Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Διαδήλωση ενάντια στο Χρέος στη Θεσσαλονίκη. Demonstration against the debt in Thessaloniki

Συγκέντρωση για μη αναγνώριση του ληστρικού χρέους οργάνωσαν χθες το απόγευμα στο άγαλμα Βενιζέλου στην Πλατεία Αριστοτέλους και κατόπιν στον Λευκό Πύργο στη Θεσσαλονίκη διάφορες συλλογικότητες. Μέλη εκπαιδευτικών οργανώσεων, ΕΛΜΕ, σωματείων και άλλων φορέων συμμετείχαν στη διοργάνωση της διαμαρτυρίας.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Αναμονή

Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσά μας!
Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει πάλι η πόρτα
Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.
Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει που θά ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θά ’ρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.
…Νόμισα πως θα πνιγόμουνα!

*
Manolis AnagnostakisWarten

So viele Jahre sind es, bis sie zurück kommt…
Trotzdem schwebt ihr Geruch überall
Liegt im ganzen Raum auch in den verstecktesten Ecken
Als wäre sie noch unter uns!
Aber sie müsste nach diesen Jahren längst zurückgekommen sein
In dieser Zeit erwarte ich sie jeden Abend
Zeichne mit dem Bleistift rote Münder auf Papier
Egal wie, müsste die Tür doch noch einmal knarren
Vielleicht nur vom Wind.
Vielleicht auch mit eingetrockneten Schwüngen auf ihren Lippen
Mit rabenschwarzen Rillen auf der Stirn
Es genügt, dass sie zurückkommt nach Jahren
Nur dass sie kommt..!
Und feurige Münder auf das Papier zeichnet.
… Ich meinte, zu ersticken!










Μανόλης Αναγνωστάκης, Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.

Στην οδό Αιγύπτου - πρώτη πάροδος δεξιά -
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα
που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες΄
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν,
λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται
Η Τράπεζα Συναλλαγών
-εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται-
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
-εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν-
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές
*
Manolis AnagnostakisThessaloniki, Jahrestage 1969 n. Ch.

An der Ägyptischen Allee - erste Nebenstraße links -
Schießen heute das Hochhaus der Handelsbank,
Reisebüros und Emigrationsbehörden in die Höhe.
Und die Kleinen können nicht mehr wegen des dichten Verkehrs,
der vorbeirauscht, auf der Straße spielen.
Außerdem sind die Kinder älter geworden,
die Zeit, die ihr gekannt, ist vergangen
Jetzt lachen sie nicht mehr, flüstern sich keine Geheimnisse zu,
vertrauen keinem.
Diejenigen allerdings, die überlebten,
denn es kamen seither schwere Krankheiten,
Hochwasser, Untergänge, Erdbeben, gepanzerte Soldaten,
Εrinnern sich an die Worte des Vaters: du wirst bessere Tage sehen
Es ist nicht von Bedeutung, wenn sie die am Ende nicht kennen gelernt haben,
Sie erzählen das Gleiche ihren Kindern
Hoffen weiter, dass irgendwann der Kreis durchbrochen wird
Vielleicht bei den Kindern ihrer Kinder oder den Kindern ihrer Kindeskinder Zur
Zeit aber, an der alten Straße, von der wir erzählten, erhebt sich die Handelsbank
- ich handle, du handelst, er handelt –
Reisebüros und Emigrationsbehörden
- wir emigrieren, ihr emigriert, sie emigrieren –
Wohin ich auch fahre, Griechenland verletzt mich, sagte der Dichter
Griechenland mit den schönen Inseln, den schönen Büros, den schönen Kirchen


Μανόλης Αναγνωστάκης, Οι νικημένοι

Ανάβαλες την τελευταία πάντα μέρα τη φυγή σου,
Είχαμε μέσα κι οι δυο μας βαθιά τον πανικό του χωρισμού,
Νοσταλγούσαμε τόσο να χαρίσουμε τις αβέβαιες πλάνες μας στ’ όνειρο,
Όμως ποιός δε λογάριασε τα λευκά καλοκαίρια που πληγώσαν τα χρόνια μας,
Ποιός δεν επίστεψε πως δεν είχαμε ακόμα πληρώσει το χρέος μας ολάκερο
Και βρίσκουμε την κρίσιμη τούτη στιγμή αιχμάλωτους όρκους στη νιότη μας,
αισθήματα πιο πλούσια από τ’ άναμμα της σάρκας;
Ξέρεις πως πια ξεχάσαμε τ’ αμέριμνα παιδιά που σπαταλούσαν το γέλιο τους,
Ξέρεις πως θά ’ρθει μια μέρα που θα φορέσουμε αλογάριαστα ολόγυμνοι τον εαυτό μας.
Συντροφεύοντας τις ακριβές μας αμφιβολίες, ξαγρυπνήσαμε ατέλειωτες νύχτες
Χωρίς δίπλα μας να ’ναι κανείς ν’ ακούσει την αγωνία της φωνής μας.
Αγαπήσαμε μια τρικυμία καινούρια,
Κι όμως γιατί ν’ αναβάλλουμε πάντα την ώριμη χρονολογία;
Και μένουμε δυο νικημένοι μ’ ολιγόπιστα μάταια φερσίματα.

*
Manolis Anagnostakis, Die Besiegten

Du hattest die Flucht immer wieder verschoben bis auf den allerletzten Tag,
Beide spürten wir tief in uns die Panik vor Trennung
Wir sehnten uns sehr unsere Ungewissheiten an den Traum zu verlieren
Aber wer gäbe nicht auf die weißen Sommer acht, die unsere Jugend verletzen
Wer glaubte, dass wir unsere Pflicht schon ganz erfüllt hätten
Und jetzt finden wir die im entscheidenden Moment gefangenen Schwüre unserer Jugend, reichere Gefühle als bloße Erregung der Lust
Du weißt, dass wir die unbekümmerten Kinder schon vergessen hatten, die ihr Lachen verschenkten,
Du weißt, dass ein Tag kommen wird, an dem wir uns gedankenlos unser Selbst überstreifen.
Indem wir unseren kostbaren Zweifeln Gesellschaft leisteten, blieben wir endlos wach in den Nächten,
Ohne dass jemand bei uns war, der die Agonie hörte, die in unserer Stimme lag.
Wir haben einen neuen Orkan geliebt,
Aber warum zweifeln wir immer am fälligen Datum?
Und wir zwei bleiben wir von vergeblichen und banalen Gewohnheiten Besiegte.



Μανόλης Αναγνωστάκης, Το σκάκι

Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου.
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω;
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.
*
Manolis AnagnostakisSchach

Komm, spielen wir.
Ich werde dir meine Königin opfern.
(Sie war einmal meine Geliebte
Nun habe keine Geliebte mehr )
Ich werde dir meine Türme opfern
(Jetzt erschieße ich meine Freunde nicht mehr
Sie sind lange vor mir gestorben)
Und dieser König war nie der meine.
Und was will ich mit so vielen Läufern?
(Sie ziehen nach vorne, blind, ganz ohne Vision)
Αlles, auch meine Springer werde ich dir schenken
Nur den Narren behalte ich
Der vermag, auf einer einzigen Farbe zu gehen
Quer vom einem Ende zum anderen
Lachend im Angesicht deiner Rüstungen Zahl
Plötzlich in deine Reihen tretend
Versetzt er die soliden Flügel in Aufruhr.
Und diese Partie wird niemals enden.





Μανόλης Αναγνωστάκης, Θα΄ρθει μια μέρα

Θα΄ρθει μια μέρα που δε θα΄χουμε τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη,
μα δε βρίσκω άλλο τρόπο να στο πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία
ή για να πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.
Ο κόσμος ψάχνει σ΄όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα,
μα δεν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή
που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ΄την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη,
είναι κάτι κι αυτό δε μπορείς να το αμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε – θυμήσου – ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
-ξεχνώ πάνω σε τι – κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον.
Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου
αλλά κι εκεί θα΄ρθεις και θα με ζητήσεις.
Δε μπορεί, Θε μου, να φύγει κανείς μοναχός του.

*
Manolis AnagnostakisEin Tag wird kommen

Ein Tag wird kommen, an dem wir uns nichts zu sagen haben
Wir werden einander gegenüber sitzen und uns in die Augen schauen
Mein Schweigen wird dir sagen: wie schön du bist du,
und da ist keine andere Weise, es auszusprechen.
Wir werden irgendwohin fahren, aus Langeweile
oder nur um zu sagen, dass wir dort gewesen sind.
Die Leute suchen Zeit ihres Lebens, um wenigstens die Liebe zu finden,
aber sie finden gar nichts.
Ich denke oft, dass unser Leben so kurz ist,
dass es sich kaum lohnt, damit anzufangen.
Von Athen aus werde ich nach Montevideo oder auch nach Shanghai gehen,
das ist schon mal was, da kannst du nichts sagen.
Wir rauchten eines Abends während einer Diskussion - erinnere dich! –
unendliche viele Zigaretten - ich vergaß worüber wir sprachen
und das ist schade, denn es war so sehr interessant.
Wenn ich doch eines Tages fortginge!
Aber du würdest überallhin gehen, um mich zu finden.
Man kann, mein Gott, nicht alleine fortgehen.


Μανόλης Αναγνωστάκης, Επιτύμβιον

Πέθανες – κι έγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.
Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το΄ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Κοιμού εν ειρήνη, δεν θα΄ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο.)
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Δε θα΄σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.

*
Manolis AnagnostakisEpitaph

Du bist gestorben, und warst du auch: der Gute,
Der Erlauchte, Familienoberhaupt, Patriot.
Sechsunddreißig Kränze, drei Reden von Vizepräsidenten,
Sieben Berichte von herrlichen Diensten, die du geleistet, begleiteten dich.
Ach Laurent, ich, der allein ich wusste, was für ein Abschaum du warst,
Was für ein Falschmünzer, verlogen ein Leben lang
Ruhe in Frieden, ich werde nicht kommen, deine Ruhe zu stören.
(Ein ganzes Leben lang, werde ich verschweigen, was du warst,
Und werde mir dieses Schweigen bezahlen lassen.
Sehr hoch, aber nicht um den Preis deines erbärmlichen Körpers)
Ruhe in Frieden. Und so du im Leben auch immer gewesen: der Gute,
Der Erlauchte, Familienoberhaupt, Patriot.
Du wirst weder der erste noch wirst du der letzte sein.


Manolis Anagnostakis, Gedichte / Μανόλης Αναγνωστάκης, Ποιήματα (μτφρ.: Jan Kuhlbrodt & Γιώργος Καρτάκης).



Ο Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε ιατρική και ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη . Άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου στη Θεσσαλονίκη και το 1978 μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Για την πολιτική του δράση στο φοιτητικό κίνημα φυλακίστηκε στο διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο. Δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά σημειώματα σε πολλά περιοδικά.Έγραψε ποίηση, κριτικά κείμενα και δοκίμια. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά και μελοποιήθηκαν από αρκετούς συνθέτες, μεταξύ των οποίων είναι και ο Μίκης Θεοδωράκης.
*
Manolis Anagnostakis (1925-2005) wurde in Thessaloniki geboren, studierte Medizin in Wien und arbeitete er als Facharzt für Radiologie in Thessaloniki. 1978 zog er nach Athen. Aufgrund seiner politischen Aktivitäten in der griechischen Studentenbewegung wurde er von 1948 bis 1951 inhaftiert und im Jahr 1949 durch eine provisorisches Gericht zum Tode verurteilt. Er veröffentlichte Gedichte und kritische Anmerkungen in Literaturzeitschriften, kritische Essays und Aufsätze. Seine Gedichte wurden ins Englische, Französische, Deutsche und Italienische übersetzt und von verschiedenen Komponisten, darunter Mikis Theodorakis, vertont.

Φωτογραφίες: © Κωνσταντίνος Βακουφτσής