετάρτη πριν πεθάνει φώναξε την γυναίκα του: ´Αγγελίτσα πάρε αυτά τα τραγούδια και όταν λευτερωθούμε δώστα στις εταιρείες´. Επίσης υπάρχει μαρτυρία από τον Γρηγόρη Ασίκη, ότι λίγο πριν πεθάνει ο Παπάζογλου πήγε στην οδό Αθηνάς 33, στο στέκι των μουσικών και μοίρασε σε συναδέλφους του παρτιτούρες πολλών ανέκδοτων τραγουδιών του.

Επίσης καταγράφονται τα τραγούδια (συνθέτες με 1 δημιουργία):



«Στον ύπνο σου την έβλεπες» Γιάννη Παπαϊωάννου, με ερμηνευτές τον Απ. Χατζηχρήστο και το συνθέτη. (1940)

«Το όχι του ‘40», Σπύρου Καλφόπουλου, ακυκλοφόρητο σε δίσκο, υπάρχει μόνο  σε μεταγενέστερη ζωντανή ηχογράφηση.

«Όλα τα Ελληνόπουλα». Στέλιου Χρυσίνη, τραγουδισμένο από τον Στ . Περπιανίδη σε ρυθμό συρτού. (1940)

«Το Μόραβα , το Πόγραδετς». Ζαχαρία Κασιμάτη, με την  τραγουδίστρια Γεωργία Μηττάκη. (1946)

«Τον πόλεμο μας κύρηξες». Κοσμά Κοσμαδόπουλου – Κώστα Καρίπη. Καλαματιανό με το Στ. Περπιανίδη.

«Με θάρρος αγωνίζομαι». Χαρ. Βασιλειάδη – Βασίλη Μαυροφρύδη. Ζεϊμπέκικο με το Στ. Κερομύτη και την Ιωάννα Γεωργακοπούλου . Στο μπουζούκι ο Μαν. Χιώτης (14/3/1941).

Επίσης το ίδιο δίδυμο δημιουργών έγραψε και το ανεύρετο «Καθόλου δεν το σκέφτηκες»  με τη Ντ. Σταυροπούλου, στον ίδιο δίσκο με το προηγούμενο.

«Η σπείρα», αδέσποτο με πιθανό συνθέτη τον Στέφανο Μιλάνο, κατά τον Ηλία Πετρόπουλο. Αξιολογεί τα γεγονότα του ’40 από μία εντελώς διαφορετική, αντιπολεμική οπτική.

«Τεπελένι», καλαματιανό του Δημ. Μπενέτου, τραγουδισμένο από τον ίδιο. (1947)

«Αλβανία» του Μήτσου Παπασίκα, ανεύρετο.

 Γιώργος Παπασιδέρης, η θρυλική φωνή του δημοτικού τραγουδιού.

Τέλος την ίδια περίοδο ο Σ. Πάπιστας στο έργο του, εντάσσει και έξι τραγούδια, δημοτικά ως επί το πλείστον, του κορυφαίου ερμηνευτή (και συνθέτη) Γιώργου Παπασιδέρη (Κουλουριώτη) ο οποίος εθήτευσε και στο ρεμπέτικο:

«Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι», «Με δόξα να γυρίσεις» (παραδοσιακό) , «Να ‘μουν πουλί να πέταγα» , «Μας φέρθηκες μπαμπέσικα», «Το κόλπο σου δεν έπιασε», και «Μες στης Κλεισούρας τα βουνά» (παραδοσιακό).

Με τα παραπάνω τραγούδια καταγράφεται στο σύνολό της η μελωδική συμβολή των δημιουργών του ρεμπέτικου για τον πόλεμο του 1940.

Πηγή: Ταχυδρόμος, Πανθεσσαλική Εφημερίδα

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Κώστας Αξελός, Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας. Kostas Axelos, The Fate of Modern Greece

Giorgio de Chirico, Conversation among the Ruins, 1927

Γραμμένο το 1954, όταν ο Κώστας Αξελός ήταν μόλις τριάντα χρονών, το κείμενο αυτό αποτελεί μια διεισδυτική ματιά στο πρόβλημα του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Παρότι είναι γνωστό στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από το 1978, όταν μεταφράστηκε για πρώτη φορά, εντούτοις, δεν έτυχε της αναγνώρισης και της ανάλυσης που του αξίζει. Το απόσπασμα που ακολουθεί μπορεί να δώσει το έναυσμα για πολλές γόνιμες συζητήσεις σχετικά με το δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσει η χώρα, τώρα που για άλλη μια φορά, στέκεται στο μεταίχμιο των εποχών και στο σταυροδρόμι των επιλογών της.

Γιώργος Μπουζιάνης, Θεατρίνα, 1954

«Βεβαίως η Ελλάδα δεν παρέχει το πρότυπο ενός νεωτερικού έθνους, εντούτοις ζει στο κέντρο του νεωτερικού κόσμου. Μήπως κάνει μόνον ωσάν να ήταν νεωτερική; Ή μήπως ζει μιαν ύπαρξη παρόμοια μ’ εκείνη των φελάχων ή των «πρωτόγονων», οι οποίοι επίσης ζουν συγχρόνως και στο περιθώριο και στο κέντρο του υπερπολιτισμένου κόσμου; Αυτό θα μπορούσαν να το διαβεβαιώσουν όσοι της επιτίθενται, αλλά διαβεβαιώνοντάς το θα έλεγαν την αλήθεια ή θα έκαναν λάθος;

Γιάννης Γαΐτης, Οι Άγιοι Πατέρες, 1966

Μαγική ή όχι, η Ελλάδα δεν είναι πια ένα σύνολο το οποίο ζει αποκλειστικά από τον μαγικό και ανατολικό χριστιανισμό. Θα ήταν λάθος να ειπωθεί ότι άλλο δεν κάνει παρά να επιβιώνει αυτού του χριστιανισμού και υπήρξε εκείνος του Βυζαντίου. Είναι «κάτι» διαφορετικό.

Και το οποίο ζει με τι; Αποκλειστικά και μόνον από τα σωματίδια του φωτός που έρχονται από τις χώρες του δύοντος ήλιου; Για να μπορέσουν τα σωματίδια αυτά να τη φωτίσουν, πρέπει η ίδια να κατευθυνθεί προς εκείνα· και η σύγχρονη Ελλάδα αναζητώντας, έστω και πολύ συγκεχυμένα, τη δική της ουσία, συναντά τη νεωτερική Δύση. Αυτή η συνάντηση φωτίζει άραγε αρκετά το νεοελληνικό πρόβλημα;

Κυριάκος Κατζουράκης, Οι Επιρροές του Βελάσκεθ, 1983

Στον αντίποδα της «ελληνοκεντρικής» τάσης, μια άλλη τάση εκδηλώθηκε. Συνιστώντας κι αυτή μιαν αυταπάτη της εθνικής αυτοσυνείδησης, χαρακτηρίζεται από τον ριζικό «δυτικισμό» της. Οι οπαδοί της συγκεκριμένης θέσης βλέπουν την Ελλάδα λουσμένη στο δυτικό φως. Θα έπρεπε έτσι η μεσογειακή τούτη χώρα, να γίνει, και πολύ γρήγορα, χώρα ευρωπαϊκή με σχεδιασμένη οικονομία και ορθολογική πολιτική, αναπτύσσοντας την επιστήμη και παράγοντας τεχνική. Και οι καλλιτεχνικές της εκφράσεις θα ήσαν προσαρτημένες (τρέχοντας γρήγορα για να προλάβουν τα προβαδίσματα) σ’ εκείνες των ευρωπαϊκών χωρών που σέρνουν το χορό. Όλα τούτα, όμως, συνιστούν μήπως κάποιο σχέδιο ή είναι, αντιθέτως, μια απλή προβολή της τόσο ζωηρής νεοελληνικής φαντασίας; Οι «άλλοι» (στους οποίους τόσο συχνά οι Έλληνες αποδίδουν τη σχετιλιαστική ονομασία «Φράγκοι»), δηλαδή οι Δυτικοί, είναι Ευρωπαίοι και νεωτερικοί, επειδή το είναι τους το ίδιο συνεπάγεται το γίγνεσθαι τους.

Salvador Dali, Philosopher Illuminated by the Light of the Moon and the Setting Sun, 1939.

Μετά το τέλος του αρχαίου κόσμου και το τέλος του μεσαιωνικού κόσμου, ρίχτηκαν στην ιστορική αρένα, εμψυχωμένοι από τον καινούριο νεωτερικό τους ζήλο· δεν μιμούνταν κανέναν, προσφέρονταν ως παράδειγμα. Το ζήτημα δεν είναι καθόλου αν, επειδή οι χώρες αυτές είναι «προωθημένες» και οι άλλες μένουν «καθυστερημένες», πρέπει οι δεύτερες να προσπαθήσουν να φθάσουν πρώτες. Ο καλπασμός των ιστορικών εποχών κατά κανένα τρόπο δεν συγκρίνεται με ιπποδρομία. Οι χώρες που δεν δημιούργησαν τον νεωτερικό κόσμο οφείλουν να πραγματοποιήσουν ξανά, και για δικό τους λογαριασμό, τούτες τις κατακτήσεις αν δεν θέλουν να ζουν διαρκώς σαν φτωχοί συγγενείς τους οποίους από καιρό σε καιρό (ή έστω συχνά) έρχονται να επισκεφτούν οι πλούσιοι συγγενείς τους για να γευτούν τη χάρη της γραφικής τους ζωής. Οι σπόροι που μας μεταφέρθηκαν πρέπει να φυτρώσουν σε γόνιμο έδαφος και μάλιστα να ριζώσουν. Για να γίνει η Ελλάδα αληθινά νεωτερική θα πρέπει να υπάρξει ένα κίνημα προερχόμενο από τη δική της ουσία, το οποίο να τη σπρώξει όχι προς το «μοντερνισμό» αλλά προς τη νεωτερικότητα.»

Κώστας Αξελός, Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας, μτφ. Κατερίνα Δασκαλάκη, Αθήνα, 2010, εκδόσεις Νεφέλη.

«Να προσπαθήσουμε να στεκόμαστε και να κρατιόμαστε όσο γίνεται πιο όρθιοι, σε μια στάση στοχαστικής εγρήγορσης, ακόμη και ιδίως όταν όλα ισοπεδώνονται, έρπουν και μηδενίζονται»… Κώστας Αξελός

Ο Κώστας Αξελός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924. Παιδί αστικής οικογένειας, διδάχτηκε από μικρός γαλλικά και γερμανικά, ενώ η εφηβεία του φωτίστηκε από τα κείμενα των Ηράκλειτου, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Εμπεδοκλή, Μαρξ, Νίτσε, Ντοστογιέφσκι, και ποιητών όπως ο Ρεμπώ, ο Ρίλκε, ο Χέλντερλιν και άλλοι. Στα 17 του χρόνια εντάχθηκε στην κομμουνιστική νεολαία, έλαβε ενεργό μέρος στην Αντίσταση υποστηρίζοντας ότι "ο πραγματικός κομμουνιστής πρέπει να κρατάει στο ένα χέρι το όπλο και στο άλλο τα βιβλία του Ρίλκε". Έζησε τη σκληρότητα των Δεκεμβριανών, μάλιστα βίωσε εικονική εκτέλεση στα κρατητήρια της Ασφάλειας, και φυλακίστηκε σε στρατόπεδο μέχρι την απόδρασή του. Λίγο καιρό αφότου είχε φτάσει στο Παρίσι, δικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Το 1946 εγκατέλειψε το ΚΚΕ. 

Στη Γαλλία πια θα σπουδάσει φιλοσοφία στη Σορβόνη, όπου και θα διδάξει από το 1962 ως το 1973, ωστόσο θα αρνηθεί να γίνει καθηγητής, καθώς υποστήριζε ότι «το πανεπιστήμιο δεν είναι ο χώρος της ριζικής σκέψης». Υπήρξε αρχισυντάκτης του πρωτοποριακού τότε περιοδικού "Arguments" (Επιχειρήματα) από το 1962 ώς το 1973, ενώ ίδρυσε και διηύθυνε την ομώνυμη φιλοσοφική σειρά στις Εditions de Minuit, στην οποία εκδόθηκαν επίσης και τα περισσότερα από τα βιβλία του. Γνωστή υπήρξε η διένεξή του με τον Σαρτρ τον οποίο εγκαλούσε για μη πρωτότυπη σκέψη και έκθεση παλαιότερων φιλοσοφικών ιδεών, ενώ ο  Σαρτρ από την πλευρά του τον κατηγορούσε επειδή είχε εγκαταλείψει τον κομμουνισμό.

Ο ίδιος τοποθετούσε τον εαυτό του στο πεδίο της μεταφιλοσοφίας. «Το εγχείρημά μου είναι μεταφιλοσοφικό και σκεπτόμενο», είχε πει. Ωστόσο η φιλοσοφική παρουσία του στη διεθνή σκηνή των ιδεών κατέκτησε επάξια μια ξεχωριστή θέση. Στο επίκεντρο του στοχασμού του βρέθηκαν οι Προσωκρατικοί, ο Ηράκλειτος, ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Χάιντεγκερ, ο Νίτσε, ο Φρόυντ. Το πρώτο του βιβλίο «Οι φιλοσοφικές Δοκιμές» κυκλοφόρησε το 1952 στα ελληνικά, ωστόσο το επίκεντρο της σκέψης του αποτυπώνεται στις τρεις τριλογίες "Το ξετύλιγμα της περιπλάνησης", "Το ξετύλιγμα του παιχνιδιού" και "Το ξετύλιγμα μιας αναζήτησης". Σημαντικά επίσης έργα του ήταν η "Ανοιχτή Συστημική" (1984, εκδ. Εστία) και "Μεταμορφώσεις. Κλείσιμο-άνοιγμα" (1991). Στην  Ελλάδα κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του "Προς την πλανητική σκέψη", "Για μια προβληματική ηθική", "Από το εργαστήρι της σκέψης", "Αυτή η διερώτηση", "Αινιγματικές απαντήσεις", όλα από τις εκδόσεις Εστία. Τον Απρίλιο του 2009 κυκλοφόρησε στη Γαλλία από τις εκδόσεις Les Belles Lettres το καινούργιο βιβλίο του, με τίτλο «Αυτό που επέρχεται», ενώ πριν μερικούς μήνες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νεφέλη το βιβλίο του «Το άνοιγμα στο επερχόμενο και το αίνιγμα της Τέχνης», στο οποίο περιλαμβάνονται η ομιλίας που εκφώνησε τον Μάρτιο του 2009 στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, κατά την τελετή αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα, και οι ομιλίες του τον Απρίλιο 2007 στο ΤΕΙ Λαμίας και τον Μάρτιο 2009 στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. 


Όπως γράφει σ' αυτό το βιβλίο, στην εποχή μας «κυριαρχεί και πρόκειται να κυριαρχήσει και στο μέλλον, αυτό που ονομάζουμε τεχνική, η οποία προηγείται και έπεται αυτής που αδέξια ονομάζουμε τεχνολογία. Η τεχνική και η τεχνοεπιστήμη δεσπόζουν γενικώς και ειδικώς. Πραγματοποιούν αρχέγονους μύθους. Γι' αυτό η εποχή μας, που δεν μας ανήκει,  είναι κατ' εξοχήν μυθοτεχνολογική. Αυτό δεν την εμποδίζει να στέκεται ανίκανη μπροστά σ'αυτό που επίσης κυριαχεί: το κενό», γράφει δίνοντας το στίγμα των καιρών και θέτει το ερώτημα του επερχόμενου και της στάσης που καλούνται να κρατήσουν οι σημερινοί άνθρωποι απέναντί του, διαθέσιμοι στο άνοιγμά του, στο πλαίσιο των παραγωγικών μεταμορφώσεων και των καταστροφών που συμβαίνουν στον πλανήτη μας.

Πηγή: http://bibliotheque.gr/

Η πρώτη φωτογραφία της Γης από το διάστημα. This Is the Very First Photo of Earth From Space

The first photo of Earth from space was taken on Oct. 24, 1946. Credit: White Sands Missile Range/Applied Physics Laboratory

Η πρώτη φωτογραφία της Γης από το διάστημα λήφθηκε λίγο μετά τη λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, στις 24 Οκτωβρίου του 1946, με μια κάμερα, που είχε τοποθετηθεί σε έναν πύραυλο V-2 .

A V-2 launch from White Sands. Credit: White Sands Missile Range

Ο πύραυλος εκτοξεύθηκε από στρατιωτική βάση στο Νέο Μεξικό, έφτασε σε ύψος 65 μιλίων και έπεσε στη Γη. Η κάμερα καταστράφηκε κατά την πρόσκρουση στο έδαφος, το φιλμ όμως διασώθηκε. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν κι άλλοι πύραυλοι V-2, οι κάμερες των οποίων έβγαλαν καλύτερες φωτογραφίες και από μεγαλύτερο ύψος.

Assembled panorama of V-2 images taken from an altitude of 60 miles in 1948. Credit: JHUAPL/US Navy

Σήμερα οι εικόνες αυτές δεν εντυπωσιάζουν, γιατί βομβαρδιζόμαστε καθημερινά με φωτογραφίες της Γης από δορυφόρους ή τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό.

Όμως η αρχή έγινε πριν από 68 χρόνια (σαν σήμερα), με την εκτόξευση αυτού του πυραύλου που είχε σχεδιαστεί για πόλεμο …

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Τένεσι Ουίλιαμς, «Μίλα μου σαν τη βροχή». Tennessee Williams, “Talk to me like the Rain”

Gustave Caillebotte, Rue de Paris, temps de pluie (étude partielle), 1877, 54x65 cm, Collection Particulière.

Μίλα μου σαν τη βροχή, μονόπρακτο (αποσπάσματα)

(Αρχίζει η βροχή, σ’ όλη τη διάρκεια του έργου η βροχή φεύγει κι έρχεται, ακανόνιστα…)

Ernst Neuschul, Unemployed, 1931.

ΑΝΤΡΑΣ: Αναρωτιέμαι αν πήρα το επίδομα ανεργίας.

(Η γυναίκα κάθεται σε μια καρέκλα. Κινείται προς τα εμπρός, ενώ το βάρος του ποτηριού μοιάζει να την βαραίνει αφάνταστα και το αφήνει στο πεζούλι του παραθύρου με μια μικρή κίνηση απαλλαγής. Γελάει για μια στιγμή χωρίς να πάρει ανάσα. Ο άντρας συνεχίζει χωρίς μεγάλη ελπίδα:)

…κοίτα μέσα στις τσέπες μου και πες μου αν έχω το τσεκ επάνω μου.

ΓΥΝΑΙΚΑ: Γύρισες πίσω, ενώ εγώ έλειπα έξω και σε γύρευα, και πήρες το τσεκ και άφησες ένα σημείωμα στο κρεβάτι που δεν μπόρεσα να βγάλω τα γράμματα………

………………………………………………………………………………………..

Δεν είχα τίποτε άλλο παρά μόνο νερό από τότε που έφυγες. (Αυτό το λέει σχεδόν γελώντας. Ο Άντρας την κρατάει σφιχτά κοντά του με μια μαλακή έκπληκτη κραυγή): Τίποτα άλλο από στιγμιαίο καφέ ώσπου κι αυτός σώθηκε, και νερό! (γελάει).

ΑΝΤΡΑΣ: Μπορείς να μου μιλάς τώρα αγάπη μου; Μπορείς να μου μιλάς;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι.

ΑΝΤΡΑΣ; Καλά λοιπόν, μίλα μου σαν τη βροχή και…άφησέ με ν’ ακούω…άφησέ με να μένω εδώ ξαπλωμένος και ν’ ακούω…Τώρα πες μου, μίλα μου. Τι σκεφτόσουνα στη σιωπή; Ενώ εγώ περνούσα από χέρι σε χέρι, σαν μια βρόμικη καρτ-ποστάλ σ’ αυτή την πόλη;…Πες μου…μίλα μου…Μίλα μου σαν τη βροχή και γώ θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θ’ ακούω.

ΓΥΝΑΙΚΑ; Θέλω…

ΑΝΤΡΑΣ; Το έχεις καταλάβει, είναι απαραίτητο! Εγώ το ξέρω πια, γι’ αυτό μίλα μου σαν τη βροχή και γω θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θα σ’ ακούω, θα μένω εδώ ξαπλωμένος και

ΓΥΝΑΙΚΑ; Θέλω να φύγω

ΑΝΤΡΑΣ; Θέλεις;

ΓΥΝΑΙΚΑ; Θ έ λ ω ν α φ ύ γ ω !

ΑΝΤΡΑΣ; Πώς;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνη μου! (ξαναγυρίζει στο παράθυρο). Θα γραφτώ στο βιβλίο ενός μικρού ξενοδοχείου κοντά στη θάλασσα κάτω από ένα πλαστό όνομα…

ΑΝΤΡΑΣ: Τι όνομα;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Άννα… Τζόουνς… …Το δωμάτιο θα είναι γεμάτο ίσκιους, δροσερό, και θα πλημμυρίζει με το μουρμουρητό της…

Gustave Caillebotte, L'Yerres, effet de Pluie, Yerres, effect Rain, 1875.

ΑΝΤΡΑΣ: Βροχής;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι. Της βροχής.

ΑΝΤΡΑΣ: Και;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Η αγωνία θα…περάσει!

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι…

ΓΥΝΑΙΚΑ: ………………………………………………………………………….

Louis Anquetin, Juliette, 1890.

Θα ντύνομαι στα άσπρα… Θα έχω μια ορισμένη θέση στην παραλία, όπου θα πηγαίνω να κάθομαι, λίγο πιο μακριά από κει που είναι το περίπτερο, όπου η μπάντα παίζει επιλογές του Βικτόρ Χερμπέρτ όταν νυχτώνει… Θα είναι μια εποχή βροχής, βροχής… Και θα είμαι τόσο εξαντλημένη ύστερα από τη ζωή μου στην πόλη που δεν θα με νοιάζει που θ’ ακούω τη βροχή. Θα είμαι τόσο ήρεμη! Οι γραμμές θα εξαφανιστούν από το πρόσωπό μου… Δεν θα έχω φίλους. Δεν θα έχω γνωριμίες…. Ο ξενοδόχος θα λέει, «καλησπέρα κ. Τζόουνς» και γω μόλις που θα χαμογελάω και θα παίρνω το κλειδί μου. Δεν θα διαβάζω ποτέ εφημερίδες, ούτε θ’ ακούω ραδιόφωνο. Δεν θα έχω την παραμικρή ιδέα από ό,τι γίνεται στον κόσμο. Δεν θα έχω καμιά συναίσθηση από το χρόνο που θα περνάει… Κάποια μέρα θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έχουν αρχίσει να γίνονται γκρίζα και για πρώτη φορά θ’ ανακαλύψω ότι έζησα σ’ αυτό το μικρό ξενοδοχείο, μ’ ένα ψεύτικο όνομα, χωρίς καθόλου φίλους ή γνωστούς , ή κανενός είδους σχέσεις, για εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια. Θα με ξαφνιάσει λίγο αλλά δεν θα με τρομάξει καθόλου. Θα είμαι ευχαριστημένη που ο χρόνος θα έχει περάσει τόσο εύκολα. Μια φορά στο τόσο θα πηγαίνω στον κινηματογράφο… Θα διαβάζω μεγάλα βιβλία και το ημερολόγιο των νεκρών συγγραφέων. Θα νιώθω πιο πολύ κοντά τους, πολύ περισσότερο από ό,τι ένιωσα ποτέ για ανθρώπους που γνώρισα, προτού να φύγω από τον κόσμο. Θα είναι γλυκιά και ψυχρή μαζί αυτή η φιλία μου με τους νεκρούς ποιητές γιατί δεν θα μπορώ να τους αγγίζω ούτε και ν’ απαντάω στις ερωτήσεις τους. Θα μου μιλάνε και δεν θα περιμένουν να τους απαντήσω. Και θα νυστάζω ακούγοντας τις φωνές τους να εξηγούνε σε μένα τα μυστήρια…. Θα με παίρνει ο ύπνος με το βιβλίο ακόμα στα χέρια μου, και θα βρέχει.. Θα ξυπνάω και θ’ ακούω τη βροχή και θα ξανακοιμάμαι. Μια εποχή βροχής…βροχής…βροχής… Και τότε, κάποια μέρα, όταν θα έχω κλείσει ένα βιβλίο, ή θα γυρίζω στο σπίτι, μόνη μου, από τον κινηματογράφο στις έντεκα η ώρα τη νύχτα- θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έγιναν άσπρα. Άσπρα, εντελώς άσπρα. Τόσο άσπρα όσο και ο αφρός στα κύματα. (σηκώνεται και κινείται στο δωμάτιο, ενώ συνεχίζει:) Θα κρεμάσω τα χέρια μου στο μάκρος του κορμιού μου, και τότε θα ανακαλύψω πόσο τρομακτικά ελαφριά και λεπτή έχω γίνει! Σχεδόν διαφανής……. Τότε λοιπόν θα ξέρω- κοιτώντας στον καθρέφτη- πως ήρθε για μένα η πρώτη εποχή, για να περπατήσω άλλη μια φορά μόνη μου στην πλατεία, με το δυνατό άνεμο να με χτυπάει, τον άσπρο καθαρό άνεμο που φυσάει απ’ την άκρη του κόσμου…. (Στέκεται πάλι ακίνητη στο παράθυρο). Και τότε θα βγω έξω και θα περπατήσω στην πλατεία. Θα περπατήσω μόνη μου και θα γίνομαι όλο και πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη…

ΑΝΤΡΑΣ: Έλα στο κρεβάτι, μωρό μου.

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ολοένα και πιο αδύνατη. Πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη! (Την φτάνει και την παίρνει δια της βίας από την καρέκλα).

Ώσπου στο τέλος δεν θα έχω καθόλου σώμα πια, και ο αέρας θα με σηκώσει στα παγωμένα άσπρα του χέρια για πάντα και θα με πάρει μακριά!

ΑΝΤΡΑΣ: Έλα στο κρεβάτι, μαζί μου.

ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω να φύγω, θέλω να φύγω! (Την αφήνει και κείνη φτάνει στη μέση του δωματίου κλαίγοντας χωρίς έλεγχο. Κάθεται στο κρεβάτι. Εκείνος πηγαίνει στο παράθυρο, η βροχή δυναμώνει. Η Γυναίκα σταυρώνει τα χέρια μπροστά στο στήθος της. Οι λυγμοί της εξασθενίζουν αλλά αναπνέει με δυσκολία. Το φως αραιώνει, ακούγεται ο άνεμος δυνατά. Ο Άντρας κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Στο τέλος εκείνη του λέει μαλακά:) Έλα στο κρεβάτι. Έλα στο κρεβάτι μωρό μου…

(Εκείνος γυρίζει το χαμένο του πρόσωπο σ’ αυτήν, ενώ κλείνει η Αυλαία).

Ο Tennessee Williams / Τενεσή Ουϊλιαμς (1911-1983), γεννήθηκε στο Κολούμπους του Μισισιπή. Το πραγματικό του όνομα ήταν Τόμας Λάνιερ Ουϊλλιαμς. Το Tennessee καθιερώθηκε από τον μικρό ποταμό Tennessee, που κυλάει παράλληλα με τον Μισισιπή.

Συχνά ο «ποιητής του δέους της μοναξιάς», ο διάσημος σήμερα Τεννεσή Ουϊλλιαμς, κατηγορήθηκε από τους «καθώς πρέπει» για υπερβολική πρόκληση της ανοχής τους και του συναισθήματος ευπρέπειας που κατέχει την τάξη τους. Δεν ισχυρίστηκε όμως ποτέ ο ίδιος ότι είναι ηθικοπλαστικός συγγραφέας ούτε καν ένας αναμορφωτής κοινωνικών αξιών… Αυτοί οι «κριτές» είναι ασφαλώς άνθρωποι παρωπιδισμένοι και ίσως τρομαγμένοι από την «αποκάλυψη» ενός εσωτερικού κόσμου νοσηρού, αποκάλυψη που την κάνει τόσο τολμηρά ο Γουϊλλιαμς, ενός κόσμου που μπορεί να είναι ο δικός τους ψυχικός κόσμος και το αγνοούσαν ως τώρα ή έτρεμαν μήπως φανερωθεί. Η μοίρα των ηρώων του είναι κάτι αυτονόητο και πολύ πιο δυνατό και αυθύπαρκτο από τη στενόκαρδη λογική των ανθρώπων που αρνούνται να δεχτούν την ύπαρξή τους…

Ο Τενεσή Ουϊλιαμς, ήρωας κάποιου έργου του κι αυτός, έχει κάτι από όλην αυτή τη στρατιά των αλκοολικών, των νευρωτικών, των ομοφυλόφιλων, των σαδιστών, των κυνικών, των κατατρεγμένων, των αποτυχημένων που είναι οι ήρωές του. Πρόσωπα τραγικά που μετεωρίζονται ανάμεσα στην Παρουσία και στην Απουσία, ανάμεσα στη φυγή και το δέος της Μοναξιάς, ανάμεσα στην ανάγκη της Επαφής και στο φόβο της Διάψευσης, τέλος, ανάμεσα στην ελπίδα της Αγνότητας και στην διαπίστωση της Φθοράς… Η διαφορά ανάμεσα στους ήρωες του θεατρικού συγγραφέα και στα πραγματικά, καθημερινά πρόσωπα, είναι μια διαφορά «έκφρασης» και μόνο.

Σημειώσεις και μετάφραση, Κωστούλα Μητροπούλου.