Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Χαΐμ Σουτίν. Chaϊm Soutine

Chaϊm Soutine, Self-Portrait, c.1918.

Βίαιες πινελιές, διαστρεβλωμένες φόρμες, έντονες χρωματικές αντιθέσεις: το απειθάρχητο στυλ του Χαΐμ Σουτίν (1893 - 1943) έχει κάποια κοινά στοιχεία με του Βαν Γκογκ, παρόλο που ο ίδιος επέμενε ότι δεν του άρεσε η δουλειά του Ολλανδού ζωγράφου. 

Chaϊm Soutine, Pastry Cook with Red Handkerchief, 1922-23.

Γόνος εβραϊκής οικογένειας της Λιθουανίας, ο Σουτίν εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1913 αλλά έμεινε σε απόσταση και από την ακμάζουσα αβαν-γκαρντ της εποχής του -ντανταϊστές, φουτουριστές, κυβιστές, φοβ, σουρεαλιστές- προτιμώντας να ζωγραφίζει με το δικό του, μοναδικό ύφος (εδώ «Ο μικρός ζαχαροπλάστης», 1922).

   Modigliani, Portrait de Chaïm Soutine, 1916.

Δέχτηκε επιρροές από άλλους «εκκεντρικούς» συγκαιρινούς του, όπως ο Μοντιλιάνι και ο Σαγκάλ, με τους οποίους είχε συνδεθεί φιλικά, ενώ η δική του επιρροή μπορεί να ανιχνευθεί στο έργο μεταγενέστερων καλλιτεχνών όπως ο Φράνσις Μπέικον και ο Βίλεμ ντε Κούνινγκ. 

Chaϊm Soutine, The Mad Woman, c.1919.

Chaϊm Soutine, Red Stairway at Cagnes, c. 1923.

Chaϊm Soutine, The Groom or The Bellboy, 1925-6.

Αφού έμεινε αρκετό καιρό στο Σερέ, την περίοδο 1920-29 δημιούργησε τα σημαντικότερα έργα του.

Chaïm Soutine, Le Gros Arbre bleu (1920-1921), huile sur toile, musée de l'Orangerie, Paris.

Chaïm Soutine, Le Village (1923), huile sur toile, musée de l'Orangerie, Paris.

Chaïm Soutine, La Maison blanche (1918), huile sur toile, musée de l'Orangerie, Paris.

Ο Σουτίν εξέφρασε το ταλέντο του με μια δραματική αποσύνθεση της χρωματικής ύλης: έτσι γεννήθηκαν εκείνα τα τοπία που φαίνονται παραμορφωμένα από την καταιγίδα, με τα δέντρα που γέρνουν κάτω από εφιαλτικούς ουρανούς.

Chaϊm Soutine, La petite fille à la poupée, 1919.

 Chaϊm Soutine, Man in a Green Coat, c. 1921.

Chaϊm Soutine, L'homme aux rubans (Man with ribbons), 1921-22.

Ακόμα και οι ανθρώπινοι τύποι του καθρεφτίζουν την απέραντη θλίψη του καλλιτέχνη.

 Chaim Soutine, Carcass of Beef, c.1925

Μεταξύ των Ευρωπαίων εξπρεσιονιστών, ο Σουτίν διακρίνεται για το σφρίγος της φαντασίας, με την οποία μεταμόρφωνε ποιητικά ακόμα και τα πιο πεζά θέματα της πραγματικότητας (Κουφάρι βοδιού, 1925).

Chaim Soutine, Le Lapin (1923-1924), huile sur toile, musée de l'Orangerie, Paris.

Chaim Soutine, Le Poulet plumé (1925), huile sur toile, musée de l'Orangerie, Paris.

Chaim Soutine, Enfant de chœur (1927-1928), huile sur toile, musée de l'Orangerie, Paris.

Ο Σουτίν συχνά ξαναδούλευε ή και κατέστρεφε τις παλαιότερες δημιουργίες του. Μολονότι γνώρισε από νωρίς επιτυχία, οδηγήθηκε σταδιακά στην απομόνωση και παρουσίασε μικρό αριθμό έργων μετά το 1930 και έως τον θάνατό του.

Soutine’s career was abruptly interrupted by illness. After Zborowski’s death in 1932 he was supported by Marcel and Madeleine Castaing, who helped him through a period of unfavourable criticism. After 1937, two women shared his life, the German Gerda Groth, whom he called Mlle Garde, and Max Ernst’s first wife, Marie-Berthe Aurenche. His health declined rapidly with the news of the German persecutions of Jews, and he died during a surgical operation. The mixture of humour and despair, of passion and mockery in Soutine’s paintings, often inadequately described as Expressionist, contributed to his stature as a modern master.

Πέθανε από πείνα στη κατοχή.