Arts Universe and Philology

Arts Universe and Philology
The blog "Art, Universe, and Philology" is an online platform dedicated to the promotion and exploration of art, science, and philology. Its owner, Konstantinos Vakouftsis, shares his thoughts, analyses, and passion for culture, the universe, and literature with his readers.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Οκτάβιο Πας, «Ο Μύθος του Ζουάν Μιρό». Octavio Paz, “Fábula de Joan Miró”

The Farm (La masia)

Το γαλάζιο στεκόταν ακίνητο ανάμεσα στο κόκκινο και το μαύρο.
Ο άνεμος έμπαινε κι έβγαινε απ’ τη σελίδα του κάμπου,
άναβε μικρές φωτίτσες, κυλιότανε πεσμένος στις στάχτες,
έβγαινε με μουτζουρωμένη μούρη και φώναζε στις γωνίες των
   δρόμων,
ο άνεμος έμπαινε κι έβγαινε ανοίγοντας και κλείνοντας πόρτες
   και παράθυρα,
έμπαινε κι έβγαινε από τους αυγινούς κι από τους δειλινούς
   διαδρόμους του κρανίου,
ο άνεμος με μουντζαλιές και με τα χέρια λερωμένα απ’ τα μελάνια
έγραφε κι έσβηνε ό,τι είχε ώς τότε γράψει πάνω στης ημέρας
   τον τοίχο.
Ο ήλιος είταν απλώς οιωνός του κίτρινου χρώματος,
απλός υπαινιγμός φτερών, το μελλοντικό του αλέκτορος λάλημα.
Το χιόνι είχε αποδημήσει, η θάλασσα είχε χάσει τη μιλιά της,
και υπήρχε ένας περιφερόμενος θόρυβος με κάτι φωνήεντα που
   εγύρευαν να βρουν μιά λέξη.
The Farm (La masia)
Το γαλάζιο στεκόταν ακίνητο, κανείς δεν τό ’βλεπε, κανένας δεν
   τ’ άκουγε:
Το κόκκινο είταν κάποιος τυφλός, το μαύρο ένας κωφάλαλος.
Ο άνεμος μπαινόβγαινε ρωτώντας Πού πήγε ο Ζουάν Μιρό;
Εδώ στεκότανε από μιας αρχής, αλλά δεν τον έβλεπε ο άνεμος:
ακίνητος μεταξύ γαλάζιου και κόκκινου, μαύρου και κίτρινου,
ο Μιρό είταν ένα αλμυρό ξάστερο βλέμμα, μιά κλεφτή ματιά με
   χέρια εφτά,
μ’ εφτά χέρια σε σχήμα αφτιών για ν’ ακούνε και τα εφτά τα
   χρώματα,
μ’ εφτά χέρια σε σχήμα ποδιών για ν’ ανεβαίνουν και τις εφτά
   τις κλίμακες του ουράνιου τόξου,
μ’ εφτά χέρια σε σχήμα ριζών για να είναι και παντού και
   πάντοτε στη Βαρκελώνη.

Ο Μιρό είταν ένα αλμυρό βλέμμα επτάχειρο.
Με το πρώτο του χέρι κοπάναγε το ταμπούρλο της νύχτας,
με το δεύτερο έσκιαζε πουλιά στον κήπο του άνεμου,
με το τρίτο του έσειε των αστεριών το κουμάρι,
με το τέταρτο συνέγραφε τον θρύλο των αιώνων των σαλιγκαριών,
με το πέμπτο του εφύτευε νησιά στου πράσινου το στήθος,
με το έκτο έπλασε μιά γυναίκα ανακατεύοντας νύχτα και νερό,
   ηλεκτρισμό και μουσική,
και με το έβδομο έσβησε ό,τι είχε φτιάξει κι έπιασε τα πάντα
   ξανά από την αρχή.

Nocturne

Το κόκκινο άνοιξε τα μάτια, το μαύρο είπε κάτι ακατάληπτο
   και το γαλάζιο εσηκώθηκε όρθιο.
Κανένα από τα τρία τους δεν πίστευε στα μάτια του:
οχτώ κοράκια είσαν ή μήπως οχτώ αλεξιβρόχια;
Και τα οχτώ τους ανοίξαν τα φτερά, κι αρχίσαν να πετούν
   κι εξαφανίστηκαν περνώντας μέσ’ από ’να τζάμι
   που ’ταν σπασμένο.

Dog Barking at the Moon

Ο Μιρό έπιασε κι έβαλε στα τελάρα του φωτιά.
Καίγονταν τα λιοντάρια και οι αράχνες, οι γυναίκες και
   τ’ άστρα,
ο ουρανός εγέμισε τρίγωνα, σφαίρες, δίσκους και εξαεδρικά
   πρίσματα φλεγόμενα,
η φωτιά κατέφαγε την πλανητική φάρμα που ’χε ξεφυτρώσει
   στη μέση του διαστήματος,
κι απ’ τον σωρό τις στάχτες πεταλούδες εβλάστησαν και
   χελιδονόψαρα και βραχνοί φωνόγραφοι,
με μέσ’ από τις τρύπες των καψαλισμένων καμβάδων
επέστρεψαν το γαλάζιο διάστημα και η αχτίδα του χελιδονιού, η
   φυλλωσιά των σύννεφων και η ράβδος η θάλλουσα:
είταν η άνοιξη και επέμενε, επέμενε δε με κάτι χειρονομίες
   εξ ολοκλήρου πράσινες.
Μπροστά σε τέτοια πάμφωτη επιμονή έξυσε ο Μιρό το κεφάλι του
   με το πέμπτο του χέρι
και είπε μουρμουριστά και κατ’ ιδίαν:Δουλεύω λες κι είμαι κηπουρός

 La Reforma

Κήπος με πέτρες ή με βάρκες; Με τροχαλίες κήπος ή μήπως
   με χορεύτριες;
Το γαλάζιο, το μαύρο και το κόκκινο πιλαλούσαν μες στα λιβάδια,
οι αστερούσες εδράμανε γυμνές, αλλά οι λόφοι οι κρυουλιάρηδες
   είχανε κιόλας προλάβει να χωθούνε κάτω απ’ τα στρωσίδια,
άσε που υπήρχαν και ηφαίστεια φορητά και τεχνητές φωτιές στο σπίτι.
Οι δύο δεσποινίδες που είχαν τοποθετηθεί επί της υποδοχής στις
   πόρτες, η Γεωμετρία και η Προοπτική,
είχανε πάρει τον Μιρό αλά μπρατσέτα να βγούνε να ξεσκάσουνε
   στην εξοχή, και τραγουδάγαν το Une étoile caresse le sein
   d’une négresse.

Ο άνεμος εγύρισε τη σελίδα του κάμπου, σήκωσε το κεφάλι του
   και είπε Μα πού έχει πάει ο Ζουάν Μιρό;
Εδώ στεκότανε από μιας αρχής, αλλά δεν τον έβλεπε ο άνεμος:
Ο Μιρό είταν ένα αλμυρό ξάστερο βλέμμα, απ’ όπου έμπαιναν
   κι έβγαιναν κάτι αλφαβητάρια ασθμαίνοντα.
Και δεν είσαν γράμματα αυτά που μπαίνανε και βγαίνανε
   απ’ των ματιών τις σήραγγες:
είσαν πράγματα ζωντανά που εσμίγανε και χωρίζανε, που
   αγκαλιάζονταν και δαγκώνονταν και διασκορπίζονταν,
κι ετρέχανε σ’ όλη τη σελίδα κατά σειρές πολύχρωμες και
   μανιασμένες, κι είχανε κέρατα και ουρές,
και άλλα τους είχανε λέπια, άλλα φτερούγες, και άλλα τους τομάρια
   ζώων είχανε,
και όσες λέξεις εσχημάτιζαν είσαν μεν απτές και ακουστές
   και εδώδιμες, πλην όμως τελείως απρόφερτες:
δεν είσαν γράμματα εκείνα, είσαν αισθήσεις, δεν είσαν αισθήσεις,
   μετασχηματισμοί είσαν.

Και όλα τούτα, αλήθεια, προς τί; Για να τραβηχτεί μιά γραμμή
   σε κάποιου μοναχού το κελλί,
για να φωτιστεί μ’ ένα ηλιοτρόπιο η φεγγαροκεφαλή κάποιου ξωμάχου,
για να καλωσοριστεί η νύχτα που έρχεται συνοδευόμενη από γαλάζιες προσωπικότητες και πουλιά εορταστικά,
για να γιατρευτεί ο θάνατος με μιάν ομοβροντία γερανιών,
για να λέμε Καλημέρα στην ημέρα που ’ρχεται δίχως ποτέ να την
    έχουμε ρωτήσει ούτε από πού έρχεται ούτε που πηγαίνει,
για να θυμόμαστε και να μην ξεχνάμε ότι η φουσκοθαλασσιά
   είναι ένα κοράσι που κρύβεται κάτω από τις σκάλες
   σκασμένο στα γέλια,
για να δούμε τον ήλιο και τους πλανήτες του να λικνίζονται πάνω
   στον ρόμβο του ορίζοντα,
για να μάθουμε να βλέπουμε και για να δούμε ότι θα δούμε
   τα πράγματα να μας βλέπουν, καθώς θα μπαινοβγαίνουνε
   από τα βλέμματά μας,
αλφαβητάρια ζωντανά που πετάνε ρίζες, ξεπετάγονται,
   μπουμπουκιάζουν, ανθίζουνε, μαραίνονται, επιστρέφουν,
   σκορπίζονται, σβήνουν.

Τα βλέμματα είναι σπόροι, βλέπω ίσον σπέρνω, ο Μιρό
   εδούλευε λες κι είταν κηπουρός,
και με τα εφτά του χέρια εσχεδίαζε ασταμάτητα –σα σκύλος που
   κυνηγάει να δαγκώσει την ουρά του, ωχ! και αχ!–
τη μεγάλη απορία, τη μεγάλη έκπληξη, τον μέγιστο εκείνο
   θαυμασμό, με τον οποίο ξαναρχίζει συνέχεια
   κάθε μέρα κάθε μέρα ο κόσμος.

La Lecon de Ski

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

FÁBULA DE JOAN MIRÓ

The Smile of the Flamboyant Wings

El azul estaba inmovilizado entre el rojo y el negro.
El viento iba y venía por la página del llano,
encendía pequeñas fogatas, se revolcaba en la ceniza,
salía con la cara tiznada gritando por las esquinas,
el viento iba y venía abriendo y cerrando puertas y ventanas,
iba y venía por los crepusculares corredores del cráneo,
el viento con mala letra y las manos manchadas de tinta
escribía y borraba lo que había escrito sobre la pared del día.
El sol no era sino el presentimiento del color amarillo,
una insinuación de plumas, el grito futuro del gallo.
La nieve se había extraviado, el mar había perdido el habla,
era un rumor errante, unas vocales en busca de una palabra.

El azul estaba inmovilizado, nadie lo miraba, nadie lo oía:
el rojo era un ciego, el negro un sordomudo.
El viento iba y venía preguntando ¿por dónde anda Joan Miró?
Estaba ahí desde el principio pero el viento no lo veía:
inmovilizado entre el azul y el rojo, el negro y el amarillo,
Miró era una mirada transparente, una mirada de siete manos.
Siete manos en forma de orjeas para oír a los siete colores,
siete manos en forma de pies para subir los siete escalones del arco iris,
siete manos en forma de raíces para estar en todas partes y a la vez en Barcelona.

Miró era una mirada de siete manos.
Con la primera mano golpeaba el tambor de la luna,
con la segunda sembraba pájaros en el jardín del viento,
con la tercera agitaba el cubilete de las constelaciones,
con la cuarta escribía la leyenda de los siglos de los caracoles,
con la quinta plantaba islas en el pecho del verde,
con la sexta hacía una mujer mezclando noche y agua, música y electricidad,
con la séptima borraba todo lo que había hecho y comenzaba de nuevo.

El rojo abrió los ojos, el negro dijo algo incomprensible y el azul se levantó.
Ninguno de los tres podía creer lo que veía:
¿eran ocho gavilanes o eran ocho paraguas?
Los ocho abrieron las alas, se echaron a volar y desaparecieron por un vidrio roto.

Miró empezó a quemar sus telas.
Ardían los leones y las arañas, las mujeres y las estrellas,
el cielo se pobló de triángulos, esferas, discos, hexaedros en llamas,
el fuego consumió enteramente a la granjera planetaria plantada en el centro del espacio,
del montón de cenizas brotaron mariposas, peces voladores, roncos fonógrafos,
pero entre los agujeros de los cuadros chamuscados
volvían el espacio azul y la raya de la golondrina, el follaje de nubes y el bastón florido:
era la primavera que insistía, insistía con ademanes verdes.
Ante tanta obstinación luminosa Miró se rascó la cabeza con su quinta mano,
murmurando para sí mismo: Trabajo como un jardinero.

¿Jardín de piedras o de barcas? ¿Jardín de poleas o de bailarinas?
El azul, el negro y el rojo corrían por los prados,
las estrellas andaban desnudas pero las friolentas colinas se habían metido debajo de las sábanas,
había volcanes portátiles y fuegos de artificio a domicilio.
Las dos señoritas que guardan la entrada a la puerta de las percepciones, Geometría y Perspectiva,
se habían ido a tomar el fresco del brazo de Miró, cantando Une étoile caresse le sein d’une négresse.

El viento dio la vuelta a la página del llano, alzó la cara y dijo, ¿Pero dónde anda Joan Miró?
Estaba ahí desde el principio y el viento no lo veía:
Miró era una mirada transparente por donde entraban y salían atareados abecedarios.

No eran letras las que entraban y salían por los túneles del ojo:
eran cosas vivas que se juntaban y se dividían, se abrazaban y se mordían y se dispersaban,
corrían por toda la página en hileras animadas y multicolores, tenían cuernos y rabos,
unas estaban cubiertas de escamas, otras de plumas, otras andaban en cueros,
y las palabras que formaban eran palpables, audibles y comestibles  pero impronunciables:
no eran letras sino sensaciones, no eran sensaciones sino Transfiguraciones.

¿Y todo esto para qué? Para trazar una línea en la celda de un solitario,
para iluminar con un girasol la cabeza de luna del campesino,
para recibir a la noche que viene con personajes azules y pájaros de fiesta,
para saludar a la muerte con una salva de geranios,
para decirle buenos días al día que llega sin jamás preguntarle de dónde viene y adónde va,
para recordar que la cascada es una muchacha que baja las escaleras muerta de risa,
para ver al sol y a sus planetas meciéndose en el trapecio del horizontes,
para aprender a mirar y para que las cosas nos miren y entren y salgan por nuestras miradas,
abecedarios vivientes que echan raíces, suben, florecen, estallan, vuelan, se disipan, caen.

Las miradas son semillas, mirar es sembrar, Miró trabaja como un jardinero
y con sus siete manos traza incansable —círculo y rabo, ¡oh! y ¡ah!—
la gran exclamación con que todos los días comienza el mundo.

Constellation phila



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου