Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Δήμητρα Μήττα, «Μετά τις πυρκαγιές»

Eero Järnefelt, Les esclaves de la terre, 1893.

Τους ακούω εδώ και μέρες ανήσυχους. Κι εγώ είμαι ανήσυχος. Για τους δικούς μου λόγους. Και πολύ θυμώνω όταν με φωνάζουν και ρωτούν: «Λουκά, άκουσες τι γίνεται στο χωριό; Έλα να δεις τι φρίκη… Τι θα κάνουμε; Ο παππούς, τι γίνεται ο παππούς; Οι δρόμοι είναι κομμένοι.» Τους ακούω και φεύγω για το δωμάτιό μου. Έχω άλλα πράγματα που με ανησυχούν. Άλλωστε ο παππούς μου τα καταφέρνει, ο παππούς μου είναι άνθρωπος της γης. Ενώ οι δικοί μου…

Δεν αντέχω την υπερβολή τους. Και τώρα υπερβολικοί είναι. Και κάθε φορά οι ίδιες αντιδράσεις. Ενώνει τα χέρια μπροστά στο στήθος της χτυπώντας τα, μετά χτυπά με την παλάμη το κούτελό της. Τι δράμα… Εκείνος κουνά το κεφάλι του, κάπου αλλού έχει το μυαλό του. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι γίνεται υπερβολική, για να την ακούσει και να την προσέξει. 

Πάλι την καταστροφή έφερε. Κλείνομαι στο δωμάτιο. Προλαβαίνω ν’ ακούσω τη φράση: «Τι αναίσθητο που έγινε αυτό το παιδί…». Σε αυτό συμφωνούνε και οι δυο. Δεν με παρατάνε λέω εγώ; 

Σπύρος Παπαλουκάς, Αγόρι με τιράντες, 1925.

Στέκομαι αυθάδικα μπροστά στον καθρέφτη, κι ας με τρόμαξε η φιγούρα μου λίγο πριν, όταν την είδα στη βιτρίνα ενός καταστήματος. Ανασούμπαλος, άγαρμπο βάδισμα, χέρια χιμπατζή –πώς μάκρυναν έτσι; Πλησιάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη –πώς άλλαξε έτσι; Γέμισα σπυράκια Μου ’ρχεται να κάθομαι όλη μέρα μπροστά στον καθρέφτη, να τα πατάω ένα ένα, μέχρι που να τα εξαφανίσω, να μην υπάρχει ούτε ένα. Το δοκίμασα και γέμισα κοκκινίλες και σημάδια από τη μανία μου. Δεν θα το ξανακάνω, αγωνίζομαι να μην το ξανακάνω, γιατί κάθε μέρα βλέπω και από ένα καινούριο να φυτρώνει. Τι άσχημος που είμαι; Κι όμως μέχρι πριν λίγο καιρό ήμουν ένα χαριτωμένο αγόρι –«τι χαριτωμένο παιδί…», όλοι το έλεγαν.

Τα μάτια μου παραμένουν όμορφα, είναι μπλε. Κανονικά θα ’πρεπε να μου αρέσουν. Μου αρέσουν. Καμιά φορά που ξεχνιέμαι, στέκομαι αυτάρεσκα μπροστά στον καθρέφτη και τα θαυμάζω. Δεν θέλω να μου αρέσουν, αισθάνομαι άσχημα που μου αρέσουν. Γιατί γι’ αυτά τα μάτια είναι περήφανοι οι δικοί μου, τα κληρονόμησα από αυτούς. Τώρα τελευταία, όταν κοιτιέμαι στον καθρέφτη, νομίζω ότι βλέπω εκείνους. Αλλά εγώ δεν θέλω να τους μοιάσω. Σιχαίνομαι την υποκρισία τους. Και τρέμω στη σκέψη ότι μπορεί να είμαι υποκριτής, ότι μπορεί να τους μοιάζω.  

Ξανακοιτάζω τα μάγουλά μου. Πόσο του μηνός είναι; Σε λίγο θα αρχίσουν τα σχολεία. Πώς θα εμφανιστώ έτσι;

-«Λουκά…»

Αλαφιάστηκα. Πώς δεν άκουσα την πόρτα που άνοιγε; Στον καθρέφτη είδα τον Θοδωρή. Ούρλιαξα:

-«Έξω…».

Τον έπιασα από τους ώμους, τον γύρισα και τον έσπρωξα. Χτύπησα την πόρτα δυνατά, την κλείδωσα. Πόσες φορές δεν του είχα πει να μην μπαίνει μέσα στο δωμάτιο χωρίς προηγουμένως να χτυπήσει την πόρτα; Πότε θα μάθουν να σέβονται τον χώρο μου; Προχθές μου ήρθε να του δώσω μια… Τον λυπάμαι κιόλας έτσι που με κοιτάζει παραπονεμένος.

 Γιούλια Γαζετοπούλου, Το Παιδί με το Μπλουτζίν, 1971.

Ο καημένος, ο μελαχρινός μου Θοδωρής με τα μεγάλα μαύρα μάτια… Ποτέ δεν του παίνεψαν τα μάτια, μόνο τα δικά μου, τα μπλε, τα όμοια με τα δικά τους… Τι φταίω εγώ αν με προτιμούσαν από εκείνον; Θοδωρή μου… Πήγα ν’ ανοίξω την πόρτα, να τον μπάσω μέσα. Σταμάτησα. Τι δουλειά έχω εγώ με ένα οκτάχρονο; Όχι ότι δεν τον αγαπώ τον Θοδωρή μας. Παλιά έπαιζα πολύ μαζί του. Παλιά, να, μέχρι πέρσι, μέχρι πριν από λίγους μήνες. Αλλά τώρα είμαι δεκατέσσερα και κάτι. Μερικές φορές μου ’ρχεται ακόμη να παίξω μαζί του, να τον ρίξω στο κρεβάτι και να τον γαργαλίσω. Γαργαλιέται πολύ ο Θοδωρής. Και γελάει, γελάει πολύ. Αλλά να, τώρα βαριέμαι εύκολα, όχι αυτόν, όλα. Τον διώχνω μακριά μου, σχεδόν βίαια. Του κλείνω την πόρτα στη μούρη. Κι ύστερα νιώθω άσχημα που το έκανα και πηγαίνω και του δίνω κάποια από εκείνα τα παιχνίδια που παλιά δεν τον άφηνα να τα αγγίξει. Τώρα ούτε που με νοιάζουν τα παιδικά μου παιχνίδια. Εκείνος πάλι το αρπάζει, κοκκινίζουν τα μάγουλά του από χαρά, με αγκαλιάζει, μου δίνει ένα φιλί κι ύστερα με εγκαταλείπει για να ασχοληθεί με το καινούριο του απόκτημα. Ευτυχώς, γιατί ήδη έχω βαρεθεί. Σκουπίζω και το μάγουλό μου από τα σάλια του.

Ό,τι και να κάνω βαριέμαι. Μ’ ενοχλεί κι αυτό το μουστακάκι που βγήκε, κάτι τριχούλες μαλακές που δεν ξέρω τι να τις κάνω. Με τσατίζουν και οι δικοί μου που όλο χασκογελούν και λένε: «Κοιτάτε. Ο Λουκάς μας γίνεται άντρας.» Τι βρίσκουν και γελούν; Και μετά τα ακούω και από πάνω, γιατί είμαι, λέει, αγενής που σηκώνομαι και φεύγω, και δεν μου είπαν τίποτε κακό. Και τους εκθέτω στους φίλους τους, γιατί όλα αυτά τα λένε μπροστά τους. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό αυτό που λένε αλλά εγώ τσατίζομαι. Δεν ξέρω γιατί. Μετά λυπάμαι γι’ αυτό, προσπαθώ να τους πλησιάσω, να τους χαμογελάσω, αλλά πάλι κάτι γίνεται και τσατίζομαι. Δεν το θέλω, αλλά με θυμώνουν. Προσπαθώ να πνίξω τον θυμό μου, να μην τον δείξω, αλλά αυτός είναι εκεί. Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί είμαι έτσι, ό,τι κι αν πουν: «Ο Λουκάς τα καταφέρνει στο σχολείο, ο Λουκάς είναι συνετός, είναι του καθήκοντος, είναι λίγο πεισματάρης αλλά καλό παιδί, παίζει και μουσική.» Κι ούτε που νοιάζονται πώς είναι να κάθομαι με τις ώρες και να διαβάζω μαθήματα που δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να τα μάθω, και να πρέπει να ετοιμαστώ γι’ αυτό το διαγώνισμα και την επόμενη για το άλλο, έχω την εντύπωση ότι η ζωή είναι διαγώνισμα. Σιγά μην τους ενδιαφέρουν όλα αυτά, οι βαθμοί μόνο τους ενδιαφέρουν, να τους δείχνουν από εδώ και από εκεί και να κοκορεύονται πόσο καλοί γονείς είναι. Και δεν λένε τίποτε για τους καυγάδες τους, για τους εκνευρισμούς τους, ότι ξεσπάνε επάνω μας. Χαμπάρι δεν έχουν που εγώ ασφυκτιώ εκεί μέσα, χαμπάρι δεν έχει η κυρά Νίτσα για την αηδία που μου προκαλεί το ξεσκονόπανό της και τα πατάκια με τα οποία με βάζει να γυαλίζω το πάτωμα. «Μα τι καλή νοικοκυρά που είστε κυρία Νίτσα, καμιά δεν σας φτάνει», και όλη την ημέρα να πλένει, να σιδερώνει, να μαγειρεύει και να είναι από την κούραση εκνευρισμένη. Και να τη βλέπω να μην χάνει ευκαιρία να το σκάει από τη δουλειά, να παίρνει τον μισθουλάκο της, να μην είναι στη δουλειά της και να περνιέται για έξυπνη. Και ύστερα να μου λέει πόσο συνεπής θα πρέπει να είμαι με τα μαθήματά μου στο σχολείο. Αλλά εγώ θα της την φέρω, και σ’ αυτήν και σ’ αυτόν. Θα τους πονέσω εκεί που τους πονάει. Δεν θα είμαι πια το καλό παιδί. Ονειρεύομαι τη μέρα που θα τους δω απελπισμένους, γιατί θα έχω πατήσει όλους τους κανόνες τους, θέλω να τους δω να ντρέπονται για μένα.

Παράτησα τη μουσική μου, την έβαλα στην άκρη, τη μουσική και την κιθάρα. Πάνω από τρεις μήνες είναι που δεν την έβγαλα από τη θήκη της. Όχι ότι δεν θέλω, αλλά να, δεν με ενδιαφέρουν πια τα κομμάτια που έπαιζα. Είναι κάτι άλλα που ακούω στο ραδιόφωνο, εκείνα θα ήθελα να παίξω. Μάλλον δεν με ενδιαφέρει τίποτε.

Joseph Wright of Derby, Cottage on Fire at Night, between circa 1785 and circa 1793.

Κάτι λένε για πυρκαγιές. Τηλεφωνούν συνέχεια στο χωριό.

Δύο αγόρια, 15 και οκτώ χρονών. Οι γονείς πολύ σοβαροί εκείνες τις ημέρες. Με πολύ αγωνία μιλούσαν για φωτιές στο χωριό του παππού. Ο μικρός, απορροφημένος από τα παιχνίδια του, δεν πολυκαταλάβαινε, εξάλλου και οι γονείς δεν ήθελαν να τον κάνουν να καταλάβει. Αντίθετα, προσπαθούσαν να κάνουν τον μεγάλο γιο να νιώσει τι συμβαίνει. Αλλά εκείνος ήταν αλλού. Τον πείραζαν τα σπυράκια που είχε, απίστευτα σπυράκια. Θύμωνε με τους γονείς που δεν τα έβλεπαν και δεν έκαμναν κάτι. Κρυφά αγόραζε κάτι αλοιφές που έβλεπε στις διαφημίσεις αλλά τον έκαμναν χειρότερα. Θύμωνε με το παραμικρό. Πλησίαζε και ο καιρός για το σχολείο και πώς θα τον έβλεπαν οι συμμαθητές του;

Εσπευσμένα ξεκίνησαν για το χωριό του παππού. Μές στην γκρίνια ο Θοδωρής «και πού θα πάμε; Και γιατί τώρα; Και τι θα κάνουμε εκεί;» Κι όμως ήταν ο τόπος των ονείρων του, όπως το βίωνε τώρα ο αδελφός του. Κι ας είχε μεγαλώσει πια ο παππούς.

Ο μικρός κοιμήθηκε στη διαδρομή. Κάτι άκουγε να λένε οι γονείς του ότι ο παππούς δεν ήταν καλά, αλλά ποιος νοιάζεται τώρα; Αυτός είχε τα ακουστικά στα αυτιά του και άκουγε μουσική. Όχι τη μουσική που άκουγαν οι πιτσιρικάδες στην ηλικία του. Δεν τα καταδεχόταν. Αυτός έβρισκε επαναστάτες.

 Daniel Vosmaer, House on Fire, c. 1660.

Σιγά σιγά τα περιβάλλον του κίνησε την περιέργεια. Μαύρα, μυρωδιά καμένου. Σε λίγο έβγαλε τα ακουστικά. Τα μάτια διαπλατύνθηκαν. Αισθάνθηκε ανακούφιση που ο μικρός κοιμόταν. Ένιωσε την ανάγκη να τον προστατεύσει. Μπήκαν στην αυλή. Ο παππούς ήταν καθισμένος μπροστά την πόρτα του σπιτιού. Δεν ήταν όρθιος σαν άλλοτε να τους υποδεχθεί. Πιο γέρος, πιο κυρτός. Το σπίτι μέσα αποκαΐδια. Μην πειράξετε τίποτε είπε στην κόρη του όταν εκείνη άρχισε κάτι να μαζεύει. Κοιμόταν στον αχυρώνα που περίεργα είχε σωθεί.

Ο Θοδωρής περιεργάζεται, έχει και τον μικρό αδελφό που ξύπνησε και ρωτά συνέχεια και τι να του πουν;

Οι μέρες περνούσαν και ο παππούς έδειχνε την ίδια αδιαφορία. Μόνο κάποια στιγμή φάνηκε να ξυπνάει, όταν ο μικρός του έφερε ένα κομμάτι ξύλο για να του σκαλίσει ένα καράβι. Μάστορας ο παππούς σε κάτι τέτοια. Όμως μόλις πήγε να ακουμπήσει το ξύλο και να το σκάψει, αυτό έσπασε. Τα χέρια του μαύρισαν όπως όταν κουβαλούσε κάρβουνα για να ανάψουν φωτιά στην αυλή να ψήσουν καλαμπόκια. Οι γονείς του πρότειναν να τον πάρουν από εκεί: «Δεν πάω πουθενά, φύγετε.» Τα παιδιά τον παρέσυραν σιγά σιγά σε μικρές βολτούλες μέσα στο κτήμα. Αγωνιζόταν να σταθεί στα πόδια του.

Παππού, θέλω να βάψουμε το σπίτι. Δεν πειράζει που δεν έχει στέγη. Θέλω να βάψουμε τους τοίχους. Όχι άσπρους. Να τους ζωγραφίσουμε. Επιτέλους να κάνουμε αυτό που δεν μας άφηνες, να βάλουμε χρώμα. «Κάντε ό,τι θέλετε», όμως εκείνος δεν έμπαινε μέσα. Η μητέρα καθάρισε το δάπεδο από τα καμένα και τα παιδιά μπορούσαν να κινηθούν άνετα και χωρίς να κινδυνεύουν στον χώρο. Μετά από μέρες φώναξαν τον παππού μέσα. «Θυμάσαι παππού;» Η μπλε πασχαλίτσα. Πρέπει να τη βοηθήσουμε να ξαναθυμηθεί.

Chaïm Soutine, Paysage avec maisons, c. 1919.

«Το χωριό δεν θα γίνει ποτέ ξανά το ίδιο. Θα φτιάξουν σπίτια σαν αυτά που φτιάχνετε εσείς στις πόλεις. Τα δικά μας όμως ήταν πέτρινα και τα έκρυβαν λουλούδια.»

Ο επαναστάτης Θοδωρής: «Εγώ θα το φτιάξω πέτρινο το σπίτι. Και θα το κρύψω μές στο πράσινο. Στο υπόσχομαι παππού. 

Καραμέλες και άλογα

Achille Giroux, Chevaux.

Ο παππούς τους έκρυβε συχνά εκπλήξεις. Σκορπούσε καραμέλες κάτω από τις τριανταφυλλιές και τους έβαζε να ψάχνουν. Το συνήθιζε αυτό το πρωί, πριν τα παιδιά ξαμοληθούν για το παιχνίδι τους. Στην αρχή γέμιζαν γρατσουνιές, όσο όμως περνούσαν οι μέρες συνήθιζαν να ελίσσονται, να περνούν ανάμεσα από κλαδιά και να μην αγκυλώνονται σε αγκάθια. «Για να δω, για να δω», φώναζε το ένα το άλλο, και έψαχναν τα σημάδια εκείνα που θα έδειχναν ποιος ήταν ο αδέξιος, ποιος είχε πιαστεί στα δίχτυα της τριανταφυλλιάς, σε ποιανού την μπλούζα υπήρχε τράβηγμα από αγκάθι. Όσο περνούσαν οι μέρες όλο και περισσότερο κοκορεύονταν: «Δες, εμένα δεν με άγγιξε καθόλου. Δες, εγώ την παλεύω την τριανταφυλλιά και τη νικώ.» Στο τέλος, ούτε καν νοιάζονταν για το έπαθλο, την καραμέλα, το μικρό γλυκάκι που ο παππούς όμορφα είχε τυλίξει. 

Ένα βράδυ τον άκουσα μέσα στον ύπνο μου: «Σήκω». Νύσταζα. Σηκώθηκα όμως, γιατί καλός καλός ο παππούς αλλά δεν σήκωνε αντίρρηση και δεν έλεγε δεύτερη φορά αυτό που ήθελε. Εξάλλου, όσες φορές με είχε σηκώσει, να πω την αλήθεια δεν είχα χάσει. Έτσι κι αυτή τη φορά. Με μισόκλειστα μάτια έβαλα τα παπούτσια μου. Πάλευα με τη νύστα και την περιέργειά μου.

Το σκοτάδι μόλις άρχιζε να σπάει. Προχώρησα δίπλα στον παππού σε ένα μονοπάτι παράπλευρα από το σπίτι. Μετά από λίγο εκείνος σταμάτησε: «Δες», μου κάνει. Τι ήταν αυτό που αντίκριζαν τα μάτια μου; Μια αγέλη αλόγων, είκοσι σκιές μέτρησα μέσα στο σκοτάδι, κινούνταν αργά. «Δες τον αρχηγό», μου ψιθύριζε. «Πάει μπροστά». Στο μεταξύ τα μάτια μου προσαρμόζονταν στο σκοτάδι αλλά και το σκοτάδι υποχωρούσε. «Μην προχωρήσεις άλλο, θα φύγουν.» Μείναμε να τα παρατηρούμε και να μας παρατηρούν. «Τα πρώτα ελεύθερα άλογα. Δες, υπάρχει κι ένα μικρό. Το πρώτο μικρό που γεννήθηκε ελεύθερο.» «Παππού, πώς…» Οι χωρικοί, παιδί μου τα ελευθέρωσαν. Δεν τα χρειάζονται πια για τις αγροτικές τους δουλειές. Οι περισσότεροι έχουν αγροτικά μηχανήματα και τρακτέρ. Μόνο κάποιοι λίγοι κρατούν άλογα για τα χωράφια όπου δεν φτάνει ο δρόμος. Δες. Κάποια έχουν ακόμη το σκοινί γύρω από τον λαιμό τους.» Τα μαλλιά τους είχαν μεγαλώσει και σε μερικά έκρυβαν τα μάτια. Τα φαντάστηκα να τρέχουν και τα μαλλιά να ανεμίζουν. Ο αρχηγός κινήθηκε προς εμάς, το ίδιο και η αγέλη. Σταμάτησε μερικά μέτρα μακριά μας, ύστερα έστριψε το κεφάλι του και οδήγησε την αγέλη μακριά μας.

Στο πρωινό επάνω μιλούσα με ενθουσιασμό για τα άλογα που είδα. Οι άλλοι είπαν πως το είδα στον ύπνο μου. Ο παππούς όμως χαμογέλαγε κάτω από τις μουστάκες που δεν είχε. Το βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ, με πήρε από το χέρι και με πήγε μέχρι την άκρη του κτήματος. Έξω από τον φράχτη είχε τοποθετήσει μια μεγάλη γαβάθα με νερό και δίπλα άχυρα. Το πρωί το νερό είχε κατεβεί και τα άχυρα δεν ήταν εκεί. «Θα φύσηξε αέρας και τα πήρε», μου είπε κοροϊδευτικά. Συχνά εκείνες τις ημέρες σηκωνόμουν τη νύχτα και πήγαινα μέχρι την άκρη του κτήματος. Οι σκιές των αλόγων ήταν εκεί. Κι αν δεν τις έβλεπα τις νύχτες χωρίς φεγγάρι άκουγα τον ήχο από τις οπλές τους στο χώμα και τα χόρτα. Και μέσα στη νύχτα καθόμουν και άκουγα τους ήχους: «Αυτόν τον ξέρω, και αυτόν τον ξέρω, μου τους έμαθε ο παππούς μου.» Όμως ο παππούς μου είχε πει και κάτι ακόμη: να προσέχω τους ήχους που δεν ξέρω. Μέχρι να τους μάθω.

Yves Klein, Peinture feu couleur sans titre, 1962.

Μετά την πυρκαγιά: Τα άλογα, τι απέγιναν τα άλογα; Δεν τόλμησα να κάνω την ερώτηση φωναχτά. Δεν είναι που ο παππούς δεν απαντούσε σε τίποτε. Ήταν ότι δεν ήθελα να του θυμίσω κάτι που ίσως δεν το είχε φέρει ακόμη στο μυαλό του. Κι όμως το μυαλό του ξύπνησε από ένα αλογάκι. Δεν είχα δει πιο φοβισμένο πλάσμα, ούτε καν εμένα στον καθρέφτη. Πλησίασε τον φράχτη, εκεί που αφήναμε τροφή και νερό. Ο φράχτης δεν υπήρχε πια, και αυτό το μπέρδεψε.

-«Παππού…»

Δεν αντιδρούσε. Τον έπιασα από τους ώμους και τον ταρακούνησα.

-«Παππού, επιτέλους, κοίτα…»

Καψαλισμένη η ουρά του, ευτυχώς χωρίς εγκαύματα, αλλά με μια βαθιά πληγή στα πλευρά, και άλλες μικρότερες. Το φαντάστηκα να βρίσκεται μέσα στη φωτιά, αποκομμένο από τα υπόλοιπα της αγέλης του, χωρίς προσανατολισμό, σχεδόν χωρίς ανάσα από τους καπνούς, από την αγωνία και από το τρέξιμο. Μάλλον έτσι θα έγιναν οι πληγές του, από τα κλαδιά των δέντρων καθώς θα έτρεχε. Πώς είναι να τρέχεις για να σωθείς; Πώς είναι να είσαι μόνος; Κανένας οδηγός, κανένας βοηθός.

Τα μαυρισμένα δάχτυλα του παππού ακούμπησαν το πληγωμένο δέρμα του ζώου. Εκείνο ανασήκωσε το κεφάλι του πονεμένο και ανήσυχο. Να τον εμπιστευτεί; 

Théodore Géricault, Étude Cheval blanc.

Για πρώτη φορά μετά από μέρες άκουσα τη φωνή του παππού, μαλακή, τρυφερή, «ήσυχα καλό μου», «πού είναι οι δικοί σου;», «μη σε νοιάζει, τώρα είσαι εδώ, είσαι ασφαλής». Ασφαλής.

Απόσπασμα από ανέκδοτο εφηβικό μυθιστόρημα της Δήμητρας Μήττα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου