Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Κ.Π. Καβάφης, «Να μείνει». Constantine P. Cavafy, “Comes to Rest”

Edvard Munch, Tavern in St. Cloud, 1890.

Η ώρα μια την νύχτα θάτανε,
ή μιάμισυ.

           Σε μια γωνιά του καπηλειού·
πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα.
Εκτός ημών των δυο το μαγαζί όλως διόλου άδειο.
Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.
Κοιμούντανε, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.

Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας
είχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ,
που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.

Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν — πολλά δεν ήσαν
γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.

Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα
στα μισοανοιγμένα ενδύματα·
γρήγορο σάρκας γύμνωμα — που το ίνδαλμά του
είκοσι έξι χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθε
να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.

Ramón Casas, Study, circa 1893.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Comes to Rest

Édouard Manet, Study for "Bar at the Folies-Bergere", 1882.

It must have been one o’clock at night
or half past one.

                        A corner in the wine-shop
behind the wooden partition:
except for the two of us the place completely empty.
An oil lamp barely gave it light.
The waiter, on duty all day, was sleeping by the door.

No one could see us. But anyway,
we were already so aroused
we’d become incapable of caution.

Our clothes half opened—we weren’t wearing much:
a divine July was ablaze.

Delight of flesh between
those half-opened clothes;
quick baring of flesh—the vision of it
that has crossed twenty-six years
and comes to rest now in this poetry.

Egon Schiele, Reclining nude, 1918.

(C.P. Cavafy, Collected Poems. Translated by Edmund Keeley and Philip Sherrard. Edited by George Savidis. Revised Edition. Princeton University Press, 1992)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου