Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Δήμητρα Μήττα, Η κυρία Φρόσω

Federico Castellón, The Dark Figure, 1938.

O χειμώνας του 2015 ήταν ο τελευταίος που η κυρία Φρόσω τον πέρασε σπίτι της. Και τι σπίτι… Σπιταρόνα, κι ας μην ήταν μεγάλο. Με τι μεράκι το έκτισαν μαζί με τον άνδρα της… Με τι κόπο, με δάνεια και τόκους. Και νόμιμα, όλα νόμιμα. Πολύ νωρίτερα από την ημερομηνία που έπρεπε κατάφεραν να αποπληρώσουν τα δάνεια -«να μην χρωστάω», έλεγε η κυρία Φρόσω. Και τώρα το χάνει το σπίτι της. Γιατί τα τελευταία χρόνια δεν μπορούσε να πληρώνει τους φόρους. Η σύνταξή της μετά από τόσα χρόνια δουλειάς μόλις που της έφταναν για να μην υποσιτίζεται. Τίποτε άλλο. Και κανένας άλλος.

Εξήντα επτά χρονών η κυρία Φρόσω, και μόνη. Στην αρχή η ΔΕΗ της έκοψε το ρεύμα, μετά η Τράπεζα της έστειλε ειδοποιητήριο για κατάσχεση και μετά ειδοποιητήριο ότι το σπίτι έβγαινε σε πλειστηριασμό. Οι επίδοξοι αγοραστές της χτύπησαν το κουδούνι για να δουν το σπίτι. Κι εκείνη να τους τρατάρει γλυκό –«δεν θέλουμε, κυρά μου»- και να τους δείχνει τους χώρους. Οι περισσότεροι ούτε καν της έδιναν σημασία και η κυρία Φρόσω έμενε πίσω τους να τους παρατηρεί που μπαινόβγαιναν στα δωμάτια –άκουγε τα σχόλιά τους για τις αλλαγές που σκόπευαν να κάνουν.

Το χτύπησαν τελικά το σπίτι στον πλειστηριασμό μια νεαρή κοπέλα που τελείωνε τις σπουδές της στο Παρίσι, στη Σχολή Καλών Τεχνών, και της γυάλισε για ατελιέ, όχι για κατοικία –ήταν μικρό για τα πλούτη που φάνηκε να έχει ο πατέρας της. Αυτά έγιναν τον Μάιο του 2014.

Την άφησαν να μείνει στο σπίτι ένα χρόνο ακόμη. «31 Μαΐου, κυρά Φρόσω», είπε ο λεφτάς. «Αύγουστο γυρνάει η κόρη μου, ε μέχρι τότε να το ’χω συμμαζέψει το ρημάδι» -ρημάδι το αρχοντόσπιτό της, που όλοι είχαν να το λένε τι σπίτι ήταν. «Φτάνει ένας χρόνος, κυρά Φρόσω, και περισσεύει. Και δεν σου ζητάω νοίκι για αυτόν τον χρόνο».

Πώς πέρασε εκείνος ο χειμώνας του 2014-15; Βαρύς χειμώνας και η κυρία Φρόσω δεν είχε καν ρεύμα. Πώς τα κατάφερε; Κανείς δεν κατάλαβε, μέχρι που μπήκαν τα μαστόρια και οι νέοι ιδιοκτήτες στο σπίτι.

Η κυρία Φρόσω είχε ξεπατώσει το σπίτι της, το έκανε «ρημάδι». Έκαψε στο τζάκι ό,τι μπορούσε να καεί, για να έχει λίγη ζέστη και να μαγειρεύει κάτι τις. Ξεκίνησε από τις βιβλιοθήκες, όλες φτιαγμένες από το χέρι του άνδρα της που μάζευε τα βιβλία όπου τα εύρισκε, κι ας μην τα διάβαζε ποτέ. Μετά έκαψε τα καπάκια από τα ντουλάπια της κουζίνας, ύστερα τις πόρτες. Μετά τους δύο μπουφέδες –τις έδωσαν καλή ζέστη ο μπουφές από ξύλο τριανταφυλλιάς και ο άλλος, ο βαρύς ο μαύρος, κληρονομιά που την έδενε με την τρίτη γενιά της οικογένειάς της. Ύστερα το πιάνο –κανείς δεν έπαιζε πιάνο στο σπίτι τους-, μετά τα πατώματα. Τα ξήλωσε ένα ένα. Για προσάναμμα χρησιμοποιούσε φωτογραφίες, ρούχα και κουρτίνες. Και επειδή η κυρία Φρόσω ήθελε το σπίτι της ωραίο, άρχισε να κουβαλά χώμα μέσα στο σπίτι και να φυτεύει λουλούδια.

Δεν τα αγόραζε, δεν είχε λεφτά, νύχτα πήγαινε και αφαιρούσε φυτά από τα παρτέρια του Δήμου ή του Πανεπιστημίου –πάντα προσεκτικά και πάντα με φροντίδα. Τα μεταφύτευε στο σπίτι της. Και με τη ζεστούλα που έβγαζε το τζάκι από το σπίτι που η κυρία Φρόσω έκαιγε σιγά σιγά και κομμάτι κομμάτι τα φυτά πρόκοψαν σαν σε θερμοκήπιο. Τι τριανταφυλλιές άνθισαν καταχείμωνο, καλά οι καμέλιες τρελάθηκαν, φούντωσαν και έφτασαν μέχρι το ταβάνι. Μέχρι και οι γαρδένιες καταδέχτηκαν να ανθοφορήσουν. Α πώς χαιρόταν η ψυχή της κυρίας Φρόσως με το κάθε καινούριο ανθάκι που έβγαινε… Για κάθε κρακ που έκανε η καρδιά της κάθε φορά που ξήλωνε κάτι από το σπίτι της και το έκαιγε, για κάθε κρακ από μια ανάμνηση για το πώς το είχαν τοποθετήσει αυτό που εκείνη τώρα ξήλωνε, σε αντιστάθμισμα ερχόταν ένα νέο κεφαλάκι σε κάποιο φυτό που όρθωνε το ανάστημά του.

 Joan Miró, The Waggon Tracks, 1918.

Στο μεταξύ, ο κισσός που περιτριγύριζε το σπίτι από τότε που το είχαν φτιάξει και ένα άλλο αναρριχώμενο που έβγαζε πορτοκαλί λουλούδια και που η κυρία Φρόσω με μεγάλη επιμέλεια φρόντιζε να τα ξεριζώνει για να μην καταστρέφουν το σπίτι –ανέβαιναν κολλώντας πάνω του, πάνω στον σοβά, βεντούζες έβγαιναν από το κορμί τους, από τον κορμό τους- αυτά τα φυτά τα άφησε εκείνο τον χειμώνα η κυρία Φρόσω ανενόχλητα. Και ήρθαν αυτά και αγκάλιασαν το σπίτι. Το πρασίνισαν, μόνο στα τζάμια των παραθύρων δεν μπορούσαν να πιαστούν και τα παρέκαμπταν. Αυτό μέχρι τον Απρίλιο που η κυρία Φρόσω άνοιξε τα παράθυρα και κλαδιά του κισσού και από το άλλο φυτό που δεν ξέρω πώς το λένε μπήκαν μέσα στο σπίτι. Επισκέπτες στην αρχή, μετά κατέλαβαν τον χώρο, γαντζώθηκαν στους εσωτερικούς τοίχους και επεκτάθηκαν.

Το πρωί της 31ης Μαΐου η κυρία Φρόσω έβαλε σε μια μικρή βαλίτσα ένα φουστάνι καλοκαιρινό και δύο ακόμη χειμωνιάτικα, δύο ζευγάρια παπούτσια, και τα δύο χειμωνιάτικα, μερικά εσώρουχα και κάλτσες, σαπούνια, μια οδοντόπαστα και την οδοντόβουρτσά της. Φεύγοντας κλείδωσε την πόρτα. Το απόγευμα της ίδιας μέρας οι νέοι ιδιοκτήτες μπήκαν στο σπίτι. Αυτό που είδαν δεν θα το ξεχνούσαν ποτέ –ως και καρτελάκια καρφιτσωμένα στο χώμα δίπλα σε κάθε φυτό είχε τοποθετήσει η κυρία Φρόσω με το όνομα του καθενός.

Στο τελευταίο δωμάτιο βρήκαν όμορφα στοιβαγμένα τα βιβλία που η γυναίκα είχε κατεβάσει από τις βιβλιοθήκες. Αυτά η κυρία Φρόσω δεν τα είχε κάψει. Ο λεφτάς τα πέταξε. Μόνο η κοπελίτσα, η κόρη του, η καλλιτέχνιδα, δίστασε, το θέαμα την προκάλεσε, θα μπορούσε να γίνει μια εξαιρετική καλλιτεχνική δράση εκεί μέσα, το ίδιο το σπίτι ήταν ένα project.

 Edward Hopper, Rooms for Tourists, Chambres pour Touristes, 1945.

Κάμερες στήθηκαν, φωτογραφίες τραβήχτηκαν, διθυραμβικές κριτικές για την ιδέα (της καλλιτέχνιδος) γράφτηκαν. Ειδικά για το τέλος, για τις σακούλες σκουπιδιών που μοίρασε στους προσκεκλημένους για να πετάξουν μέσα τα φυτά, για τα κλαδευτήρια με τα οποία τεμάχισαν τον κορμό του κισσού και του άλλου φυτού με τα πορτοκαλί λουλούδια που δεν ξέρω το όνομά του. Μέσω τη τέχνης θέλησε η κοπέλα να περάσει ένα μήνυμα για την οικολογική καταστροφή. Αν και, εδώ που τα λέμε, με ένα σπάρο πέτυχε δύο τρυγόνια. Και προβολή κέρδισε και οι προσκεκλημένοι, ανεπίγνωστα, είχαν προετοιμάσει το σπίτι, ώστε την άλλη, κιόλας, μέρα να μπουν τα συνεργεία στο σπίτι και να κάνουν τις αλλαγές που επιθυμούσε το κορίτσι στο «ρημάδι».

Δήμητρα Μήττα

Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Νέα Ευθύνη, τεύχος 13 (2012) 533-535.