Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Ρεμπέτικα τραγούδια για τον πόλεμο του 1940. Rembetika songs about the war of 1940

O Μάρκος Βαμβακάρης και ο Παναγιώτης Τούντας έγραψαν τα περισσότερα τραγούδια για τον πόλεμο του 1940.

Ο πόλεμος του 1940 είναι μελωδικά συνυφασμένος, όπως όλοι γνωρίζουμε, με την φωνή και τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο. Η «τραγουδίστρια της νίκης» με τις ερμηνείες της κρατούσε υψηλό το εθνικό φρόνημα και διατράνωνε την πίστη για την τελική δικαίωση.

Επίκαιροι στίχοι, συχνά με σκωπτική διάθεση για τον εχθρό, πάνω σε παλιότερες ή νέες μελωδίες δημιούργησαν τα χιλιοτραγουδισμένα λαϊκά εμβατήρια του έπους, που ακούγονται με την ίδια διάθεση ως σήμερα.

Μέσα στο 1941 έφυγε από την ζωή ο Ανέστος Δελιάς ή Ανεστάκι ή Αρτέμης: Ο Δελιάς γεννήθηκε στην Σμύρνη το 1912. Ο πατέρας του ήταν περίφημος μουσικός. Ο Δελιάς ήρθε στην Αθήνα μετά το 1922 και εμφανίστηκε το 1928 παίζοντας κιθάρα, ενώ μετά το 1930 άρχισε να παίζει μπουζούκι. Μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Γιώργο Μπάτη συγκρότησαν την θρυλική ´Τετράδα του Πειραιώς´, την πρώτη δηλαδή ρεμπέτικη κομπανία με μπουζούκια που εμφανίστηκε το 1934, στου Σαραντόπουλου, στην Ανάσταση του Πειραιά. Ο Δελιάς ήταν πολύ αγαπητός. Στην ζωή του μοιραίο ρόλο έπαιξε μια πόρνη, η οποία τον έριξε στην πρέζα. Η ίδια πέθανε στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Για ένα διάστημα τον βοήθησαν πολύ ο Παγιουμτζής και ο Μπαγιαντέρας. Δυστυχώς ξανασυνδέθηκε μαζί της λίγο πριν τον πόλεμο. Ο Δελιάς έφυγε μόνος και το άψυχο σώμα του βρέθηκε σε ένα καροτσάκι στο Βαρβάκειο το 1941. Tetras, the Legendary of Piraeus - rebetiko music band. Top row clockwise: Giorgos Batis, Anestos Delias, Markos Vamvakaris, Stratos Payoumtzis.

Πέρα όμως από τα τραγούδια αυτά, που κινούνται στο χώρο του ελαφρού, επιθεωρησιακού άσματος, υπήρξαν και τα αντίστοιχα ρεμπέτικα με παρόμοια θεματολογία, τα οποία παρέμειναν λιγότερο γνωστά. Από την πλευρά τους οι οιωνεί περιθωριακοί και αμφιλεγόμενοι από το μουσικό κατεστημένο, ρεμπέτες, έθεσαν το δικό τους μελωδικό στίγμα, με αφορμή τις κοσμοϊστορικές για το έθνος, εκείνες στιγμές και μάλιστα με τρόπο εντυπωσιακό.

Ένας άλλος καλλιτέχνης που έφυγε μέσα στην Κατοχή, ήταν ο Γιάννης Εϊτσιρείσης, ή Εϊζερίδης, ή Ιντζιρίδης, ή Γιοβάν Τσαούς. Από τους καλύτερους μουσικούς. Όταν έπαιζε, ο Μάρκος Βαμβακάρης ακουμπούσε το μπουζούκι του δίπλα και καθόταν να τον ακούσει. ´Παίξε ρε Γιοβάνη´ του ’λεγε ο Μάρκος, ´να χαρείς τα παιδιά σου´. Ο Γιοβάν Τσαούς γεννήθηκε στην Κασταμονή του Ικονίου της Μ. Ασίας από Έλληνες γονείς το 1896. Στα δεκαοκτώ του ήταν ξακουστός μουσικός σε όλη την Μικρά Ασία. Στην Ελλάδα ήρθε το 1923 και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Ζούσε δουλεύοντας ως ράφτης με βοηθό την γυναίκα του, καθώς αρνιόταν επίμονα και σταθερά να ανέβει σε πάλκο. Έπαιζε μόνο για το κέφι του. Αυτήν την αρχή την παρέβηκε μία ή δυό φορές σε όλη του την ζωή. Ήταν αυτοδίδακτος σε εννέα όργανα τα οποία έπαιζε περίφημα. Ο μόνος που μπορούσε να του φτιάξει όργανα έτσι όπως τα ήθελε ήταν ο Κυριάκος Πεσματζόγλου ή Λαζαρίδης. Ο Γιοβάν Τσαούς πέθανε τον Οκτώβριο του 1942 από δηλητηρίαση. Έφαγε τηγανόψωμο που έφτιαξε με χαλασμένο αλεύρι που είχε πάρει από κάποιο βομβαρδισμένο πλοίο στο λιμάνι του Πειραιά. Λίγες ώρες αργότερα από την ίδια αιτία πέθανε και η γυναίκα του. Η γυναίκα του Γιοβάν Τσαούς έχει γράψει σχεδόν όλους τους στίχους των τραγουδιών του. Συχνά τα βραδάκια αυτή η γυναίκα καθόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού της και μεταξύ των ανθρώπων που παρατηρούσε καθώς περνούσαν ήταν και οι πρεζάκηδες, πραγματικές ανθρώπινες σκιές που πήγαιναν να κοιμηθούν στα βαγόνια του σιδηροδρόμου. Αυτές τις τρομακτικές εντυπώσεις της, τις έκανε στην συνέχεια στίχους.

Η άμεση σύνθεση και ηχογράφηση κάποιων δεκάδων επίκαιρων τραγουδιών, μετά την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων  - ως τα τέλη του 1940 και τους πρώτους μήνες του 1941 – απέδειξε πόσο άδικες υπήρξαν οι διώξεις των εκφραστών του είδους από το καθεστώς Μεταξά και η απαξίωσή του από την καθωσπρέπει κοινωνία. Το ρεμπέτικο τραγούδι ούτε αντεθνικό θεωρείται, ούτε συντηρούσε αποκλειστικά την προτροπή σε περιθωριακές και κατακριτέες συμπεριφορές.

Ο Παναγιώτης Τούντας δικαίως ονομάστηκε ο ´ευφυής μάστορας της προσφυγιάς´, καθώς ήταν όχι μόνο ο διασημότερος συνθέτης της Σμυρναϊκής Σχολής αλλά επιπλέον ανήκει στην ομάδα των Μικρασιατών μουσικών που μετά την καταστροφή του 1922, διαμόρφωσαν το ρεμπέτικο τραγούδι στην Ελλάδα. Ο Παναγιώτης Τούντας γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1886 από ευκατάστατους γονείς, που του έδωσαν τη δυνατότητα να ασχοληθεί από μικρός με τη μουσική. Άρχισε από παιδί να παίζει μαντολίνο και στις αρχές του 20ού αιώνα συμμετείχε στην Σμυρνέικη Εστουδιαντίνα του Σιδέρη, που έμεινε γνωστή με το όνομα ´Τα Πολιτάκια´. Συμμετείχε σε διάφορα μουσικά σχήματα που έκαναν περιοδείες εκτός Σμύρνης, για την ψυχαγωγία των Ελλήνων της διασποράς και ταξίδεψε στην Αίγυπτο, την Αβησσυνία, την Ελλάδα και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες με ελληνική παροικία. Ο ίδιος λέει σε ένα τραγούδι του: ´Εταξίδευα Συρία Πορτ-Σάιντ και Ασκεντερία´. Τα πρώτα χρόνια μετά τη μικρασιατική καταστροφή, έπαιζε σε διάφορα κέντρα σαν μαντολινίστας. Το 1924 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του ελληνικού παραρτήματος της γερμανικής ´ODEON´ στην Αθήνα. Μέχρι να κατασκευαστεί το εργοστάσιο δίσκων στην Ελλάδα, συνεργάζεται σχεδόν με όλες τις δισκογραφικές εταιρείες και διηύθυνε τις περισσότερες ηχογραφήσεις που γίνονταν στην Ελλάδα. Τον ίδιο χρόνο ηχογραφεί τη ´Σμυρνιά´με την Αθηναϊκή Εστουδιαντίνα του Τάσου Μαρίνου και γίνεται ο πρώτος Έλληνας λαϊκός συνθέτης που το όνομά του αναγράφεται σε ετικέτα δίσκου. Το 1931 αναλαμβάνει καλλιτεχνικός διευθυντής της «COLUMBIA» και της ´His Master voice´ και παραμένει στη θέση αυτή μέχρι το 1940. Ο Παναγιώτης Τούντας πέθανε τον Μάιο του 1942.

Οι δημιουργοί του απέδειξαν το 1940 ότι διέθεταν δυνατή φιλοπατρία, όπως και ικανή κρίση, ώστε να αντιλαμβάνονται την σοβαρότητα των ημερών και να συμβάλλουν με το δικό τους μέτρο στην τόνωση του εθνικού φρονήματος.

Αρκετά από τα τραγούδια αυτά είναι προσαρμογές επίκαιρων στίχων σε παλιότερες καταξιωμένες και αποδεκτές μελωδίες (όπως άλλωστε και πολλά τραγούδια της Σ. Βέμπο) κι αυτό έχει προφανή σκοπιμότητα: αφ’ ενός η έτοιμη μουσική βοηθούσε στην αμεσότερη κυκλοφορία του τραγουδιού κι αφετέρου, εφ’ όσον αυτή προέρχονταν από επιτυχίες της εποχής, η αποδοχή της νέας εκδοχής θεωρούνταν εξασφαλισμένη.

Η θεματολογία τους κινείται, όπως είναι αναμενόμενο, στις εξής πάνω –κάτω  κατευθύνσεις:

α) Επισημαίνεται η άδικη επίθεση των Ιταλών και η πέρα για πέρα δίκαιη ελληνική αντίσταση «υπέρ βωμών και εστιών». Κι αυτό θα οδηγήσει στην δικαίωση και στην τελική νίκη.

β) Εξυμνείται το θάρρος και το αξιόμαχο του ελληνικού στρατού που θα συντρίψει τον εχθρό, με μεγαλόστομες, ενίοτε, εκφράσεις ενθουσιασμού και πατριωτισμού.

γ) Εκφράζονται ειρωνικοί και απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί  για τον υπερφίαλο επιδρομέα – κυρίως στο πρόσωπο του Ιταλού ηγέτη – εξευτελίζοντάς τον.

δ) Καταγράφονται τα πανελλήνια συναισθήματα με λιτό, άμεσο τρόπο, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι δημιουργοί των τραγουδιών αφουγκράζονταν στο έπακρο τη σοβαρότητα  και τα αιτήματα εκείνης της, σημαδιακής για τον τόπο, περιόδου.

Γράφτηκαν και γραμμοφωνήθηκαν (κάποια παραμένουν ακυκλοφόρητα) από την έναρξη του πολέμου ως και τους πρώτους μήνες του 1941 κατά κύριο λόγο, δίχως να λείπουν και οι μεταγενέστερες, στα χρόνια της Κατοχής, συνθέσεις.

Στην εμπεριστατωμένη, πολυσέλιδη μελέτη του, «Το αστικό τραγούδι στα πέτρινα χρόνια 1940 -1949)» ο κ. Σάκης Κ. Πάπιστας (εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2007, σ.σ 1023) καταγράφει και σχολιάζει επαρκέστατα έναν ευρύ αριθμό ρεμπέτικων  τραγουδιών που αναφέρονται και στον πόλεμο του 1940-1941). 

Σε τούτο το μικρό, επετειακό σημείωμα θ ‘ αναφερθούμε γενικότερα στους δημιουργούς και το σύνολο των «πολεμικών» τραγουδιών που συνέθεσε ο καθένας. (Όλα τα στοιχεία προέρχονται από το προανεφερθέν έργο).

Από τους συνθέτες  του ρεμπέτικου που έγραψαν τραγούδια για τον πόλεμο του 1940 την πρώτη θέση κατέχει ο Παν. Τούντας, ένας πολυγραφότατος σπουδαγμένος μουσικός της σμυρνέικης σχολής, με έξι συνολικά τραγούδια. Σε ορισμένα υπογράφει ο ίδιος και τους στίχους, ενώ άλλα ανήκουν σε καταξιωμένους στιχουργούς της εποχής.

Αυτά είναι:

1) «Δεν με φοβίζει ο πόλεμος» ζεϊμπέκικο, σε στίχους Χαρ. Βασιλειάδη (Τσάντα) και τραγουδά ο εκ των κορυφαίων ερμηνευτών του ρεμπέτικου. Στελλάκης Περπιανίδης. (1940)

2) «Άκου Ντούτσε μου τα νέα» («Ο Μπενίτο κάθε βράδυ»), πάλι με ερμηνευτή τον Στ. Περπιανίδη, πάνω στη μουσική της πασίγνωστης και λογοκριμένης «Βαρβάρας». (1941)

3) «Σαν θα γυρίσω νικητής», επίσης με τον Περπιανίδη. (1940)

4) «Η λόγχη μας το θέλει», σε συνεργασία με το νεαρό τότε Γιώργο Μητσάκη - πρώτη του  δισκογραφική παρουσία – και ερμηνευμένο από τους: Νταίζη Σταυροπούλου, Στέλιο Κερομύτη, Μαν. Χιώτη. (1941).

5) «Η νοσοκόμα» σε στίχους Β. Μαυροφρύδη, τραγουδούν οι Κ. και Χρ. Συνογιάννης και μπουζούκι παίζει ο Βασίλης  Τσιτσάνης. (1940)

6) «Τον πόλεμο κηρύξανε», ανεύρετο με ερμηνευτή τον Κώστα Καρίπη. (1940)

Ο Μάρκος Βαμβακάρης από τα προπολεμικά του τραγούδια φαίνεται πως διέθετε – αν και εξαιρετικά ολιγογράμματος – ιστορική γνώση, πολιτική σκέψη και κοινωνικό προβληματισμό. Ευφυής αυτοδίδακτος δημιουργός με ευαίσθητες κεραίες αξιοποιούσε κάθε ερέθισμα έμπνευσης στο λιτό και τραχύ ύφος του «πειραιώτικου» ρεμπέτικου που εκπροσωπούσε.

Τα γεγονότα δεν τον άφησαν ανεπηρέαστο συνθέτοντας  επίκαιρα τραγούδια:

«Γεια σας φανταράκια μας», με ερμηνευτές τον ίδιο τον συνθέτη και τον Απ. Χατζηχρήστο, δίδυμο που συναντάμε και σε άλλα  τραγούδια της περιόδου. Γραμμένο πάνω στη μελωδία του ζεϊμπέκικου «Καραντουζένι». (1940)
  
«Μουσολίνι άλλαξε γνώμη», σε στίχους Γιώργου Φωτίδα και το ίδιο ερμηνευτικό δίδυμο όπως στο προηγούμενο, πάνω στο προπολεμικό χασάπικο «ο Γρουσούζης». (1940)

«Αν φύγουμε στο πόλεμο» σε στίχους Κ. Κοφινιώτη, χασάπικο με τους ίδιους ερμηνευτές. Πρέπει να ηχογραφήθηκε κατά την ημέρα έναρξης του πολέμου και κυκλοφόρησε στο όνομα του συνθέτη Σπ. Ολλανδέζου, αν και είναι προφανές ότι ανήκει στο Μάρκο.

«Ο αγύμναστος» ή «Ο Μάρκος φαντάρος», σε στίχους Γ. Φωτίδα και τραγουδισμένο από τον ίδιο το συνθέτη, με τις εμπειρίες από την επιστράτευσή του. (1940)

Ομοίως με 4 τραγούδια για τον πόλεμο στο ενεργητικό του παρουσιάζεται και ο Απόστολος  Χατζηχρήστος, που όπως είδαμε συμμετείχε ως ερμηνευτής στις αντίστοιχες συνθέσεις του Μάρκου:

«Στης Αλβανίας τα βουνά», αργό «κανταδόρικο» χασάπικο σε στίχους Γ. Φωτίδα, τραγουδισμένο επίσης από το το συνθέτη, το Μάρκο (ανταποδοτικά) και τον Γιάννη Σταμούλη. (1940)

«Αέρα οι φαντάροι μας», ανεύρετο με ερμηνευτή τον ίδιο το Χατζηχρήστο. (1940)

«Ο αποχαιρετισμός της Αλβανίας». Επίσης ανεύρετος ο δίσκος. (1940)

«Τώρα πήρες πια χαμπάρι» επίσης ανεύρετο πάνω στο σκοπό της γνωστής επιτυχίας «Βαγγελιώ δεν είσαι εντάξει». (1940)

Μαρίνος Γαβριήλ ή Μαρινάκης, 1938.

Ένας από τους λιγότερο γνωστούς εκπροσώπους του πειραιώτικου ρεμπέτικου, αλλά σημαντικός, ο Μαρίνος Γαβριήλ ή Μαρινάκης έχει στο ενεργητικό του δύο τραγούδια σχετικά με το 1940:

    Το ΒΠ Κ/Δ ΕΛΛΗ στη διάρκεια του μεσοπολέμου.

«Έλλη». Σίγουρα είναι το πρώτο χρονικά αφού αναφέρεται στο γεγονός του άνανδρου τορπιλισμού του εύδρομου «‘Ελλη» στην Τήνο, το Δεκαπενταύγουστο στου 1940. Είναι ανέκδοτο (21/8/40).

Ο Γκαλεάτσο Τσιάνο και ορθότερα Τσάνο (Galeazzo Ciano), ήταν Ιταλός πολιτικός και διπλωμάτης, γιος του ναυάρχου Κονστάντσιο Τσιάνο, (ήρωα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου), γαμπρός του Μουσολίνι και από τα σημαντικότερα στελέχη του φασιστικού καθεστώτος. Έφερε τον τίτλο «Κόμης ντι Καστελλάτσο» (Conte di Castellazzo).

«Το παράπονο του Τσιάνο», γραμμένο στις 9/11/1940, αλλά μάλλον παραμένει αγραμμοφώνητο.

Ο καλός τραγουδιστής και κιθαρίστας Δημ. Περδικόπουλος συνεργάτης του Β. Τσιτσάνη την προπολεμική περίοδο συνέθεσε επίσης δύο τραγούδια για το 1940:

«Ψηλά στ’ Αλβανικά βουνά», πάνω στη μουσική του γνωστού τραγουδιού «Σιγά καλέ μου την άμαξα» με ερμηνευτή τον ίδιο και στο μπουζούκι τον Β. Τσιτσάνη. (1940)

Λίγο πριν το Β' παγκόσμιο πόλεμο, το 1935, εισβάλλουν στην Αιθιοπία από τη Σομαλία τα φασιστικά στρατεύματα του Μπενίτο Μουσολίνι, που σκόπευε να κάνει τη χώρα ιταλική επαρχία. Τελικά η Αιθιοπία κατελήφθη μετά από οκτώ μήνες πολέμου, που τελικά κερδήθηκε χάρις στη χρήση αερίου μουστάρδας, που αποδεκάτισε τα αιθιοπικά στρατεύματα στη μάχη της λίμνης Ασάγκι. Η κατάληψη της Αιθιοπίας και μετατροπή της σε Ιταλική επαρχία ανακοινώθηκε στις 5 Μαΐου του 1936. Italian soldiers recruited in 1935 in Montevarchi to fight the Second Italo-Abyssinian War.

«Σαν πολέμαγες με τους Αβυσσινέζους», πάλι σε μουσική παλιότερης επιτυχίες και με τους  ίδιους  συντελεστές, όπως και το προηγούμενο. (1940)

Ο Μπαγιαντέρας, τυφλός, όταν ζητιάνευε στην Καλλιθέα, οδηγούμενος από τις κόρες του.

Ο Μήτσος Γκόγκος (Μπαγιαντέρας) συνέθεσε αρκετά τραγούδια για όλες τις πτυχές της εμπόλεμης δεκαετίας 1940-49. Ανάμεσα τους και δύο για το έπος του ΄40:

«Τους Κενταύρους δε φοβάμαι» ή «Συντροφιά έχω τη λόγχη». Χασάπικο, ερμηνευμένο από τον ίδιο, που κυκλοφόρησε κατά τα Χριστούγεννα του 1940.

«Ψηλά στις Πίνδου τα βουνά» ή «Ψηλά βουνά κι απάτητα», ζεϊμπέκικο στον ίδιο δίσκο με το προηγούμενο τραγούδι.

Ο μαέστρος και συνθέτης Σπύρος Περιστέρης με τη συνδρομή των στίχων του Μίνωα Μάτσα, ιδιοκτήτη της δισκογραφικής εταιρίας Οντεόν, καταθέτει δύο δημιουργίες πάνω σε μελωδίες παλιότερων επιτυχιών του:

«Το όνειρο του Μπενίτο» με ερμηνευτές το κλασσικό δίδυμο Μάρκου –Χατζηχρήστου,  πάνω στη μουσική (χασάπικο) του γνωστού «Ο Αντώνης ο βαρκάρης ο Σερέτης». (1940)

«Την Αλβανία ξέγραψε», με το ίδιο δίδυμο στην εκτέλεση και πάνω στη μουσική της επιτυχίας του συνθέτη «Μαρία Μανταλένα». (1940)

Στέλιος Κηρομύτης «Ο αριστοκράτης».

Δύο τραγούδια γι αυτήν την περίοδο συνέθεσε και  ο γνωστός ρεμπέτης Στέλιος Κερομύτης:

«Θα πάρω το ντουφέκι μου» ηχογραφημένο στις 17/3/1941 κι ερμηνευμένο από το τρίο Νταίζη  Σταυροπούλου – Στ. Κερομύτης – Μαν. Χιώτης.

«Οι φρατέλοι», ανεύρετο.

Ο Βαγγέλης Παπάζογλου με μπάντζο. Σμυρνιός ήταν και ο Βαγγέλης Παπάζογλου. Γεννήθηκε το 1895 και στην Ελλάδα ήρθε το 1923. Το πραγματικό του επίθετο ήταν Καλίνικος, όμως η μητέρα του πέθανε όταν ήταν αυτός και τα δυό του αδέλφια μικροί και τους ανέθρεψε ο παππούς του Παπάζογλου που τους ´έγραψε´ και στο όνομα του. Ήταν εξαιρετικός μουσικός και ήταν καθιερωμένος στην Σμύρνη πριν το 1922. Πάνω σε αυτόν και τον Παναγιώτη Τούντα που και αυτός πέθανε μέσα στην Κατοχή στηρίχθηκε το λαϊκό μας τραγούδι πριν να μπει το μπουζούκι. Το 1924 ο Βαγγέλης Παπάζογλου έφτιαξε το δικό του μουσικό στέκι καφενείο-ουζερί στις παράγκες της Παλιάς Κοκκινιάς. Το 1924 γνωρίστηκε με την τραγουδίστρια, ήδη από τα χρόνια της Σμύρνης, Αγγελική Μαρωνίτη. Παντρεύτηκαν το 1927 και εγκαταστάθηκαν σε ένα προσφυγικό σπίτι στην Κοκκινιά. Από το 1931 άρχισε να λειτουργεί στην Ελλάδα, στον Περισσό, πλήρης μονάδα παραγωγής δίσκων. Το 1933-1934 ο Βαγγέλης Παπάζογλου έγινε ο πρώτος συνθέτης σε πωλήσεις δίσκων. Το 1937, η Μεταξική δικτατορία επέβαλε προληπτική λογοκρισία και στο τραγούδι και μάλιστα ´πρωτοτυπώντας´ παγκοσμίως, επέβαλε προληπτική λογοκρισία και στη μουσική, απαγορεύοντας στην ουσία το μπουζούκι. Ο Παπάζογλου αρνήθηκε να δίνει τραγούδια του στην δισκογραφία γιατί δεν ήθελε να του τα ελέγχουν οι επιτροπές του Μεταξά. Μέχρι τον πόλεμο του ’40 ζούσε κάνοντας περιοδείες στην επαρχία και συχνά έβγαινε στη γύρα βγάζοντας πιατάκι. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα είπε στους συνεργάτες του: ´Τώρα το παπιγιόν δεν έχει θέση. Ήρθε η ώρα να δείξουμε ο καθένας τι μετράει και τι μπορεί να κάνει´. Πέταξε το παπιγιόν και παράτησε την κιθάρα, το μπάντζο και το τραγούδι. Πήρε ένα τσουβάλι και έγινε παλιατζής. Τον τσάκισε η πείνα. Ο Βαγγέλης Παπάζογλου ´έφυγε´ φυματικός το 1943. Πέθανε Κυριακή. Την Τετάρτη πριν πεθάνει φώναξε την γυναίκα του: ´Αγγελίτσα πάρε αυτά τα τραγούδια και όταν λευτερωθούμε δώστα στις εταιρείες´. Επίσης υπάρχει μαρτυρία από τον Γρηγόρη Ασίκη, ότι λίγο πριν πεθάνει ο Παπάζογλου πήγε στην οδό Αθηνάς 33, στο στέκι των μουσικών και μοίρασε σε συναδέλφους του παρτιτούρες πολλών ανέκδοτων τραγουδιών του.

Επίσης καταγράφονται τα τραγούδια (συνθέτες με 1 δημιουργία):



«Στον ύπνο σου την έβλεπες» Γιάννη Παπαϊωάννου, με ερμηνευτές τον Απ. Χατζηχρήστο και το συνθέτη. (1940)

«Το όχι του ‘40», Σπύρου Καλφόπουλου, ακυκλοφόρητο σε δίσκο, υπάρχει μόνο  σε μεταγενέστερη ζωντανή ηχογράφηση.

«Όλα τα Ελληνόπουλα». Στέλιου Χρυσίνη, τραγουδισμένο από τον Στ . Περπιανίδη σε ρυθμό συρτού. (1940)

«Το Μόραβα , το Πόγραδετς». Ζαχαρία Κασιμάτη, με την  τραγουδίστρια Γεωργία Μηττάκη. (1946)

«Τον πόλεμο μας κύρηξες». Κοσμά Κοσμαδόπουλου – Κώστα Καρίπη. Καλαματιανό με το Στ. Περπιανίδη.

«Με θάρρος αγωνίζομαι». Χαρ. Βασιλειάδη – Βασίλη Μαυροφρύδη. Ζεϊμπέκικο με το Στ. Κερομύτη και την Ιωάννα Γεωργακοπούλου . Στο μπουζούκι ο Μαν. Χιώτης (14/3/1941).

Επίσης το ίδιο δίδυμο δημιουργών έγραψε και το ανεύρετο «Καθόλου δεν το σκέφτηκες»  με τη Ντ. Σταυροπούλου, στον ίδιο δίσκο με το προηγούμενο.

«Η σπείρα», αδέσποτο με πιθανό συνθέτη τον Στέφανο Μιλάνο, κατά τον Ηλία Πετρόπουλο. Αξιολογεί τα γεγονότα του ’40 από μία εντελώς διαφορετική, αντιπολεμική οπτική.

«Τεπελένι», καλαματιανό του Δημ. Μπενέτου, τραγουδισμένο από τον ίδιο. (1947)

«Αλβανία» του Μήτσου Παπασίκα, ανεύρετο.

 Γιώργος Παπασιδέρης, η θρυλική φωνή του δημοτικού τραγουδιού.

Τέλος την ίδια περίοδο ο Σ. Πάπιστας στο έργο του, εντάσσει και έξι τραγούδια, δημοτικά ως επί το πλείστον, του κορυφαίου ερμηνευτή (και συνθέτη) Γιώργου Παπασιδέρη (Κουλουριώτη) ο οποίος εθήτευσε και στο ρεμπέτικο:

«Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι», «Με δόξα να γυρίσεις» (παραδοσιακό) , «Να ‘μουν πουλί να πέταγα» , «Μας φέρθηκες μπαμπέσικα», «Το κόλπο σου δεν έπιασε», και «Μες στης Κλεισούρας τα βουνά» (παραδοσιακό).

Με τα παραπάνω τραγούδια καταγράφεται στο σύνολό της η μελωδική συμβολή των δημιουργών του ρεμπέτικου για τον πόλεμο του 1940.

Πηγή: Ταχυδρόμος, Πανθεσσαλική Εφημερίδα