Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Γιώργος Δάγλας, Φρίκες

Τις νύχτες,
που σπάει λίγο ο αέρας,
ένας αγαθός γίγαντας,
με ένα ψάρι στο χέρι
μπαίνει στην κρύπτη μας.
Πιάνει αμέσως δουλειά,
ο κόκκινος σιδεράς
-νταπ-ντουπ-νταπ-
στρογγυλεύει τους κρίκους,
ενώνει την αλυσίδα.
Ο άγνωστος φεύγει.
«Κρατείστε» λέει,
«θα ξανάρθω».
Νταπ-ντουπ, πιο δυνατά,
ο κόκκινος σιδεράς,
ενώνει ξανά την αλυσίδα της αγάπης.
Διακόσιες μέρες βρέχει
στις καρδιές των ανθρώπων.


*

Το δωμάτιο˙
γέμισ’ αίματα.
Τα κρανιά των συντρόφων με μάτια να τρέχουν
εκδίκηση
έρχονται και ζητάν τ’ αδύνατο.
Ο χρόνος κατ’ απ’ τη λάμπα
σα λυσσασμένο σκυλί εποπτεύει το χώρο
που θα σημειωθούν τα ονόματα
και δίπλα τους προσεκτικά
μικροί μαύροι σταυροί.
Δεν υπάρχει πια καιρός για λογοτεχνικές περιγραφές.
Άλλωστε οι φυλακισμένοι κι’ η μητέρα
χωρίς όρια και χωρίς κανένα φόβο
έχουν κιόλας ξεκινήσει.


*

Κάθε πρωί
βγαίνω ήρεμα στο δρόμο
και κολλάω τ’ αυτί μου στις εξατμίσεις.
Αγοράζω ό,τι πιο άχρηστο βρω
και μπαίνω σ’ όλα τα καφενεία.
Δεν βρίσκεται κάνεις να μ’ ακούσει.
Ανάμεσα στους κόσμους των αμαρτωλών
και των πανηγυριών
μπαίνω και βγαίνω χτυπώντας τυφλά
το σφυράκι του ψυχιάτρου.
Δεν είναι ζωή ετούτη.


*

Όταν βρέχει
και φοβούνται τα σπουργίτια
αναστενάζω
φεύγω για τη Λάρισα
Όταν βρέχει
διαβάζω ανέκδοτα
Φίλοι μου
Όταν πιάνει μπόρα
σταματάω όλα τα ταξί
μπαίνω μέσα και κλαίω.
Έρχομαι.

Φωτογραφίες: © Κωνσταντίνος Βακουφτσής

Γιώργος Δάγλας, Ποιήματα (επιλογή απ’ το έργο του, Κώστας Παπαθανασίου). «Φρίκες 8/2/2010», απ’ τη συλλογή «Η μέρα των φωταγωγών» εκδ. Ελεύθερος Τύπος.